«Όταν κάποιος εκτός από τα αντίδωρα σου κλέβει και την καρδιά»...
Επίσκοπος Τολιάρας και Ν. Μαδαγασκάρης Πρόδρομος
«Όταν κάποιος εκτός από τα αντίδωρα σου κλέβει και την καρδιά»...
Επίσκοπος Τολιάρας και Ν. Μαδαγασκάρης Πρόδρομος
Ο αδόκητος θάνατος του δημοφιλούς τραγουδιστή έφερε στο προσκήνιο ένα παλαιό ανθρώπινο αίτημα: τη διατήρηση της νεότητας και την υπέρβαση της φθοράς που φέρνουν το γήρας και ο δύσκολος τρόπος ζωής, όταν ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τους συνήθεις ρυθμούς. Όταν κάποιος είναι χαρισματικός, ξεχωρίζει, γίνεται είδωλο στα μάτια των πολλών, όταν έχει να διαχειριστεί χρήματα και δόξα, οι ψυχικές του δυνάμεις δεν επαρκούνε. Και είναι γρηγορότερη η φθορά από ό,τι ζούνε οι άνθρωποι του μέσου όρου. Όμως η αγωνία και η αναζήτηση των πολλών είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατηρηθούνε νέοι, θα αντέξουνε, θα μπορέσουν να ανταποκριθούνε στις απαιτήσεις της εικόνας που έχουν φτιάξει είτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε οι άλλοι για εκείνους. Και εδώ έρχονται συχνά όσοι υπόσχονται θαύματα με τη βοήθεια της επιστήμης ή κάποιας τεχνικής που είναι μυστικό που αγοράζεται. Η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών του Μεσαίωνα έχει επανέλθει με άλλη μορφή.
Θέλουμε να ζήσουμε, ει δυνατόν για πάντα. Πόσο κακό να είναι αυτό; Το εύλογο ερώτημα δεν αγγίζει όσους είναι ακόμη νέοι. Καθώς περνάνε όμως τα χρόνια, η αιώνια νεότητα ως ζητούμενο φυτεύεται και καλλιεργείται στον νου και στην καρδιά. Το ερώτημα όμως θα έπρεπε να τεθεί αλλιώς: γιατί να πεθαίνουμε; Έχουμε καταφέρει με τη βοήθεια της ιατρικής, της φαρμακευτικής, της τεχνολογίας να παρατείνουμε τη ζωή μας κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η θεολογική απάντηση ότι ο θάνατος υπάρχει «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται» είναι μια ερμηνεία, όχι όμως παρηγοριά. Γι’ αυτό και η εποχή μας, στην οποία η θεολογική ερμηνεία της ζωής θεωρείται παρωχημένη, έχει πέσει με όλη της τη δύναμη, συχνά καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις, να μας οδηγήσει στη μακροζωΐα, η οποία όμως ταυτίζεται με την νεότητα.
Είναι γνωστός ο μύθος του Τιθωνού. Η Ηώς, η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ερωτεύτηκε έναν θνητό, τον Τιθωνό. Ζητά από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Δεν σκέφτηκε όμως να ζητήσει την νεότητα για εκείνον. Έτσι, γερνούσε, αλλά δεν πέθαινε, ζώντας ένα μαρτύριο. Και η Ηώς θα παρακαλέσει τους θεούς να τον απαλλάξουν. Κι αυτοί θα τον μεταμορφώσουν σε τζιτζίκι, που τραγουδά όλη την ημέρα για χατίρι της Ηούς και σιωπά τη νύχτα, όταν η αγαπημένη του κρύβεται.
Η θεολογική απάντηση δεν περιορίζεται στον θάνατο. Συμπεριλαμβάνει και την ανάσταση και την αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για να ζήσουμε. Το σώμα μας υφίσταται τη δοκιμασία του χρόνου και της φθοράς, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», διότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο για την ανθρωπότητα. Όμως η σχέση με τον Χριστό μάς οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου, πρώτα με την μία πλευρά της εικόνας του Θεού εν τω προσώπω μας που είναι η ψυχή, διά της οποίας συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο, και κατόπιν με την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, διά της οποίας θα καταργηθεί ο θάνατος.
Κλειδί η αγάπη. Η αγάπη είναι ο τρόπος της νεότητας που την καθιστά αιώνια. Αυτός που αγαπά, δεν γερνά, διότι δίνει και δίνεται. Μπορεί οι ρυθμοί του σώματος να πέφτουν. Όμως η αγάπη κρατά την ύπαρξη ακμαία. Τι να την κάνεις τη ζωή αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αγαπήσεις; Μοιάζει με αυτή του Τιθωνού που μαράζωνε, διότι τόσο η Ηώς όσο κι εκείνος έβλεπαν τη σχέση στη σωματική της διάσταση και ακμή και όχι στην κοινωνία των προσώπων, η οποία δεν νικιέται από τον χρόνο. Και για την πίστη η αγάπη γίνεται ανάσταση. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την εικόνα Του.
π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός
Τι σημαίνει υγιής ενορία, μονή, μητρόπολη κτλ. Μήπως τέλεια; Αυτό θα ήταν αφελής και ουτοπική προσδοκία. Βαθμοί υγείας και νοσηρότητας υπάρχουν σε κάθε ομάδα, όπως και σε κάθε άνθρωπο άλλωστε. Με την επίγνωση ότι όλοι νοσούμε μπορούμε να αποδεχθούμε και το εύλογο συμπέρασμα ότι και όλες οι ομάδες νοσούν σε κάποιο βαθμό, ως έργα των χειρών μας.
Είναι προφανές ότι κάθε ομάδα ή οργανισμός περιέχει μέλη με ποικίλους βαθμούς υγείας και νοσηρότητας. Αν ένας άνθρωπος δεν είναι εύκολο να χαρακτηρισθή αμιγώς ψυχικά υγιής ή νοσηρός, πολλώ μάλλον ένα σύνολο ανθρώπων. Αναμένεται λοιπόν να συνυπάρχουν τα υγιά με τα νοσηρά στοιχεία, το μίγμα των οποίων παρέχει πλήθος συμπεριφορών και εκβάσεων. Τότε ποια εκκλησιαστική ομάδα θα χαρακτηρίσουμε νοσηρή;
Αυτή στην οποία τα νοσηρά στοιχεία επικρατούν τόσο πολύ ώστε να δίνουν τον τόνο, κάτι που σημαίνει πως η ομάδα ή ο οργανισμός καταλήγει να συμπεριφέρεται ως σύνολο πρωτίστως με νοσηρούς τρόπους, παρά την ύπαρξη υγιών μελών, ακόμη και υγιών στάσεων σε κάποια ελάσσονα ζητήματα. «Όπως ένα άτομο δεν χαρακτηρίζεται διεστραμμένο από ένα στοιχείο μόνο, έτσι και ένας οργανισμός δεν είναι διεστραμμένος επειδή έχει μερικά διεστραμμένα μέλη... Χρειάζεται να εξετάσουμε σφαιρικά το σύστημα ώστε να διαπιστώσουμε αν χρωματίζεται ως όλον από ασυνείδητα διεστραμμένα στοιχεία» (Long, 2008, σ. 33-34).
Η σπουδή της υγείας και της αρρώστιας των εκκλησιαστικών ομάδων θα αποτελέσει το αντικείμενο του βιβλίου αυτού. Ένας λεπτομερής φωτισμός της λειτουργίας τους είναι απαραίτητος, επειδή δεν συμπίπτουν τα κριτήρια όλων μας για το τι συνιστά υγεία και τι αρρώστια. Αν, μάλιστα, κάποιος έχει περάσει πολλά χρόνια της ζωής του σε μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική ομάδα, ενδέχεται να μην είναι καν σε θέση να αντιληφθή την αρρώστια της.
Πέρα από την δύναμη της συνήθειας ποικίλουν και οι αντιλήψεις. Για παράδειγμα, είναι αρκετό να αυξάνεται αριθμητικά μια ενορία ή μονή για να χαρακτηρισθή υγιής; Προφανώς όχι. Και όμως, αυτό το κριτήριο χρησιμοποιείται συχνά ως αδιάψευστος δείκτης προόδου. Πολλές φορές υγεία δεν σημαίνει κατ' ανάγκην αύξηση, η οποία ενδέχεται να εξαρτάται και από δημογραφικές παραμέτρους. Άλλωστε το αριθμητικό στοιχείο εξαρτάται και από την αναπτυξιακή πορεία (Steinke, 1996, σ. ix). Το κριτήριο της ποιότητας ως αριθμητικής ισχύος υποδηλώνει είτε απλουστευτική σκέψη είτε ναρκισσιστικά κίνητρα.
Μαθαίνοντας περισσότερα για τη νοσηρότητα ο αναγνώστης θα εξαγάγει οπωσδήποτε συμπεράσματα για το τι είναι υγεία. Ένας ενδιαφέρων ορισμός που έχει δοθή είναι ότι «υγιές ποίμνιο είναι αυτό που ενεργά και υπεύθυνα αντιμετωπίζει ή θεραπεύει τις δυσκολίες του, όχι αυτό που δεν έχει προβλήματα» (Steinke, 1996, σ. 10). Άλλωστε ο Χριστός ήλθε ακριβώς επειδή είμαστε ασθενείς· η τραγωδία έγκειται στη ανικανότητα ή απροθυμία μας να αναγνωρίσουμε την αρρώστια μας. Και η Εκκλησία δεν είναι αγία εξαιτίας μας αλλά εξαιτίας του Χριστού.
Ένας άλλος ορισμός εισάγει ως κριτήριο την σχέση με την πραγματικότητα. «Υγεία του οργανισμού μπορεί να θεωρηθή η ικανότητά του να αποτιμά με ακρίβεια αν οι αρχικές υποθέσεις για την σχέση του με το περιβάλλον συνεχίζουν να είναι ακριβείς καθώς τόσο ο οργανισμός όσο και το περιβάλλον εξελίσσονται. Για να τα βγάλει πέρα προσαρμοστικά πρέπει να αναπτύξει την ικανότητα α) να αποκτά έγκυρες πληροφορίες, β) να τις διαβιβάζει στα κατάλληλα σημεία του οργανισμού, γ) να κάνει τους αναγκαίους μετασχηματισμούς στην στρατηγική, τους στόχους και τα μέσα, δ) να μετρά τα αποτελέσματα» (Schein, 1985, σ. 87-88).
Με άλλα λόγια, η Εκκλησία, για να είναι όντως Εκκλησία, χρειάζεται να επικοινωνεί σωστά και με τον κόσμο που την περιβάλλει και με το εσωτερικό της, με εφόδιο τον ρεαλισμό, δηλαδή αποφεύγοντας να ζη 'στον δικό της κόσμο'.
-------------------▪︎-----------------▪︎-----------------
π. Βασίλειος Θερμός,
Σώμα θαμμένο και ζωηφόρο.
Ένα ολοήμερο διάλειμμα από το τηλέφωνό μου με βοηθάει να ανακαλύψω ξανά τον ρυθμό του μυαλού μου, πράγμα χρήσιμο για να νιώσω ότι μου ανήκουν πλήρως οι αισθήσεις μου.
Η νηστεία βοηθάει. Το να γευτώ φαγητό μετά από μια μέρα αφαγίας με βοηθάει να δώσω τη δέουσα σημασία στις πράξεις της καθημερινής ζωής.
Η τελετουργική νηστεία είναι σημαντική σε όλους τους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Μόνο εδώ δεν είναι, στην κοσμική Δύση, όπου περιμένουμε να αποκτήσουμε όλα τα συμπαρομαρτούντα της επιτυχίας χωρίς να κάνουμε την απαραίτητη ενδοσκόπηση, προκειμένου να καταλάβουμε το κόστος της και τις ευθύνες που τη συνοδεύουν.
Kae Tempest,
Για τη σύνδεση.
Υπάρχουν έννοιες στην Ορθοδοξία που ελκύουν την καρδιά μας αλλά δεν μας είναι πάντοτε ξεκάθαρες, δεν μας αποκαλύπτονται μέχρι τέλους. Μας αρέσει όταν η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής συζητιέται, αλλά λίγοι άνθρωποι κατανοούν τι σημαίνει. Πράγματι, πρέπει να συμμετέχουμε σ' όλες τις Ακολουθίες για να εκκλησιαστικοποιήσουμε τη ζωή μας; Η να κρεμάσουμε μίαν εικόνα σε κάθε δωμάτιο και να καίμε μπροστά της ένα καντήλι; Όχι, η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής είναι η αίσθηση του κόσμου όλου σαν μια εκκλησία, στολισμένη με εικόνες που θα πρέπει να ευλαβούμαστε, να τιμούμε και ν' αγαπούμε, γιατί αυτές οι εικόνες είναι αληθινές εικόνες του Θεού που έχουν την αγιότητα του ζωντανού Θεού πάνω τους. Είναι οι γύρω μας άνθρωποι... Αυτοί που ενδεχομένως μας στέλνει ο Θεός κάθε μέρα στη ζωή μας...
ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ (ΣΚΟΜΠΤΣΟΒΑ)
(έργο : Μπάμπης Πυλαρινός)
Κάθε Σεπτέμβριο παίρνω κάποιες αποφάσεις:θα οργανώσω τη ζωή μου διαφορετικά, δίχως αναστάτωση, δίχως φθορά των νεύρων. Θα υιοθετήσω κάποιο ρυθμό, με στρώματα ησυχίας, εργασίας και αυτοσυγκέντρωσης. Μόλις μετά από τρεις εβδομάδες όλα έχουν τιναχτεί στον αέρα: φασαρία στο Σεμινάριο ατελείωτα τηλεφωνήματα, συναντήσεις. Σήμερα τηλεφώνησα πως είμαι άρρωστος και πως δεν θα πάω πουθενά. Η συνείδηση μου όμως με ενοχλεί...
Σκέφτομαι μερικές φορές πως ο κάθε άνθρωπος έχει κληθεί να πει ή να κάνει κάτι, μικρό μεν, αλλά γνήσιο, κάτι που να είναι η κλήση του. Η ζωή όμως είναι τέτοια που βυθίζεσαι με το κεφάλι στα πάντα. Τότε χάνεσαι και δεν εκπληρώνεις αυτή την κλήση. Είμαι αρκετά πεπεισμένος πως δεν διαθέτω την κλήση να είμαι προσωπικός οδηγός. Απεχθάνομαι τις «διαχύσεις οικειότητας». Όταν εξομολογώ, συχνά έχω την αίσθηση πως δεν είμαι εγώ που εξομολογώ, αλλά κάποιος άλλος, και πως όλα όσα λέγω είναι απρόσωπα κλισέ, κι όχι αυτό που πρέπει, δεν είναι καθόλου αυτό... Βλέπω να γίνεται μεγάλο κακό, από την ενθάρρυνση του εγωκεντρισμού και της πνευματικής υπερηφάνειας (και από τις δύο πλευρές), μέχρι του σημείου να υποβιβάζεται η πίστη στον εαυτούλη μας και στα προβλήματα μας. Ο Χριστιανισμός υπήρξε ανέκαθεν ένα κήρυγμα, μια αποκάλυψη αυτού του άλλου, ανώτερου επιπέδου, της ίδιας της πραγματικότητας, και όχι μια «ερμηνεία» της. Τότε τί σημαίνει η ύπαρξη των γερόντων (στάρετς); Το να είναι κάποιος γέροντας αποτελεί μια ειδική κλήση. Αν πάρουμε στα σοβαρά όσα γνωρίζουμε για τον θεσμό των γερόντων, βλέπουμε πως οι γέροντες δεν παραδίνονται ούτε στην καθοδήγηση που δημιουργεί στενές σχέσεις, ούτε στη λύση προβλημάτων αλλά στην αποκάλυψη της πραγματικότητας του Κυρίου. Γιʼ αυτό κι ένας ψευδο - γέροντας είναι τόσο επικίνδυνος — υπάρχουν τόσοι πολλοί σήμερα και είναι συνήθως γεμάτοι από δίψα για εξουσία.
Είμαι αρκετά πεπεισμένος πως το γνήσιο αποτελεί πάντα μια απάντηση σε αμφιβολίες και πειρασμούς, καθώς και στη θεραπεία τους. Το κήρυγμα για τον Χριστό, και μόνο για τον Χριστό -η γνωριμία και η συνάντηση μαζί Του, η υπακοή σʼ Αυτόν, η αγάπη γιʼ Αυτόν- είναι αυτό που μπορεί να εξαλείψει αμφιβολίες και προβλήματα. Αυτό που καθιστά έναν κήρυκα ικανό είναι όταν απευθύνει το κήρυγμά του στον ίδιο τον εαυτό του, στη δική του απελπισία και έλλειψη πίστης, στη δική του χλιαρή καρδιά. Τι μπορούν να προσθέσουν σʼ αυτό οι «συζητήσεις»;
Απόσπασμα από το βιβλίο:
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ (σελ: 37- 38)
π. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΜΕΜΑΝ
Μετάφραση: ΙΩΣΗΦ ΡΟΗΛΙΔΗΣ
ΑΚΡΙΤΑΣ (ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΚΔΟΣΗ)
Η σημερινή λειτουργική κατάσταση του Έλληνα εκφράζει ένα συνδυασμό ετερόκλητων παραγόντων που προκύπτουν από συμψηφισμούς διαφορετικών εποχών και νοοτροπιών λειτουργικά κείμενα και πρακτικές όπως αποκρυσταλλώθηκαν μέσα από μια πορεία αιώνων (όχι πάντα ανώδυνη), νεώτερες παρεμβάσεις όχι πάντα επιτυχημένες (αρχιερατικοί πολυχρονισμοί, λαρυγγισμοί στα αναγνώσματα, πεποικιλμένα και αργά μέλη), παθητικότητα του εκκλησιάσματος (που διαμορφώθηκε σε καιρούς παρακμής), λαογραφικά στοιχεία παγανιστικού ή και μαγικού χαρακτήρα κ.α.
Άλλοι μας ζητούν ζέον να ρίξουν στον καφέ των μελλονύμφων παιδιών τους για να μη χωρίσουν, άλλοι φέρνουν εσώρρουχά τους να τα τοποθετήσουμε κάτω από την Αγία Τράπεζα, άλλοι εύχονται στα παιδιά που μόλις κοινώνησαν «με γειά» ή «χρυσό δοντάκι», άλλοι γονατίζουν ευλαβέστατα κατά τη Μεγάλη Είσοδο και κάθονται ανυποψίαστοι κατά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, άλλοι επιμένουν να διαβαστούν τα ονόματά τους κατά τη Μεγάλη Είσοδο και θλίβονται απαραμύθητα αν αυτό δεν συμβή, άλλοι προσέρχονται τρέχοντας να εξομολογηθούν αν κατέλυσαν ελαφρά τη νηστεία αλλά η συνείδησή τους δεν τους καταγινώσκει τίποτε ως προς τις διαπροσωπικές τους σχέσεις, άλλοι... Ο κατάλογος δεν τελειώνει.
Όσον αφορά στους σχετικά «εκτός» Εκκλησίας (βάζω εισαγωγικά διότι θεωρώ συμβατική την διάκριση), το καθεστώς της λειτουργικής κατάστασής τους μπορεί άνετα να ονομαστή επιεικώς τραγικό. Μπαίνουν και βγαίνουν σε γάμους, βαπτίσεις, κηδείες, και μνημόσυνα, φορώντας «αδιάβροχο» από γλωσσικής και πνευματικής πλευράς. Στο γεγονός ότι δεν περνά στην ψυχή τους τίποτε από τα λεγόμενα και ψαλλόμενα συμβάλλουμε κάνοντας ό,τι μπορούμε και εμείς οι κληρικοί και οι ψάλτες, αφού ούτε για καθαρή άρθρωση διακρινόμαστε, ούτε για κατατοπιστικά σχόλια και κηρύγματα μεριμνούμε.
Η τέλεση των μυστηρίων αποτελεί μια παρωδία τους κατά την οποία γελοιοποιούνται με τη συνέργεια όλων μας. Συμπεριφερόμαστε «ως εάν» όλα έχουν καλώς, ως εάν ο ανάδοχος γνωρίζει την πίστη του, ως εάν οι μελλόνυμφοι νοιάζονται γι' αυτό που κάνουν, ως εάν... Όταν σπανίως σχολιάζω σε άλλους κληρικούς πως η δεδομένη κατάσταση (ή ο τρόπος εκφοράς του λόγου μας) δεν βοηθά τους πιστούς να αντιληφθούν τι γίνεται, η συνηθισμένη απάντηση είναι «ωχ, πάτερ μου, ποιος καταλαβαίνει τα λόγια...». Έχουμε σιωπηρά συναινέσει όλοι στη διαιώνιση της τραγικής κατάστασης. Φυσικά, πάνω απ' όλα, ακόμη και με τις καλύτερες προϋποθέσεις τελέσεως της Λατρείας, στέκει το γλωσσικό ως ανυπέρβλητο τείχος.
Μας καλούν άνθρωποι σε ευχέλαια κατ' οίκον ή σε αγιασμούς περιστατικούς (σπιτιών, σχολείων, καταστημάτων, αυτοκινήτων κτλ.) και στέκουν βουβοί, ανίκανοι να πούν ένα «Κύριε ελέησον» ή «Αμήν», αφού το κατά τους Πατέρες «βασίλειον ιεράτευμα» δεν γνωρίζει ούτε τι πρέπει να πεί, ούτε πότε πρέπει να το πεί, ούτε καν ότι πρέπει. Αν τους δώσουμε να διαβάσουν κάτι, έναν ψαλμό ή τον απόστολο, δεινοπαθούν να το ολοκληρώσουν, ακόμη και αν πρόκειται για φοιτητές ή επιστήμονες. Και πρόκειται για οικογένειες που κατά τεκμήριο θέλουν να ανήκουν στην Εκκλησία, που αυτοβούλως ζήτησαν το ευχέλαιο!
Αλλά ας μην τα λέω εγώ• ας δώσω το λόγο σε εγκυρότερους από μένα. Ο π. Μιχαήλ Καρδαμάκης γράφει με πόνο για την ατμόσφαιρα τέλεσης των μυστηρίων: «Η όλη εικόνα «διεξαγωγής» αυτών των ιεροπραξιών ή ιεροτελεστιών είναι ιδιαιτέρως αποκαρδιωτική, εξ αιτίας της ασύλληπτης συμπεριφοράς πλήθους ανωνύμων, άγνωστων στη ζωή της ευχαριστιακης Κοινότητας. Όταν εκείνο το οποίο στο τέλος εισπράττουμε μέσα σε μια καθολική σύγχυση, όπου καθένας, και ο ιερέας, έπαιξε τον ατομικό ρόλο του, γοητευμένος μάλιστα από την κυριαρχούσα εικονικότητα, είναι οι πλέον παράφορες εκπλήξεις.
Όλα ήταν ωραία στην ασχήμια τους, ήτοι στην απουσία της αγάπης του Θεού• όλα ήταν εκπληκτικά, στη βλασφημία του Πνεύματος, ήτοι στο ανενέργητο της χάρης και των χαρισμάτων• όλα ήταν θαυμάσια, στον τέλειο προγραμματισμό τους, ήτοι στη λίθινη καρδιά ενώπιον του θαύματος της τέλειας ενώσεως δύο προσώπων, του άνδρα και της γυναίκας». Και αλλού: «Δημιουργήθηκε ένα «άηθες ήθος» που διαρκώς παγιώνεται, μια «καρικατούρα» που καλούμαστε να επισημοποιήσουμε με μια τελετή, εν μέσω ενός ετερόκλητου πλήθους, που όταν δεν αδιαφορεί για τα τελούμενα, επιδίδεται στον εμπαιγμό τους».
Εξ άλλου το παρακάτω απόσπασμα του καθηγητή π. Δημητρίου Τζέρπου συμπυκνώνει τα συσσωρευμένα προβλήματα:
«Τις περισσότερες φορές οι λειτουργικές ακολουθίες διεξάγονται από μια ομάδα «ειδικών», την οποία αποτελούν από τον ιερέα και τον διάκονο, όταν υπάρχει και αυτός, ένας ή δύο ψάλτες και στην καλλίτερη περίπτωση ένας ή δύο χοροί ψαλτών και ο νεωκόρος. Στο λαό δε επιφυλάσσεται ο ρόλος του θεατή-ακροατή, που προσεγγίζει τις ιερές ακολουθίες πιο πολύ ως ευκαιρία περισυλλογής και καθ' εαυτόν μελέτης, παρά ως συμμετοχή στην κοινή προσευχή της Εκκλησίας. Ακόμη η πολυπλοκότητα των λειτουργικών τύπων και διατάξεων που χαρακτηρίζει τη λατρεία της Εκκλησίας μας σήμερα, η υπέρμετρη χρήση των λειτουργικών συμβόλων και συμβολισμών και το διάφορο από το σημερινό πολιτιστικό κλίμα που αποπνέουν τα περισσότερα από αυτά, η διάσπαση της ενότητας του λειτουργικού χώρου με την υπερύψωση των τέμπλων-εικονοστασίων..., η γλωσσική απόσταση που όλο και περισσότερο χωρίζει το σύγχρονο νεοέλληνα από τη λειτουργική γλώσσα της Εκκλησίας, η απορρόφηση από την μυστικώς τελούμενη ακολουθία της Προσκομιδής της υπό του λαού τόσο εκφραστικής προσφοράς των προς ευχαριστίαν προοριζομένων δώρων και ο περιορισμός της συμμετοχής του λαού στη Θεία Κοινωνία ορισμένες μόνο φορές το χρόνο, είναι παράγοντες που δυσχεραίνουν και αυτοί σε μεγάλο βαθμό την ενεργό και συνειδητή συμμετοχή του λαού στη λατρεία».
Άλλες επισημάνσεις για την λειτουργική κατάσταση του πληρώματος της Εκκλησίας έρχονται από τον Μητροπολίτη Αχελώου Ευθύμιο: βλέπει «ανωριμότητα της εποχιακής θρησκευτικότητας• επιρροή των παγανιστικών λατρειών ως τελετουργιών τις οποίες τελούν μόνο οι «μυημένοι» (δηλαδή το ιερατείο)• υπερβολική έξαρση του εικονοστασίου (η οποία επανέφερε εν μέρει τον τελετουργικό χωρισμό Κλήρου και λαού που χαρακτήριζε τις προχριστιανικές λατρείες)• μηδαμινή έως ανύπαρκτη συμμετοχή των λαικών• περιορισμός της λατρείας σε ιεροτελεστίες (που την εξομοιώνει με εξωχριστιανικά ή και ρωμαιοκαθολικά πρότυπα λατρείας)• αποκλειστική κυριαρχία των μουσικών μερών που ενισχύει το εκστατικό στοιχείο και γίνεται εις βάρος του λογικού χαρακτήρα της λατρείας• απόδοση πρωτόγονου και μαγικού νοήματος στα όσα τελούνται στην Εκκλησία• προλήψεις και δεισιδαιμονίες κ.α.».
π. Βασίλειος Θερμός