Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Η παραβολή του Σπορέως...

Τι απογίνεται ο σπόρος όταν η γη έχει πάψει να επιθυμεί την καρποφορία της;

Όταν η στειρότητα δεν προκαλεί πλέον οδύνη, επειδή ο άνθρωπος έχει απολέσει ακόμη και τη δυνατότητα να αναγνωρίζει την απουσία ως στέρηση;

Η παραβολή του Σπορέως που θα διαβαστεί την Κυριακή στην θεία λειτουργία απευθύνεται σήμερα σε έναν πολιτισμό που πολλαπλασιάζει ακατάπαυστα τα μέσα παραγωγής, ενώ αδυνατεί να γεννήσει λόγους για τους οποίους αξίζει να ζει κανείς.

Και το πιο φοβερό είναι ότι αυτή η αδυναμία παρουσιάζεται πλέον ως κατάκτηση της ελευθερίας.

Ο Χριστός λοιπόν περιγράφει έναν σπορέα που εξέρχεται χωρίς να προηγηθεί καμία εξέταση της καταλληλότητας των εδαφών. Ο σπόρος διασκορπίζεται στον δρόμο, στην πέτρα, ανάμεσα στις άκανθες, στην αγαθή γη, με μία γενναιοδωρία ακατανόητη για την οικονομία της ανθρώπινης αποτελεσματικότητας.

Ο Θεός προσφέρει τον λόγο Του ακόμη και εκεί όπου η ανθρώπινη προαίρεση μπορεί να τον καταστήσει άκαρπο.

Η θεία παντογνωσία δεν μετατρέπεται σε προληπτικό αποκλεισμό, ούτε η δυνατότητα της αποτυχίας αναστέλλει την πράξη της αγάπης.

Ο Σπορέας δεν απαιτεί από τη γη να αποδείξει προηγουμένως ότι αξίζει τον σπόρο.

Η παραβολή όμως αποκαλύπτει μία τρομακτική ασυμμετρία ανάμεσα στην καθολικότητα της προσφοράς και στην αβεβαιότητα της ανθρώπινης ανταποκρίσεως.

Ο λόγος του Θεού παραμένει ο ίδιος, αλλά η συνάντησή του με την ανθρώπινη ελευθερία δεν παράγει μηχανικά το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στη δυνατότητα μεταβολής του εδάφους, αρνούμενος να θεωρήσει την ακαρπία αμετάκλητο πεπρωμένο.

Η καρδιά μπορεί να σκληρυνθεί, να διασπαστεί, να καταληφθεί από ξένες μέριμνες, χωρίς να εξαντλείται σε καμία από αυτές τις καταστάσεις.

Η μετάνοια αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τη σημερινή του κατάσταση ως την οριστική αλήθεια της υπάρξεώς του.

Ωστόσο, η σύγχρονη στειρότητα δεν εξηγείται επαρκώς με την παραδοσιακή εικόνα μιας συνειδητής αρνήσεως του Θεού. Ο άνθρωπος της ύστερης καταναλωτικής νεωτερικότητας δεν χρειάζεται πλέον να αντιπαρατεθεί στον λόγο, επειδή έχει μάθει να τον εξουδετερώνει μέσα στην αδιάκοπη κυκλοφορία των ερεθισμάτων. Ακούει χωρίς να παραμένει, συγκινείται χωρίς να δεσμεύεται, αναγνωρίζει χωρίς να μεταβάλλεται, καταναλώνει ακόμη και την πνευματική εμπειρία ως πρόσκαιρη ένταση.

Η καρδιά του μοιάζει με τον καταπατημένο δρόμο της παραβολής, όπου όλα διέρχονται και τίποτε δεν αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως.

Η επιθυμία προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ελλείψεως, την αντοχή στην αναβολή, τη δυνατότητα να μη συμπίπτει η ζωή με την άμεση ικανοποίηση. Όταν κάθε έλλειψη αντιμετωπίζεται ως δυσλειτουργία που πρέπει να εξαλειφθεί, το υποκείμενο στερείται τον χώρο όπου θα μπορούσε να γεννηθεί η προσδοκία.

Δεν υποφέρει επειδή δεν αποκτά όσα επιθυμεί, αλλά επειδή η διαρκής απόκτησή τους το απομακρύνει από την ίδια την επιθυμία.

Η ακαρπία αποκτά έτσι τη μορφή μιας πληρότητας που δεν γεννά τίποτε.

Οι άκανθες του Ευαγγελίου αποκτούν μέσα σε αυτή τη συνθήκη μια ανατριχιαστική ακρίβεια.

«Μέριμναι καὶ πλοῦτος καὶ ἡδοναὶ τοῦ βίου», τρεις δυνάμεις που μπορούν να καταλάβουν ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο χωρίς να απαιτήσουν ρητή αποκήρυξη της πίστεως.

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να προσεύχεται, να εργάζεται, να επιτυγχάνει, να οργανώνει το μέλλον του, ενώ ο λόγος που δέχθηκε ασφυκτιά κάτω από την κυριαρχία των αναγκών του.

Η ζωή του γεμίζει με πράγματα που πρέπει να διατηρηθούν, και ακριβώς αυτή η διατήρηση καθιστά ολοένα δυσκολότερη την προσφορά της.

Όμως πιο οδυνηρή είναι η περίπτωση της πέτρας, επειδή εκεί ο λόγος γίνεται αρχικά δεκτός «μετὰ χαρᾶς». Η χαρά, όμως, δεν αποκτά ρίζα, και ο πρώτος πειρασμός αποκαλύπτει πόσο προσωρινή υπήρξε η συγκατάθεση. Μία θρησκευτικότητα που εξαρτά τη σχέση με τον Θεό από την ένταση της συγκινήσεως αδυνατεί να αντέξει την εμπειρία της θείας σιωπής. Η πίστη δοκιμάζεται όταν ο άνθρωπος προσεύχεται και η αρρώστια επιμένει, όταν αγαπά και εγκαταλείπεται, όταν ζητεί και δεν λαμβάνει.

Τότε η ρίζα αποκτά σημασία μεγαλύτερη από κάθε ορατή άνθηση.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάς επιτρέπει να προχωρήσουμε πέρα από μία ψυχολογική περιγραφή της ανθρώπινης αστάθειας. Η φιλαυτία αλλοιώνει τον τρόπο με τον οποίο οι φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου στρέφονται προς το αγαθό, καθηλώνοντας την επιθυμία στην ιδιοποίηση. Η θεραπεία της θελήσεως προϋποθέτει την απελευθέρωσή της από την αποκλειστική αναφορά στο ατομικό συμφέρον, ώστε να καταστεί ικανή κοινωνίας.

Ο άνθρωπος καρποφορεί όταν η ζωή που δέχεται παύει να εξαντλείται στην ιδιωτική του διατήρηση και γίνεται προσφορά προς τον άλλον. Η αγαθή γη αποκτά έτσι ευχαριστιακή σημασία, επειδή η ύπαρξη ολοκληρώνεται μέσα στην ελεύθερη ανταπόδοση του δωρηθέντος.

Ο σπόρος, άλλωστε, φέρει μία αλήθεια που η παραβολή του Λουκά μάς επιτρέπει να αναγνώσουμε υπό το φως ολόκληρου του Ευαγγελίου. «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει», θα πει ο Χριστός κατά τον Ιωάννη. Ο ίδιος ο Λόγος εισέρχεται στην ανθρώπινη ιστορία αποδεχόμενος την απόρριψη, την εγκατάλειψη, την ταφή, τη φαινομενική ολοκλήρωση κάθε δυνατότητας καρποφορίας. Ο Σταυρός αποκαλύπτει ότι η θεία ζωή προσφέρεται μέχρι το έσχατο σημείο της ανθρώπινης αδυναμίας, χωρίς να εξαναγκάζει την ανθρώπινη ελευθερία. Η Ανάσταση φανερώνει τη γονιμότητα αυτής της προσφοράς εκεί όπου ο θάνατος είχε αξιώσει την οριστική κυριαρχία του.

Και τι σημαίνουν όλα αυτά για μία Εκκλησία που καλείται να σπείρει μέσα σε έναν πολιτισμό εξαντλημένης επιθυμίας; Το ερώτημα γίνεται επικίνδυνο όταν παύουμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η εκκλησιαστική ζωή καλλιεργεί πάντοτε τη γη που της εμπιστεύεται ο Θεός. Μπορεί η ποιμαντική να καλλιεργήσει φόβο αντί ελευθερίας, συμμόρφωση αντί μετανοίας, εξάρτηση από την αυθεντία αντί ώριμης προσωπικής ευθύνης. Μπορεί η θρησκευτική αγωγή να μεταδώσει άψογα ένα σύστημα απαντήσεων, χωρίς να γεννήσει την επιθυμία της συναντήσεως με τον ζώντα Χριστό.

Και τότε οι άνθρωποι γνωρίζουν τι οφείλουν να πιστεύουν, αλλά δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί η πίστη τους αφορά υπαρξιακά.

Η ευχαριστιακή συγκρότηση της Εκκλησίας αντιστέκεται σε αυτή τη στειρότητα, εφόσον ο κοινός Άρτος δεν μετατρέπεται σε επιβεβαίωση μιας αυτάρκους θρησκευτικής ταυτότητας. Η Εκκλησία καλείται να φανερώνει ότι η ζωή προσλαμβάνεται ως δωρεά και ολοκληρώνεται ως κοινωνία, μέσα από την ελεύθερη προσφορά των προσώπων. Όταν η εκκλησιαστική κοινότητα ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση της ισχύος της παρά για την ελευθερία των ανθρώπων, προδίδει τον τρόπο της ευχαριστιακής υπάρξεως. Μπορεί να προστατεύει τον σπόρο με τέτοια αγωνία, ώστε τελικά να μην επιτρέπει σε κανέναν να τον σπείρει.

Η θεολογική ευθύνη γίνεται ακόμη βαρύτερη μπροστά στις νεότερες γενιές, που κληρονομούν έναν κόσμο κορεσμένο από πληροφορίες και εξαντλημένο από υποσχέσεις. Η μετάδοση της πίστεως δεν εξασφαλίζεται με την επανάληψη των σωστών διατυπώσεων, όταν απουσιάζει η μαρτυρία μιας ζωής που τις καθιστά πιστευτές. Κανένα παιδί δεν μαθαίνει να επιθυμεί τον Θεό επειδή του παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο σύστημα θρησκευτικών υποχρεώσεων. Η επιθυμία αφυπνίζεται όταν συναντά ανθρώπους στους οποίους η σχέση με τον Χριστό έχει γεννήσει ελευθερία, ευσπλαχνία, αντοχή στην απώλεια. Μία Εκκλησία που αδυνατεί να μεταδώσει αυτή την εμπειρία κινδυνεύει να παραδώσει στις επόμενες γενιές τις λέξεις μιας πίστεως χωρίς τη ζωντανή της αναφορά.

Ο ευαγγελιστής Λουκάς διαφυλάσσει, ωστόσο, στο τέλος της παραβολής μία λέξη που αντιστέκεται στην τυραννία της αμεσότητας: «ὑπομονή». «Καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ», λέει ο Χριστός, μεταφέροντας το κριτήριο της πνευματικής γονιμότητας από την εντύπωση στη διάρκεια. Η αγαθή γη δεν αναγνωρίζεται από τη θεαματικότητα της πρώτης βλαστήσεως, αλλά από την ικανότητα να συγκρατεί τον λόγο μέσα στον χρόνο. Η υπομονή απαιτεί να συνεχίσεις να αγαπάς όταν η αγάπη δεν ανταμείβεται, να προσεύχεσαι όταν η προσευχή δεν ανακουφίζει, να παραμένεις όταν η φυγή μοιάζει ευκολότερη. Κάποτε ο καρπός ωριμάζει τόσο βαθιά μέσα στην αφάνεια, ώστε εκείνος που τον προσφέρει δεν προλαβαίνει να τον αναγνωρίσει.

Αλλά η υπομονή του ανθρώπου παραμένει ακατανόητη χωρίς τη μακροθυμία του ίδιου του Σπορέως. Ο Θεός εξακολουθεί να σπέρνει μέσα στην ιστορία των αρνήσεών μας, γνωρίζοντας ότι η ελευθερία μπορεί να μετατρέψει ακόμη και τη δωρεά σε ακαρπία. Καμία προηγούμενη αποτυχία δεν Τον υποχρεώνει να αποσύρει τον λόγο Του, καμία ανθρώπινη στειρότητα δεν αποκτά εξουσία επάνω στη γενναιοδωρία Του. Η θεία αγάπη επιμένει χωρίς να καταργεί την τραγική δυνατότητα της μη ανταποκρίσεως, επειδή διαφορετικά η σωτηρία θα είχε μεταβληθεί σε εξαναγκασμό. Ο Σπορέας προσφέρει ξανά αυτό που ο άνθρωπος μπορεί ξανά να απορρίψει.

Τι απομένει, λοιπόν, όταν μία ολόκληρη εποχή έχει μάθει να θεωρεί την ακαρπία της φυσιολογική, ακόμη και επιθυμητή; Όταν η ελευθερία ταυτίζεται με την απαλλαγή από κάθε δέσμευση, η γονιμότητα εκλαμβάνεται ως περιορισμός και η υπομονή ως αδυναμία; Τότε η παραβολή παύει να προσφέρει την ασφάλεια μιας διαιρέσεως ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς αποδέκτες του λόγου. Η πέτρα, οι άκανθες, ο καταπατημένος δρόμος διασχίζουν την ίδια μας την καρδιά, και η αγαθή γη παραμένει καθημερινό αίτημα μετανοίας.

Ο Χριστός τελειώνει την αφήγηση φωνάζοντας: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Ο Σπορέας δεν έπαψε να εξέρχεται. Ο σπόρος εξακολουθεί να προσφέρεται, ακόμη και στις πιο εξαντλημένες περιοχές της ανθρώπινης υπάρξεως.

Το φοβερότερο ενδεχόμενο είναι να έχουμε μάθει να ζούμε χωρίς καρπό, να ονομάζουμε αυτή τη στειρότητα ελευθερία και να μη μας λείπει πια τίποτε.

Ούτε καν ο Θεός.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου