Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Το δώρο της χαράς...

Η χάρις της αγάπης, της γνώσης, της σοφίας, δεν χρειάζεται απαραίτητα προϋποθέσεις κοσμικές. Η υπέρτατη σοφία για τα ανθρώπινα και τα θεία δεν προϋποθέτει πτυχία, διδακτορικά, τίτλους, αναγνώριση. Καλά όλα αυτά, αλλά δευτερεύοντα. Η "σοφία των αλιέων" αλλοίωσε νου και καρδιές από την αρχή.

Όσο για την αγάπη, κοιτάξτε τα μάτια ενός μωρού την ώρα που το θηλάζει η μαμά του.

Το δώρο της χαράς, της καλοσύνης, της συνετής κρίσης, της εσωτερικής ειρήνης, ζητά μόνο Καθαρή Καρδιά και βούληση και όλα τα σημαντικά, για ζωή και θάνατο, έπονται.

Τι πιο μεγάλη μαρτυρία απ' τη μορφή του "απλού" Γέροντα Παΐσιου που με την ταπεινότατη ευφυΐα του, με την αφιερωμένη έως θανάτου πίστη, όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο γνωστός, οικείος, πιο αγαπητός, πιο υπαρκτός, και ολοζώντανος περιφέρεται με το φτωχό ρασάκι του ανάμεσά μας και μας εμψυχώνει χαμογελαστά:

"Ο Θεός ποτέ δεν μας αφήνει, εμείς τον αφήνουμε".

(Και μην ακούτε πως λιγοστεύουν οι πιστοί άνθρωποι στην εποχή μας. Δεν είναι αλήθεια, ο περισσότερος κόσμος στον βυθό του πόνου του, του φόβου του και της μοναξιάς του πιστεύει και ελπίζει στον Θεό. Το ξέρω. Αλλά δεν είναι στη μόδα να το δηλώνεις αυτό. Έχω αρκετούς πιστούς γνωστούς μου που το κρύβουν για να μην τους θεωρήσουν στον περίγυρό τους οπισθοδρομικούς. Όμως ο Χριστός, αν θυμάστε, ζητά τη μαρτυρία μας, διότι χριστιανός και δειλός δεν πάει...).

Μάρω Βαμβουνάκη

Τους πέταξε ένα κάστανο...

Ο άγιος Παΐσιος προσπαθεί με χίλιους τρόπους να πει στην εκκλησιαστική ηγεσία πως κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο που ορισμένοι κληρικοί αντιλαμβάνονται την υγιή θρησκευτικότητα τον 21ο αιώνα, αλλά για ένα περίεργο λόγο κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Τους πέταξε ένα κάστανο, δεν κατάλαβαν. Τους πέταξε παντόφλα, τίποτα. Έσκισε τη φανέλα του, μάταια. Τώρα με μια Ζακέτα μέσα στο καλοκαίρι ίσως κάποιος πάρει το "μήνυμα". Ίσως κι όχι...

Ανδρέας Λουδάρος

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Γιατί δεν μετανοούμε;

Παρά τα αμέτρητα βιβλία που διαβάζουμε, τα πάμπολλα κηρύγματα που ακούμε, τις άπειρες φορές που εξομολογούμαστε και κοινωνούμε, γιατί δεν μετανοούμε; Τι φταίει και δεν αλλάζουμε πραγματικά; Γιατί μερικοί άνθρωποι αλλάζουν με ένα κήρυγμα ή με μια εξομολόγηση μόνο, που τους μεταβάλλει όλη τους τη ζωή;

Τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η μετάνοια; Πως πλησιάζεται και πως κατακτιέται;

Γιατί οι κληρικοί είμαστε οι πιο δύσκολοι σε μετάνοια απ' όλους;

***

Ίσως θάπρεπε ν' αρχίσουμε από την τελευταία ερώτηση. Στα χρόνια του Χριστού οι πιο δυσκίνητοι προς μετάνοια ήταν οι θρησκευτικοί άνθρωποι και οι πιο πρόθυμοι ήταν οι κοσμικοί. Έχει κάτι ο τρόπος που θρησκεύουμε ώστε να μας εμποδίζη από το να μετανοήσουμε; Ποιο είναι το σκουλήκι που κατατρώγει την ψυχή μας και απομυζά την επιθυμία μας; Πως καταφέραμε να βάλουμε τον εαυτό μας σ' αυτό το οξύμωρο;

Οι ράθυμοι και αμελείς κοσμικοί, όσοι έχουν ενδώσει σε πάθη πολλά και σκληρά, τελικά βρίσκουν πιο εύκολα το δρόμο για τον Θεό. Οι εγκρατείς και αυτοκυριαρχημένοι, όσοι αρνήθηκαν χαρές του κόσμου υποτίθεται για την αγάπη Του, τους είναι πιο δύσκολο να Τον αγαπήσουν. Εκείνοι που χρησιμοποίησαν αδέξια και καταστροφικά την αγαπητική τους δύναμη φτάνουν κάποτε να το δούν και βρίσκουν το κουράγιο να τ' αλλάξουν. Εκείνοι που δεν είχαν το «προνόμιο» ν' αμαρτήσουν πολύ, αγνοούν ότι δεν αγαπούν. Και φαίνεται ότι όποιος δεν μπορεί ν' αγαπήση γίνεται ανίκανος να μετανοήση.

Μήπως εκεί βρίσκεται η απάντηση; Μήπως η σημερινή μας εκκλησιαστική οικογένεια, όπως ακριβώς και η παλιά ιουδαική, συγκροτήθηκε μ' αυτό βασικά το σκεπτικό και μ' αυτή την πρόθεση: ν' απομονώση τον Θεό και τον άνθρωπο από την αγάπη μας; Μήπως ειδικά εκείνοι που πάσχουν από αναπηρίες της αγάπης είναι που αποφασίζουν να γίνουν «πιστοί»; Αν είναι έτσι, η θρησκευτικότητα που γεννιέται αυτονόητα εμποδίζει τη μετάνοια.

Υπάρχει και μια άλλη, εξ ίσου φρικτή υποψία. Πως οι θέσεις που κατέχουμε σήμερα οι «εκκλησιαστικοί» και οι «κοσμικοί» είναι αντεστραμμένες, πως η φυσιολογική μας θέση είναι ανάποδα. Απλώς έτυχε να γεννηθούμε στην απέναντι όχθη. Και οι πρώτοι βαλθήκαμε να συγυρίζουμε όπως-όπως το χάος μας για να το κάνουμε να δείχνη με το ζόρι βυζαντινός ναός. Οι δε άλλοι να στήνουν αυτοσχέδια και άτεχνα θυσιαστήρια μέσα στο τσαντήρι τους.

Επειδή δεν αντέχουμε να ομολογήσουμε ποιος είναι ο πραγματικός φυσικός μας χώρος, χτυπάμε τους «κοσμικούς» για να χτυπήσουμε αυτό που θέλουμε να ξορκίσουμε μέσα μας. Και με το να τους χτυπάμε κλείνουμε το δρόμο στη μετάνοιά μας, αρνούμαστε να δούμε κατάματα τον Άδη μας. Κι έτσι ο άλλος γίνεται η κόλασή μας: ο «αδιάφορος» σύζυγος για την «πιστή» γυναίκα, το «άσωτο» παιδί για τον «ευσεβή» πατέρα, οι «ανήθικοι» νέοι για τον ευσυνείδητο ιεροκήρυκα, οι «εχθροί» της Εκκλησίας για τον δραστήριο επίσκοπο και πάει λέγοντας.

Είμαστε κοσμικώτεροι και από τους κοσμικούς. Ζηλεύουμε την ελευθερία τους και τις απολαύσεις τους, πόθος μας είναι η εξουσία πάνω στις ψυχές των πιστών σαν ζηλότυποι εραστές τους, η πολιτική με το ήθος της είναι η ανομολόγητη δίψα μας. Στα αμαρτήματα που έχουμε ιεραρχήσει ψηλά στην κλίμακα της βαρύτητας (σαρκικά) η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο (αν και τελευταία κι αυτός έχει αρχίσει να χαλαρώνη). Σ' εκείνα όμως που αυθαίρετα τα τοποθετήσαμε χαμηλά και γι' αυτό τα καταστέλλουμε λιγώτερο (ναρκισσισμός, εξουσία, αντιπάθεια) αποκαλύπτεται που πραγματικά βρισκόμαστε και ξεσκεπάζεται η σαθρότητα του οικοδομήματος.

Δεν μετανοούμε διότι ο ψυχισμός μας δεν ζη την Εκκλησία ως φυσικό του χώρο. Δεν θέλει να στερηθή αυτά που κρυφά επιθυμεί (και που έτσι κι αλλιώς δεν θα τα έχη ποτέ, αυτός είναι ο παραλογισμός). Ο Freud είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι καταδίκη μιας καταστάσεως σημαίνει την ασυνείδητη επιθυμία της: ο φαρισαίος περιφρονούσε τον τελώνη διότι ζήλευε όσα είχε κάνει.

Ζούμε σε λάθος χώρο, κάνουμε λάθος κληρικούς, έχουμε λάθος «άσωτους». Τριγύρω μας κυκλοφορούν κάθε μέρα πλήθος αληθινών ανθρώπων που θα άξιζαν να είναι συνειδητά πιστοί, που θα έπρεπε να είναι οι κληρικοί μας. Και πολλοί από μας δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι ούτε για κατηχούμενοι. Στα διαλείμματα των εκκλησιαστικών μας μηχανορραφιών εξομολογούμε τους ξέμπαρκους που κλαίνε αληθινά και που μετά δεν συνεχίζουν συστηματική πνευματική ζωή. Δεν ξέρουν γιατί, αλλά πάντως κάτι δεν τους εμπνέει να συνεχίσουν.

Λάθος κίνητρα με λάθος σκοπούς, τι πιο φυσικό ανάμεσά τους να ξεφυτρώνουν λάθος κριτήρια για τις ιερατικές κλίσεις. Οι κληρικοί δυσκολευόμαστε περισσότερο απ' όλους να μετανοήσουμε διότι το μεγαλύτερο υπαρξιακό μας ψέμα είναι η ίδια μας η ιερωσύνη. Δεν έχουμε το ψυχικό σθένος, ούτε ν' απαρνηθούμε από πριν τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει, ούτε έστω να το ομολογήσουμε κατόπιν εορτής.

Η Εκκλησία μας αρνείται να μετανοήση διότι σ' αυτή την περίπτωση θα έπρεπε ν' αρνηθή τον εαυτό της και ν' αρχίση να οικοδομή μία άλλη Εκκλησία. Θα χρειαζόταν να μαζέψη κόσμο από «τας οδούς και τας ρύμας» οι οποίοι θα έκαναν το σημερινό εκκλησίασμα «κυρίων» να δυσφορήση. Δηλαδή θα χρειαζόταν να πάρει ριζικές αποφάσεις. Τώρα οι αποφάσεις αυτές αναβάλλονται επ' αόριστον.

Μέχρι τότε που ο Θεός θα διαλέξη το δικό Του τρόπο για να μας εξαναγκάση σε μετάνοια. Ίσως περιμένει να έχη ειπωθή προηγουμένως κάθε ωραίο κήρυγμα περί μετάνοιας που μπορεί να ειπωθή. Μέχρι τότε θα πρέπη να παραδεχθούμε κατά πρόσωπο ότι δεν επιθυμούμε να μετανοήσουμε. Και να μετανοούμε γι' αυτό.

--------------▪︎-------------▪︎----------▪︎--------▪︎------

π. Βασίλειος Θερμός

Εκ της αυλής ταύτης (Κείμενα εκκλησιαστικής κριτικής) - Εκδόσεις Αρμός

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε ' Ματθαίου - Η θεραπεία των Γεργεσηνών

Στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πόσο οἰκεία μᾶς εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Κάθε φορὰ πού τή διαβάζουμε, ἀνακαλύπτουμε ξανά κάτι πού ἀγγίζει τήν καρδιά μας ἤ φωτίζει μέ ἕνα νέο φῶς τό νοῦ μας. Καί σήμερα θά ἤθελα νά στρέψω τήν προσοχή σας σέ τρία χαρακτηριστικά σημεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου.

Τό πρῶτο εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ δαιμόνων, τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ, στά θύματά τους. Οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ δέν ἔχουν ἄλλο σκοπό ἤ ἐπιθυμία ἀπό τό νά κυριέψουν ἕνα ζωντανό πλάσμα, νά τό κάμουν νά ὑποφέρει καί νά ἐκπληρώνει τό θέλημά τους. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι οἱ δαίμονες δέν δροῦν ἄμεσα στόν κόσμο· αὐτό πού μποροῦν νά κάνουν εἶναι νά σκλαβώνουν τά ἀνθρώπινα ὄντα καί νά τά χρησιμοποιοῦν γιά νά κάμουν τό κακό. Ἔτσι σ’ αὐτό ἀποσκοποῦσαν αὐτές οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ: νά σκλαβώσουν αὐτούς τούς ἄνδρες καί νά τούς κάνουν ὄργανο καταστροφῆς καί συνάμα νά ὑποφέρουν.

Ὅταν ὁ Χριστός τούς διέταξε νά ἀφήσουν τά θύματά τους ἔκραξαν μέ φωνή μεγάλη, ζητώντας ἕνα μέρος νά καταφύγουν, ἕνα μέρος ὅπου θά μποροῦσαν νά διαμείνουν καί νά κάμουν τό καταστροφικό τους ἔργο. Καί ὁ Κύριος τοὺς ἐπέτρεψε νά πᾶνε στούς χοίρους. Οἱ χοῖροι, γιά τούς Ἑβραίους, συμβόλιζαν τήν ἀκαθαρσία· τό αἴτημά τους νά κατοικήσουν ἐκεῖ ἦταν ἕνα σημεῖο προφανές γιά τόν καθένα πού μποροῦσε νά καταλάβει – καί κάθε Ἑβραῖος καταλάβαινε – ὅτι ἦταν τόσο ἀκάθαρτοι ὅσο τά πιό βρώμικα ἀπό τά ζῶα. Ἀλλά αὐτό πού ἀκολούθησε μετά, ἦταν μία ἀπόδειξη γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ τί συμβαίνει ὅταν ἐπιτρέπουμε στόν ἑαυτό μας νά καταληφθεῖ ἀπό τό κακό, ὅταν ἐπιτρέπουμε στά πάθη νά ἀποκτήσουν ἰσχύ ἐπάνω μας- στό μίσος, στή λαγνεία, στή ζήλεια, καί σ’ ὅλα τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὑπό τήν ἐξουσία τῶν παθῶν, εἴμαστε καταδικασμένοι νά καταστραφοῦμε, ὅπως αὐτό τό κοπάδι πού ὁδηγήθηκε στό χαμό.

Θά πρέπει αὐτό νά τό θυμόμαστε, ἐπειδή δέν συνειδητοποιοῦμε πάντα πόσο πολύ εἴμαστε ἀγκιστρωμένοι στήν δύναμη αὐτῶν τῶν πραγμάτων πού κυβερνοῦν τήν ζωή μας: συμπάθειες, ἀντιπάθειες, μίση, μνησικακίες. Δέν εἴμαστε μοναχά ὑπό τό κράτος τῶν παθῶν αὐτῶν, ἀλλά δουλεύουμε στό κακό ὄντας ὑποταγμένοι στήν δύναμή του. Καί ἡ προειδοποίηση εἶναι ξεκάθαρη: ἐάν μόνο ἐπιτρέψουμε στό κακό νά κυριαρχήσει στή ζωή μας, αὐτό θά σημάνει τὸν θάνατο· ὄχι ἕναν φυσικό θάνατο, ἀλλά μιὰ ὁλοκληρωτική, τραγική ἀλλοτρίωση ἀπ’ ὅ,τι σημαίνει ἡ ζωή: ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν ἀγάπη, ἀπό τήν ὀμορφιά, ἀπό κάθε νόημα ζωῆς. Δέν μποροῦμε νά πάψουμε νά ὑπάρχουμε, ἀλλά ζοῦμε μέσα ἀπό μία ὕπαρξη χωρίς ζωή, χωρίς περιεχόμενο – ἕνα ἀδειανό κοχύλι, καί ἀκόμη ἕνα μαρτύριο.

Σέ ἀντίθεση μέ αὐτό, βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη σάρκα. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός, αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου, ἔχει ξεχάσει τά πάντα, ὅλη τήν κτήση, γιά νά δώσει προσοχή μόνο σ’ αὐτούς τούς δύο ἄνδρες πού ἔχουν ἀνάγκη νά σωθοῦν, πράγματι εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀφήσει ἐνενήντα ἐννέα δίκαιους, ἐνάρετους ἀνθρώπους πού δέν Τόν χρειάζονται ἐκείνη τήν στιγμή, γιά νά δώσει ὅλη τήν προσοχή, τήν ζωή Του, ὅλη Του τήν δύναμη, προκειμένου νά σώσει αὐτούς τούς δύο ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά δεῖ, μπροστά στίς ἀνάγκες ὅλου τοῦ κόσμου, κάθε προσωπική ἀνάγκη καί νά ἀνταποκριθεῖ μέ ὅλη τήν ἀγάπη Του, μέ συμπόνια, μέ ὅλη τήν κατανόηση καί μέ τήν Θεική Τοῦ δύναμη πού σώζει καί θεραπεύει.

Ὑπάρχει μία τρίτη ὁμάδα ἀνθρώπων πού βλέπουμε νά ἐνεργοῦν σ’ αὐτήν τήν ἱστορία· εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς. Γνώριζαν τήν ἀπελπιστική κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· τούς εἶπαν τί ἔκαμε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, τούς εἶπαν ποιός ἦταν ὁ ἀφέντης τους, ὁ βασανιστής τους· δέν θά ὄφειλαν νά ἔρθουν νά δοξάσουν τόν Κύριο καί νά Τόν εὐχαριστήσουν ποὺ λύτρωσε τούς δύο ἄνδρες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ; ΟΧΙ! Αὐτό πού εἶδαν στήν πράξη τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὅτι στερήθηκαν τό κοπάδι τῶν χοίρων. Τί σήμαινε γι’ αὐτούς ἡ ζωή, ἡ ὑγεία, ἡ σωτηρία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων; Στεροῦνταν ὅ,τι τούς ἦταν σημαντικό, περισσότερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ριψοκινδυνέψουν ἄλλο ἕνα θαῦμα πού θά τούς στοίχιζε. Τί τραγική – ὄχι τερατώδης, ἀλλά τραγική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν στάση τοῦ Θεοῦ καί τήν στάση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Ἄς σκεφθοῦμε καί ἄς ρωτήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ποῦ βρισκόμαστε; Φυσικά τό πρῶτο πράγμα πού θά ποῦμε, «ὅτι εἴμαστε μέ τό μέρος τοῦ Θεοῦ» – δέν εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχει μία τραγική ἀνάγκη καί ἡ ἀξία τῆς βοήθειας δέν θά εἶναι ἴσως γιά μᾶς μιὰ καταστροφή, ἀλλά πόνος ἤ ἀπώλεια, τί θά διαλέγαμε; Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικά μέ αὐτό: εἴμαστε στ’ ἀλήθεια μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά συγχωρέσει ὅλο τόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς συμπόνιας πού διαπερνᾶ τήν καρδιά Του, ἤ – ἐπιτρέπουμε στήν καρδιά μας νά συγκινηθεῖ γιά μιὰ στιγμή καί τότε ὑπολογίζοντας ξανά τό τίμημα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη;

Ἄς συλλογιστοῦμε· ἐπειδή κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες, κάθε παραβολή, κάθε εἰκόνα, κάθε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς μία πρόκληση: Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι; Ὁ δαιμονισμένος τῆς παραβολῆς· σέ τί βαθμό; Ἕνας ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ ἕτοιμος νά λησμονήσει τά πάντα γιά μιὰ ἀπελπιστική ἀνάγκη; Ἤ ἴσως ἕνας ἀπό ἐκείνους πού λένε στόν Χριστό: Φύγε, φύγε μακρυά – Διαταράσσεις τήν εἰρήνη μας, τήν ἁρμονία τῆς ζωῆς μας καί τήν ἀσφάλειά μας;

Ἄς ἀναλογιστοῦμε σέ βάθος· ὄχι μόνο νά σκεφτοῦμε, ἄς πάρουμε τίς ἀποφάσεις μας καί ἄς ἐνεργήσουμε. Ἀμήν.

30 Ἰουνίου 1991

Μητρ. του Σουρόζ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Η αγιότητα...

Η αγιότητα

δεν είναι απλά “ορθότητα”

ή “τιμιότητα”,

για την οποία οι “ηθικοί”

πρόκειται να “ανταμειφθούν”

στην Ουράνια Βασιλεία του Θεού.

Είναι εκείνο το ύψος,

κατά το οποίο

οι άνθρωποι είναι πλημμυρισμένοι

με τη Χάρη του Θεού,

η οποία διοχετεύεται από αυτούς

προς όλους όσους τους συναναστρέφονται.

Η αγιότητα των αγίων,

προέρχεται από τη δική τους

άμεση και συνεχή θεωρία της δόξας του Θεού.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ

Ο Ύμνος της Αγάπης

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.

Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται.

Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει ή σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του. Και αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι τίποτε απολύτως.

Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αv παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.

Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει

Αν υπάρχουν ακόμα προφητείες, θα έλθει μέρα που και αυτές θα καταργηθούν αν υπάρχουν χαρίσματα γλωσσών και αυτά θα σταματήσουν αν υπάρχει γνώση και αυτή θα καταργηθεί. Γιατί τώρα έχουμε μερική και όχι τέλεια γνώση και προφητεία• όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα ως νήπιο, σκεφτόμουν ως νήπιο, έκρινα ως νήπιο.

Όταν έγινα άνδρας, κατάργησα τη συμπεριφορά του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και μάλιστα θαμπά, τότε όμως θα βλέπουμε το ένα πρόσωπο το άλλο πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος από την αλήθεια, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως ακριβώς γνωρίζει και εμένα ο Θεός. Ώστε τώρα μας απομένουν τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η αγάπη.

Απόστολος Παύλος 

Δευτέρα 29 Ιουνίου 2026

Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα...

Μέρα που είναι (γιορτή των αποστόλων Πέτρου και Παύλου), μια υπόμνηση από την Καινή Διαθήκη: Η διένεξή τους για την οικουμενικότητα και την αποδοχή του διαφορετικού (στο προκείμενο, διαχωρισμός γινόταν μεταξύ ανθρώπων που προσέρχονταν στην Εκκλησία από τον ιουδαϊκό κόσμο αφενός και από τον εθνικό κόσμο αφετέρου). Ο Παύλος τα στυλώνει αποφασιστικά υπέρ της οικουμενικότητας και της αποδοχής, και «τα χώνει» στον Πέτρο, ο οποίος είχε κάνει πίσω, όχι από άποψη, αλλά επειδή σκιάχτηκε την τρομοκρατία που ασκούσαν (όπως πάντα) οι μισαλλόδοξοι θρησκευόμενοι:

«Όταν ήρθε ο Πέτρος στην Αντιόχεια, του αντιμίλησα κατά πρόσωπο, γιατί ήταν αξιοκατάκριτος. Γιατί πριν έρθουν μερικοί άνθρωποι του Ιακώβου, έτρωγε στα κοινά δείπνα μαζί με τους εθνικούς· όταν όμως ήρθαν, υποχωρούσε και διαχώριζε τη θέση του, επειδή φοβόταν τους Ιουδαίους. Μαζί του άρχισαν να υποκρίνονται και οι υπόλοιποι Ιουδαίοι, σε σημείο που παρασύρθηκε στην υποκρισία τους ακόμα κι ο Βαρνάβας! Εγώ όμως όταν είδα πως δεν βαδίζουν σύμφωνα με την αλήθεια του ευαγγελίου, είπα στον Πέτρο μπροστά σ’ όλους: “Εάν εσύ που είσαι Ιουδαίος συμπεριφέρεσαι σαν εθνικός κι όχι ως πιστός στο νόμο Ιουδαίος, τότε γιατί εξαναγκάζεις τους εθνικούς να συμπεριφέρονται σαν Ιουδαίοι;”».

Λίγο πριν ο Παύλος είχε σκιαγραφήσει τα καλόπαιδα που ασκούσαν την εν λόγω τρομοκρατία:

«...Κι ας ήταν εκεί οι παρείσακτοι ψευδάδελφοι, που γλίστρησαν ανάμεσά μας σαν κατάσκοποι με στόχο την ελευθερία μας, που την έχουμε χάρη στο έργο του Ιησού Χριστού, και θέλουν να μας κάνουν δούλους. Δεν υποχωρήσαμε ούτε στιγμή στις απαιτήσεις τους, για να μείνει ανόθευτο το ευαγγέλιο για χάρη σας» (Γαλ. 2:11-14, 4-5 αντίστοιχα).

Για δες! Για τον Παύλο η αναίρεση της οικουμενικότητας και της αποδοχής συνιστά νόθευση του ευαγγελίου! Οι δε επιδιδόμενοι σε υπονόμευση είναι ψευδάδελφοι. Ακόμα κι αν έχουν καταπιεί ατόφιο ένα εγχειρίδιο Δογματικής!

Θ.Ν.Π. / 29-6-2026

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Όχι ως αναζήτηση πνευματικότητος...

Στον βαθμό που η κεντρική σύγκρουση εντοπίζεται στο ναρκισσιστικό πρόβλημα, όχι ως αναζήτηση πνευματικότητος αλλά ως δίψα δυνάμεως, τότε τα πρόσωπα των άλλων, αντί να λειτουργούν ως μέσα για να αισθανθή ο κληρικός καλύτερος, μεταβάλλονται σε εφαλτήρια για να νοιώση δυνατώτερος.

Το πλησιέστερο μοντέλο εδώ είναι το «παραδοσιακό». Επιστρατεύονται ορολογίες όπως «επισκοποκεντρική Εκκλησία» για να εξωραισθούν η αυθαιρεσία και ο αυταρχισμός, «βυζαντινή μεγαλοπρέπεια» για να χαρακτηρισθή μία μακρόσυρτη και αντιαισθητική λατρεία, «αντιευσεβισμός» για την ανικανότητα προσωπικής ποιμαντικής, «Ορθόδοξη Ανατολή» για την αυτιστική και αυτάρεσκη περιχαράκωση. Η εκδοχή αυτή υλοποιείται με την μεγαλύτερη συνέπεια τα τελευταία χρόνια στον τόπο μας κυρίως μέσω του επίσημου εκκλησιαστικού οργανισμού, στού οποίου την εξουσιαστικότητα η «παράδοση» προσέφερε ένα ιδεώδες άλλοθι.

Η δίψα για δύναμη μπορεί να τροφοδοτήση και το μοναστικό κλίμα, μαζί με τις ψυχικές συγκρούσεις περί την σεξουαλικότητα οι οποίες επίσης εκβάλλουν συχνά σε ασκητική ορολογία. Τότε ως «πνευματικό» νοείται το ασώματο ή και το εναντίον του σώματος, ως «άσκηση» η αγωνιώδης άμυνα απέναντι στα συναισθήματα (λύπη, θυμός, άγχος, αλλά και έρωτας ή εγγύτητα), ως «υπακοή» η απαλλαγή από το άγχος της προσωπικής ελευθερίας διά της εκχωρήσεώς του σε κάποιον άλλον, ως «πιστότητα στην παράδοση» η τυπολατρική ερμηνεία των κανόνων.

Επειδή οι ενορμήσεις και τα συναισθήματα διαθέτουν περισσότερη δύναμη στη νεαρή ηλικία, γι' αυτό και οι άμυνες που απαντώνται σε νέους είναι σκληρότερες, πράγμα που μεταφράζεται συχνά σε φανατικώτερες ιδέες και πιο συμμορφωμένη φρασεολογία από τους μεγάλους...

-------------------▪︎-------------▪︎----------------▪︎-----

▪︎π. Βασίλειος Θερμός,

Εκ της αυλής ταύτης (Κείμενα εκκλησιαστικής κριτικής) - Εκδόσεις Αρμός, 2001.

Δ΄ Κυριακή του Ματθαίου

 

Γλυκόπικρα...

Ξέφυγε απ’ τα κάγκελα ολάνθιστο το λιγουστράκι στην ανηφοριά κι όπως περνούσα δίπλα του χτες μετά την πρωινή βουτιά, μου φώτισε με τ’ άρωμά του μεθυστική τη μνήμη τέτοιας εποχής στο κτήμα. Τα λιγούστρα! Τα είχαμε φυτεμένα φράχτη γύρω απ’ τ’ ανθοκήπιο. Πολλά. Τα κλάδευα χαμηλά ν’ αφήσουν χώρο και ν’ ανέβουνε ψηλά τον καιρό που βάλθηκα επί ματαίω να κρατήσω ζωντανή την ομορφιά του παιδικού μου παραδείσου. Την τελευταία φορά που τα είδα, χρόνια παρατημένα, ήταν μεγάλα δέντρα πια, ίσως και δέκα μέτρα, δάσος φαινόταν από μακριά. Τα χάζευα υπό σκιάν, μικρός πια εγώ, τεράστια αυτά, κι ανταποδίδαν μνήμονα στο βλέμμα μου νεύματα αδιόρατα, τρεμόπαιζαν τα φύλλα τους κι αφήνανε τρυπούλες να περνάει λίγο φως και τ’ αεράκι να σκορπάει τριγύρω τη μοσχοβολιά. Να ‘ταν παρηγοριά ή παράπονο; Να δυσκολέψει πιο πολύ ή ν’ απαλύνει άραγε τον κόμπο τον πικρό της εγκατάλειψης; Γλυκόπικρα. Με τον δικό τους τρόπο, είναι ακόμη κάπου εδώ. Τα βλέπω, αόρατα. Τίποτα δεν ξεχνώ. 

Χρήστος Μποκόρος

Ὁ Ἐπίσκοπος...

Ὁ Ἐπίσκοπος εἶναι ἡ ὁρατὴ κεφαλὴ

τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας,

στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου

προσφέρεται ἡ Εὐχαριστία.

«Ὅπου ἂν φανῇ ὁ Ἐπίσκοπος,

ἐκεῖ τὸ πλῆθος ἔστω,

ὥσπερ ὅπου ἂν ᾖ Ἰησοῦς Χριστός,

ἐκεῖ ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία»,

μᾶς λέει ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος.

Ἀποτελεῖ τὸ ὁρατὸ σημεῖο τῆς ἑνότητας

τοῦ Ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καὶ

τόν ἐγγυητὴ τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ πολιτεύματος.

Ἡ τοπικὴ Ἐκκλησία διὰ τοῦ Ἐπισκόπου της

ὑπερβαίνει κάθε ἐνδοστρέφεια καὶ

ἑνώνεται μὲ τὶς ἄλλες Ἐκκλησίες

στὴν κοινωνία τῆς Μίας Ἐκκλησίας.

Ἂν ἡ πραγμάτωση τῆς ὑγιοῦς

ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας

ποὺ ζεῖ τὴν ἑνότητα, τὴν ἁγιότητα,

τὴν καθολικότητα καὶ τὴν ἀποστολικότητα,

ἀποτελεῖ τὴ δυναμικὴ πηγὴ θείων εὐλογιῶν

γιὰ τὸν κόσμο, ἂν δίνει δυνατότητες

ἀληθινῆς ἀνθρώπινης κοινωνίας,

μὲ ὅλη τὴν ὑπαρξιακὴ δυναμικὴ

ποὺ συνεπάγεται, ἀλλὰ καὶ

μὲ τὴν προοπτικὴ τῆς διακονίας

τοῦ ἐλαχίστου ἀδελφοῦ τοῦ Χριστοῦ,

τότε γίνεται προφανὲς ὅτι οἱ συνέπειες

τῆς ἀρχιερατικῆς διακονίας

μποροῦν νὰ ἀνιχνεύονται

σὲ ὅλες τὶς ἐκφάνσεις τῆς προσωπικῆς

καὶ κοινωνικῆς μας ζωῆς.

Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος,

κ.κ. Ἱερωνύμου Β΄.

Κυριακὴ Δ΄ Ματθαίου

Ἡ λυτρωτικὴ αὐτοσυναίσθηση

Ἡ εὐαγγελικὴ περικοπὴ τῆς Κυριακῆς Δ΄ Ματθαίου διηγεῖται τὴν θεραπεία ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ τοῦ δούλου ἑνὸς Ρωμαίου ἀξιωματούχου, ἑνὸς ἑκατόνταρχου. Εἶναι σὲ μετάφραση ἡ ἀκόλουθη:

«Μόλις μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὴν Καπερναούμ, τὸν πλησίασε ἕνας ἑκατόνταρχος καὶ τὸν παρακαλοῦσε μ’ αὐτὰ τὰ λόγια: «Κύριε, ὁ δοῦλος μου εἶναι κατάκοιτος στὸ σπίτι, παράλυτος, καὶ ὑποφέρει φοβερά». Ὁ Ἰησοῦς τοῦ λέει: «Ἐγὼ θὰ ἔρθω καὶ θὰ τὸν θεραπεύσω». Ὁ ἑκατόνταρχος τοῦ ἀποκρίθηκε: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου· πὲς ὅμως μόνο ἕναν λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου. Εἶμαι κι ἐγὼ ἄνθρωπος κάτω ἀπὸ ἐξουσία, καὶ ἔχω στρατιῶτες στὴ διοίκησή μου· λέω στὸν ἕνα «πήγαινε» καὶ πηγαίνει, καὶ στὸν ἄλλο «ἔλακαὶ ἔρχεται» καὶ στὸν δοῦλο μου «κᾶνε αὐτὸ» καὶ τὸ κάνει». Ὅταν τὸν ἄκουσε ὁ Ἰησοῦς, θαύμασε καὶ εἶπε σ’ ὅσους τὸν ἀκολουθοῦσαν: «Σᾶς βεβαιώνω πὼς τόση πίστη οὔτε ἀνάμεσα στοὺς Ἰσραηλίτες δὲν βρῆκα. Καὶ σᾶς λέω πὼς θὰ ‘ρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραάμ, τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι· ἐκεῖ θὰ κλαῖνε, καὶ θὰ τρίζουν τὰ δόντια τους». Ὕστερα εἶπε στὸν ἑκατόνταρχο ὁ Ἰησοῦς: «Πήγαινε, κι ἂς γίνει αὐτὸ ποὺ πίστεψες». Καὶ γιατρεύτηκε ὁ δοῦλος ἐκείνη τὴν ὥρα» (Ματθ. 8, 5-13).

Κάνουν συγκλονιστικὴ ἐντύπωση τὰ λόγια τοῦ ἑκατόνταρχου τῆς διηγήσεως: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου. πὲς ὅμως μόνο ἕναν λόγο, καὶ θὰ γιατρευτεῖ ὁ δοῦλος μου».

Νὰ τὸ πρῶτο βῆμα τῆς λυτρώσεως: ἡ συναίσθηση τῆς ἀναξιότητας, τὸ ξεγύμνωμα τοῦ ἑαυτοῦ μας ἀπὸ ὅλα τὰ ὀχυρὰ ποὺ κτίζουμε συνήθως γιὰ νὰ σταθοῦμε μὲ πολλὲς ἀξιώσεις μέσα στὴ ζωή, νὰ δείξουμε στοὺς ἄλλους τὴν δύναμή μας, νὰ πείσουμε καὶ μᾶς τοὺς ἴδιους γιὰ τὴν ὑπεροχή μας. Κι ὅλα αὐτὰ τὰ ὀχυρὰ ὄχι μόνο μᾶς ἀποξενώνουν ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας, γιατί μᾶς κάνουν νὰ συμπεριφερόμαστε διαφορετικὰ ἀπ’ ὅ,τι εἴμαστε στὴν πραγματικότητα, ἀλλ’ ἐμποδίζουν τὴν πραγματικὴ ἐπικοινωνία μας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Δημιουργοῦν αὐταπάτες ποὺ ἀποβαίνουν πολλὲς φορὲς ὀλέθριες. Ἡ προειδοποίηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι σκληρὴ ἀλλὰ καὶ κατηγορηματική, καὶ δὲν ἀπευθύνεται μόνο στοὺς Ἰσραηλίτες ἀλλὰ καὶ σὲ κάθε χριστιανὸ ποὺ ἔχει τὴν ψεύτικη βεβαιότητα καὶ τὴν ἐξωτερικὰ μόνο προβαλλόμενη καὶ ἐπιβαλλόμενη ἰδιότητα τοῦ υἱοῦ τῆς βασιλείας: «Θὰ ἔρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν μαζὶ μὲ τὸν Ἀβραὰμ καὶ τὸν Ἰσαὰκ καὶ τὸν Ἰακὼβ στὸ τραπέζι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, ἐνῶ οἱ κληρονόμοι τῆς βασιλείας θὰ πεταχτοῦν ἔξω στὸ σκοτάδι».

Εἶναι τρομερὴ ἡ ἀντιστροφὴ τῶν πραγμάτων, τὴν ὁποία προαναγγέλλει τὸ Εὐαγγέλιο ὄχι μόνο μὲ τὸν προειδοποιητικὸ αὐτὸ στίχο ἀλλὰ καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα. Εἶναι τραγικὸ νὰ ζοῦν πολλοὶ χριστιανοὶ μὲ τὴν αὐτάρεσκη βεβαιότητα τοῦ τέλειου πνευματικὰ ἀνθρώπου, νὰ κρίνουν τοὺς ἄλλους, νὰ περιγράφουν τὶς μελλοντικὲς τιμωρίες τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ συγχρόνως νὰ λησμονοῦν ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι βρίσκονται κάτω ἀπὸ τὴν κρίση τοῦ Θεοῦ καὶ – τὸ σπουδαιότερο – ὅτι ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη τῆς λυτρώσεως ποὺ προσφέρει ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Οἱ «ἁμαρτωλοὶ» ποὺ συναισθάνονται τὴν γύμνια τους δέχονται τὴ σωστικὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πολὺ πιὸ εὔκολα ἀπὸ τοὺς «εὐσεβεῖς» ποὺ δημιούργησαν τεῖχος ἀνάμεσα στὸν ἑαυτό τους καὶ τὴν πραγματικότητα.

Ἡ συζήτηση τοῦ Χριστοῦ μὲ τὸν ἑκατόνταρχο εἶναι ἀποκαλυπτικὴ γιὰ ὅλους τοὺς χριστιανοὺς κάθε ἐποχῆς, ὄχι μόνο ἐξ ἀφορμῆς τῆς προειδοποιητικῆς σημασίας ποὺ ἔχουν τὰ λόγια «Θὰ ἔρθουν πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολὴ καὶ δύση καὶ θὰ καθίσουν……», ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ὑποδειγματικὴ αὐτοσυναίσθηση τῆς ἀναξιότητας ποὺ ἐκφράζει ἡ ὁμολογία τοῦ ρωμαίου ἀξιωματικοῦ: «Κύριε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ σὲ δεχτῶ στὸ σπίτι μου».

Ιωάννης Καραβιδόπουλος