Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΥΠΟΓΡΑΦΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΝΥΠΟΓΡΑΦΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Θα πρέπει να μάθεις να είσαι πνευματικά έξυπνος...

Δεν γίνεται να αποφύγεις να αντιμετωπίσεις τα πάθη σου. Θα πρέπει να μάθεις να είσαι πνευματικά έξυπνος σε σχέση με τα ένστικτα σου, να "εκπαιδεύσεις" τα πάθη σου ώστε να μην ζεις διαρκώς στο επίπεδο μιας αντίδρασης. Θα χρειαστεί να κατανοήσεις κάπως το πως λειτουργούν αυτοί οι ενστικτώδεις μηχανισμοί: που βοηθούν και που αναστέλλουν την ωρίμανση,  ποιο είναι το σημείο πέραν του οποίου σε εμποδίζουν να βλέπεις πλέον καθαρά. Εάν μάθεις αυτό το πράγμα, θα ξέρεις καλύτερα πώς να ανταπεξέλθεις στη δυσκολία και την τυχαιότητα, όταν αυτές ξεσπούν πάνω σου.

Διαφορετικά, θα είσαι έρμαιο και των ενστίκτων και των παθών σου, πάντα αντιδρώντας και ουδέποτε δρώντας,  κολλημένος διαρκώς στο στάδιο μιας ανταπόκρισης σε ό,τι σου συμβαίνει  με όρους όπως  "αυτό μοιάζει καλό" ή  "αυτό φαίνεται επικίνδυνο". Και το να ζεις τη ζωή σου σε αυτό το επίπεδο δεν συνιστά σε καμία περίπτωση κάποια συνταγή για μια ανθρώπινη ύπαρξη που να τη χαρακτηρίζει η νουνέχεια  ή η δημιουργικότητα, για μια βιοτή πνευματικής προκοπής που να αντανακλάται σε αυτήν την ίδια τη ζωή  και τις αλληλεπιδράσεις της...

Rowan Williams, 

Εκεί που στέκει ο Χριστός.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ν' ανοίγουμε μέσα στον καθένα μας το βάθος της καρδιάς...

Οι πνευματικοί λένε ότι τον περισσότερο καιρό είμαστε κάπως σαν υπνοβάτες: μπορεί κάποιος να κάνει πολλά πράγ­ματα, να είναι πολύ ενάρετος, και να ζει σαν υπνοβάτης, ποτέ πια να μην μπορεί να σταματήσει έτσι, χωρίς λόγο, για να θαυμάσει, για ν' αγαπήσει ή απλούστατα για να εκπλαγεί. Είναι βασικό να μάθει κανείς να ξυπνά.
Ένας βυζαντινός πνευματικός του 14ου αιώνα, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ένας υψηλόβαθμος λαϊκός σε μια φοβερή εποχή, όπου η Αυτοκρατορία δεχόταν πολλαπλές επιθέσεις και ζούσε εμφυλίους πολέμους, δοκίμασε να πει κάτι στους χριστιανούς που ζούσαν, όπως εκείνος, μέσα στην ταραχή του κόσμου. Τα λόγια του σήμαιναν: «Μάθε πως μέσα στην καρδιά σου βρίσκεται ο Χριστός, και πως, αν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στον Χριστό, η καρδιά σου θα είναι προφυλαγμένη». Γι' αυτό συνιστά μια έντονη λειτουρ­γική ζωή, και, από καιρό σε καιρό, «σύντομες περισυλλογές» όπως τις ονομάζει: «Περπατάς στον δρόμο και είσαι πολύ απασχολημένος, αλλά ξαφνικά θυμάσαι ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός σ' αγαπάει, ότι ο Χριστός είναι παρών στα βάθη του είναι σου, κι έτσι, λίγο λίγο, η καρδιά σου θα ξυπνήσει».
Οφείλουμε όχι μόνο να προσπαθούμε ν' ανοίγουμε μέσα στον καθένα μας το βάθος της καρδιάς, αλλά και να δημιουργούμε πολιτισμούς που θα είναι διαποτισμένοι απ' αυτή την ευαισθησία. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε τέχνη, σε μουσικές συνθέσεις, σε πίνακες ζωγραφικής, σε ποίηση, κτλ. Όταν υπάρχει έντονη λειτουργική ζωή, δημιουργούμε μια τέχνη της καρδιάς. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει έναν πολιτισμό συνδεμένο με το μυστήριο της καρδιάς παρά μόνο αν δημιουργήσει πρώτα μια λειτουργία που να εκφράζει αυτό το μυστήριο της καρδιάς. Κι αυτή η λειτουργία θα εγγραφεί στη συνέχεια, πέραν των τειχών της Εκκλησίας, σε μια πολλαπλή δημιουργία που θα σπάσει μέσα στον άνθρωπο την υπνοβασία.
 
Ολιβιέ Κλεμάν

Σάββατο 27 Ιουνίου 2026

Γλυκόπικρα...

Ξέφυγε απ’ τα κάγκελα ολάνθιστο το λιγουστράκι στην ανηφοριά κι όπως περνούσα δίπλα του χτες μετά την πρωινή βουτιά, μου φώτισε με τ’ άρωμά του μεθυστική τη μνήμη τέτοιας εποχής στο κτήμα. Τα λιγούστρα! Τα είχαμε φυτεμένα φράχτη γύρω απ’ τ’ ανθοκήπιο. Πολλά. Τα κλάδευα χαμηλά ν’ αφήσουν χώρο και ν’ ανέβουνε ψηλά τον καιρό που βάλθηκα επί ματαίω να κρατήσω ζωντανή την ομορφιά του παιδικού μου παραδείσου. Την τελευταία φορά που τα είδα, χρόνια παρατημένα, ήταν μεγάλα δέντρα πια, ίσως και δέκα μέτρα, δάσος φαινόταν από μακριά. Τα χάζευα υπό σκιάν, μικρός πια εγώ, τεράστια αυτά, κι ανταποδίδαν μνήμονα στο βλέμμα μου νεύματα αδιόρατα, τρεμόπαιζαν τα φύλλα τους κι αφήνανε τρυπούλες να περνάει λίγο φως και τ’ αεράκι να σκορπάει τριγύρω τη μοσχοβολιά. Να ‘ταν παρηγοριά ή παράπονο; Να δυσκολέψει πιο πολύ ή ν’ απαλύνει άραγε τον κόμπο τον πικρό της εγκατάλειψης; Γλυκόπικρα. Με τον δικό τους τρόπο, είναι ακόμη κάπου εδώ. Τα βλέπω, αόρατα. Τίποτα δεν ξεχνώ. 

Χρήστος Μποκόρος

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό...

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Έτσι θα καταφέρεις να μην μισείς κανέναν. Έτσι θα καταφέρεις να μην ζηλεύεις. Έτσι θα καταφέρεις να χαίρεσαι με την χαρά και να συμπάσχεις όταν πονάει ο αδελφός σου.

Έτσι θα καταφέρεις να μην κρίνεις. Ποιος άλλωστε τολμά να κρίνει έναν Θεό; Έτσι θα καταφέρεις να συγχωρείς και όποιες και αν είναι οι διαφορές, γρήγορα να μονοιάζεις.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Σκοπός μας σε τούτην εδώ τη γη, είναι η αγάπη. Όχι μια αγάπη που περιορίζεται σε συναισθηματισμούς και σε γλυκόλογα. Αλλά μια αγάπη που ξέρει να αντέχει, μια αγάπη που υπομένει, μια αγάπη που μπορεί και συγχωρεί.

Μια αγάπη που θέλει δουλειά για να ανθίσει.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα διαφωνείς στη πτώση του. Δεν σημαίνει ότι θα ανέχεσαι την κακοποίηση του… Όταν δεν καλλιεργεί Χριστό ο άνθρωπος, φουντώνει γρήγορα μέσα του το κακό και βγαίνει και προσπαθεί να πνίξει και τους έξω…

Όχι.

Αυτό να μην το ανέχεσαι. Ούτε για σένα ούτε για κανέναν. Αλλά ταυτόχρονα να μην τον καταδικάζεις μονομιάς… Να μην τον εξαντλείς τον άνθρωπο…

Ακόμα και μέσα στην «ασχήμια» του, εσύ να ψάχνεις στο πρόσωπό του, εκείνη τη μικρή γωνιά,που είναι ο Θεός κρυμμένος.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Καθένας μας, έχει και μια μικρή γωνία μέσα του, όπου ο Θεός κατοικεί αναπαυμένος…

Ελευθέριος Ελευθεριάδης 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Αναζητούσε λίγη δροσιά...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φως. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Η ο­μορφιά κάποιων λέξεων...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φώς. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Τρίτη 13 Ιανουαρίου 2026

Το κολασμένο όχι στο αιώνιο ναι

Πρέπει να παραδεχτώ ότι το συγκεκριμένο ουσιαστικό «sin» στα αγγλικά μπορεί να μας παρα­πλανήσει, δεδομένου ότι, γενικά, όταν μπαίνουμε στη διαδικασία να δώσουμε όνομα σε κάτι, εννο­ούμε ότι αυτό υφίσταται. Η ελληνική όμως λέξη «αμαρτία» (αστοχία) βοηθά πολύ περισσότερο να συλλάβουμε πώς έχουν τα πράγματα· η δομή της λέξης, η οποία αρχίζει με το στερητικό «α» εστιάζει στην οντολογία της αμαρτίας, στην

Αυτό συμβαίνει επειδή η απλή απόρριψη της αμαρτίας –δηλαδή η επικέντρωση στο να μην αμαρτάνουμε– είναι εν τέλει άλλο ένα είδος κολα­σμένου όχι.
Το «απλώς πες όχι» δεν αρκεί.
Ο πιο δυνατός άνθρωπος στον κόσμο δεν είναι αρκετά δυνατός ώστε να θριαμβεύσει επί της αμαρ­τίας του, λέγοντας απλώς ένα «όχι» σ’ αυτήν. Αυτό που χρειαζόμαστε είναι η πανσθενουργός χάρη που εκδηλώνεται όταν λέμε «ναι» σε κάτι άλλο, «ναι» και πάλι «ναι» και πάλι «ναι» –αδιάλειπτα– σε Κάποιον άλλον.
 
Scott Cairns

Σάββατο 6 Σεπτεμβρίου 2025

Κοινότητα δεν είναι...

Τι ωραία που είν’ η πατρίδα μας! Ακούγεται αστείο θλιβερό μιας κι έχουμε βαλθεί να την ξεκάνουμε. Να βγάζουμε τα μάτια μας, ξεριζωμένοι. Κόβουμε το κλαδί που μας κρατάει σ’ επαφή, νομίζοντας ηρωισμό την άφεσή μας στο κενό. Άλλοι την ξεζουμίζουν στις διαπλοκές του νομιζόμενου πλούτου κι άλλοι την πετροβολούν από μίσος που δεν προκόβουν οι ιδέες τους εδώ και κάνουνε το σπιτικό τους ρημαδιό. Εκούσιοι τυφεκιοφόροι του εχθρού. Κοινότητα δεν είναι οι φυγόκεντρες ομάδες των ομοίων μας, είναι των διαφορετικών οι δύσκολες αθροίσεις, οι κεντρομόλες υπερβάσεις προσφοράς για το κοινό καλό. Χαμένο όμως το κέντρο κι η οδός, άχρηστοι οι οδοδείκτες, κουνημένοι. Οι βάρβαροι έχουν ήδη ευπρεπιστεί αναμεταξύ μας και θα ‘ναι πολύ βαρβαρότεροι οι καιροί που μέλλονται να φέρουν.

Χρήστος Μποκόρος

Παρασκευή 18 Ιουλίου 2025

Ν’ αγαπάς την αλήθεια σημαίνει...

Η χάρη πληρώνει, αλλά εισέρχεται μονάχα εκεί όπου υπάρχει κενό για να την δεχτεί, και αυτή δημιουργεί αυτό το κενό.

Ν’ αγαπάς την αλήθεια σημαίνει ν’ αντέχεις το κενό, και στη συνέχεια να δεχθείς τον θάνατο...

Όποιος για μια στιγμή αντέχει το κενό, ή δέχεται τον υπερούσιον άρτο ή πέφτει.

Φοβερός κίνδυνος, αλλά πρέπει να τον διατρέξουμε, και μάλιστα μια στιγμή χωρίς ελπίδα. Δεν πρέπει όμως να ριχτούμε πάνω του...

Σιμόν Βέϊλ,

Η βαρύτητα και η χάρη.

Τετάρτη 31 Ιουλίου 2024

Ομολογία πίστεως και κάτι άλλα...

Εδώ που αράζω πριν να έρθω αντιμέτωπος με τις απαιτητικές παραστάσεις που με περιμένουν, κάθομαι και σκέφτομαι διάφορα. Πολλά τα ερεθίσματα, πολλές οι αφορμές για σχόλια, για τσακωμούς διαδικτυακούς. Κατάρες εξαπολύουν βαθείς γνώστες του διαδικτύου, <<μορφωμένοι>> και διαμορφωμένοι με πολλά σεμινάρια. Κύριες και βασικές πήγες της <<γνώσης>> τους αποτελούν βιντεάκια από youtube. Κάποτε μας λέγαν "το είπε η τηλεόραση". Τώρα "το είπε το youtube" το είπε ο γέροντας στο τικ τοκ.

Άσχετοι που κρατούν ένα μικρόφωνο ή μία κάμερα, είναι ικανοί σε χρόνο ντε τε να γίνουν αυτό που λέμε viral. (βάιραλ). Καταστάσεις με βαθειά παθογένεια, αν σκεφτείς πως κυριολεκτικά η λέξη viral σημαίνει "ιικός" , αυτός που έχει σχέση με ιό, που εξαπλώνεται σαν αρρώστια δηλαδή και μολύνει όποιον δεν έχει φροντίσει το ανοσοποιητικό σύστημα της σκέψης του να είναι δυνατό.

Με μεγάλη ευκολία μπορεί κάποιος από μια πίστα να δηλώσει για παράδειγμα πιστός και αυτό να γίνει viral κι ας μην έχει πατήσει το πόδι του σε εκκλησία Κυριακή πρωί (σημειωτέον, ο 80ος κανόνας της 6ης οικουμενικής συνόδου αναφέρει ότι όποιος για 3 συνεχείς φορές δεν πάει εκκλησία Κυριακή, πρέπει να αποκόπτεται από το σώμα της εκκλησίας). Μιας και σας αρέσουν οι κανόνες.

Δεν πειράζει μωρέ, έχει επισκεφθεί πολλούς σοφούς γέροντες και έχει ακούσει άλλους τόσους σε βιντεάκια στο youtube. Ποιος Χριστός; Με το Χριστό θα ασχολούμαστε τώρα; εδώ έχουμε το γέροντα. Δηλώνουν και πατριώτες έτοιμοι να φάνε λαρύγγια Τουρκικά, να προστατεύσουν την κοινωνία μας μην και τυχόν αλλοιωθεί το DNA το καλό και δεν έχουν πάει καν φαντάροι.

Ας δηλώνουν ότι θέλουν. Αυτό που με θλίβει είναι ο ιός, είναι το viral, είναι που βρίσκει η μόλυνση ανοσοποιητικά ασθενή, τα οποία είναι έτοιμα να ομολογήσουν πίστη όπου σταθούν και όπου βρεθούν. Μια πίστη που πάντα πάει πακέτο με την πατρίδα και έτσι δημιουργείται το ατού του περιούσιου λαού του αγαπημένου του Θεού. Που πατάει πάνω σε κάτι ανώτερο πάντα. Εμείς είμαστε καλύτεροι, εμάς μας προσέχει καλύτερα ο Χριστός γιατί τον ομολογούμε δια στόματος πάντα. Κάτι σαν τον Φαρισαίο μέσα στο ναό, αν θυμάστε το γεγονός, που κόμπαζε πόσο καλός πιστός ήταν, πόσο καλά έκανε τις θρησκευτικές του υποχρεώσεις, πόσο καλύτερος ήταν από τον Τελώνη. Έλα μου όμως, που το βλέμμα του Χριστού έπεσε στον γονατιστό Τελώνη που ψιθύριζε σε μια γωνιά. Ψιθύρους θέλει ο Θεός του αρκούν, δε θέλει μικρόφωνα ούτε ηχεία, δε θέλει ντεσιμπέλ, θέλει τη σιωπηλή και τη μυστική κραυγή της ψυχής μας για να συνάψει σχέση. Δεν το λέω εγώ. Το βλέμμα Του το μαρτυρεί, που στρέφεται σε όσους ταπεινά ψιθυρίζουν την πίστη τούς. Σε αυτούς που βγάζουν την τελευταία πνοή της παλιάς ζωής τους και ξαναγεννιούνται στην νέα ζωή της αποδοχής που κομίζει ο Χριστός. Να κάτι σαν τον ληστή πάνω στο Σταυρό. Ένας ψίθυρος πάνω στην τελευταία του πνοή ήταν αρκετή για να ακουστεί στη γη στον ουρανό και στα καταχθόνια.

Θες να προσευχηθείς; Μπες στο δωμάτιο σου κλείσε την πόρτα και προσευχήσου, λέει ο Χριστός, επίσης λέει, νηστεύεις; Λούσε το κεφάλι σου, πλύνε το πρόσωπο σου για να μη φαίνεται πως νηστεύεις, όπως κάνουν οι υποκριτές που είναι σκυθρωποί για να δείξουν (ομολογήσουν) πως νηστεύουν.

Αρκετά πια με αυτήν την ομολογία πίστεως που στην ουσία δεν ομολογεί το Χριστό αλλά τη δική μας ανάγκη να δηλώσουμε Φαρισαϊκά κάποια ευσεβιστική "ανωτερότητα". Προσωπικά είμαι πολύ καχύποπτος σε τέτοιες δηλώσεις δημοσίως. Άλλωστε η πρόσκληση του Χριστού να τον ομολογούμε για να μας ομολογήσει και αυτός στον Πατέρα του, δεν καλούσε σε κραυγές και διαδηλώσεις αλλά μας προσκαλούσε σε σύναψη σχέσης μαζί Του μέσω της μυστηριακής ζωής και της τήρησης των πολύ προχωρημένων εντολών του. Δε μπα να χτυπιέσαι κάτω και να φωνάζεις από μικρόφωνα πόσο πιστεύεις στο Θεό; αν δεν αγαπάς τον συνάνθρωπο σου, όποιος και να ναι αυτός χωρίς όρους, αν δεν πας να τον δεις στη φυλακή ακόμα κι αν είναι δίκαια φυλακισμένος, αν δεν τον ντύσεις, αν δεν τον ταΐσεις, δεν τον ποτίσεις, δεν τον σκεπάσεις δεν ομολογείς της πίστη σου απλά ομολογείς και κάνεις θόρυβο σαν άδειος τενεκές. Αλλά και όλα αυτά να κάνεις δεν άκουσες ποτέ το "να μη γνωρίζει το αριστερό σου χέρι τι πράττει το δεξί;" Τέλος κάτι τελευταίο του Χριστού. Οι Χριστιανοί δεν έχουμε πατρίδα κάθε πατρίδα είναι ξένη για μας και κάθε ξένη είναι πατρίδα. Εμείς επιζητούμε τη μέλλουσα πατρίδα. Είμαστε οδίτες, περπατάμε στην οδό που χάραξε Αυτός και όχι πολίτες αυτού του κόσμου. Και κάτι πιο δύσκολο πάλι του Χριστού. Αυτός που αγαπά πατέρα και μητέρα πιο πολύ από ότι αγαπάει εμένα δεν είναι άξιος μου και όποιος αγαπάει γιο και κόρη πάνω από εμένα δεν είναι άξιος μου. Ε όταν τα καταφέρουμε αυτά μετά ας βγούμε να ουρλιάζουμε την πίστη μας. Αλλά ξέρετε κάτι; Αν λέω αν, ποτέ καταφέρουμε να τον δούμε πρόσωπο προς πρόσωπο έχοντας καταφέρει με τη χάρη του, όλα τα παραπάνω, καμία διάθεση για φωνές δε θα έχουμε. Ένα "Κύριε ελέησον" θα αρκεί και ένα νεύμα του από το θεϊκό του μάτι θα αρκεί για να σταθούμε δίπλα του. Να όπως ένας φίλος σου κλείνει το μάτι και συννενοήστε.

Υ.Γ

1.Δεν επιτρέπω σχόλια γιατί απλά δεν ωφελεί ο διάλογος με απόψεις που βασίζουν την πίστη σε τσιτάτα <<γερόντων>> και σεμινάρια του youtube.

2. Οι σκέψεις μου δεν έχουν συγκεκριμένο αποδέκτη. Ίσως να τα γράφω και για τον εαυτό μου πρώτον από όλους.

Καλά μπάνια. Ας γίνουμε σαν την θάλασσα που τους αγκαλιάζει όλους και κυρίως τα βράχια της.

Ζαχαρίας Καρούνης

Κυριακή 9 Ιουλίου 2023

Μπετόν σταυρέ

Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ πού μ' είδες. Μέ είδες στα ταπεινά εικονoστάσια. Στα ρημαγμένα ξωκλήσια. Στα ξεχασμένα μοναστήρια. Σε σταυροδρόμια και τρίστρατα. Με είδες στα υπέρθυρα χαμόσπιτων αλλά και στις πολυκατοικίες, καπνισμένον από πασχαλιάτικη λαμπάδα. Στο μέτωπο και στα χέρια κοριτσιών του ρουμ μιλέτ. Στα κεντήματα, στην προίκα κοριτσιών από την επαρχία. Στα σαμάρια των κυρατζήδων, φυλαχτό από πρόκες πετάλων. Στις καλύβες των Σαρακατσαναίων, στις κορυφές, μα από κλαδί χαμόδεντρου.

Με είδες στα παιχνίδια των παιδιών από αλάτι. Στις τελετές των μεγάλων για την αναβροχιά. Στην αγιαστούρα του παπά τις πρωτομηνιές. Τα Φώτα, στα ποτάμια, στις πηγές, στις θάλασσες να με βουτάνε παλικάρια.

Τι με κοιτάς; Θα σου θυμίσω εγώ που μ' είδες. Στην ποίηση του Καββαδία, του Σεφέρη, του Ελύτη. Στους πίνακες του Θεόφιλου,του Κόντογλου, στου Λουμπαδιάρη. Στου Παπαδιαμάντη αλλά και του Πεντζίκη τις γραφές. Στα ξόρκια και τις επωδές. Στα ξεματιάσματα. Στις προσευχές.

Θα σου θυμίσω. Στα βαφτίσια, στο πρώτο κούρεμα. Στο χρίσμα. Στους αρραβώνες και στους γάμους. Στα στεφανώματα και στις υποδοχές, με μέλι και με βούτυρο, στις 'ξώπορτες. Στα κατευόδια. Στα περάσματα, στην ξενιτιά, στον άλλο κόσμο. Στους νόστους, στα πιστρόφια,

Και τώρα; Πώς βρέθηκες εδώ τόσο ψηλός, θεόρατος και τσιμεντένιος;

Σαν με ρωτάς, θα σου το πω, θα σου το μολογήσω: με βάλανε εδώ ψηλά για με βλέπουν όλοι. Γιατί ο κόσμος πια δεν βλέπει με τα μάτια της ψυχής. Με βάλανε εδώ ψηλά για να με βλέπουν οι Άλλοι. Να μην ξεχνούν ότι ο δικός μου ο Θεός είναι ψηλότερα, τον τόπο διαφεντεύει. Να μην ξεχνούν πως αγρυπνώ και πως φρουρώ τον τόπο. Και να με βλέπουν κι από 'κει, να μην αλησμονούνε. Να με βλέπουν οι δικοί, να με φοβούνται οι Άλλοι.

Σαν με ρωτάς, θα σου το πω: οι θεοί, όπως κι οι άνθρωποι, δεν είναι όλοι ίσοι. Υπάρχουν περούσιοι και παρακατιανοί λαοί. Υπάρχουν φυλές ευλογημένες κι άλλες καταραμένες. Υπάρχουν άνθρωποι που διάλεξε ο Θεός και άλλοι του διαβόλου. Εγώ είμαι εδώ για τους καλούς, να τους θυμίζω το καλό. Για τους κακούς, να τους θυμίζω την κακία τους. Ώσπου να έρθει η ώρα. Να λυτρωθούμε απ' το Κακό, από τον κάθε Άλλο. Να κυριεύσει το Καλό. Να λάμψει η Αλήθεια.

Βασίλης Νιτσιάκος