Παρασκευή 31 Ιουλίου 2026

Θεολογικές σκέψεις εισοδεύοντας στο Δεκαπενταύγουστο

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια

Ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί κορύφωση της θερινής λατρευτικής - λειτουργικής εμπειρίας, μία περίοδο βαθείας αναπνοής μέσα στο εκκλησιαστικό έτος. Η Κοίμηση της Θεοτόκου φανερώνει τον τρόπο με τον οποίο η ανθρώπινη φύση, ενωμένη με τη θεία Χάρη, εισέρχεται στη ζωή της Αιωνιότητας. Η Παναγία αναδεικνύεται πρόσωπο κομβικό και καθοριστικό για την κατανόηση του μυστηρίου της θείας Οικονομίας. Η σιωπή Της γίνεται λόγος πίστεως, η υπακοή Της καθίσταται υπόδειγμα ελευθερίας, η παρουσία Της καθαγιάζει την ιστορία.

Η Εκκλησία -ως μητέρα στοργική που είναι- συναρμόζει τη λατρεία με την ευχαριστία, προσφέροντας στο κέντρο του θέρους την προοπτική της αφθαρσίας. Η περίοδος του Δεκαπενταύγουστου προβάλλει την τιμή προς την Θεοτόκο ως βιωματική απάντηση στη φθορά και τη μοναξιά της ύπαρξης. Η πορεία προς την Κοίμηση φωτίζεται από τους καθ' ημέραν παρακλητικούς κανόνες και τους εγκώμιους ύμνους, μες από τους οποίους εκφράζεται η εμπιστοσύνη των πιστών στη μητρική προστασία, σκέπη και μεσιτεία της Παναγίας. Η ζωή Της γίνεται καθρέπτης ταπεινώσεως, ελπίδας και ψυχοπνευματικής πληρότητας.

Το πρόσωπο της Θεοτόκου συγκεντρώνει την πίστη σύνολης της Εκκλησίας στο μυστήριο της Ενανθρωπήσεως και της Αναστάσεως. Η ύπαρξή Της ακτινοβολεί φως πνευματικό, χαρά λειτουργική και ειρήνη καρδιακή. Η σχέση Της με τον Χριστό αποκαλύπτει την πλήρωση της ανθρώπινης ζωής μέσα στην κοινωνία με τον Θεό. Η τιμή προς την Μητέρα του Κυρίου εκφράζει την προσδοκία για τη θέωση του ανθρώπου και τη συμμετοχή του στη θεία δόξα.

Καθώς οδεύουμε προς την ημέρα της εορτής, ο πιστός καλείται να ενσωματώσει τον εκκλησιαστικό λόγο στην καθημερινή του πορεία. Η προσευχή προς την Παναγία λειτουργεί ως πνευματική γέφυρα προς την αγάπη του Χριστού. Ο νους αναπαύεται στη βεβαιότητα της παρουσίας Της, η καρδιά ενδυναμώνεται από την ελπίδα που πηγάζει από την Κοίμησή της.

Ο Δεκαπενταύγουστος εμπνέει την Εκκλησία να βλέπει τον κόσμο μέσα από το βλέμμα της Θεοτόκου. Η πορεία του ανθρώπου προς τον Θεό λαμβάνει μορφή και προοπτική μες από τη μορφή Εκείνης που έγινε σάρκα της υπακοής, τόπος της Χάριτος και σκηνή του Λόγου. Το εκκλησιαστικό σώμα αντλεί δύναμη και ελπίδα από το γεγονός ότι η Παναγία αποτελεί προτύπωση του ανθρώπου που εισέρχεται πλήρως στη ζωή της Βασιλείας. Η εορτή, εκτός από ανάμνηση ενός πανίερου γεγονότος, αποτελεί και πρόσκληση σε μιαν εσωτερική ανάβαση, στην οποίαν ολόκληρη η ύπαρξη κατακλύζεται από Φως Χριστού, μάλιστα δε του Αναστάντος Κυρίου της Δόξης!

Πέμπτη 30 Ιουλίου 2026

Η τρυφερότητα είναι...

Εμφανίζεται όποτε κοιτάζουμε από κοντά και με προσοχή μια άλλη ύπαρξη, κάτι που δεν είναι ο «εαυτός» μας.

Η τρυφερότητα είναι αυθόρμητη και ανιδιοτελής· υπερβαίνει κατά πολύ τη συγγενή της ενσυναίσθηση. Αντιθέτως, είναι το συνειδητό, αν και ίσως ελαφρώς μελαγχολικό, μοίρασμα του κοινού πεπρωμένου.

Η τρυφερότητα είναι μια βαθιά συναισθηματική ανησυχία για μια άλλη ύπαρξη, για την ευθραυστότητά της, για τη μοναδική της φύση και για την έλλειψη ανοσίας στον πόνο και στις επιπτώσεις του.

Olga Tocarczuk

Εκεί δοκιμάζεται η πίστη μας...

Η καθημερινή ζωή δεν είναι απλώς μια σειρά επαναλαμβανόμενων γεγονότων και υποχρεώσεων. Είναι η σκηνή όπου η πνευματική μας ζωή καλείται να λάμψει και να εκφραστεί. Κάθε στιγμή, κάθε απλή πράξη, γίνεται ευκαιρία να ζήσουμε την παρουσία του Θεού, να μεταμορφώσουμε την καθημερινότητα σε ιερό χώρο, να κάνουμε το συνηθισμένο ασυνήθιστο.

Η ρουτίνα, αν και φαίνεται μονότονη και βαρετή, δεν είναι φυλακή αλλά ο χώρος της πνευματικής άσκησης και της αγάπης. Εκεί δοκιμάζεται η πίστη μας, εκεί καλλιεργείται η υπομονή, η ταπείνωση και η συνέπεια.

Η πραγματική πρόκληση δεν είναι να ζήσουμε μόνο τις μεγάλες στιγμές της ζωής, αλλά να βρούμε το θεϊκό νόημα μέσα στη μικρή καθημερινότητα. Κάθε λεπτό μπορεί να γίνει ευκαιρία για προσευχή, για προσφορά, για συμμετοχή στη ζωή της Εκκλησίας και, συνεπώς, στη ζωή του κόσμου.

π. Αλέξανδρος Σμέμαν (+)

Για τον Θεό και μόνο ζούμε...

Πράγματι, όταν οι άνθρωποι υποθέτουν ότι ανησυχούν για τους αγαπημένους τους, συχνά αυτό για το οποίο ανησυχούν είναι το τι θα κάνουν χωρίς αυτούς. Σε αυτή την περίπτωση, ας προσευχηθούν καλύτερα για τους εαυτούς τους, έτσι τουλάχιστον η προσευχή τους θα είναι πιο αληθινή.

***

Για τον Θεό και μόνο ζούμε και πεθαίνουμε. Ας αφεθούμε, λοιπόν, όπως οφείλουμε, στα χέρια του. Ίσως η γνώμη των [άλλων] να είναι σοφότερη από μας, αλλά αυτή η γνώμη δεν είναι ο κριτής μας.

George MacDonald, 

Τα θαύματα του Χριστού, εκδ. Ιωνάς.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2026

Θα πρέπει να μάθεις να είσαι πνευματικά έξυπνος...

Δεν γίνεται να αποφύγεις να αντιμετωπίσεις τα πάθη σου. Θα πρέπει να μάθεις να είσαι πνευματικά έξυπνος σε σχέση με τα ένστικτα σου, να "εκπαιδεύσεις" τα πάθη σου ώστε να μην ζεις διαρκώς στο επίπεδο μιας αντίδρασης. Θα χρειαστεί να κατανοήσεις κάπως το πως λειτουργούν αυτοί οι ενστικτώδεις μηχανισμοί: που βοηθούν και που αναστέλλουν την ωρίμανση,  ποιο είναι το σημείο πέραν του οποίου σε εμποδίζουν να βλέπεις πλέον καθαρά. Εάν μάθεις αυτό το πράγμα, θα ξέρεις καλύτερα πώς να ανταπεξέλθεις στη δυσκολία και την τυχαιότητα, όταν αυτές ξεσπούν πάνω σου.

Διαφορετικά, θα είσαι έρμαιο και των ενστίκτων και των παθών σου, πάντα αντιδρώντας και ουδέποτε δρώντας,  κολλημένος διαρκώς στο στάδιο μιας ανταπόκρισης σε ό,τι σου συμβαίνει  με όρους όπως  "αυτό μοιάζει καλό" ή  "αυτό φαίνεται επικίνδυνο". Και το να ζεις τη ζωή σου σε αυτό το επίπεδο δεν συνιστά σε καμία περίπτωση κάποια συνταγή για μια ανθρώπινη ύπαρξη που να τη χαρακτηρίζει η νουνέχεια  ή η δημιουργικότητα, για μια βιοτή πνευματικής προκοπής που να αντανακλάται σε αυτήν την ίδια τη ζωή  και τις αλληλεπιδράσεις της...

Rowan Williams, 

Εκεί που στέκει ο Χριστός.

Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ν' ανοίγουμε μέσα στον καθένα μας το βάθος της καρδιάς...

Οι πνευματικοί λένε ότι τον περισσότερο καιρό είμαστε κάπως σαν υπνοβάτες: μπορεί κάποιος να κάνει πολλά πράγ­ματα, να είναι πολύ ενάρετος, και να ζει σαν υπνοβάτης, ποτέ πια να μην μπορεί να σταματήσει έτσι, χωρίς λόγο, για να θαυμάσει, για ν' αγαπήσει ή απλούστατα για να εκπλαγεί. Είναι βασικό να μάθει κανείς να ξυπνά.
Ένας βυζαντινός πνευματικός του 14ου αιώνα, ο Νικόλαος Καβάσιλας, ένας υψηλόβαθμος λαϊκός σε μια φοβερή εποχή, όπου η Αυτοκρατορία δεχόταν πολλαπλές επιθέσεις και ζούσε εμφυλίους πολέμους, δοκίμασε να πει κάτι στους χριστιανούς που ζούσαν, όπως εκείνος, μέσα στην ταραχή του κόσμου. Τα λόγια του σήμαιναν: «Μάθε πως μέσα στην καρδιά σου βρίσκεται ο Χριστός, και πως, αν εμπιστεύεσαι τον εαυτό σου στον Χριστό, η καρδιά σου θα είναι προφυλαγμένη». Γι' αυτό συνιστά μια έντονη λειτουρ­γική ζωή, και, από καιρό σε καιρό, «σύντομες περισυλλογές» όπως τις ονομάζει: «Περπατάς στον δρόμο και είσαι πολύ απασχολημένος, αλλά ξαφνικά θυμάσαι ότι ο Θεός υπάρχει, ότι ο Θεός σ' αγαπάει, ότι ο Χριστός είναι παρών στα βάθη του είναι σου, κι έτσι, λίγο λίγο, η καρδιά σου θα ξυπνήσει».
Οφείλουμε όχι μόνο να προσπαθούμε ν' ανοίγουμε μέσα στον καθένα μας το βάθος της καρδιάς, αλλά και να δημιουργούμε πολιτισμούς που θα είναι διαποτισμένοι απ' αυτή την ευαισθησία. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε τέχνη, σε μουσικές συνθέσεις, σε πίνακες ζωγραφικής, σε ποίηση, κτλ. Όταν υπάρχει έντονη λειτουργική ζωή, δημιουργούμε μια τέχνη της καρδιάς. Δεν μπορεί κανείς να δημιουργήσει έναν πολιτισμό συνδεμένο με το μυστήριο της καρδιάς παρά μόνο αν δημιουργήσει πρώτα μια λειτουργία που να εκφράζει αυτό το μυστήριο της καρδιάς. Κι αυτή η λειτουργία θα εγγραφεί στη συνέχεια, πέραν των τειχών της Εκκλησίας, σε μια πολλαπλή δημιουργία που θα σπάσει μέσα στον άνθρωπο την υπνοβασία.
 
Ολιβιέ Κλεμάν

Τα συναξάρια φανερώνουν...

Πολλούς βολεύει η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως "αντικείμενο καλό" ή "αντικείμενο κακό". Μέση λύση δεν υπάρχει. Η μανιχαϊστική διάκριση βολεύει: αποδέχομαι τον καλό, απορρίπτω τον κακό (και δεν έχω ενοχές).

Μα υπήρχαν ποτέ άνθρωποι μόνο καλοί λχ; Μήπως οι άγιοι; Μα οι άγιοι έγιναν άγιοι επειδή μετανοούσαν εφ' όρου ζωής, επειδή ακριβώς δεν ήταν (μόνο) καλοί.

Στο φαντασιακό μας τους θέλουμε μόνο καλούς και τέλειους. Φανταστείτε να διαβάζετε συναξάρια και να αναφέρονταν πραγματικές αδυναμίες των αγίων όχι μόνο στην αρχή της ζωής τους αλλά καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής τους... Έφτασαν όλοι οι άγιοι, σε αυτήν εδώ τη ζωή, στην τελειότητα; Προφανώς όχι, τουλάχιστον όχι όλοι.

Θυμάμαι έναν μοναχό στο Άγιο Όρος που έλεγε ότι πρέπει από την αγιοκατάταξη κάποιου να περνούν πολλά χρόνια έτσι ώστε να μην υπάρχουν οι άνθρωποι που γνώριζαν τον άγιο εν ζωή και θυμόντουσαν ότι είχε ανθρώπινες αδυναμίες. Εγώ, έλεγε, Θυμάμαι ότι ο άγιος τάδε (ανέφερε όνομα πρόσφατα τότε αγιοκαταταχθέντος αγιορείτη μοναχού) έτρωγε μεγάλα ψάρια και του άρεσαν...

Άρα, προτιμάμε να δημιουργούμε έναν μύθο γύρω από την αγιότητα κάποιου; Γι αυτό βλέπουμε στα συναξάρια ότι οι άγιοι ήταν σχεδόν πάντα άμεμπτοι, τουλάχιστον μετά τη μετάνοια που έδειχναν κάποια στιγμή και αφοσιώνονταν στον Θεό;

Όχι. Δε χρειάζεται κανένας μύθος, ούτε κρυψίνοια. Τα συναξάρια φανερώνουν κυρίως τον άνθρωπο, δηλαδή τον άγιο, όπως θα είναι στη Βασιλεία του Θεού, φανερώνουν τον αναστημένο άνθρωπο, αυτόν που προσπάθησε να μοιάσει στον Θεό όσο ζούσε και το οποίο θα φανερωθεί πλήρως στη Δευτέρα Παρουσία.

Δεν υπάρχει λοιπόν άνθρωπος μόνο καλός, ούτε μόνο κακός. Μπορεί να μην αντέχουμε κανέναν δίπλα μας, αλλά μην τους βάζουμε ταμπέλες.

["Κάθε στιγμή ο άνθρωπος να αποδεικνύει στον εαυτό του πως είναι άνθρωπος και όχι διακόπτης", Ντοστογιέφσκι, Σημειώσεις από το υπόγειο, εκδ. Έρμα, σελ. 60].

Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Μια μικρή πρασινάδα…

Βρέθηκα σήμερα σε έναν αρχαίο ναό της Ηπείρου, από εκείνους που στέκουν διάσπαρτοι στον τόπο μας, θυμίζοντας εποχές βαθιάς πίστης και ευλάβειας, που δυστυχώς στις ημέρες μας μοιάζουν να έχουν ξεθωριάσει.

Πριν ακόμη περάσω το κατώφλι του μικρού ναού, το βλέμμα μου στάθηκε σε μια μικρή πρασινάδα που ξεπρόβαλλε από μια εξωτερική κολόνα. Δίπλα της, μια διακριτική πινακίδα παρακαλούσε τον επισκέπτη να μην την κόψει.

Πόσα χρόνια βρίσκεται εκεί; Μόνον ο Δημιουργός το γνωρίζει. Εκείνος που την έκανε να φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες, Εκείνος που τη δροσίζει και τη διατηρεί καταπράσινη, ακόμη κι όταν η φύση αλλάζει τα χρώματά της.

Θαύμασα το μικρό αυτό φυτό. Περισσότερο όμως θαύμασα τη σιωπηλή του «ικεσία» προς τον άνθρωπο: «Άφησέ με να ζήσω».

Σκέφτηκα τότε πόσο διαφορετικά είναι τα έργα του ανθρώπου από τα έργα του Θεού. Ο άνθρωπος έκτισε τον ναό. Ύψωσε τους τοίχους, σκέπασε τη στέγη, λάξευσε την πέτρα, σκάλισε το ξύλο, στόλισε τους τοίχους με χρώματα και αγιογραφίες. Όμως αυτή τη μικρή πρασινάδα δεν μπόρεσε να τη δημιουργήσει. Άλλο Χέρι την έφερε στη ζωή και το ίδιο Χέρι εξακολουθεί να τη συντηρεί.

Ίσως τελικά εκείνο το μικρό, ταπεινό βλαστάρι να κήρυττε πιο δυνατά από πολλά λόγια. Μας θύμιζε ότι ο άνθρωπος μπορεί να οικοδομεί μνημεία, αλλά μόνο ο Θεός χαρίζει ζωή. Και εκεί όπου όλα φαίνονται άψυχα, Εκείνος μπορεί να κάνει να ανθίσει το πιο απροσδόκητο σημάδι της δημιουργικής Του αγάπης…

π. Θωμάς Ανδρέου

O Προφήτης Ηλίας, δεν είναι απλά...

O Προφήτης Ηλίας, δεν είναι απλά ο Πύρινος Προφήτης. Δεν είναι απλά ο ζηλωτής άνθρωπος του Θεού που φλέγεται από την αγάπη του για τον Κύριο. Ο Προφήτης Ηλίας είναι η φωτιά που καίει μέσα στον κάθε πιστό. Είναι η φωτιά που καίει μέσα μας.

Η ζωή του δεν είναι μόνο ο βίος ενός αγίου. Είναι η δική μας πνευματική πορεία. Η απογοήτευση που αισθάνεται όταν νομίζει ότι είναι ο μόνος που έχει μείνει στον κόσμο να πιστεύει στον αληθινό Θεό μας θυμίζει τη δική μας απογοήτευση όταν αδυνατούμε να βρούμε νόημα στη ζωή μας.

Η αγωνία του όταν βρίσκεται κυνηγημένος από την Ιεζάβελ, εξόριστος, μοιάζει με τη δική μας αγωνία, όταν βρισκόμαστε σε πνευματική ξηρασία.

Η σύγκρουσή του με τους ψευδοπροφήτες του Αχαάβ, είναι τόσο αδυσώπητη όσο και η δική μας όταν συγκρουόμαστε με τις αδυναμίες μας, τα πάθη και τους προσωπικούς μας δαίμονες.

Όταν ο Θεός στέλνει τα κοράκια να του φέρουν τροφή στο βουνό, δε μπορούμε παρά να φέρουμε στο μυαλό μας, τις φορές εκείνες που αισθανόμαστε το χέρι Του να μας καθοδηγεί και να μας βοηθά.

Η αποκάλυψη ότι ο Θεός βρίσκεται στο απαλό αεράκι και όχι στη φωτιά και στον σεισμό, είναι η αποκάλυψη ότι ο φανατισμός είναι πίστη διαστρεβλωμένη. Ακόμα και ότι η ορμή μας στα πνευματικά θέματα, παρά την καλή μας πρόθεση μπορεί να μας οδηγήσει σε λάθος δρόμο.

Ας σταματήσουμε εδώ ώστε να μη μακρηγορούμε. Ο βίος του προφήτη Ηλία, όπως και κάθε βίος αγίου, δεν είναι απλά μια διήγηση θαυμαστών γεγονότων που λέγονται σαν παραμύθια. Μια πιο προσεκτική ματιά μπορεί να μας δώσει απαντήσεις σε πολλά περισσότερα ζητήματα. Παραλληλισμοί θα μπορούσαν να γίνουν, όχι μόνο σε θέματα πνευματικά όπως κάναμε παραπάνω αλλά και σε θέματα της καθημερινής μας ζωής.

Να διαβάζουμε τους βίους των Αγίων. Να τους διαβάζουμε προσεκτικά και όχι μόνο επιφανειακά. Θα ανακαλύψουμε μέσα στις λίγες συνήθως γραμμές πολλούς και υπέροχους θησαυρούς. Θησαυρούς που θα εμπλουτίσουν τον δικό μας πνευματικό αγώνα.

παπα - Κώστας Λαγός 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους...

Ὁ Θεὸς ἔχει δώσει, λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μία δύναμι στὸν ἄνθρωπο:

«πάντας μεταφέρειν εἰς ἑαυτὸν τοὺς ἁγίους », νὰ μπορῆ νὰ φέρη ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω του.

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους.

Πῶς;…

Μὲ τὴν μίμησι τῆς ζωῆς τους.

Ὅ,τι ἔκαναν αὐτοί, θὰ τὸ κάνωμε καὶ ἐμεῖς.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε νὰ μποῦμε στὴν πανήγυρι τῶν Ἁγίων.

Κανένας δὲν ὑπάρχει ἐδῶ μέσα ποὺ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῆ.

Ὁ καθένας μας, τὸ λέμε καὶ θὰ τὸ ξαναποῦμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω.

Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, χάλασαν τὰ χρόνια, Γέροντα. Ὄχι, δὲν χάλασαν τὰ χρόνια, ἔτσι ἦταν πάντοτε ἡ ζωή.

Μόνον νὰ ἔχωμε ζωντανὴ τὴν μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων στὴν καρδιά μας.

Κάποτε ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβᾶκος ἀπὸ τὴν Πάρο, ἅγιος ἄνθρωπος, μοῦ ἔλεγε κλαίγοντας ἕνα ὅραμά του.

Εἶχε ἀγωνία. Κάτι συνέβαινε στὴν Ἑλλαδικὴ κοινωνία καὶ ἔλεγε:

«Πῶς χάλασε ἡ κοινωνία; Πάει, θὰ πεθάνη ἡ κοινωνία»…

Καὶ ἀπογοητευμένος σηκώνει τὸ βλέμμα του καὶ τί βλέπει; Στρατιὰ ἀμέτρητη ἀπὸ Ἁγίους, μιλιούνια – οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος εἶχαν καὶ τὴν Παναγία μπροστά, ἡ Ὁποία ὕψωνε τὰ χέρια στὸν Χριστὸν καὶ ἔλεγε:

«Αὐτοὶ εἶναι δικοί μου…

Σὲ παρακαλῶ, ἐκείνους ποὺ εἶναι κάτω, θέλω νὰ σώσης».

Τότε τῆς λέγει ὁ Χριστός: «Μά, ἁμαρτάνουν». Καὶ ἡ Παναγία ἀπαντᾶ:

«Ἁμαρτάνουν· ἀλλά, ὅσο ὑπάρχει τὸ ἔλεός Σου καὶ ὅσο ὑπάρχω Ἐγώ, ἡ Μάνα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀφήσης νά χαθοῦν».

«Καλά, Μητέρα, θὰ σώσω καὶ αὐτούς».

Καὶ ὁ Γέροντας ἔβλεπε μυστικὰ νὰ προστίθενται, νὰ προστίθενται ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ βγαίνουν καινούργιοι Ἅγιοι.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε, ἀδελφοί μου.

Ἀξίζομε τόσο, ὅσο περισσότερο προσπαθοῦμε καὶ ὅσο περισσότερο δοκιμαζόμαστε καὶ προετοιμαζόμαστε γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι τύποι καὶ προτυπώσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄξιοι νὰ ἀριθμηθοῦμε ἀνάμεσα στὰ πλήθη τῶν Ἁγίων.

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι ἑόρτιοι μυσταγωγικοί, σελ. 339-340, ἐκδόσεις « Ἴνδικτος», Ἀθήνα, Φεβρουάριος 2014.

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν...

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι κάνουν τιμή στην Εκκλησία επειδή την επισκέπτονται. Κάποιοι απ' αυτούς έχουν το εξής σκεπτικό: «Κοίτα, εγώ, άνθρωπος του εικοστού αιώνα, ανώτερος υπάλληλος, ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, με γνώσεις φυσικής και βιολογίας, αντί να πάω στο καφενείο ή στο θέατρο, έκανα την τιμή στην Εκκλησία και την επισκέφτηκα». Για τέτοιους ανθρώπους η Εκκλησία έχει μόνο μομφή και οίκτο.
Στην Εκκλησία κανένας δεν κάνει τιμή εκτός απ' εκείνον ο οποίος εξεγείρεται εναντίον του κακού. Τη μέγιστη τιμή στην Εκκλησία κάνουν οι μέγιστοι επαναστάτες εναντίον του κακού, οι οποίοι και τη θεμελίωσαν, και εκείνοι οι οποίοι μέσω των αιώνων κράτησαν τη λάμψη της. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν και στο μέλλον μόνο εκείνοι οι οποίοι θα ζεσταίνουν την χριστιανική επανάσταση στις ανθρώπινες ψυχές. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν οι γονείς που θα συνηθίσουν τα παιδιά τους πάντα να εξεγείρονται ενάντια στο κακό, και οι δάσκαλοι που θα κάνουν τους μαθητές τους χριστιανούς επαναστάτες, και όλοι εμείς που θα αναζωπυρώσουμε την πλέον ευγενική επανάσταση στις νεκρές καρδιές και τις κοιμισμένες ψυχές των αδερφών μας και ο ένας του άλλου.
 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Αργά βαδίζει ο Χριστός, “Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική”, εκδ. Εν πλω, σελ. 54,55.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων

 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη...

Σα σήμερα στα 1965 κοιμήθηκε ο Φώτης Κόντογλου. Άνθρωπος φλογερός, με τα μεράκια του, τα πάθια του, τους καημούς τους και ένα νόστο βαρύ που του έφαγε τα σωθικά. Πονεμένος και ταλαντούχος άνθρωπος, ξεριζωμένος από τα πάτρια εδάφη του, παραμυθάς απίθανος , εξαίσιος λογοτέχνης που έφερε το μοντερνισμό στην Ελλάδα και ζωγράφος σπουδαίος που σαν γνώρισε τη λεγόμενη βυζαντινή ζωγραφική γοητεύτηκε από αυτήν και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον τρόπο και αυτόν τον δρόμο.

Ζήτησε με μανικό πάθος την επιστροφή της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην εικαστική αυτή παράδοση και το πέτυχε παρά τις συνέπειες που έτυχαν στην συνέχεια και για τις οποίες δεν έφταιξε αυτός.

Το πάθος του και η αγωνία του για την επιβίωση της ελληνικότητας όπως αυτός την εννοούσε τον εστένεψε όμως στο τέλος πολύ και τον απομάκρυνε από τους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του που τον περιφρόνησαν και μερικές φορές τον ταπείνωσαν. Κι αυτό τον επίκρανε πολύ. Να σκεφτείς πως δεν κατέφερε ούτε καθηγητής στην έδρα της αγιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών να γίνει.

Κατέληξε δυστυχώς να διακόψει κάθε σχέση και διάλογο με τον δυτικό κόσμο και τον πολιτισμό του και αυτό τον έκανε σημείο αντιλεγόμενο για πολλούς. Άλλοι τον έκαναν σημαία για τα εθνικιστικά τους πιστεύω κι άλλοι για την ιδεολογοκρατούμενη ορθοδοξία τους ενώ άλλοι αντιθέτως τον απεστράφησαν ως σκληροπυρηνικό και αδιάλλακτο και οπισθοδρομικό.

Κοιμήθηκε ήσυχα μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στα 1965.

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη που δεν καταφέραμε μάλλον να συνεχίσουμε αφού η "βυζαντινή" ζωγραφική ως ζωγραφικός δρόμος έκφρασης της σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα απορρίφθηκε -και συνεχίζει να απορρίπτεται- απο τους εικαστικούς που την ταυτίζουν εξαιτίας συνειρμών με τις αγιογραφίες. Αλλά και οι αγιογράφοι-δικός του ο νεολογισμός- στένεψαν το μάθημά του και αντί να συνεχίσουν την παράδοση ,όπως ο ίδιος ο Κόντογλου ήθελε, από εκεί που είχε μείνει, δηλαδή από την μεταβυζαντινή φάση της και τη λαϊκή ζωγραφική, επέτρεψαν σε παλαιολόγεια και κρητικά πρότυπα και κατέληξαν να αντιγράφουν μιμητικά συχνά και στείρα πολλές φορές όσα έκαναν στο παρελθόν οι μεγάλοι μαϊστορες.

Εκείνος άφησε έργο που πατάει στα παλιά έργα αλλά έχει δική του φυσιογνωμία και χαρακτήρα. Αυτό δεν συνεχίστηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις και εξέχουσα αυτήν του μεγάλου Ράλλη Κοψίδη.

Ο Θεός της αγάπης ας τον αναπαύει εκεί που βρίσκεται.

Γιώργος Κόρδης 

Μνήμη Φώτη Κόντογλου (+13-7-1965)

«ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»

«Χρόνια τώρα κάνω ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀποθρασύνουνται ὁλοένα αὐτὰ τὰ φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐκεινοῦ ποὺ δωρίζει σ' αὐτὴ ἔργα τιμημένα, καμωμένα μὲ αἷμα καὶ μὲ ὑπομονή, ἔργα ποὺ τὰ κάνει μονάχα ἡ ἀγάπη. Δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀπάνω στὴν Ἑλλάδα ὁ «γυμνοσάλιαγκας», ποὺ τὸν καθίζει στὴν «ἕδρα» κάποιος ἀσήμαντος πολιτικός. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ποὺ λέγω, τὰ πήρανε δὲν ξέρω ποιοὶ ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, καὶ τὰ θρονιάσανε στὰ ὑπουργεῖα, στὰ Πανεπιστήμια καὶ στ᾿ ἄλλα πόστα τῆς πολιτείας, καὶ γινήκανε, αὐτὰ τὰ ψοφήμια, θηρία ἀνήμερα, νὰ καταξεσκίσουν κάθε ἄξιον ἐργάτη.
Λοιπὸν σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα, στέκομαι ἐδῶ ὁλόρθος, γιατὶ ἔδωσα πολλὰ στὸν τόπο μου, καὶ φωνάζω δυνατά: Καθαρίσετε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴ δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε να δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια ποὺ εἶπα, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοπηδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μιὰ μυτζήθρα, ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. ᾿Αλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μιὰ στὸν πισινὸ τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφάνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας.
Φωνάζω δυνατά, γιατὶ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπόχτησα τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν ἀφοσίωση ποὺ ἐπιδόθηκα σὲ ἐκεῖνα ποὺ πίστεψα καὶ ποὺ δὲν τ᾿ ἀρνήθηκα ποτέ. Μήτε ἀξιώματα, μήτε θέσεις, μήτε σιχαμερὲς πρωτοκαθεδρίες παραδέχτηκα. ᾿Αλλὰ ὅμως, τοὺς φοβήθηκα αὐτοὺς τοὺς μυρμηγκοφάγους ποὺ φωλιάζουνε μέσα στὰ χαρτιά, στὰ ὑπουργεῖα καὶ στ᾿ ἄλλα γραφεῖα.
Σήμερα ποὺ ἔφθασα «μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου», τοὺς καταγγέλλω στὸν λαό μας, ἀπὸ πόνο βαθύ. Εἶναι νεκροθάφτες τῆς κάθε ἀξίας. Πῶς, λοιπόν, παραδόθηκε ἡ Ἑλλάδα σ' αὐτούς; Ας φαντασθεῖ κανεὶς μοναχὰ πὼς τὰ ἔργα τῆς ἁγιογραφίας, γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησα, στερήθηκα, κοπίασα, πέθανα, τὰ κρίνουν σήμερα ἄνθρωποι ποὺ ξέρουνε ἀπὸ βυζαντινή τέχνη ὅσο γνωρίζω ἐγὼ κινέζικα. Καὶ μοιράζουνε «τὶς δουλειές», ἐκεῖ ποὺ θέλει τὸ κέφι τους, δίχως νὰ ρωτήσουν κανέναν.
Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα!»
 
[Μυστικὰ ῎Ανθη, σ. 337-338. Εκδόσεις Αστέρος, 1977]

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού...

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού δεν πρέπει να σχετικοποιούνται, πόσω μάλλον να μην τηρούνται διόλου (εννοείται από αυτούς που πιστεύουν). Σωστά. Η καθολική εντολή του Θεού είναι να Τον αγαπάς με όλη σου την καρδιά κλπ, και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (ή σαν να είναι ο εαυτός σου: αν υποτεθεί βέβαια ότι ξέρεις να αγαπάς τον εαυτό σου).

Στην Βίβλο, ωστόσο, υπάρχουν εντολές που αποδίδονται στον Θεό, οι οποίες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες και το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, και οι οποίες ευτυχώς δεν πρέπει να τηρούνται σήμερα. Π.χ.

“Έξι μέρες θα εργάζεστε, η έβδομη όμως θα είναι για σας μέρα ανάπαυσης, αφιερωμένη σ’ εμένα τον Κύριο. Όποιος εργαστεί τότε, πρέπει να υποστεί την ποινή του θανάτου." Έξοδος 35, 2

Τι λέτε; Να σκοτώσουμε το 90% των Ελλήνων που δεν πάνε εκκλησία την Κυριακή και δεν την αφιερώνουν στον Κύριο; Εγώ, έχω έναν γείτονα που Κυριακή πρωί πλένει το αυτοκίνητό του. Να τον καθαρίσω;

Άλλο:

Το Λευιτικόν 25.44 ορίζει ότι οι Ισραηλίτες μπορούσαν να αγοράζουν δούλους και δούλες αποκλειστικά από τα γύρω ειδωλολατρικά έθνη ή από ξένους παροίκους που ζούσαν ανάμεσά τους.

Διαλέξτε έναν δούλο Άγγλο φερ' ειπείν, και σε καμία περίπτωση Έλληνα. Πιστεύω ότι κι ο Άγγλος αν του δείξετε τη Βίβλο, μπορεί και να μην σας δείρει.

Θα μου πείτε αυτό που ήδη είπα πως αυτά ξεπεράστηκαν και ότι εξυπηρετούσαν ανάγκες της εποχής. Τι ανάγκη εξυπηρετούσε βέβαια να θανατώνεται όποιος δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου ειλικρινά δεν ξέρω.

Θαρρώ αυτό με τους δούλους ήταν γενική κατάσταση τότε, και οι Εβραίοι τουλάχιστον προφύλασσαν τους ομοεθνείς τους.

Κάτι άλλο που θα επικαλεστείτε είναι ότι κάποια από πολλά που αποδίδονταν ως εντολές του Θεού στην ΠΔ, άλλαξαν στην ΚΔ. (Γαλάτες 3.28 «Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα· διότι όλοι σεις είστε ένας στον Χριστό Ιησού».).

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί υπάρχουν πολλοί που βρίσκουν μια εντολή του Θεού στην ΠΔ και βάσει αυτής κατακεραυνώνουν όσους σήμερα δεν την τηρούν. Συνήθως αυτή η εντολή έχει να κάνει με την ερωτική ζωή του ανθρώπου. Δεν τους περνάει από το μυαλό να δουν την εντολή, ομοίως όπως παραπάνω, σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο. Σου λένε, το λέει η Βίβλος τέλος. Φαντάζομαι αυτοί δεν πυροβολούν όσους δεν τηρούν την αργία της Κυριακής.

Πάμε τώρα στην ΚΔ. Λέει η ΠΔ μη μοιχεύσεις. Ο Χριστός λέει, μην κοιτάξεις καν πονηρά μια γυναίκα.

Λέει επίσης, αν σου κλέψουν το πανωφόρι, δώσε και το πουκάμισο. Και πολλά παρόμοια.

Αυτοί που σε κάθε εποχή επιμένουν (και σωστά) στην τήρηση των εντολών του Θεού γιατί εξοργίζονται με έναν μοιχό ή, περισσότερο, με μια μοιχαλίδα (στην ΠΔ η εντολή είναι αυτή να θανατώνεται), και δεν εξοργίζονται με κάποιον που δεν δίνει και το πουκάμισό του στον κλέφτη ή, έστω, που δε δίνει τα μισά από τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, όπως λέει ο Χριστός (ο έχων δύο χιτώνας...);

Δε λέω ότι το να μοιχεύσεις είναι το ίδιο πράγμα με το να κοιτάξεις πονηρά μια γυναίκα. Για τον Χριστό όμως είναι το ίδιο. Λέει ήδη εμοίχευσες. Δε λέει εμοίχευσες λίγο.

Αυτοί λοιπόν που εξοργίζονται με την μη τήρηση κάποιων εντολών από τους συνανθρώπους τους είναι συνήθως αυτοί που τηρούν αυτές τις εντολές (δεν μοιχεύουν, δεν κλέβουν κτό) και δεν βλέπουν καθόλου τις άλλες εντολές που είπε ο Χριστός (δώσε τον έναν χιτώνα κλπ), σα να μην υπάρχουν. Και όχι μόνο δεν τις τηρούν (σχεδόν αδύνατον άλλωστε), ούτε καν περνάει από το μυαλό τους όμως να τις θυμηθούν ως την κατεύθυνση που πρέπει να έχουν στη ζωή τους με βάση αυτές, να τις έχουν ως τον ορίζοντα της ζωής τους.

Είπαμε, ο φαρισαϊσμός είναι η παιδική ασθένεια όλων των χριστιανών.

Γιώργος Μπάρλας 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Το δώρο της χαράς...

Η χάρις της αγάπης, της γνώσης, της σοφίας, δεν χρειάζεται απαραίτητα προϋποθέσεις κοσμικές. Η υπέρτατη σοφία για τα ανθρώπινα και τα θεία δεν προϋποθέτει πτυχία, διδακτορικά, τίτλους, αναγνώριση. Καλά όλα αυτά, αλλά δευτερεύοντα. Η "σοφία των αλιέων" αλλοίωσε νου και καρδιές από την αρχή.

Όσο για την αγάπη, κοιτάξτε τα μάτια ενός μωρού την ώρα που το θηλάζει η μαμά του.

Το δώρο της χαράς, της καλοσύνης, της συνετής κρίσης, της εσωτερικής ειρήνης, ζητά μόνο Καθαρή Καρδιά και βούληση και όλα τα σημαντικά, για ζωή και θάνατο, έπονται.

Τι πιο μεγάλη μαρτυρία απ' τη μορφή του "απλού" Γέροντα Παΐσιου που με την ταπεινότατη ευφυΐα του, με την αφιερωμένη έως θανάτου πίστη, όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο γνωστός, οικείος, πιο αγαπητός, πιο υπαρκτός, και ολοζώντανος περιφέρεται με το φτωχό ρασάκι του ανάμεσά μας και μας εμψυχώνει χαμογελαστά:

"Ο Θεός ποτέ δεν μας αφήνει, εμείς τον αφήνουμε".

(Και μην ακούτε πως λιγοστεύουν οι πιστοί άνθρωποι στην εποχή μας. Δεν είναι αλήθεια, ο περισσότερος κόσμος στον βυθό του πόνου του, του φόβου του και της μοναξιάς του πιστεύει και ελπίζει στον Θεό. Το ξέρω. Αλλά δεν είναι στη μόδα να το δηλώνεις αυτό. Έχω αρκετούς πιστούς γνωστούς μου που το κρύβουν για να μην τους θεωρήσουν στον περίγυρό τους οπισθοδρομικούς. Όμως ο Χριστός, αν θυμάστε, ζητά τη μαρτυρία μας, διότι χριστιανός και δειλός δεν πάει...).

Μάρω Βαμβουνάκη

Τους πέταξε ένα κάστανο...

Ο άγιος Παΐσιος προσπαθεί με χίλιους τρόπους να πει στην εκκλησιαστική ηγεσία πως κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο που ορισμένοι κληρικοί αντιλαμβάνονται την υγιή θρησκευτικότητα τον 21ο αιώνα, αλλά για ένα περίεργο λόγο κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Τους πέταξε ένα κάστανο, δεν κατάλαβαν. Τους πέταξε παντόφλα, τίποτα. Έσκισε τη φανέλα του, μάταια. Τώρα με μια Ζακέτα μέσα στο καλοκαίρι ίσως κάποιος πάρει το "μήνυμα". Ίσως κι όχι...

Ανδρέας Λουδάρος

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Γιατί δεν μετανοούμε;

Παρά τα αμέτρητα βιβλία που διαβάζουμε, τα πάμπολλα κηρύγματα που ακούμε, τις άπειρες φορές που εξομολογούμαστε και κοινωνούμε, γιατί δεν μετανοούμε; Τι φταίει και δεν αλλάζουμε πραγματικά; Γιατί μερικοί άνθρωποι αλλάζουν με ένα κήρυγμα ή με μια εξομολόγηση μόνο, που τους μεταβάλλει όλη τους τη ζωή;

Τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η μετάνοια; Πως πλησιάζεται και πως κατακτιέται;

Γιατί οι κληρικοί είμαστε οι πιο δύσκολοι σε μετάνοια απ' όλους;

***

Ίσως θάπρεπε ν' αρχίσουμε από την τελευταία ερώτηση. Στα χρόνια του Χριστού οι πιο δυσκίνητοι προς μετάνοια ήταν οι θρησκευτικοί άνθρωποι και οι πιο πρόθυμοι ήταν οι κοσμικοί. Έχει κάτι ο τρόπος που θρησκεύουμε ώστε να μας εμποδίζη από το να μετανοήσουμε; Ποιο είναι το σκουλήκι που κατατρώγει την ψυχή μας και απομυζά την επιθυμία μας; Πως καταφέραμε να βάλουμε τον εαυτό μας σ' αυτό το οξύμωρο;

Οι ράθυμοι και αμελείς κοσμικοί, όσοι έχουν ενδώσει σε πάθη πολλά και σκληρά, τελικά βρίσκουν πιο εύκολα το δρόμο για τον Θεό. Οι εγκρατείς και αυτοκυριαρχημένοι, όσοι αρνήθηκαν χαρές του κόσμου υποτίθεται για την αγάπη Του, τους είναι πιο δύσκολο να Τον αγαπήσουν. Εκείνοι που χρησιμοποίησαν αδέξια και καταστροφικά την αγαπητική τους δύναμη φτάνουν κάποτε να το δούν και βρίσκουν το κουράγιο να τ' αλλάξουν. Εκείνοι που δεν είχαν το «προνόμιο» ν' αμαρτήσουν πολύ, αγνοούν ότι δεν αγαπούν. Και φαίνεται ότι όποιος δεν μπορεί ν' αγαπήση γίνεται ανίκανος να μετανοήση.

Μήπως εκεί βρίσκεται η απάντηση; Μήπως η σημερινή μας εκκλησιαστική οικογένεια, όπως ακριβώς και η παλιά ιουδαική, συγκροτήθηκε μ' αυτό βασικά το σκεπτικό και μ' αυτή την πρόθεση: ν' απομονώση τον Θεό και τον άνθρωπο από την αγάπη μας; Μήπως ειδικά εκείνοι που πάσχουν από αναπηρίες της αγάπης είναι που αποφασίζουν να γίνουν «πιστοί»; Αν είναι έτσι, η θρησκευτικότητα που γεννιέται αυτονόητα εμποδίζει τη μετάνοια.

Υπάρχει και μια άλλη, εξ ίσου φρικτή υποψία. Πως οι θέσεις που κατέχουμε σήμερα οι «εκκλησιαστικοί» και οι «κοσμικοί» είναι αντεστραμμένες, πως η φυσιολογική μας θέση είναι ανάποδα. Απλώς έτυχε να γεννηθούμε στην απέναντι όχθη. Και οι πρώτοι βαλθήκαμε να συγυρίζουμε όπως-όπως το χάος μας για να το κάνουμε να δείχνη με το ζόρι βυζαντινός ναός. Οι δε άλλοι να στήνουν αυτοσχέδια και άτεχνα θυσιαστήρια μέσα στο τσαντήρι τους.

Επειδή δεν αντέχουμε να ομολογήσουμε ποιος είναι ο πραγματικός φυσικός μας χώρος, χτυπάμε τους «κοσμικούς» για να χτυπήσουμε αυτό που θέλουμε να ξορκίσουμε μέσα μας. Και με το να τους χτυπάμε κλείνουμε το δρόμο στη μετάνοιά μας, αρνούμαστε να δούμε κατάματα τον Άδη μας. Κι έτσι ο άλλος γίνεται η κόλασή μας: ο «αδιάφορος» σύζυγος για την «πιστή» γυναίκα, το «άσωτο» παιδί για τον «ευσεβή» πατέρα, οι «ανήθικοι» νέοι για τον ευσυνείδητο ιεροκήρυκα, οι «εχθροί» της Εκκλησίας για τον δραστήριο επίσκοπο και πάει λέγοντας.

Είμαστε κοσμικώτεροι και από τους κοσμικούς. Ζηλεύουμε την ελευθερία τους και τις απολαύσεις τους, πόθος μας είναι η εξουσία πάνω στις ψυχές των πιστών σαν ζηλότυποι εραστές τους, η πολιτική με το ήθος της είναι η ανομολόγητη δίψα μας. Στα αμαρτήματα που έχουμε ιεραρχήσει ψηλά στην κλίμακα της βαρύτητας (σαρκικά) η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο (αν και τελευταία κι αυτός έχει αρχίσει να χαλαρώνη). Σ' εκείνα όμως που αυθαίρετα τα τοποθετήσαμε χαμηλά και γι' αυτό τα καταστέλλουμε λιγώτερο (ναρκισσισμός, εξουσία, αντιπάθεια) αποκαλύπτεται που πραγματικά βρισκόμαστε και ξεσκεπάζεται η σαθρότητα του οικοδομήματος.

Δεν μετανοούμε διότι ο ψυχισμός μας δεν ζη την Εκκλησία ως φυσικό του χώρο. Δεν θέλει να στερηθή αυτά που κρυφά επιθυμεί (και που έτσι κι αλλιώς δεν θα τα έχη ποτέ, αυτός είναι ο παραλογισμός). Ο Freud είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι καταδίκη μιας καταστάσεως σημαίνει την ασυνείδητη επιθυμία της: ο φαρισαίος περιφρονούσε τον τελώνη διότι ζήλευε όσα είχε κάνει.

Ζούμε σε λάθος χώρο, κάνουμε λάθος κληρικούς, έχουμε λάθος «άσωτους». Τριγύρω μας κυκλοφορούν κάθε μέρα πλήθος αληθινών ανθρώπων που θα άξιζαν να είναι συνειδητά πιστοί, που θα έπρεπε να είναι οι κληρικοί μας. Και πολλοί από μας δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι ούτε για κατηχούμενοι. Στα διαλείμματα των εκκλησιαστικών μας μηχανορραφιών εξομολογούμε τους ξέμπαρκους που κλαίνε αληθινά και που μετά δεν συνεχίζουν συστηματική πνευματική ζωή. Δεν ξέρουν γιατί, αλλά πάντως κάτι δεν τους εμπνέει να συνεχίσουν.

Λάθος κίνητρα με λάθος σκοπούς, τι πιο φυσικό ανάμεσά τους να ξεφυτρώνουν λάθος κριτήρια για τις ιερατικές κλίσεις. Οι κληρικοί δυσκολευόμαστε περισσότερο απ' όλους να μετανοήσουμε διότι το μεγαλύτερο υπαρξιακό μας ψέμα είναι η ίδια μας η ιερωσύνη. Δεν έχουμε το ψυχικό σθένος, ούτε ν' απαρνηθούμε από πριν τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει, ούτε έστω να το ομολογήσουμε κατόπιν εορτής.

Η Εκκλησία μας αρνείται να μετανοήση διότι σ' αυτή την περίπτωση θα έπρεπε ν' αρνηθή τον εαυτό της και ν' αρχίση να οικοδομή μία άλλη Εκκλησία. Θα χρειαζόταν να μαζέψη κόσμο από «τας οδούς και τας ρύμας» οι οποίοι θα έκαναν το σημερινό εκκλησίασμα «κυρίων» να δυσφορήση. Δηλαδή θα χρειαζόταν να πάρει ριζικές αποφάσεις. Τώρα οι αποφάσεις αυτές αναβάλλονται επ' αόριστον.

Μέχρι τότε που ο Θεός θα διαλέξη το δικό Του τρόπο για να μας εξαναγκάση σε μετάνοια. Ίσως περιμένει να έχη ειπωθή προηγουμένως κάθε ωραίο κήρυγμα περί μετάνοιας που μπορεί να ειπωθή. Μέχρι τότε θα πρέπη να παραδεχθούμε κατά πρόσωπο ότι δεν επιθυμούμε να μετανοήσουμε. Και να μετανοούμε γι' αυτό.

--------------▪︎-------------▪︎----------▪︎--------▪︎------

π. Βασίλειος Θερμός

Εκ της αυλής ταύτης (Κείμενα εκκλησιαστικής κριτικής) - Εκδόσεις Αρμός

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε ' Ματθαίου - Η θεραπεία των Γεργεσηνών

Στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πόσο οἰκεία μᾶς εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Κάθε φορὰ πού τή διαβάζουμε, ἀνακαλύπτουμε ξανά κάτι πού ἀγγίζει τήν καρδιά μας ἤ φωτίζει μέ ἕνα νέο φῶς τό νοῦ μας. Καί σήμερα θά ἤθελα νά στρέψω τήν προσοχή σας σέ τρία χαρακτηριστικά σημεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου.

Τό πρῶτο εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ δαιμόνων, τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ, στά θύματά τους. Οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ δέν ἔχουν ἄλλο σκοπό ἤ ἐπιθυμία ἀπό τό νά κυριέψουν ἕνα ζωντανό πλάσμα, νά τό κάμουν νά ὑποφέρει καί νά ἐκπληρώνει τό θέλημά τους. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι οἱ δαίμονες δέν δροῦν ἄμεσα στόν κόσμο· αὐτό πού μποροῦν νά κάνουν εἶναι νά σκλαβώνουν τά ἀνθρώπινα ὄντα καί νά τά χρησιμοποιοῦν γιά νά κάμουν τό κακό. Ἔτσι σ’ αὐτό ἀποσκοποῦσαν αὐτές οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ: νά σκλαβώσουν αὐτούς τούς ἄνδρες καί νά τούς κάνουν ὄργανο καταστροφῆς καί συνάμα νά ὑποφέρουν.

Ὅταν ὁ Χριστός τούς διέταξε νά ἀφήσουν τά θύματά τους ἔκραξαν μέ φωνή μεγάλη, ζητώντας ἕνα μέρος νά καταφύγουν, ἕνα μέρος ὅπου θά μποροῦσαν νά διαμείνουν καί νά κάμουν τό καταστροφικό τους ἔργο. Καί ὁ Κύριος τοὺς ἐπέτρεψε νά πᾶνε στούς χοίρους. Οἱ χοῖροι, γιά τούς Ἑβραίους, συμβόλιζαν τήν ἀκαθαρσία· τό αἴτημά τους νά κατοικήσουν ἐκεῖ ἦταν ἕνα σημεῖο προφανές γιά τόν καθένα πού μποροῦσε νά καταλάβει – καί κάθε Ἑβραῖος καταλάβαινε – ὅτι ἦταν τόσο ἀκάθαρτοι ὅσο τά πιό βρώμικα ἀπό τά ζῶα. Ἀλλά αὐτό πού ἀκολούθησε μετά, ἦταν μία ἀπόδειξη γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ τί συμβαίνει ὅταν ἐπιτρέπουμε στόν ἑαυτό μας νά καταληφθεῖ ἀπό τό κακό, ὅταν ἐπιτρέπουμε στά πάθη νά ἀποκτήσουν ἰσχύ ἐπάνω μας- στό μίσος, στή λαγνεία, στή ζήλεια, καί σ’ ὅλα τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὑπό τήν ἐξουσία τῶν παθῶν, εἴμαστε καταδικασμένοι νά καταστραφοῦμε, ὅπως αὐτό τό κοπάδι πού ὁδηγήθηκε στό χαμό.

Θά πρέπει αὐτό νά τό θυμόμαστε, ἐπειδή δέν συνειδητοποιοῦμε πάντα πόσο πολύ εἴμαστε ἀγκιστρωμένοι στήν δύναμη αὐτῶν τῶν πραγμάτων πού κυβερνοῦν τήν ζωή μας: συμπάθειες, ἀντιπάθειες, μίση, μνησικακίες. Δέν εἴμαστε μοναχά ὑπό τό κράτος τῶν παθῶν αὐτῶν, ἀλλά δουλεύουμε στό κακό ὄντας ὑποταγμένοι στήν δύναμή του. Καί ἡ προειδοποίηση εἶναι ξεκάθαρη: ἐάν μόνο ἐπιτρέψουμε στό κακό νά κυριαρχήσει στή ζωή μας, αὐτό θά σημάνει τὸν θάνατο· ὄχι ἕναν φυσικό θάνατο, ἀλλά μιὰ ὁλοκληρωτική, τραγική ἀλλοτρίωση ἀπ’ ὅ,τι σημαίνει ἡ ζωή: ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν ἀγάπη, ἀπό τήν ὀμορφιά, ἀπό κάθε νόημα ζωῆς. Δέν μποροῦμε νά πάψουμε νά ὑπάρχουμε, ἀλλά ζοῦμε μέσα ἀπό μία ὕπαρξη χωρίς ζωή, χωρίς περιεχόμενο – ἕνα ἀδειανό κοχύλι, καί ἀκόμη ἕνα μαρτύριο.

Σέ ἀντίθεση μέ αὐτό, βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη σάρκα. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός, αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου, ἔχει ξεχάσει τά πάντα, ὅλη τήν κτήση, γιά νά δώσει προσοχή μόνο σ’ αὐτούς τούς δύο ἄνδρες πού ἔχουν ἀνάγκη νά σωθοῦν, πράγματι εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀφήσει ἐνενήντα ἐννέα δίκαιους, ἐνάρετους ἀνθρώπους πού δέν Τόν χρειάζονται ἐκείνη τήν στιγμή, γιά νά δώσει ὅλη τήν προσοχή, τήν ζωή Του, ὅλη Του τήν δύναμη, προκειμένου νά σώσει αὐτούς τούς δύο ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά δεῖ, μπροστά στίς ἀνάγκες ὅλου τοῦ κόσμου, κάθε προσωπική ἀνάγκη καί νά ἀνταποκριθεῖ μέ ὅλη τήν ἀγάπη Του, μέ συμπόνια, μέ ὅλη τήν κατανόηση καί μέ τήν Θεική Τοῦ δύναμη πού σώζει καί θεραπεύει.

Ὑπάρχει μία τρίτη ὁμάδα ἀνθρώπων πού βλέπουμε νά ἐνεργοῦν σ’ αὐτήν τήν ἱστορία· εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς. Γνώριζαν τήν ἀπελπιστική κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· τούς εἶπαν τί ἔκαμε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, τούς εἶπαν ποιός ἦταν ὁ ἀφέντης τους, ὁ βασανιστής τους· δέν θά ὄφειλαν νά ἔρθουν νά δοξάσουν τόν Κύριο καί νά Τόν εὐχαριστήσουν ποὺ λύτρωσε τούς δύο ἄνδρες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ; ΟΧΙ! Αὐτό πού εἶδαν στήν πράξη τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὅτι στερήθηκαν τό κοπάδι τῶν χοίρων. Τί σήμαινε γι’ αὐτούς ἡ ζωή, ἡ ὑγεία, ἡ σωτηρία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων; Στεροῦνταν ὅ,τι τούς ἦταν σημαντικό, περισσότερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ριψοκινδυνέψουν ἄλλο ἕνα θαῦμα πού θά τούς στοίχιζε. Τί τραγική – ὄχι τερατώδης, ἀλλά τραγική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν στάση τοῦ Θεοῦ καί τήν στάση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Ἄς σκεφθοῦμε καί ἄς ρωτήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ποῦ βρισκόμαστε; Φυσικά τό πρῶτο πράγμα πού θά ποῦμε, «ὅτι εἴμαστε μέ τό μέρος τοῦ Θεοῦ» – δέν εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχει μία τραγική ἀνάγκη καί ἡ ἀξία τῆς βοήθειας δέν θά εἶναι ἴσως γιά μᾶς μιὰ καταστροφή, ἀλλά πόνος ἤ ἀπώλεια, τί θά διαλέγαμε; Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικά μέ αὐτό: εἴμαστε στ’ ἀλήθεια μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά συγχωρέσει ὅλο τόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς συμπόνιας πού διαπερνᾶ τήν καρδιά Του, ἤ – ἐπιτρέπουμε στήν καρδιά μας νά συγκινηθεῖ γιά μιὰ στιγμή καί τότε ὑπολογίζοντας ξανά τό τίμημα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη;

Ἄς συλλογιστοῦμε· ἐπειδή κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες, κάθε παραβολή, κάθε εἰκόνα, κάθε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς μία πρόκληση: Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι; Ὁ δαιμονισμένος τῆς παραβολῆς· σέ τί βαθμό; Ἕνας ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ ἕτοιμος νά λησμονήσει τά πάντα γιά μιὰ ἀπελπιστική ἀνάγκη; Ἤ ἴσως ἕνας ἀπό ἐκείνους πού λένε στόν Χριστό: Φύγε, φύγε μακρυά – Διαταράσσεις τήν εἰρήνη μας, τήν ἁρμονία τῆς ζωῆς μας καί τήν ἀσφάλειά μας;

Ἄς ἀναλογιστοῦμε σέ βάθος· ὄχι μόνο νά σκεφτοῦμε, ἄς πάρουμε τίς ἀποφάσεις μας καί ἄς ἐνεργήσουμε. Ἀμήν.

30 Ἰουνίου 1991

Μητρ. του Σουρόζ ΑΝΤΩΝΙΟΣ

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Η αγιότητα...

Η αγιότητα

δεν είναι απλά “ορθότητα”

ή “τιμιότητα”,

για την οποία οι “ηθικοί”

πρόκειται να “ανταμειφθούν”

στην Ουράνια Βασιλεία του Θεού.

Είναι εκείνο το ύψος,

κατά το οποίο

οι άνθρωποι είναι πλημμυρισμένοι

με τη Χάρη του Θεού,

η οποία διοχετεύεται από αυτούς

προς όλους όσους τους συναναστρέφονται.

Η αγιότητα των αγίων,

προέρχεται από τη δική τους

άμεση και συνεχή θεωρία της δόξας του Θεού.

ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΜΑΞΙΜΟΒΙΤΣ

Ο Ύμνος της Αγάπης

Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.

Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται.

Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι’ εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.

Απόδοση στη νεοελληνική:

Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει ή σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του. Και αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι τίποτε απολύτως.

Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αv παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.

Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει

Αν υπάρχουν ακόμα προφητείες, θα έλθει μέρα που και αυτές θα καταργηθούν αν υπάρχουν χαρίσματα γλωσσών και αυτά θα σταματήσουν αν υπάρχει γνώση και αυτή θα καταργηθεί. Γιατί τώρα έχουμε μερική και όχι τέλεια γνώση και προφητεία• όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα ως νήπιο, σκεφτόμουν ως νήπιο, έκρινα ως νήπιο.

Όταν έγινα άνδρας, κατάργησα τη συμπεριφορά του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και μάλιστα θαμπά, τότε όμως θα βλέπουμε το ένα πρόσωπο το άλλο πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος από την αλήθεια, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως ακριβώς γνωρίζει και εμένα ο Θεός. Ώστε τώρα μας απομένουν τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η αγάπη.

Απόστολος Παύλος