«Ακούω τον τελευταίο καιρό ανθρώπους να φωνάζουν ότι διώχνουν τον Χριστό από την Αγία Τράπεζα. Το λένε με τόση βεβαιότητα, ώστε ένας απλός πιστός μπορεί να νομίσει πως ο ιερέας που δεν τοποθετεί τον μεγάλο Εσταυρωμένο πίσω από το θυσιαστήριο αρνείται το Πάθος του Κυρίου.
Και στενοχωριέμαι.
Πώς φθάσαμε να μιλούμε τόσο απερίσκεπτα για τα άγια πράγματα; Πώς έγινε μια διαφορά λειτουργικής διατάξεως αφορμή να αμφισβητείται η ορθόδοξη πίστη κληρικών και θεολόγων; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να μετρούμε την αγάπη ενός ανθρώπου προς τον Εσταυρωμένο από το ύψος και τη θέση ενός ξύλινου σταυρού;
Θα ήθελα να παρακαλέσω όσους αγωνιούν να κάνουν πρώτα κάτι απλό.
Να έρθουν στο Άγιον Όρος.
Να μπουν στα καθολικά των παλαιών μονών, να σταθούν με ευλάβεια μπροστά στο τέμπλο, να ζητήσουν να γνωρίσουν την ιστορία και τη διάταξη του Ιερού Βήματος. Να δουν πώς διαφυλάχθηκε η λειτουργική παράδοση μέσα σε αιώνες προσευχής.
Και όπου συναντήσουν διαφορετική διάταξη, να μην αρκεσθούν σε μια φωτογραφία. Να ρωτήσουν πότε διαμορφώθηκε, ποια μαρτυρία τη στηρίζει, ποια είναι η λειτουργική της σημασία.
Το Άγιον Όρος δεν είναι έκθεση εκκλησιαστικών επίπλων. Ούτε όλες οι μονές του έχουν απαράλλακτη ιστορία και διακόσμηση. Είναι όμως τόπος όπου η παράδοση μπορεί να μελετηθεί μέσα στη ζωντανή λατρεία, μακριά από τις κραυγές των διαδικτυακών αντιπαραθέσεων.
Εκεί θα καταλάβουμε και κάτι που αρκετοί αποφεύγουν να διακρίνουν.
Άλλο ο Τίμιος Σταυρός. Άλλο η εικόνα του Χριστού επάνω στον Σταυρό. Και άλλο η αξίωση να βρίσκεται υποχρεωτικά μια συγκεκριμένη εικονογραφική κατασκευή πίσω από κάθε Αγία Τράπεζα.
Δεν πρόκειται για σχολαστική λεπτομέρεια.
Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δοξάζει τον Τίμιο Σταυρό, διδάσκει τη σωτηριολογική σημασία του Πάθους. Δεν συντάσσει οδηγίες για τη διακόσμηση του Ιερού Βήματος.
Όταν ο Απόστολος Παύλος καυχάται στον Σταυρό του Χριστού, δεν καθορίζει πού θα τοποθετηθεί μια συγκεκριμένη παράσταση της Σταυρώσεως.
Και όταν η Εκκλησία ψάλλει «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα», ομολογεί τον Σταυρό του Κυρίου και δοξάζει την Ανάστασή Του. Η ομολογία αυτή δεν εξαρτάται από μία μοναδική αρχιτεκτονική διάταξη.
Ας διαβάσουμε επιτέλους τους Πατέρες χωρίς να τους αναγκάζουμε να απαντούν σε ερωτήματα που δεν τους τέθηκαν.
Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης περιγράφει πίσω από το θυσιαστήριο, προς ανατολάς, τον θείο Σταυρό. Και μάλιστα τον ερμηνεύει ως το όργανο της θυσίας του Χριστού, με το τετραμερές σχήμα του και τη βαθιά κοσμολογική και σωτηριολογική σημασία του.
Προσέξτε τι γράφει.
Σταυρός.
Δεν περιγράφει ρητώς τον μεγάλο Εσταυρωμένο της νεότερης ενοριακής διατάξεως.
Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτει την εικόνα του Εσταυρωμένου. Σημαίνει πως η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως απόδειξη για κάτι περισσότερο από όσα πράγματι λέγει.
Μα είναι δυνατόν να επικαλούμαστε έναν άγιο για να υπερασπισθούμε την παράδοση και να παραβλέπουμε τις ίδιες του τις λέξεις;
Θα αναφερθώ και σε μια παλαιότερη μαρτυρία, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στην Έκθεσιν τῆς Βασιλείου Τάξεως, το περίφημο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογεννήτου, περιγράφεται ο αυτοκράτορας να προσκυνεί τον Σταυρό κατά το τελετουργικό της αυλής.
Η διατύπωση είναι σαφής: «καὶ προσκυνήσας τὸν σταυρὸν ὁ βασιλεύς».
Εδώ μαρτυρείται η προσκύνηση του Σταυρού. Δεν περιγράφεται μεγάλος Εσταυρωμένος πίσω από την Αγία Τράπεζα. Ούτε όμως μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτή τη σιωπή ότι κάθε σταυρός της εποχής ήταν απαραιτήτως χωρίς παράσταση του Χριστού.
Αυτό απαιτεί η ιστορική εντιμότητα.
Η βυζαντινή λατρεία γνώρισε σταυρούς λιτανευτικούς, ευλογίας, προσκυνήσεως και διαφορετικές εικονογραφικές μορφές. Η ιστορία τους δεν χωρά στις εύκολες βεβαιότητες όσων αναζητούν ένα πατερικό χωρίο για να τελειώσουν μια σύγχρονη διαφωνία.
Αλλά το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού.
Όταν ένας άνθρωπος ακούει ότι απομακρύνθηκε ο Εσταυρωμένος από μια συγκεκριμένη θέση, μπορεί να αισθανθεί πραγματικό πόνο. Έχει προσευχηθεί μπροστά σε αυτή την εικόνα. Την έχει συνδέσει με τους γονείς του, με την παιδική του ηλικία, με τη Μεγάλη Παρασκευή. Δεν πρέπει να περιφρονούμε αυτή τη σχέση.
Ούτε όμως να την εκμεταλλευόμαστε.
Αν ο άνθρωπος αυτός πιστέψει πως ο Χριστός απουσιάζει από το θυσιαστήριο επειδή μετακινήθηκε μια εικόνα, τότε δεν τον βοηθήσαμε να κατανοήσει τη Θεία Ευχαριστία.
Τον αφήσαμε να συγχέει το σημείο με το Μυστήριο.
Και αυτό, αδελφοί μου, είναι πολύ σοβαρότερο από τη διαφωνία για τη θέση του Εσταυρωμένου.
Διότι επάνω στην Αγία Τράπεζα τελείται η Θεία Ευχαριστία.
Ο άρτος και ο οίνος προσφέρονται και καθαγιάζονται ως Σώμα και Αίμα Χριστού. Ο πιστός καλείται να κοινωνήσει τον ίδιο τον Κύριο. Η θυσία του Γολγοθά δεν επαναλαμβάνεται ως νέο ιστορικό γεγονός, αλλά η μία και ανεπανάληπτη θυσία του Χριστού γίνεται μυστηριακά παρούσα στη ζωή της Εκκλησίας.
Τι θα πούμε λοιπόν;
Ότι ο Χριστός απουσιάζει επειδή δεν βλέπουμε πίσω από την Αγία Τράπεζα τη συγκεκριμένη εικόνα Του;
Πόσο λίγο έχουμε κατανοήσει το Μυστήριο, αν τολμούμε να το υπονοήσουμε!
Και δεν αναφέρομαι εδώ στους απλούς ανθρώπους που αγωνιούν. Αναφέρομαι κυρίως σε εμάς που έχουμε την ευθύνη να τους διδάσκουμε.
Ένας ιερέας μπορεί να αγαπά βαθιά τον Εσταυρωμένο και να επιθυμεί τη διατήρησή Του στη γνωστή θέση. Άλλος μπορεί, για τεκμηριωμένους λειτουργικούς λόγους, να προκρίνει διαφορετική διάταξη.
Από πότε αυτή η διαφορά αρκεί για να χωρίσει τους δύο ανθρώπους σε ομολογητές και αρνητές του Χριστού;
Η Εκκλησία έχει κανόνες, ιεραρχική ευθύνη, λειτουργική συνέχεια. Καμία αυθαίρετη αλλαγή δεν δικαιώνεται απλώς επειδή παρουσιάζεται ως επιστροφή στην αρχαιότητα. Αλλά ούτε κάθε ιστορική διερεύνηση αποτελεί επίθεση στην πίστη.
Ο Άγιος Παΐσιος μάς δίδαξε με τη ζωή του πόσο εύκολα ο ζήλος, όταν χωρίζεται από τη διάκριση, μπορεί να πληγώσει τον άνθρωπο που υποτίθεται πως θέλουμε να βοηθήσουμε.
Σκέφτομαι συχνά πόσο θα μας ωφελούσε να μιλούσαμε λιγότερο για την ευσέβειά μας και να προσπαθούσαμε περισσότερο να αποκτήσουμε το πνεύμα των αγίων.
Γιατί είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι τον Εσταυρωμένο με θυμό.
Δύσκολο να υπομείνεις την αδικία χωρίς να ανταποδώσεις.
Εύκολο να καταγγείλεις έναν θεολόγο.
Δύσκολο να μελετήσεις προσεκτικά το επιχείρημά του, να αναγνωρίσεις πού έχει δίκιο και να του απαντήσεις χωρίς να τον εξευτελίσεις.
Εύκολο να απαιτείς να παραμείνει ένας Εσταυρωμένος πίσω από την Αγία Τράπεζα.
Δύσκολο να δεχθείς πως ο άνθρωπος που σε στενοχώρησε είναι κι εκείνος εικόνα του ίδιου Εσταυρωμένου.
Και εδώ βρίσκεται ένας πειρασμός που με φοβίζει.
Να μετατρέψουμε την υπεράσπιση του Σταυρού σε αφορμή για να σταυρώνουμε με τα λόγια μας τους αδελφούς μας.
Δεν αγιάζει ο θυμός επειδή έχει θρησκευτικό αντικείμενο.
Ούτε αποκτά πατερικό κύρος μια κατηγορία επειδή συνοδεύεται από παραπομπές στη Μigne.
Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι ο Εσταυρωμένος δεν υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε θέση πίσω από την Αγία Τράπεζα, ας προσκομίσει την ιστορική τεκμηρίωση που απαιτεί μια τόσο απόλυτη διατύπωση.
Αν κάποιος άλλος ισχυρίζεται ότι ο σημερινός μεγάλος Εσταυρωμένος αποτελεί αμετάβλητη διάταξη από τους αποστολικούς χρόνους, ας αποδείξει και εκείνος τον ισχυρισμό του.
Η θεολογία δεν ωφελείται από καμία από τις δύο υπερβολές.
Και οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν έχουν ανάγκη να γίνουν όπλα στις αντιπαραθέσεις μας. Η λειτουργική τους παράδοση αξίζει να μελετηθεί με σοβαρότητα, όχι να χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά ως επιχείρημα νίκης.
Θα ήθελα, λοιπόν, να ρωτήσω εκείνους που τόσο εύκολα καταδικάζουν.
Ποιος από εμάς προσευχήθηκε για τον ιερέα τον οποίο κατηγορεί;
Ποιος κάθισε να συζητήσει μαζί του χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν ότι είναι εχθρός της παραδόσεως;
Ποιος εξήγησε στον λαό τη διαφορά ανάμεσα στον Σταυρό ως σημείο της νίκης του Χριστού, στην εικόνα της Σταυρώσεως και στη συγκεκριμένη λειτουργική τους τοποθέτηση;
Αντί γι’ αυτό, καλλιεργούμε τον φόβο.
Και ο φοβισμένος άνθρωπος, όταν στερείται θεολογικής παιδείας, μπορεί να οδηγηθεί σε μεγάλη πνευματική σύγχυση.
Θα αρχίσει να εξετάζει κάθε ναό με καχυποψία. Θα κοιτάζει πίσω από την Αγία Τράπεζα για να αποφασίσει αν ο ιερέας είναι ορθόδοξος. Θα θεωρεί ύποπτη κάθε διαφορετική συνήθεια, ακόμη κι όταν αυτή μαρτυρείται σε σεβάσμιους τόπους της εκκλησιαστικής παραδόσεως.
Και τελικά μπορεί να φθάσει στο σημείο να προσέρχεται στη Θεία Λειτουργία περισσότερο για να ελέγξει τον λειτουργό παρά για να μετανοήσει.
Τι κερδίσαμε τότε;
Του διδάξαμε τον Σταυρό ή του μάθαμε την καχυποψία;
Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι έμβλημα παρατάξεως.
Δεν παραδόθηκε στην Εκκλησία για να χωρίζουμε τους πιστούς σε στρατόπεδα ανάλογα με τις προτιμήσεις τους στη διάταξη του Ιερού Βήματος.
Είναι το σημείο της άκρας ταπεινώσεως του Κυρίου, της εκούσιας θυσίας Του, της αγάπης που φθάνει μέχρι τον θάνατο.
Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδειξε με ολόκληρο τον αγώνα του ότι η δογματική αλήθεια αξίζει κάθε θυσία. Αλλά ο αγώνας του αφορούσε την ίδια την ομολογία για τον Χριστό, όχι την αναγωγή κάθε λειτουργικής διαφοροποιήσεως σε δογματική αποστασία.
Ας μάθουμε επιτέλους να διακρίνουμε το μέγεθος των πραγμάτων.
Δεν είναι κάθε μεταβολή αθώα.
Δεν είναι όμως και κάθε μεταβολή αίρεση.
Και όποιος αγαπά την παράδοση οφείλει να γνωρίζει την ιστορία της, ακόμη κι όταν αυτή αποδεικνύεται πολυπλοκότερη από όσα είχε συνηθίσει να πιστεύει.
Ο Χριστός επάνω στον Γολγοθά δεν ζήτησε να υπερασπισθούν την τιμή Του καταστρέφοντας τους ανθρώπους που Τον σταύρωναν.
Προσευχήθηκε γι’ αυτούς.
«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» (Λουκ. 23,34).
Αυτή την προσευχή ας την έχουμε στον νου μας όταν μιλούμε για τον Εσταυρωμένο.
Και ας αφήσουμε τους λειτουργιολόγους να ερευνήσουν τις ιστορικές μαρτυρίες, τους επισκόπους να αναλάβουν την ευθύνη των λειτουργικών αποφάσεων και τους πιστούς να γνωρίσουν την αλήθεια χωρίς εκφοβισμό.
Η συζήτηση για τη θέση του Εσταυρωμένου μπορεί να γίνει με σεβασμό και τεκμηρίωση. Δεν χρειάζεται να αφαιρέσουμε από κανέναν την ορθόδοξη ταυτότητά του για να υπερασπισθούμε τη δική μας άποψη.
Και όταν κάποιος μας πει πως απομακρύνοντας μια συγκεκριμένη παράσταση διώχνουμε τον Χριστό από την Αγία Τράπεζα, ας τον παρακαλέσουμε να πλησιάσει με φόβο Θεού στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.
Εκεί θα καταλάβει γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να μετρά την παρουσία του Κυρίου με τις διαστάσεις μιας εικόνας.
Ας μη φθάσουμε να υπερασπιζόμαστε με τόσο πάθος την εικόνα του Εσταυρωμένου, ώστε να πληγώνουμε χωρίς τύψεις τον άνθρωπο για τον οποίο Εκείνος σταυρώθηκε.»
μ. Θεόκτιστος ο Κρης