Ὁ Θεὸς ἔχει δώσει, λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μία δύναμι στὸν ἄνθρωπο:
«πάντας μεταφέρειν εἰς ἑαυτὸν τοὺς ἁγίους », νὰ μπορῆ νὰ φέρη ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω του.
Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους.
Πῶς;…
Μὲ τὴν μίμησι τῆς ζωῆς τους.
Ὅ,τι ἔκαναν αὐτοί, θὰ τὸ κάνωμε καὶ ἐμεῖς.
Ἂς ἑτοιμαζώμαστε νὰ μποῦμε στὴν πανήγυρι τῶν Ἁγίων.
Κανένας δὲν ὑπάρχει ἐδῶ μέσα ποὺ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῆ.
Ὁ καθένας μας, τὸ λέμε καὶ θὰ τὸ ξαναποῦμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω.
Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, χάλασαν τὰ χρόνια, Γέροντα. Ὄχι, δὲν χάλασαν τὰ χρόνια, ἔτσι ἦταν πάντοτε ἡ ζωή.
Μόνον νὰ ἔχωμε ζωντανὴ τὴν μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων στὴν καρδιά μας.
Κάποτε ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβᾶκος ἀπὸ τὴν Πάρο, ἅγιος ἄνθρωπος, μοῦ ἔλεγε κλαίγοντας ἕνα ὅραμά του.
Εἶχε ἀγωνία. Κάτι συνέβαινε στὴν Ἑλλαδικὴ κοινωνία καὶ ἔλεγε:
«Πῶς χάλασε ἡ κοινωνία; Πάει, θὰ πεθάνη ἡ κοινωνία»…
Καὶ ἀπογοητευμένος σηκώνει τὸ βλέμμα του καὶ τί βλέπει; Στρατιὰ ἀμέτρητη ἀπὸ Ἁγίους, μιλιούνια – οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος εἶχαν καὶ τὴν Παναγία μπροστά, ἡ Ὁποία ὕψωνε τὰ χέρια στὸν Χριστὸν καὶ ἔλεγε:
«Αὐτοὶ εἶναι δικοί μου…
Σὲ παρακαλῶ, ἐκείνους ποὺ εἶναι κάτω, θέλω νὰ σώσης».
Τότε τῆς λέγει ὁ Χριστός: «Μά, ἁμαρτάνουν». Καὶ ἡ Παναγία ἀπαντᾶ:
«Ἁμαρτάνουν· ἀλλά, ὅσο ὑπάρχει τὸ ἔλεός Σου καὶ ὅσο ὑπάρχω Ἐγώ, ἡ Μάνα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀφήσης νά χαθοῦν».
«Καλά, Μητέρα, θὰ σώσω καὶ αὐτούς».
Καὶ ὁ Γέροντας ἔβλεπε μυστικὰ νὰ προστίθενται, νὰ προστίθενται ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ βγαίνουν καινούργιοι Ἅγιοι.
Ἂς ἑτοιμαζώμαστε, ἀδελφοί μου.
Ἀξίζομε τόσο, ὅσο περισσότερο προσπαθοῦμε καὶ ὅσο περισσότερο δοκιμαζόμαστε καὶ προετοιμαζόμαστε γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι τύποι καὶ προτυπώσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄξιοι νὰ ἀριθμηθοῦμε ἀνάμεσα στὰ πλήθη τῶν Ἁγίων.
Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι ἑόρτιοι μυσταγωγικοί, σελ. 339-340, ἐκδόσεις « Ἴνδικτος», Ἀθήνα, Φεβρουάριος 2014.
