Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.

Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναζητούσε λίγη δροσιά...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φως. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Μεσοπεντηκοστή

«Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεὰν»

Κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γευόμαστε σὲ κάποιο βαθμὸ τὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Στὴ μέση αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νὰ τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν ἀγώνα νὰ προευπρεπίσουμε τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι διὰ Σταυροῦ ἡ χαρὰ καὶ ἡ Ἀνάσταση εἰσῆλθαν στὸν κόσμο.

Στὴ μέση της περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἑορτάζουμε τὴ Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τὴ δίψα γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς ἐνισχύει νὰ προσκαρτερήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὐ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους». Ἡ Μεσοπεντηκοστὴ ἀποτελεῖ τὸ προοίμιο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ὁ Κύριος θὰ χορτάσει τὴν πείνα τῆς ψυχῆς μας, «ἐν τῷ ὀφθῆναι ἡμῖν τὴν δόξαν Αὐτοῦ».

Ὁ Θεὸς μας εἶναι Θεὸς Παράκλητος. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι «ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως», ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, εἶναι ὁ πρῶτος Παράκλητος, ὁ Ὁποῖος στέλνει στὸν κόσμο τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Δηλαδή, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεὸς ἐλέους, Θεὸς παρακλήσεως, Θεὸς παρηγοριᾶς. Πῶς ὅμως νὰ φθάσει αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ στὸν ἄνθρωπο; Πῶς νὰ φθάσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸν πηλό; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔχει δώσει ἤδη ὁ προφήτης Δαυίδ: «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουθενώσει». Ὁ Θεὸς μας δηλαδὴ ἔχει μιὰ ἀδυναμία· κάμπτεται πάνω ἀπὸ τὴν πονεμένη καρδιὰ ποὺ κράζει πρὸς Αὐτόν. Εἶναι Θεὸς ἐλέους καὶ γι’ αὐτὸ πολὺ εὔκολα γίνεται οἰκεῖος μὲ τοὺς πιστοὺς ποὺ φέρουν πληγὴ στὰ στήθη τους, διψασμένο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦν τὴ δική Του ἄφθαρτη παρηγοριὰ καὶ παράκληση.

Μικρὸ μὲν πράγμα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ γεμίσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁ τόπος ὅπου ἡ αἰώνια ἡμέρα διαυγάζει καὶ Φωσφόρος ἀνέσπερος ἀνατέλλει. Ὅταν χαράξει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά, τότε ὁ «ὄντως ἄνθρωπος» ἀρχίζει καινούργια ζωή· «ἐξέρχεται ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας».

Ὅλες οἱ Γραφές, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη κάνουν λόγο γιὰ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου, γιὰ τὴ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὁποία κατασβήνει μόνο μὲ τὴ δωρεά Του. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ γνώριζε νὰ ἀνάγει τὴ δίψα του ἀπὸ τὸ βιοτικὸ στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Τὴ φυσικὴ δίψα του στὴν ἔρημο τὴ μετέτρεπε σὲ δίψα τῆς ψυχῆς «πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα»[.Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναφέρονταν στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς «μετ’ εὐφροσύνης» θὰ ἀντλοῦσε ὕδωρ «ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τὸ μεσσιανικὸ νερό, δηλαδὴ τὴν εὐδαιμονία μέσα στὴν εὐλογημένη καὶ ὑπεράγαθη Βασιλεία Του, μὲ τοὺς λόγους: «Ἐὰν τὶς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω». Ἡ συμπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν εἶναι ὁ Ἴδιος, τὸ Ἀρνίον, ποὺ «ποιμαίνει» τοὺς ἐκλεκτούς Του «καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

Τὸ τροπάριο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀποδίδει πολὺ ὄμορφά τὸ νόημα αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἐκφράζει τέλεια τὸν πόνο καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς, ποὺ ἂν καὶ βάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ τὴν ἀκηδία ποὺ πολεμάει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου, ὡστόσο, στρέφεται μὲ ὅλη τὴν ἔφεσή της πρὸς τὸν Κύριο, ἐκζητώντας τὴν κραταιὰ βοήθειά Του, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐπαξίως νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο.

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχήν, εὐσεβείας πότισον νάματα·

ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ οὐδέτερο. Ἐπαγγέλεται τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ χοϊκοῦ καὶ πεπερασμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄπειρο Θεό. Πολὺ θὰ ὠφελούμασταν, ἂν κάναμε δική μας, προσωπικὴ προσευχὴ λόγους σὰν τοὺς παραπάνω ἤ ἄν, ὡς προετοιμασία γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Πεντηκοστὴ θεοπρεπῶς, διαβάζαμε καθημερινὰ ἀργὰ καὶ προσεκτικὰ τὸν Ἄμωμο, ἀφήνοντας τὰ νοήματά του νὰ διαπεράσουν τὸ εἶναι μας. Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς ἐκφράζει καὶ καλλιεργεῖ τὴν ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καθὼς βάζει σὲ λόγια τὴν ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ«ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»· τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ νὰ μεταβεῖ ἀπὸ «τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα», ἀπὸ αὐτὴ τὴν παροδικὴ καὶ μάταιη ζωή, στὴν αἰώνια καὶ πλούσια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ παραμένει ἡ προσδοκία γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς σταθερὴ καὶ αὐξανόμενη, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρει συνεχῶς στὸν νοῦ του τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν ἀναμένει. Πρέπει νὰ μὴν ἀποκάμνει στὴν προσευχὴ νὰ καταξιωθεῖ «σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μεγάλη ἔμπνευση, διότι προσδοκοῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἐρχομὸς Του ἦταν γι’ αὐτοὺς ἐπικείμενος ἀνὰ πάσα στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχονταν: «Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος». Ἤξεραν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸν ἐρχομό της, ποὺ τέλειωναν τὴν προσευχὴ τοὺς λέγοντας, «μαρὰν ἀθά», «ἔρχου, Κύριε». Δὲν περίμεναν παθητικά, μὲ ἀδράνεια, ἀλλὰ Τὸν καλοῦσαν νὰ ἔλθει ταχέως. Καὶ ὄχι μόνο Τὸν καλοῦσαν, ἀλλὰ «ἔσπευδον πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Θεοῦ», ἔτρεχαν πρὸς τὸν Κύριο, ἐπισπεύδοντες τὴν παρουσία Του. Ἡ προσμονή τους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ ἐπισκίαζε τὰ πάντα καὶ τοὺς ἐνέδυε μὲ τὴν τόλμη νὰ ὁδηγοῦνται μὲ θάρρος ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο. Μὲ τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων, χάρη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς μεσιτεῖες τους, στερεώθηκε καὶ διατηρήθηκε ἡ πίστη πάνω στὴ γῆ.

Ἃς προετοιμαστοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὴ μεγάλη καὶ τελευταία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσω μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν», ὥστε νὰ τοὺς ὁδηγήσει «ἐν γῆ εὐθεία». Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν», ἄς παραδοθοῦμε στὸν συσσεισμὸ τῆς ἐνέργειας τοῦ Πνεύματός Του καὶ ἃς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ὥστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νὰ δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στὰ αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Καὶ γιὰ ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομιά, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν».

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Η ο­μορφιά κάποιων λέξεων...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φώς. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

«έτοιμο» δεν υπάρχει...

Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»....

Τι εννοώ: Τα θέλουμε όλα έτοιμα, ιδίως στην πνευματική ζωή, και χωρίς να κουρασθούμε και να αγωνισθούμε εμείς. Το ζω πολύ έντονα στην Άπω Ανατολή όπου αρκετοί επισκέπτες χριστιανοί παραπονούνται διότι δεν βρίσκουν τα «έτοιμα».

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.

Στην ενορία θέλουμε παπά δραστήριο, θαυματουργό και διορατικό... εμείς όμως στην οικογένεια θεωρούμε δυστύχημα ένα παιδί μας να ιερωθεί και βεβαίως ούτε κουβέντα να το οδηγήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση....

Θέλουμε Ψάλτες με αγγελική φωνή να σολάρουν και να σείεται ο τόπος... σιγά μην μπούμε στην διαδικασία να συμψάλλουμε... τσάμπα παράσταση...

Θέλουμε να επισκεπτόμασθε Μοναστήρια και να θαυμάζουμε τα έργα των μοναχών... ούτε λόγος όμως να γίνουμε εμείς μοναχοί ή να αφήσουμε κάποιο παιδί μας να ακολουθήσει την μοναχική πολιτεία... μακριά από εμάς...

«Ενθρονίζουμε» στους ναούς μας αντίγραφα θαυματουργών εικόνων... ετοιματζίδικο και δοκιμασμένο... γιατί να κουρασθούμε να προσευχηθούμε εμείς μπροστά στις υπάρχουσες εικόνες του ναού; Γιατί να τις βαπτίσουμε εμείς με τα δάκρυα της μετανοίας μας και να τις καθαγιάσουμε με την ως θυμίαμα αναπεμπομένη θερμή προσευχή μας; Αγωνίσθηκαν άλλοι... Γιατί να κουρασθούμε εμείς;

Καμαρώνουμε για την χριστιανική μας ιδιότητα... σε λειτουργίες όμως δεν πατάμε, μετάνοια δεν έχουμε, ακούμε για εξομολόγηση και ανατριχιάζουμε, νομίζουμε ότι ο Θεός μας το χρωστάει να μας βάλει στον παράδεισο και μάλιστα πρώτο τραπέζι πίστα...

Ξεχνάμε, όμως, ότι δίχως λίγο έστω κόπο, θέση κοντά στον Χριστό δεν έχουμε... Θυμηθείτε μετά την ανάσταση το περιστατικό όπου οι μαθητές βγήκαν στην στεριά μετά από μια νύχτα ψαρέματος και συνάντησαν στην παραλία τον Ιησού... Είχε φτιάξει μια ωραία θράκα με αναμμένα κάρβουνα και μόλις τους είδε τους είπε: φέρατε κανά ψαράκι να ψήσουμε; Οι μαθητές απάντησαν ότι δεν έπιασαν τίποτα. Τους ξαναέστειλε ο Ιησούς και τώρα οι μαθητές έπιασαν πλήθος ιχθύων. Βγαίνουν για δεύτερη φορά στην στεριά και βλέπουν στην θράκα ένα ψάρι να ψήνεται και ψωμί. Κι ο Ιησούς τους λέγει: Φέρτε και από τα ψάρια που πιάσατε, να τα ψήσουμε και να γευματίσουμε όλοι μαζί...

Συμπέρασμα: Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...

Νεκτάριος Τσίλης,

Μητροπολίτης Χόνγκ Κόνγκ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Εσύ πλάι μου...

Την αυγή, όταν ξυπνώ, οι πρώτες μου σκέψεις πετούν σε Εσένα· οι πρώτες κινήσεις της ψυχής απλώνονται προς το χαμόγελό Σου. Το πρώτο μου ψιθύρισμα – το όνομά Σου· η πρώτη μου έκπληξη – Εσύ πλάι μου...

Όπως το νήπιο, μετά από ένα φοβερό όνειρο, αγκαλιάζει τη μητέρα του και χαίρεται που το όνειρο δεν το χώρισε απ' αυτήν, έτσι και εγώ ξυπνώντας αγκαλιάζω Εσένα και χαίρομαι που το ταξίδι του ονείρου δεν με απομάκρυνε απ' το δικό Σου χέρι...

Πόσο αγενής είμαι απέναντί Σου, Αγάπη μου! Με τρώει η ντροπή, που είμαι τόσο αγενής απέναντί Σου. Και ενώ Εσύ δεν αποχωρίζεσαι εμένα ούτε λεπτό, εγώ στο όνειρο αποχωρίζομαι Εσένα ώρες ολόκληρες. Γι' αυτό καταριέμαι το όνειρο και τον ύπνο μου και θαυμάζω τις ουράνιες δυνάμεις, που δεν παίρνουν το βλέμμα τους από Εσένα ούτε νύχτα ούτε ημέρα.

Ο ύπνος με κουράζει, αλλά Εσύ με ξεκουράζεις. Δεν υπάρχει ανάπαυση στον κουρασμένο δίχως το δικό Σου κοίταγμα ούτε γλυκασμός στον πικραμένο δίχως την συζήτηση μαζί Σου ούτε υγεία στον άρρωστο δίχως το άγγιγμα των χεριών Σου ούτε κάθαρση στον ακάθαρτο δίχως το λούσιμο στην αγιότητά Σου.

Σπεύδω στον ναό Σου, μέσα από τους έρημους δρόμους σπεύδω και δεν συναντώ κανέναν στους έρημους δρόμους.

Όλοι κοιμούνται και στα όνειρά τους βασανίζονται που βρίσκονται τόσο μακριά Σου, αλλά Εσύ κάθεσαι σε κάθε προσκεφάλι και περιμένεις την επιστροφή των ψυχών από μακριά...

Η ντροπή με τρώει, Αγάπη μου! Πόσο αγενείς απέναντί Σου είναι οι ανθρώπινες ψυχές και πως για τόσο μεγάλα διαστήματα χωρίζουν από την Ζωή τους.

Και τα θηρία ξυπνούν την αυγή και Εσύ στέκεις δίπλα τους και τα ποιμαίνεις. Για την τροφή σκέφτονται τα θηρία του βουνού, για την τροφή σκέφτονται νωρίς το πρωί, όπως και εγώ. Δες· και εγώ σκέπτομαι για την τροφή μου πολύ νωρίς το πρωί και ξέρω πως μ' Εσένα μοναχά μπορεί η πείνα μου να κορεσθή. [...]

----------------▪︎-----------▪︎-----------------▪︎-------

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,

"Προσευχές στην λίμνη" - Εκδόσεις Ορμύλια.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη της ψυχής μας...

Όταν ασπαζόμαστε την εικόνα «Η εις Άδου Κάθοδος», τότε στην Ανάσταση δεν γιορτάζουμε μόνο ένα γεγονός που συνέβη μια φορά κάποτε, τότε που κατέβηκε ο Χριστός στον Άδη. Γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε κάτι το οποίο συμβαίνει διαρκώς.

Ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη της ψυχής μας, του καθενός, και πριν καν εμείς συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε Άδη μέσα μας.

Και όταν κάποτε συνειδητοποιήσουμε ένα μικρό μέρος απ' αυτό τον Άδη, απ' αυτό το σκοτάδι, τρομοκρατούμαστε, αρχίζουμε τις δικαιολογίες, κλείνουμε την πόρτα να μην το δούμε,τρόποι δηλαδή που ο άνθρωπος πάει να ξεφύγει απ' την ενοχή και την ντροπή. Και ξεχνάμε ότι ο Χριστός είναι ήδη εκεί, τα' χει δει όλα, πριν τα δούμε εμείς.

Έ, αυτό και μόνο μας δίνει τη δύναμη να αντέξουμε οτιδήποτε δούμε μέσα μας, γιατί ο Χριστός μας αγαπάει έχοντας δει όλα αυτά, τον Άδη του καθενός μας.

----------------▪︎-------------▪︎--------------▪︎------▪︎

π. Βασιλειος Θερμός,

Άνθρωπος μόνος και μπερδεμένος ψάχνει- Εκδόσεις Αρμός 2009.