Δευτέρα 20 Ιουλίου 2026

Μια μικρή πρασινάδα…

Βρέθηκα σήμερα σε έναν αρχαίο ναό της Ηπείρου, από εκείνους που στέκουν διάσπαρτοι στον τόπο μας, θυμίζοντας εποχές βαθιάς πίστης και ευλάβειας, που δυστυχώς στις ημέρες μας μοιάζουν να έχουν ξεθωριάσει.

Πριν ακόμη περάσω το κατώφλι του μικρού ναού, το βλέμμα μου στάθηκε σε μια μικρή πρασινάδα που ξεπρόβαλλε από μια εξωτερική κολόνα. Δίπλα της, μια διακριτική πινακίδα παρακαλούσε τον επισκέπτη να μην την κόψει.

Πόσα χρόνια βρίσκεται εκεί; Μόνον ο Δημιουργός το γνωρίζει. Εκείνος που την έκανε να φυτρώσει ανάμεσα στις πέτρες, Εκείνος που τη δροσίζει και τη διατηρεί καταπράσινη, ακόμη κι όταν η φύση αλλάζει τα χρώματά της.

Θαύμασα το μικρό αυτό φυτό. Περισσότερο όμως θαύμασα τη σιωπηλή του «ικεσία» προς τον άνθρωπο: «Άφησέ με να ζήσω».

Σκέφτηκα τότε πόσο διαφορετικά είναι τα έργα του ανθρώπου από τα έργα του Θεού. Ο άνθρωπος έκτισε τον ναό. Ύψωσε τους τοίχους, σκέπασε τη στέγη, λάξευσε την πέτρα, σκάλισε το ξύλο, στόλισε τους τοίχους με χρώματα και αγιογραφίες. Όμως αυτή τη μικρή πρασινάδα δεν μπόρεσε να τη δημιουργήσει. Άλλο Χέρι την έφερε στη ζωή και το ίδιο Χέρι εξακολουθεί να τη συντηρεί.

Ίσως τελικά εκείνο το μικρό, ταπεινό βλαστάρι να κήρυττε πιο δυνατά από πολλά λόγια. Μας θύμιζε ότι ο άνθρωπος μπορεί να οικοδομεί μνημεία, αλλά μόνο ο Θεός χαρίζει ζωή. Και εκεί όπου όλα φαίνονται άψυχα, Εκείνος μπορεί να κάνει να ανθίσει το πιο απροσδόκητο σημάδι της δημιουργικής Του αγάπης…

π. Θωμάς Ανδρέου

O Προφήτης Ηλίας, δεν είναι απλά...

O Προφήτης Ηλίας, δεν είναι απλά ο Πύρινος Προφήτης. Δεν είναι απλά ο ζηλωτής άνθρωπος του Θεού που φλέγεται από την αγάπη του για τον Κύριο. Ο Προφήτης Ηλίας είναι η φωτιά που καίει μέσα στον κάθε πιστό. Είναι η φωτιά που καίει μέσα μας.

Η ζωή του δεν είναι μόνο ο βίος ενός αγίου. Είναι η δική μας πνευματική πορεία. Η απογοήτευση που αισθάνεται όταν νομίζει ότι είναι ο μόνος που έχει μείνει στον κόσμο να πιστεύει στον αληθινό Θεό μας θυμίζει τη δική μας απογοήτευση όταν αδυνατούμε να βρούμε νόημα στη ζωή μας.

Η αγωνία του όταν βρίσκεται κυνηγημένος από την Ιεζάβελ, εξόριστος, μοιάζει με τη δική μας αγωνία, όταν βρισκόμαστε σε πνευματική ξηρασία.

Η σύγκρουσή του με τους ψευδοπροφήτες του Αχαάβ, είναι τόσο αδυσώπητη όσο και η δική μας όταν συγκρουόμαστε με τις αδυναμίες μας, τα πάθη και τους προσωπικούς μας δαίμονες.

Όταν ο Θεός στέλνει τα κοράκια να του φέρουν τροφή στο βουνό, δε μπορούμε παρά να φέρουμε στο μυαλό μας, τις φορές εκείνες που αισθανόμαστε το χέρι Του να μας καθοδηγεί και να μας βοηθά.

Η αποκάλυψη ότι ο Θεός βρίσκεται στο απαλό αεράκι και όχι στη φωτιά και στον σεισμό, είναι η αποκάλυψη ότι ο φανατισμός είναι πίστη διαστρεβλωμένη. Ακόμα και ότι η ορμή μας στα πνευματικά θέματα, παρά την καλή μας πρόθεση μπορεί να μας οδηγήσει σε λάθος δρόμο.

Ας σταματήσουμε εδώ ώστε να μη μακρηγορούμε. Ο βίος του προφήτη Ηλία, όπως και κάθε βίος αγίου, δεν είναι απλά μια διήγηση θαυμαστών γεγονότων που λέγονται σαν παραμύθια. Μια πιο προσεκτική ματιά μπορεί να μας δώσει απαντήσεις σε πολλά περισσότερα ζητήματα. Παραλληλισμοί θα μπορούσαν να γίνουν, όχι μόνο σε θέματα πνευματικά όπως κάναμε παραπάνω αλλά και σε θέματα της καθημερινής μας ζωής.

Να διαβάζουμε τους βίους των Αγίων. Να τους διαβάζουμε προσεκτικά και όχι μόνο επιφανειακά. Θα ανακαλύψουμε μέσα στις λίγες συνήθως γραμμές πολλούς και υπέροχους θησαυρούς. Θησαυρούς που θα εμπλουτίσουν τον δικό μας πνευματικό αγώνα.

παπα - Κώστας Λαγός 

Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους...

Ὁ Θεὸς ἔχει δώσει, λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μία δύναμι στὸν ἄνθρωπο:

«πάντας μεταφέρειν εἰς ἑαυτὸν τοὺς ἁγίους », νὰ μπορῆ νὰ φέρη ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω του.

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους.

Πῶς;…

Μὲ τὴν μίμησι τῆς ζωῆς τους.

Ὅ,τι ἔκαναν αὐτοί, θὰ τὸ κάνωμε καὶ ἐμεῖς.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε νὰ μποῦμε στὴν πανήγυρι τῶν Ἁγίων.

Κανένας δὲν ὑπάρχει ἐδῶ μέσα ποὺ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῆ.

Ὁ καθένας μας, τὸ λέμε καὶ θὰ τὸ ξαναποῦμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω.

Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, χάλασαν τὰ χρόνια, Γέροντα. Ὄχι, δὲν χάλασαν τὰ χρόνια, ἔτσι ἦταν πάντοτε ἡ ζωή.

Μόνον νὰ ἔχωμε ζωντανὴ τὴν μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων στὴν καρδιά μας.

Κάποτε ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβᾶκος ἀπὸ τὴν Πάρο, ἅγιος ἄνθρωπος, μοῦ ἔλεγε κλαίγοντας ἕνα ὅραμά του.

Εἶχε ἀγωνία. Κάτι συνέβαινε στὴν Ἑλλαδικὴ κοινωνία καὶ ἔλεγε:

«Πῶς χάλασε ἡ κοινωνία; Πάει, θὰ πεθάνη ἡ κοινωνία»…

Καὶ ἀπογοητευμένος σηκώνει τὸ βλέμμα του καὶ τί βλέπει; Στρατιὰ ἀμέτρητη ἀπὸ Ἁγίους, μιλιούνια – οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος εἶχαν καὶ τὴν Παναγία μπροστά, ἡ Ὁποία ὕψωνε τὰ χέρια στὸν Χριστὸν καὶ ἔλεγε:

«Αὐτοὶ εἶναι δικοί μου…

Σὲ παρακαλῶ, ἐκείνους ποὺ εἶναι κάτω, θέλω νὰ σώσης».

Τότε τῆς λέγει ὁ Χριστός: «Μά, ἁμαρτάνουν». Καὶ ἡ Παναγία ἀπαντᾶ:

«Ἁμαρτάνουν· ἀλλά, ὅσο ὑπάρχει τὸ ἔλεός Σου καὶ ὅσο ὑπάρχω Ἐγώ, ἡ Μάνα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀφήσης νά χαθοῦν».

«Καλά, Μητέρα, θὰ σώσω καὶ αὐτούς».

Καὶ ὁ Γέροντας ἔβλεπε μυστικὰ νὰ προστίθενται, νὰ προστίθενται ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ βγαίνουν καινούργιοι Ἅγιοι.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε, ἀδελφοί μου.

Ἀξίζομε τόσο, ὅσο περισσότερο προσπαθοῦμε καὶ ὅσο περισσότερο δοκιμαζόμαστε καὶ προετοιμαζόμαστε γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι τύποι καὶ προτυπώσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄξιοι νὰ ἀριθμηθοῦμε ἀνάμεσα στὰ πλήθη τῶν Ἁγίων.

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι ἑόρτιοι μυσταγωγικοί, σελ. 339-340, ἐκδόσεις « Ἴνδικτος», Ἀθήνα, Φεβρουάριος 2014.

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν...

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι κάνουν τιμή στην Εκκλησία επειδή την επισκέπτονται. Κάποιοι απ' αυτούς έχουν το εξής σκεπτικό: «Κοίτα, εγώ, άνθρωπος του εικοστού αιώνα, ανώτερος υπάλληλος, ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, με γνώσεις φυσικής και βιολογίας, αντί να πάω στο καφενείο ή στο θέατρο, έκανα την τιμή στην Εκκλησία και την επισκέφτηκα». Για τέτοιους ανθρώπους η Εκκλησία έχει μόνο μομφή και οίκτο.
Στην Εκκλησία κανένας δεν κάνει τιμή εκτός απ' εκείνον ο οποίος εξεγείρεται εναντίον του κακού. Τη μέγιστη τιμή στην Εκκλησία κάνουν οι μέγιστοι επαναστάτες εναντίον του κακού, οι οποίοι και τη θεμελίωσαν, και εκείνοι οι οποίοι μέσω των αιώνων κράτησαν τη λάμψη της. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν και στο μέλλον μόνο εκείνοι οι οποίοι θα ζεσταίνουν την χριστιανική επανάσταση στις ανθρώπινες ψυχές. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν οι γονείς που θα συνηθίσουν τα παιδιά τους πάντα να εξεγείρονται ενάντια στο κακό, και οι δάσκαλοι που θα κάνουν τους μαθητές τους χριστιανούς επαναστάτες, και όλοι εμείς που θα αναζωπυρώσουμε την πλέον ευγενική επανάσταση στις νεκρές καρδιές και τις κοιμισμένες ψυχές των αδερφών μας και ο ένας του άλλου.
 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Αργά βαδίζει ο Χριστός, “Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική”, εκδ. Εν πλω, σελ. 54,55.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων

 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη...

Σα σήμερα στα 1965 κοιμήθηκε ο Φώτης Κόντογλου. Άνθρωπος φλογερός, με τα μεράκια του, τα πάθια του, τους καημούς τους και ένα νόστο βαρύ που του έφαγε τα σωθικά. Πονεμένος και ταλαντούχος άνθρωπος, ξεριζωμένος από τα πάτρια εδάφη του, παραμυθάς απίθανος , εξαίσιος λογοτέχνης που έφερε το μοντερνισμό στην Ελλάδα και ζωγράφος σπουδαίος που σαν γνώρισε τη λεγόμενη βυζαντινή ζωγραφική γοητεύτηκε από αυτήν και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον τρόπο και αυτόν τον δρόμο.

Ζήτησε με μανικό πάθος την επιστροφή της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην εικαστική αυτή παράδοση και το πέτυχε παρά τις συνέπειες που έτυχαν στην συνέχεια και για τις οποίες δεν έφταιξε αυτός.

Το πάθος του και η αγωνία του για την επιβίωση της ελληνικότητας όπως αυτός την εννοούσε τον εστένεψε όμως στο τέλος πολύ και τον απομάκρυνε από τους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του που τον περιφρόνησαν και μερικές φορές τον ταπείνωσαν. Κι αυτό τον επίκρανε πολύ. Να σκεφτείς πως δεν κατέφερε ούτε καθηγητής στην έδρα της αγιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών να γίνει.

Κατέληξε δυστυχώς να διακόψει κάθε σχέση και διάλογο με τον δυτικό κόσμο και τον πολιτισμό του και αυτό τον έκανε σημείο αντιλεγόμενο για πολλούς. Άλλοι τον έκαναν σημαία για τα εθνικιστικά τους πιστεύω κι άλλοι για την ιδεολογοκρατούμενη ορθοδοξία τους ενώ άλλοι αντιθέτως τον απεστράφησαν ως σκληροπυρηνικό και αδιάλλακτο και οπισθοδρομικό.

Κοιμήθηκε ήσυχα μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στα 1965.

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη που δεν καταφέραμε μάλλον να συνεχίσουμε αφού η "βυζαντινή" ζωγραφική ως ζωγραφικός δρόμος έκφρασης της σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα απορρίφθηκε -και συνεχίζει να απορρίπτεται- απο τους εικαστικούς που την ταυτίζουν εξαιτίας συνειρμών με τις αγιογραφίες. Αλλά και οι αγιογράφοι-δικός του ο νεολογισμός- στένεψαν το μάθημά του και αντί να συνεχίσουν την παράδοση ,όπως ο ίδιος ο Κόντογλου ήθελε, από εκεί που είχε μείνει, δηλαδή από την μεταβυζαντινή φάση της και τη λαϊκή ζωγραφική, επέτρεψαν σε παλαιολόγεια και κρητικά πρότυπα και κατέληξαν να αντιγράφουν μιμητικά συχνά και στείρα πολλές φορές όσα έκαναν στο παρελθόν οι μεγάλοι μαϊστορες.

Εκείνος άφησε έργο που πατάει στα παλιά έργα αλλά έχει δική του φυσιογνωμία και χαρακτήρα. Αυτό δεν συνεχίστηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις και εξέχουσα αυτήν του μεγάλου Ράλλη Κοψίδη.

Ο Θεός της αγάπης ας τον αναπαύει εκεί που βρίσκεται.

Γιώργος Κόρδης 

Μνήμη Φώτη Κόντογλου (+13-7-1965)

«ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»

«Χρόνια τώρα κάνω ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀποθρασύνουνται ὁλοένα αὐτὰ τὰ φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐκεινοῦ ποὺ δωρίζει σ' αὐτὴ ἔργα τιμημένα, καμωμένα μὲ αἷμα καὶ μὲ ὑπομονή, ἔργα ποὺ τὰ κάνει μονάχα ἡ ἀγάπη. Δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀπάνω στὴν Ἑλλάδα ὁ «γυμνοσάλιαγκας», ποὺ τὸν καθίζει στὴν «ἕδρα» κάποιος ἀσήμαντος πολιτικός. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ποὺ λέγω, τὰ πήρανε δὲν ξέρω ποιοὶ ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, καὶ τὰ θρονιάσανε στὰ ὑπουργεῖα, στὰ Πανεπιστήμια καὶ στ᾿ ἄλλα πόστα τῆς πολιτείας, καὶ γινήκανε, αὐτὰ τὰ ψοφήμια, θηρία ἀνήμερα, νὰ καταξεσκίσουν κάθε ἄξιον ἐργάτη.
Λοιπὸν σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα, στέκομαι ἐδῶ ὁλόρθος, γιατὶ ἔδωσα πολλὰ στὸν τόπο μου, καὶ φωνάζω δυνατά: Καθαρίσετε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴ δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε να δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια ποὺ εἶπα, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοπηδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μιὰ μυτζήθρα, ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. ᾿Αλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μιὰ στὸν πισινὸ τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφάνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας.
Φωνάζω δυνατά, γιατὶ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπόχτησα τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν ἀφοσίωση ποὺ ἐπιδόθηκα σὲ ἐκεῖνα ποὺ πίστεψα καὶ ποὺ δὲν τ᾿ ἀρνήθηκα ποτέ. Μήτε ἀξιώματα, μήτε θέσεις, μήτε σιχαμερὲς πρωτοκαθεδρίες παραδέχτηκα. ᾿Αλλὰ ὅμως, τοὺς φοβήθηκα αὐτοὺς τοὺς μυρμηγκοφάγους ποὺ φωλιάζουνε μέσα στὰ χαρτιά, στὰ ὑπουργεῖα καὶ στ᾿ ἄλλα γραφεῖα.
Σήμερα ποὺ ἔφθασα «μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου», τοὺς καταγγέλλω στὸν λαό μας, ἀπὸ πόνο βαθύ. Εἶναι νεκροθάφτες τῆς κάθε ἀξίας. Πῶς, λοιπόν, παραδόθηκε ἡ Ἑλλάδα σ' αὐτούς; Ας φαντασθεῖ κανεὶς μοναχὰ πὼς τὰ ἔργα τῆς ἁγιογραφίας, γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησα, στερήθηκα, κοπίασα, πέθανα, τὰ κρίνουν σήμερα ἄνθρωποι ποὺ ξέρουνε ἀπὸ βυζαντινή τέχνη ὅσο γνωρίζω ἐγὼ κινέζικα. Καὶ μοιράζουνε «τὶς δουλειές», ἐκεῖ ποὺ θέλει τὸ κέφι τους, δίχως νὰ ρωτήσουν κανέναν.
Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα!»
 
[Μυστικὰ ῎Ανθη, σ. 337-338. Εκδόσεις Αστέρος, 1977]