Κυριακή 19 Ιουλίου 2026

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους...

Ὁ Θεὸς ἔχει δώσει, λέγει ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, μία δύναμι στὸν ἄνθρωπο:

«πάντας μεταφέρειν εἰς ἑαυτὸν τοὺς ἁγίους », νὰ μπορῆ νὰ φέρη ὅλους τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας ἐπάνω του.

Μποροῦμε λοιπὸν νὰ φορτωνώμαστε ὅλους τοὺς Ἁγίους.

Πῶς;…

Μὲ τὴν μίμησι τῆς ζωῆς τους.

Ὅ,τι ἔκαναν αὐτοί, θὰ τὸ κάνωμε καὶ ἐμεῖς.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε νὰ μποῦμε στὴν πανήγυρι τῶν Ἁγίων.

Κανένας δὲν ὑπάρχει ἐδῶ μέσα ποὺ πρέπει νὰ ἀποκλεισθῆ.

Ὁ καθένας μας, τὸ λέμε καὶ θὰ τὸ ξαναποῦμε, μπορεῖ νὰ εἶναι ἐκεῖ ἐπάνω.

Μά, θὰ μοῦ πεῖτε, χάλασαν τὰ χρόνια, Γέροντα. Ὄχι, δὲν χάλασαν τὰ χρόνια, ἔτσι ἦταν πάντοτε ἡ ζωή.

Μόνον νὰ ἔχωμε ζωντανὴ τὴν μνήμη τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν Ἁγίων στὴν καρδιά μας.

Κάποτε ὁ Γέροντας Φιλόθεος Ζερβᾶκος ἀπὸ τὴν Πάρο, ἅγιος ἄνθρωπος, μοῦ ἔλεγε κλαίγοντας ἕνα ὅραμά του.

Εἶχε ἀγωνία. Κάτι συνέβαινε στὴν Ἑλλαδικὴ κοινωνία καὶ ἔλεγε:

«Πῶς χάλασε ἡ κοινωνία; Πάει, θὰ πεθάνη ἡ κοινωνία»…

Καὶ ἀπογοητευμένος σηκώνει τὸ βλέμμα του καὶ τί βλέπει; Στρατιὰ ἀμέτρητη ἀπὸ Ἁγίους, μιλιούνια – οὔτε ἀρχὴ οὔτε τέλος εἶχαν καὶ τὴν Παναγία μπροστά, ἡ Ὁποία ὕψωνε τὰ χέρια στὸν Χριστὸν καὶ ἔλεγε:

«Αὐτοὶ εἶναι δικοί μου…

Σὲ παρακαλῶ, ἐκείνους ποὺ εἶναι κάτω, θέλω νὰ σώσης».

Τότε τῆς λέγει ὁ Χριστός: «Μά, ἁμαρτάνουν». Καὶ ἡ Παναγία ἀπαντᾶ:

«Ἁμαρτάνουν· ἀλλά, ὅσο ὑπάρχει τὸ ἔλεός Σου καὶ ὅσο ὑπάρχω Ἐγώ, ἡ Μάνα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τοὺς ἀφήσης νά χαθοῦν».

«Καλά, Μητέρα, θὰ σώσω καὶ αὐτούς».

Καὶ ὁ Γέροντας ἔβλεπε μυστικὰ νὰ προστίθενται, νὰ προστίθενται ἁμαρτωλοὶ καὶ νὰ βγαίνουν καινούργιοι Ἅγιοι.

Ἂς ἑτοιμαζώμαστε, ἀδελφοί μου.

Ἀξίζομε τόσο, ὅσο περισσότερο προσπαθοῦμε καὶ ὅσο περισσότερο δοκιμαζόμαστε καὶ προετοιμαζόμαστε γιὰ νὰ εἴμαστε ἄξιοι τύποι καὶ προτυπώσεις τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, ἄξιοι νὰ ἀριθμηθοῦμε ἀνάμεσα στὰ πλήθη τῶν Ἁγίων.

Ἀρχιμ. Αἰμιλιανοῦ Σιμωνοπετρίτου, Λόγοι ἑόρτιοι μυσταγωγικοί, σελ. 339-340, ἐκδόσεις « Ἴνδικτος», Ἀθήνα, Φεβρουάριος 2014.

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν...

Υπάρχουν άνθρωποι που νομίζουν ότι κάνουν τιμή στην Εκκλησία επειδή την επισκέπτονται. Κάποιοι απ' αυτούς έχουν το εξής σκεπτικό: «Κοίτα, εγώ, άνθρωπος του εικοστού αιώνα, ανώτερος υπάλληλος, ντυμένος με κουστούμι και γραβάτα, με γνώσεις φυσικής και βιολογίας, αντί να πάω στο καφενείο ή στο θέατρο, έκανα την τιμή στην Εκκλησία και την επισκέφτηκα». Για τέτοιους ανθρώπους η Εκκλησία έχει μόνο μομφή και οίκτο.
Στην Εκκλησία κανένας δεν κάνει τιμή εκτός απ' εκείνον ο οποίος εξεγείρεται εναντίον του κακού. Τη μέγιστη τιμή στην Εκκλησία κάνουν οι μέγιστοι επαναστάτες εναντίον του κακού, οι οποίοι και τη θεμελίωσαν, και εκείνοι οι οποίοι μέσω των αιώνων κράτησαν τη λάμψη της. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν και στο μέλλον μόνο εκείνοι οι οποίοι θα ζεσταίνουν την χριστιανική επανάσταση στις ανθρώπινες ψυχές. Τιμή στην Εκκλησία θα κάνουν οι γονείς που θα συνηθίσουν τα παιδιά τους πάντα να εξεγείρονται ενάντια στο κακό, και οι δάσκαλοι που θα κάνουν τους μαθητές τους χριστιανούς επαναστάτες, και όλοι εμείς που θα αναζωπυρώσουμε την πλέον ευγενική επανάσταση στις νεκρές καρδιές και τις κοιμισμένες ψυχές των αδερφών μας και ο ένας του άλλου.
 
Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Αργά βαδίζει ο Χριστός, “Εκκλησία και επαναστατική παιδαγωγική”, εκδ. Εν πλω, σελ. 54,55.

Κυριακή των Αγίων Πατέρων

 

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη...

Σα σήμερα στα 1965 κοιμήθηκε ο Φώτης Κόντογλου. Άνθρωπος φλογερός, με τα μεράκια του, τα πάθια του, τους καημούς τους και ένα νόστο βαρύ που του έφαγε τα σωθικά. Πονεμένος και ταλαντούχος άνθρωπος, ξεριζωμένος από τα πάτρια εδάφη του, παραμυθάς απίθανος , εξαίσιος λογοτέχνης που έφερε το μοντερνισμό στην Ελλάδα και ζωγράφος σπουδαίος που σαν γνώρισε τη λεγόμενη βυζαντινή ζωγραφική γοητεύτηκε από αυτήν και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον τρόπο και αυτόν τον δρόμο.

Ζήτησε με μανικό πάθος την επιστροφή της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην εικαστική αυτή παράδοση και το πέτυχε παρά τις συνέπειες που έτυχαν στην συνέχεια και για τις οποίες δεν έφταιξε αυτός.

Το πάθος του και η αγωνία του για την επιβίωση της ελληνικότητας όπως αυτός την εννοούσε τον εστένεψε όμως στο τέλος πολύ και τον απομάκρυνε από τους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του που τον περιφρόνησαν και μερικές φορές τον ταπείνωσαν. Κι αυτό τον επίκρανε πολύ. Να σκεφτείς πως δεν κατέφερε ούτε καθηγητής στην έδρα της αγιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών να γίνει.

Κατέληξε δυστυχώς να διακόψει κάθε σχέση και διάλογο με τον δυτικό κόσμο και τον πολιτισμό του και αυτό τον έκανε σημείο αντιλεγόμενο για πολλούς. Άλλοι τον έκαναν σημαία για τα εθνικιστικά τους πιστεύω κι άλλοι για την ιδεολογοκρατούμενη ορθοδοξία τους ενώ άλλοι αντιθέτως τον απεστράφησαν ως σκληροπυρηνικό και αδιάλλακτο και οπισθοδρομικό.

Κοιμήθηκε ήσυχα μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στα 1965.

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη που δεν καταφέραμε μάλλον να συνεχίσουμε αφού η "βυζαντινή" ζωγραφική ως ζωγραφικός δρόμος έκφρασης της σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα απορρίφθηκε -και συνεχίζει να απορρίπτεται- απο τους εικαστικούς που την ταυτίζουν εξαιτίας συνειρμών με τις αγιογραφίες. Αλλά και οι αγιογράφοι-δικός του ο νεολογισμός- στένεψαν το μάθημά του και αντί να συνεχίσουν την παράδοση ,όπως ο ίδιος ο Κόντογλου ήθελε, από εκεί που είχε μείνει, δηλαδή από την μεταβυζαντινή φάση της και τη λαϊκή ζωγραφική, επέτρεψαν σε παλαιολόγεια και κρητικά πρότυπα και κατέληξαν να αντιγράφουν μιμητικά συχνά και στείρα πολλές φορές όσα έκαναν στο παρελθόν οι μεγάλοι μαϊστορες.

Εκείνος άφησε έργο που πατάει στα παλιά έργα αλλά έχει δική του φυσιογνωμία και χαρακτήρα. Αυτό δεν συνεχίστηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις και εξέχουσα αυτήν του μεγάλου Ράλλη Κοψίδη.

Ο Θεός της αγάπης ας τον αναπαύει εκεί που βρίσκεται.

Γιώργος Κόρδης 

Μνήμη Φώτη Κόντογλου (+13-7-1965)

«ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»

«Χρόνια τώρα κάνω ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀποθρασύνουνται ὁλοένα αὐτὰ τὰ φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐκεινοῦ ποὺ δωρίζει σ' αὐτὴ ἔργα τιμημένα, καμωμένα μὲ αἷμα καὶ μὲ ὑπομονή, ἔργα ποὺ τὰ κάνει μονάχα ἡ ἀγάπη. Δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀπάνω στὴν Ἑλλάδα ὁ «γυμνοσάλιαγκας», ποὺ τὸν καθίζει στὴν «ἕδρα» κάποιος ἀσήμαντος πολιτικός. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ποὺ λέγω, τὰ πήρανε δὲν ξέρω ποιοὶ ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, καὶ τὰ θρονιάσανε στὰ ὑπουργεῖα, στὰ Πανεπιστήμια καὶ στ᾿ ἄλλα πόστα τῆς πολιτείας, καὶ γινήκανε, αὐτὰ τὰ ψοφήμια, θηρία ἀνήμερα, νὰ καταξεσκίσουν κάθε ἄξιον ἐργάτη.
Λοιπὸν σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα, στέκομαι ἐδῶ ὁλόρθος, γιατὶ ἔδωσα πολλὰ στὸν τόπο μου, καὶ φωνάζω δυνατά: Καθαρίσετε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴ δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε να δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια ποὺ εἶπα, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοπηδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μιὰ μυτζήθρα, ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. ᾿Αλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μιὰ στὸν πισινὸ τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφάνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας.
Φωνάζω δυνατά, γιατὶ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπόχτησα τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν ἀφοσίωση ποὺ ἐπιδόθηκα σὲ ἐκεῖνα ποὺ πίστεψα καὶ ποὺ δὲν τ᾿ ἀρνήθηκα ποτέ. Μήτε ἀξιώματα, μήτε θέσεις, μήτε σιχαμερὲς πρωτοκαθεδρίες παραδέχτηκα. ᾿Αλλὰ ὅμως, τοὺς φοβήθηκα αὐτοὺς τοὺς μυρμηγκοφάγους ποὺ φωλιάζουνε μέσα στὰ χαρτιά, στὰ ὑπουργεῖα καὶ στ᾿ ἄλλα γραφεῖα.
Σήμερα ποὺ ἔφθασα «μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου», τοὺς καταγγέλλω στὸν λαό μας, ἀπὸ πόνο βαθύ. Εἶναι νεκροθάφτες τῆς κάθε ἀξίας. Πῶς, λοιπόν, παραδόθηκε ἡ Ἑλλάδα σ' αὐτούς; Ας φαντασθεῖ κανεὶς μοναχὰ πὼς τὰ ἔργα τῆς ἁγιογραφίας, γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησα, στερήθηκα, κοπίασα, πέθανα, τὰ κρίνουν σήμερα ἄνθρωποι ποὺ ξέρουνε ἀπὸ βυζαντινή τέχνη ὅσο γνωρίζω ἐγὼ κινέζικα. Καὶ μοιράζουνε «τὶς δουλειές», ἐκεῖ ποὺ θέλει τὸ κέφι τους, δίχως νὰ ρωτήσουν κανέναν.
Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα!»
 
[Μυστικὰ ῎Ανθη, σ. 337-338. Εκδόσεις Αστέρος, 1977]

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού...

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού δεν πρέπει να σχετικοποιούνται, πόσω μάλλον να μην τηρούνται διόλου (εννοείται από αυτούς που πιστεύουν). Σωστά. Η καθολική εντολή του Θεού είναι να Τον αγαπάς με όλη σου την καρδιά κλπ, και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (ή σαν να είναι ο εαυτός σου: αν υποτεθεί βέβαια ότι ξέρεις να αγαπάς τον εαυτό σου).

Στην Βίβλο, ωστόσο, υπάρχουν εντολές που αποδίδονται στον Θεό, οι οποίες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες και το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, και οι οποίες ευτυχώς δεν πρέπει να τηρούνται σήμερα. Π.χ.

“Έξι μέρες θα εργάζεστε, η έβδομη όμως θα είναι για σας μέρα ανάπαυσης, αφιερωμένη σ’ εμένα τον Κύριο. Όποιος εργαστεί τότε, πρέπει να υποστεί την ποινή του θανάτου." Έξοδος 35, 2

Τι λέτε; Να σκοτώσουμε το 90% των Ελλήνων που δεν πάνε εκκλησία την Κυριακή και δεν την αφιερώνουν στον Κύριο; Εγώ, έχω έναν γείτονα που Κυριακή πρωί πλένει το αυτοκίνητό του. Να τον καθαρίσω;

Άλλο:

Το Λευιτικόν 25.44 ορίζει ότι οι Ισραηλίτες μπορούσαν να αγοράζουν δούλους και δούλες αποκλειστικά από τα γύρω ειδωλολατρικά έθνη ή από ξένους παροίκους που ζούσαν ανάμεσά τους.

Διαλέξτε έναν δούλο Άγγλο φερ' ειπείν, και σε καμία περίπτωση Έλληνα. Πιστεύω ότι κι ο Άγγλος αν του δείξετε τη Βίβλο, μπορεί και να μην σας δείρει.

Θα μου πείτε αυτό που ήδη είπα πως αυτά ξεπεράστηκαν και ότι εξυπηρετούσαν ανάγκες της εποχής. Τι ανάγκη εξυπηρετούσε βέβαια να θανατώνεται όποιος δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου ειλικρινά δεν ξέρω.

Θαρρώ αυτό με τους δούλους ήταν γενική κατάσταση τότε, και οι Εβραίοι τουλάχιστον προφύλασσαν τους ομοεθνείς τους.

Κάτι άλλο που θα επικαλεστείτε είναι ότι κάποια από πολλά που αποδίδονταν ως εντολές του Θεού στην ΠΔ, άλλαξαν στην ΚΔ. (Γαλάτες 3.28 «Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα· διότι όλοι σεις είστε ένας στον Χριστό Ιησού».).

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί υπάρχουν πολλοί που βρίσκουν μια εντολή του Θεού στην ΠΔ και βάσει αυτής κατακεραυνώνουν όσους σήμερα δεν την τηρούν. Συνήθως αυτή η εντολή έχει να κάνει με την ερωτική ζωή του ανθρώπου. Δεν τους περνάει από το μυαλό να δουν την εντολή, ομοίως όπως παραπάνω, σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο. Σου λένε, το λέει η Βίβλος τέλος. Φαντάζομαι αυτοί δεν πυροβολούν όσους δεν τηρούν την αργία της Κυριακής.

Πάμε τώρα στην ΚΔ. Λέει η ΠΔ μη μοιχεύσεις. Ο Χριστός λέει, μην κοιτάξεις καν πονηρά μια γυναίκα.

Λέει επίσης, αν σου κλέψουν το πανωφόρι, δώσε και το πουκάμισο. Και πολλά παρόμοια.

Αυτοί που σε κάθε εποχή επιμένουν (και σωστά) στην τήρηση των εντολών του Θεού γιατί εξοργίζονται με έναν μοιχό ή, περισσότερο, με μια μοιχαλίδα (στην ΠΔ η εντολή είναι αυτή να θανατώνεται), και δεν εξοργίζονται με κάποιον που δεν δίνει και το πουκάμισό του στον κλέφτη ή, έστω, που δε δίνει τα μισά από τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, όπως λέει ο Χριστός (ο έχων δύο χιτώνας...);

Δε λέω ότι το να μοιχεύσεις είναι το ίδιο πράγμα με το να κοιτάξεις πονηρά μια γυναίκα. Για τον Χριστό όμως είναι το ίδιο. Λέει ήδη εμοίχευσες. Δε λέει εμοίχευσες λίγο.

Αυτοί λοιπόν που εξοργίζονται με την μη τήρηση κάποιων εντολών από τους συνανθρώπους τους είναι συνήθως αυτοί που τηρούν αυτές τις εντολές (δεν μοιχεύουν, δεν κλέβουν κτό) και δεν βλέπουν καθόλου τις άλλες εντολές που είπε ο Χριστός (δώσε τον έναν χιτώνα κλπ), σα να μην υπάρχουν. Και όχι μόνο δεν τις τηρούν (σχεδόν αδύνατον άλλωστε), ούτε καν περνάει από το μυαλό τους όμως να τις θυμηθούν ως την κατεύθυνση που πρέπει να έχουν στη ζωή τους με βάση αυτές, να τις έχουν ως τον ορίζοντα της ζωής τους.

Είπαμε, ο φαρισαϊσμός είναι η παιδική ασθένεια όλων των χριστιανών.

Γιώργος Μπάρλας 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Το δώρο της χαράς...

Η χάρις της αγάπης, της γνώσης, της σοφίας, δεν χρειάζεται απαραίτητα προϋποθέσεις κοσμικές. Η υπέρτατη σοφία για τα ανθρώπινα και τα θεία δεν προϋποθέτει πτυχία, διδακτορικά, τίτλους, αναγνώριση. Καλά όλα αυτά, αλλά δευτερεύοντα. Η "σοφία των αλιέων" αλλοίωσε νου και καρδιές από την αρχή.

Όσο για την αγάπη, κοιτάξτε τα μάτια ενός μωρού την ώρα που το θηλάζει η μαμά του.

Το δώρο της χαράς, της καλοσύνης, της συνετής κρίσης, της εσωτερικής ειρήνης, ζητά μόνο Καθαρή Καρδιά και βούληση και όλα τα σημαντικά, για ζωή και θάνατο, έπονται.

Τι πιο μεγάλη μαρτυρία απ' τη μορφή του "απλού" Γέροντα Παΐσιου που με την ταπεινότατη ευφυΐα του, με την αφιερωμένη έως θανάτου πίστη, όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο γνωστός, οικείος, πιο αγαπητός, πιο υπαρκτός, και ολοζώντανος περιφέρεται με το φτωχό ρασάκι του ανάμεσά μας και μας εμψυχώνει χαμογελαστά:

"Ο Θεός ποτέ δεν μας αφήνει, εμείς τον αφήνουμε".

(Και μην ακούτε πως λιγοστεύουν οι πιστοί άνθρωποι στην εποχή μας. Δεν είναι αλήθεια, ο περισσότερος κόσμος στον βυθό του πόνου του, του φόβου του και της μοναξιάς του πιστεύει και ελπίζει στον Θεό. Το ξέρω. Αλλά δεν είναι στη μόδα να το δηλώνεις αυτό. Έχω αρκετούς πιστούς γνωστούς μου που το κρύβουν για να μην τους θεωρήσουν στον περίγυρό τους οπισθοδρομικούς. Όμως ο Χριστός, αν θυμάστε, ζητά τη μαρτυρία μας, διότι χριστιανός και δειλός δεν πάει...).

Μάρω Βαμβουνάκη