Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Μεταμορφώνοντας την καθημερινότητα σε σχέση με τον Θεό

Είμαστε οι κληρονόμοι μιας μεγαλειώδους και πολύτι­μης παραδόσεως. Από τους Πατέρες μας διδαχθήκαμε πώς να υπερνικούμε τις καθημερινές μικρότητες: κάθε γήινη ενέργειά μας την μεταβάλλουμε με την προσευχή σε πνευματική κοινωνία με τον Θεό.

Ξυπνώντας, προσευχόμαστε στον Θεό: «Ανάστησέ με με τη δύναμή Σου, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος στην πνευματική εργασία, έτσι ώστε κα­νένα πράγμα να μην αλλοιώσει την αίσθηση που έχω για σένα, τον Θεό μου!...» (Ψαλμ. 40,11). Αρχίζουμε να ντυνόμαστε και λέ­με: «Κύριε, Συ βλέπεις ότι είμαι γυμνός από κάθε γνώση της αληθείας Σου. Δέομαί Σου, μη με εγκαταλείψεις γυμνό, αλλά ένδυσέ με με το φως της γνώσεώς Σου, Εσύ που ζεις σε φως απρόσιτο!». Αρχίζουμε να πλενόμαστε: «Κύριε, απόπλυνε κάθε μολυσμό από όλο το γήινο σώμα μου στον κόσμο αυτό». Πλένουμε τα μάτια και λέμε: «Χάρισέ μου οφθαλμούς, για να βλέπω τη Βασιλεία Σου, το Φως Σου». Ανοίγουμε την πόρτα και προφέρουμε: «Άνοιξόν μοι την θύρα της μετανοίας, Ζωοδότα. Ορθρίζει το πνεύμα μου προς Σε, ο Θεός». Και ούτω καθεξής.

Σε αυτό έγκειται το μικρό μας έργο. Ωστόσο, με αυτό το «μικρό έργο» μπορούμε να δημιουργήσουμε αδιάλειπτη κοινωνία με τον Θεό, που είναι Πνεύμα. Με αυτό τον τρόπο μεταμορφώνεται βαθμηδόν η καθημερινότητά μας, που είναι γεμάτη κόπο, κούραση, πλήξη, ακηδία, πόνο, παρεξηγήσεις, παθήματα. Το κυριότερο βέβαια από τα παθήματα είναι η άγνοια. «Εκείνο που βλέπω δεν είναι το Φως της Θεότητος... Εσύ όμως δώσε μου το Φως της γνώσεώς Σου!»

Άγιος Σωφρόνιος (Σαχάρωφ)

Δεν είναι ένας αποχαιρετισμός...

Η Ανάληψη δεν είναι ένας αποχαιρετισμός.

Δεν είναι ο Χριστός που φεύγει αφήνοντας μας πίσω ορφανούς.

Ο Χριστός «κρύβεται» για να Τον αναζητούμε βαθύτερα.

Φεύγει για λίγο για να μείνει μαζί μας αιώνια.

Όχι όπως κρύβεται κάποιος που εγκαταλείπει, αλλά όπως κρύβεται η αγάπη για να γεννηθεί η δίψα της παρουσίας.

Σου λέει ο Θεός " θα κρυφτώ για να μάθεις να με ψάχνεις" και "θα σου φανερώνομαι κάθε φορά που αληθινά και με δίψα θα με ζητάς".

Αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση μας και την φέρνει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε και για το οποίο πλαστήκαμε. Στην κοινωνία με τον Θεό. Στην Βασιλεία Του.

Παίρνει την σάρκα μας στον ουρανό και την κάνει αιώνια δυνατότητα κοινωνίας με τον Πατέρα.

Γι’ αυτό και δεν αποχαιρετά τους μαθητές.

Τους ευλογεί.

Δεν λέει «τελείωσε».

Λέει «Είμαι μαζί σας». Αλλά πλέον με άλλον τρόπο.

Δια του Αγίου Πνεύματος.

«Δεν θα σας αφήσω μόνους».

Θα έλθει ο Παράκλητος.

Το Πνεύμα της Αλήθειας.

Της παρηγοριάς.

Της ζωής.

Της πίστης και της χαράς.

Ο Χριστός δεν αφήνει κενό πίσω Του.

Έρχεται το Άγιο Πνεύμα.

Οι μαθητές περιμένουν. Προσεύχονται. Νηστεύουν.

Ανοίγουν την καρδιά τους για να γίνει τόπος κατοίκησης του Αγίου Πνεύματος.

Όπως αναφέρει και ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης:

«Όλοι μπορούμε να έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αρκεί να το ζητούμε. Ας ζούμε λοιπόν για το Άγιο Πνεύμα. Ας μην ξεχνιόμαστε. Το κάθε τι που περνάμε, δυσκολία, πρόβλημα, αγωνία, πειρασμό, αμαρτία, αρρώστια, πάθος, να μην το βλέπουμε ως εχθρικές πύλες, αλλά ως πύλες του Κυρίου».

Ίσως τελικά η Ανάληψη να μην είναι η απουσία του Χριστού…

αλλά η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο Τον συναντάμε.

π. Λίβυος

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η Ανάληψη του Χριστού...

Η Ανάληψη του Χριστού αποτελεί ίσως το πιο ακατανόητο και συνάμα το πιο παραγνωρισμένο γεγονός της χριστιανικής εμπειρίας, καθώς η ανθρώπινη σκέψη έμαθε να συγκινείται περισσότερο από τον θάνατο παρά από τον προορισμό της.

Η Εκκλησία όμως δεν στέκεται ενώπιον της Αναλήψεως σαν μπροστά σε μία «αποχώρηση» του Θεού από τον κόσμο, αλλά σαν μπροστά στην φοβερή στιγμή κατά την οποία η ανθρώπινη φύση εισέρχεται οριστικά μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος.

«Ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. 3,16). Αυτή η μικρή φράση του αποστόλου Παύλου περιέχει ολόκληρη τη μεταβολή της ανθρώπινης μοίρας.

Εκείνο που αναλαμβάνεται δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ανθρώπου, αλλά η τραυματισμένη σάρκα του Αδάμ, το σώμα που γνώρισε τον ιδρώτα, τον τρόμο, τη μοναξιά, την εγκατάλειψη και τον θάνατο.

Γι’ αυτό ο άγιος Αθανάσιος θα γράψει: «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επιμείνει: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον». Ο Χριστός δεν θεραπεύει τον άνθρωπο εξωτερικά. Προσλαμβάνει μέχρι τέλους την ανθρώπινη κατάσταση, ώστε να την οδηγήσει μέσα στην άκτιστη ζωή.

Η Ανάληψη είναι επομένως η τελική άρνηση της χριστιανικής πίστεως να αποδεχθεί ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος μόνο για βιολογική φθορά.

Και όμως, οι μαθητές, την ώρα της Αναλήψεως, εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους εξουσίας. «Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;» (Πράξ. 1,6).

Είναι συγκλονιστικό ότι ακόμη και μετά την Ανάσταση, ακόμη και μπροστά στο άνοιγμα του ουρανού, ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εγκαταλείψει τη φαντασίωση της κυριαρχίας. Θέλει πάντοτε έναν Θεό που να εγγυάται δύναμη, έλεγχο, θρίαμβο, ιστορική επιβολή.

Ο Χριστός όμως αναλαμβάνεται χωρίς να αφήσει πίσω Του ούτε στρατό ούτε κρατικό μηχανισμό ούτε αυτοκρατορικό σύστημα. Αφήνει μόνο ένα Σώμα και ένα Πνεύμα.

Αφήνει την Εκκλησία ως τρόπο υπάρξεως και όχι ως σύστημα κυριαρχίας.

Γι’ αυτό και υπενθυμίζει στους μαθητές Του: «ἐγὼ δὲ ἐν μέσῳ ὑμῶν εἰμι ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. 22,27).

Η Ανάληψη καταστρέφει κάθε θρησκευτική ιδεολογία ισχύος.

Ο αναληφθείς Χριστός ανεβαίνει κρατώντας ακόμη τα σημάδια των ήλων.

Η σάρκα που κάθεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 16,19) είναι η ίδια σάρκα που σταυρώθηκε.

Και εδώ κρύβεται όλη η τραγική αλήθεια της σωτηρίας: ο άνθρωπος δεν θεώνεται διαφεύγοντας το τραύμα του, αλλά μεταμορφώνοντάς το σε σχέση αγάπης.

Το βαθύτερο όμως μυστήριο της Αναλήψεως βρίσκεται αλλού: στην εμπειρία της απουσίας. «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ιω. 16,7).

Η φράση αυτή παραμένει σχεδόν αφόρητη για την ανθρώπινη ψυχή.

Πώς είναι δυνατόν η απομάκρυνση του αγαπώμενου προσώπου να αποτελεί προϋπόθεση πληρότητας;

Κι όμως, εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πνευματικής ενηλικιώσεως.

Όσο ο Χριστός παραμένει απλώς ένα ορατό υποκείμενο βεβαιότητας, η σχέση μαζί Του κινδυνεύει να παραμείνει εξάρτηση.

Η Ανάληψη μετατρέπει την πίστη από κατοχή σε επιθυμία, από βεβαιότητα αφής σε εσωτερική κοινωνία.

Οι μαθητές «ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. 1,10), σαν παιδιά που βλέπουν να αποσύρεται το πρόσωπο που εγγυόταν την ασφάλειά τους.

Και τότε ακούγεται σχεδόν σκληρά η αγγελική φωνή: «τί ἑστήκατε βλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν;» (Πράξ. 1,11).

Δηλαδή: σταματήστε να αναζητάτε τον Θεό ως αντικείμενο οπτικής κατοχής.

Η αληθινή παρουσία Του θα είναι πλέον πνευματική, μυστηριακή, ευχαριστιακή.

Ο άνθρωπος που δεν αντέχει την απουσία, δεν μπορεί να γνωρίσει ούτε την αγάπη ούτε τον Θεό.

Η Εκκλησία βιώνει ακριβώς αυτή τη νέα μορφή παρουσίας μέσα στο μυστήριο του Παρακλήτου.

Ο αναληφθείς Χριστός δεν εγκαταλείπει τον κόσμο αφού επιστρέφει «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ». Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον Υιό, αλλά να καταστήσει δυνατή την προσωπική κοινωνία όλων με Εκείνον.

Η Πεντηκοστή θα είναι η εσωτερική συνέχιση της Αναλήψεως. «Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεός».

Το κοντάκιο της εορτής δεν μιλά ποιητικά μόνο, αλλά διατυπώνει οντολογία. Ο Χριστός ενώνει «τὰ ἐπὶ γῆς τοῖς οὐρανίοις».

Δηλαδή η δημιουργία παύει να είναι κλειστό σύστημα θνητότητας.

Η Εκκλησία γίνεται πλέον ο χώρος όπου ο χρόνος διαπερνάται από τα έσχατα, όπου ο άνθρωπος κοινωνεί ήδη από τώρα τη ζωή της Βασιλείας.

Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφωνεί: «Σήμερον τὸ ἡμέτερον φύραμα ὑπεράνω ἀγγέλων γέγονεν».

Δεν δοξάζεται απλώς ο Χριστός.

Δοξάζεται η ανθρώπινη φύση μέσα Του.

Η γη αποκτά πλέον θέση μέσα στον ουρανό.

Και εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη ασθένεια του σύγχρονου ανθρώπου: η απώλεια της εσχατολογικής επιθυμίας.

Ο πολιτισμός μας έμαθε να φοβάται τον ουρανό και να λατρεύει τη διαχείριση της επιβίωσης.

Έμαθε να μετατρέπει τον άνθρωπο σε ψυχολογική λειτουργία, σε παραγωγική μονάδα, σε βιολογικό μηχανισμό που ζητά λίγη απόλαυση πριν από το τέλος.

Γι’ αυτό και η Ανάληψη ακούγεται σχεδόν παράλογη στη σύγχρονη συνείδηση, καθώς μιλά για κάτι που ο κόσμος έχει λησμονήσει: για τον τελικό προορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να αυτοσυντηρείται επ’ άπειρον μέσα στην αγωνία του θανάτου.

Δημιουργήθηκε για κοινωνία με το άκτιστο φως.

Κάθε ανθρώπινος έρωτας, κάθε απελπισμένη αναζήτηση αναγνώρισης, κάθε δίψα εξουσίας, ακόμη και κάθε υπαρξιακή κατάρρευση, κρύβει στο βάθος της μία παραμορφωμένη νοσταλγία Αναλήψεως.

Ο άνθρωπος νοσταλγεί έναν ουρανό που δεν θυμάται πια συνειδητά. Και γι’ αυτό τίποτε εγκόσμιο δεν τον αναπαύει πραγματικά.

Η μεγάλη εορτή της Αναλήψεως είναι επομένως η οριστική κατάργηση κάθε απελπισίας.

Πλέον μέσα στον ίδιο τον θρόνο της Θεότητας υπάρχει αιώνια η ανθρώπινη σάρκα. «Συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Εφ. 2,6). Από εκεί και πέρα ο ουρανός δεν είναι ένας ξένος τόπος ούτε μια αφηρημένη μεταφυσική ιδέα. Έχει ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Χριστός ανέρχεται ώστε να καταστεί αιώνιος μεσίτης του ανθρώπου ενώπιον του Πατρός: «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ιω. 14,6). Και έτσι η Ανάληψη γίνεται η πλήρωση ολόκληρης της Θείας Οικονομίας.

Όχι το τέλος της παρουσίας του Θεού στον κόσμο, αλλά η αρχή μιας νέας μορφής υπάρξεως, όπου ο άνθρωπος καλείται ελεύθερα να μεταμορφώσει ακόμη και τον θάνατό του σε πέρασμα κοινωνίας.

Ο αναληφθείς Χριστός δεν εγκατέλειψε τη γη.

Την πήρε μυστικά μαζί Του.

Μάνος Λαμπράκης 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.

Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναζητούσε λίγη δροσιά...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φως. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Μεσοπεντηκοστή

«Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεὰν»

Κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γευόμαστε σὲ κάποιο βαθμὸ τὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Στὴ μέση αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νὰ τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν ἀγώνα νὰ προευπρεπίσουμε τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι διὰ Σταυροῦ ἡ χαρὰ καὶ ἡ Ἀνάσταση εἰσῆλθαν στὸν κόσμο.

Στὴ μέση της περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἑορτάζουμε τὴ Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τὴ δίψα γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς ἐνισχύει νὰ προσκαρτερήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὐ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους». Ἡ Μεσοπεντηκοστὴ ἀποτελεῖ τὸ προοίμιο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ὁ Κύριος θὰ χορτάσει τὴν πείνα τῆς ψυχῆς μας, «ἐν τῷ ὀφθῆναι ἡμῖν τὴν δόξαν Αὐτοῦ».

Ὁ Θεὸς μας εἶναι Θεὸς Παράκλητος. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι «ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως», ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, εἶναι ὁ πρῶτος Παράκλητος, ὁ Ὁποῖος στέλνει στὸν κόσμο τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Δηλαδή, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεὸς ἐλέους, Θεὸς παρακλήσεως, Θεὸς παρηγοριᾶς. Πῶς ὅμως νὰ φθάσει αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ στὸν ἄνθρωπο; Πῶς νὰ φθάσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸν πηλό; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔχει δώσει ἤδη ὁ προφήτης Δαυίδ: «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουθενώσει». Ὁ Θεὸς μας δηλαδὴ ἔχει μιὰ ἀδυναμία· κάμπτεται πάνω ἀπὸ τὴν πονεμένη καρδιὰ ποὺ κράζει πρὸς Αὐτόν. Εἶναι Θεὸς ἐλέους καὶ γι’ αὐτὸ πολὺ εὔκολα γίνεται οἰκεῖος μὲ τοὺς πιστοὺς ποὺ φέρουν πληγὴ στὰ στήθη τους, διψασμένο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦν τὴ δική Του ἄφθαρτη παρηγοριὰ καὶ παράκληση.

Μικρὸ μὲν πράγμα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ γεμίσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁ τόπος ὅπου ἡ αἰώνια ἡμέρα διαυγάζει καὶ Φωσφόρος ἀνέσπερος ἀνατέλλει. Ὅταν χαράξει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά, τότε ὁ «ὄντως ἄνθρωπος» ἀρχίζει καινούργια ζωή· «ἐξέρχεται ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας».

Ὅλες οἱ Γραφές, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη κάνουν λόγο γιὰ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου, γιὰ τὴ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὁποία κατασβήνει μόνο μὲ τὴ δωρεά Του. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ γνώριζε νὰ ἀνάγει τὴ δίψα του ἀπὸ τὸ βιοτικὸ στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Τὴ φυσικὴ δίψα του στὴν ἔρημο τὴ μετέτρεπε σὲ δίψα τῆς ψυχῆς «πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα»[.Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναφέρονταν στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς «μετ’ εὐφροσύνης» θὰ ἀντλοῦσε ὕδωρ «ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τὸ μεσσιανικὸ νερό, δηλαδὴ τὴν εὐδαιμονία μέσα στὴν εὐλογημένη καὶ ὑπεράγαθη Βασιλεία Του, μὲ τοὺς λόγους: «Ἐὰν τὶς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω». Ἡ συμπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν εἶναι ὁ Ἴδιος, τὸ Ἀρνίον, ποὺ «ποιμαίνει» τοὺς ἐκλεκτούς Του «καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

Τὸ τροπάριο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀποδίδει πολὺ ὄμορφά τὸ νόημα αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἐκφράζει τέλεια τὸν πόνο καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς, ποὺ ἂν καὶ βάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ τὴν ἀκηδία ποὺ πολεμάει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου, ὡστόσο, στρέφεται μὲ ὅλη τὴν ἔφεσή της πρὸς τὸν Κύριο, ἐκζητώντας τὴν κραταιὰ βοήθειά Του, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐπαξίως νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο.

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχήν, εὐσεβείας πότισον νάματα·

ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ οὐδέτερο. Ἐπαγγέλεται τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ χοϊκοῦ καὶ πεπερασμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄπειρο Θεό. Πολὺ θὰ ὠφελούμασταν, ἂν κάναμε δική μας, προσωπικὴ προσευχὴ λόγους σὰν τοὺς παραπάνω ἤ ἄν, ὡς προετοιμασία γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Πεντηκοστὴ θεοπρεπῶς, διαβάζαμε καθημερινὰ ἀργὰ καὶ προσεκτικὰ τὸν Ἄμωμο, ἀφήνοντας τὰ νοήματά του νὰ διαπεράσουν τὸ εἶναι μας. Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς ἐκφράζει καὶ καλλιεργεῖ τὴν ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καθὼς βάζει σὲ λόγια τὴν ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ«ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»· τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ νὰ μεταβεῖ ἀπὸ «τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα», ἀπὸ αὐτὴ τὴν παροδικὴ καὶ μάταιη ζωή, στὴν αἰώνια καὶ πλούσια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ παραμένει ἡ προσδοκία γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς σταθερὴ καὶ αὐξανόμενη, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρει συνεχῶς στὸν νοῦ του τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν ἀναμένει. Πρέπει νὰ μὴν ἀποκάμνει στὴν προσευχὴ νὰ καταξιωθεῖ «σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μεγάλη ἔμπνευση, διότι προσδοκοῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἐρχομὸς Του ἦταν γι’ αὐτοὺς ἐπικείμενος ἀνὰ πάσα στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχονταν: «Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος». Ἤξεραν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸν ἐρχομό της, ποὺ τέλειωναν τὴν προσευχὴ τοὺς λέγοντας, «μαρὰν ἀθά», «ἔρχου, Κύριε». Δὲν περίμεναν παθητικά, μὲ ἀδράνεια, ἀλλὰ Τὸν καλοῦσαν νὰ ἔλθει ταχέως. Καὶ ὄχι μόνο Τὸν καλοῦσαν, ἀλλὰ «ἔσπευδον πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Θεοῦ», ἔτρεχαν πρὸς τὸν Κύριο, ἐπισπεύδοντες τὴν παρουσία Του. Ἡ προσμονή τους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ ἐπισκίαζε τὰ πάντα καὶ τοὺς ἐνέδυε μὲ τὴν τόλμη νὰ ὁδηγοῦνται μὲ θάρρος ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο. Μὲ τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων, χάρη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς μεσιτεῖες τους, στερεώθηκε καὶ διατηρήθηκε ἡ πίστη πάνω στὴ γῆ.

Ἃς προετοιμαστοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὴ μεγάλη καὶ τελευταία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσω μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν», ὥστε νὰ τοὺς ὁδηγήσει «ἐν γῆ εὐθεία». Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν», ἄς παραδοθοῦμε στὸν συσσεισμὸ τῆς ἐνέργειας τοῦ Πνεύματός Του καὶ ἃς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ὥστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νὰ δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στὰ αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Καὶ γιὰ ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομιά, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν».

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου