Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι...

Κάθε σοβαρή θεολογική προσέγγιση για την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως οφείλει να αρχίζει από μία διάκριση απολύτως κρίσιμη, επειδή η απουσία της οδηγεί σχεδόν αναπόφευκτα είτε σε μια εκκλησιαστική ιδιοποίηση του συμβόλου είτε σε μια συρρίκνωση του μυστηρίου του Σταυρού σε σήμα ομολογιακής ταυτότητας.

Ο σταυρός δεν εμφανίζεται πρωτίστως ως αποκλειστικό γνώρισμα των βαπτισμένων, αλλά ως μορφή της ανθρώπινης κατάστασης μέσα στην ιστορία της φθοράς, της έλλειψης και της θνητότητας. Πριν γίνει αντικείμενο προσκύνησης, είναι ήδη εμπειρία βάρους.

Είναι η ασθένεια, το πένθος, η αδικία, η εγκατάλειψη, η σιωπή του σώματος, η διάψευση της επιθυμίας, η ενοχή, η αδυναμία του ανθρώπου να συμφιλιωθεί με το πεπερασμένο της ύπαρξής του.

Υπό αυτή την έννοια, κάθε άνθρωπος σηκώνει κάποιον σταυρό, ανεξάρτητα από το αν έχει βαπτισθεί, ανεξάρτητα από το αν γνωρίζει ρητά το όνομα του Χριστού, ανεξάρτητα από το αν μετέχει ή όχι στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας.

Και ακριβώς εδώ πρέπει να διατυπωθεί με απόλυτη σαφήνεια η πρώτη μεγάλη θεολογική αντίσταση απέναντι σε κάθε ηθικιστική ανάγνωση του πάθους: ο πόνος δεν σώζει από μόνος του, η οδύνη δεν αγιάζει αυτομάτως, το τραύμα δεν μετατρέπεται μηχανικά σε γεγονός αλήθειας. Ο άνθρωπος μπορεί να υποφέρει και ταυτόχρονα να συντρίβεται και συγχρόνως να εγκλείεται ακόμη περισσότερο στη ναρκισσιστική αυτοαναφορικότητά του, να σηκώνει μεγάλο βάρος χωρίς να μετακινείται ούτε κατ’ ελάχιστον το βαθύτερο κέντρο της ύπαρξής του.

Ο καθολικός, λοιπόν, χαρακτήρας του σταυρού ως ανθρωπολογικής εμπειρίας δεν ταυτίζεται με τη σωτηριολογική αλήθεια του Σταυρού ως χριστολογικής αποκάλυψης.

Ακριβώς σε αυτό το σημείο εγγράφεται η ριζική τομή του χριστιανικού γεγονότος. Ο Χριστός δεν έρχεται για να ερμηνεύσει αφηρημένα τον ανθρώπινο πόνο, ούτε για να του αποδώσει ένα βολικό μεταφυσικό νόημα, ούτε για να τον νομιμοποιήσει ως παιδαγωγικό εργαλείο ηθικής βελτίωσης. Η είσοδός Του στο δράμα του ανθρώπου μετατοπίζει ριζικά το ερώτημα: το αποφασιστικό δεν είναι απλώς ότι ο άνθρωπος πάσχει, αλλά ο τρόπος με τον οποίο κατοικεί το πάθος του, το πώς επεξεργάζεται την έλλειψή του, το προς ποια αλήθεια παραδίδει το τραύμα του.

Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι απλώς η ακραία μορφή μιας αδικίας. Είναι η ελεύθερη μεταμόρφωση της αδικίας σε συγχωρητική δύναμη, της εγκατάλειψης σε κοινωνία, της απογύμνωσης σε απόλυτη πιστότητα, της εκμηδένισης σε άρνηση του μηδενός.

Το σκάνδαλο του Σταυρού βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο Θεός δεν σώζει τον κόσμο μένοντας απρόσβλητος από την πληγή, αλλά εισερχόμενος σε αυτήν μέχρι τέλους, χωρίς να αποσύρει την αγάπη Του.

Δεν προσφέρει μια παντοδυναμία που θριαμβεύει με τους όρους της κυριαρχίας, αλλά μια αγάπη που επιμένει ακόμη και εκεί όπου όλα φαίνονται διαρρηγμένα.

Ας το πούμε με μεγαλύτερη εννοιολογική αυστηρότητα… στον Σταυρό αποκαλύπτεται η αλήθεια ενός υποκειμένου μη ναρκισσιστικού, ενός τρόπου ύπαρξης που δεν συγκροτείται μέσω κατοχής, ελέγχου και αυτοασφάλισης, αλλά μέσω δωρεάς, έκθεσης και ελεύθερης συγκατάθεσης στην τρωτότητα. Εδώ ακριβώς η χριστιανική θεολογία υπερβαίνει κάθε ηρωοποίηση του πόνου: δεν δοξάζει την οδύνη, αλλά φανερώνει ότι η αγάπη γίνεται αληθινή όταν δεν παύει να είναι αγάπη μέσα στο πάθος.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η ερχόμενη Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως δεν μπορεί να αναγνωσθεί ως απλή λειτουργική ανάπαυλα στη μέση της ασκητικής διαδρομής της Αγίας Τεσσαρακοστής, ούτε ως ευσεβιστική παρηγορία για την κόπωση των πιστών. Αντίθετα, συνιστά βίαιη επαναφορά στο κέντρο, επανεισαγωγή του εκκλησιαστικού υποκειμένου στη μόνη αλήθεια που διαρκώς επιχειρεί να εξουδετερώσει.

Στο μέσον της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, όταν ο αγώνας κινδυνεύει να μεταβληθεί σε επίδοση, η εγκράτεια σε ηθική αυτοεπιβεβαίωση, η προσευχή σε εκλεπτυσμένη μορφή πνευματικού ναρκισσισμού και η θρησκευτική συνέπεια σε καθρέφτη αυταρέσκειας, η Εκκλησία προβάλλει τον Σταυρό ως αμείλικτη κριτική κάθε θρησκευτικής αυταπάτης.

Δεν παρουσιάζει ένα λάβαρο ταυτοτικής υπερηφάνειας· εκθέτει ενώπιόν μας το σημείο της απογύμνωσης.

Δεν επικυρώνει την ευλάβειά μας.

Την κρίνει.

Δεν μας επιτρέπει να αναπαυθούμε στην ψευδαίσθηση ότι η σωτηρία είναι αποτέλεσμα θρησκευτικής επιμέλειας, ηθικής συνέπειας ή ασκητικής επίδοσης. Ο Σταυρός διακόπτει βίαια αυτή τη φαντασίωση, επειδή αποκαλύπτει ότι η αλήθεια της χριστιανικής ζωής δεν ταυτίζεται με τη βελτιωμένη εικόνα του εαυτού, αλλά με τη σταύρωση του εγωκεντρισμού.

Γι’ αυτό και η προσκύνηση του Σταυρού δεν είναι ποτέ μια απλή τελετουργική κίνηση. Γίνεται αληθινή μόνο όταν το υποκείμενο δέχεται να κριθεί από αυτό που προσκυνά. Διαφορετικά, ακόμη και η πιο επιμελημένη μετάνοια του σώματος μπορεί να λειτουργήσει ως άμυνα απέναντι στη μεταστροφή της καρδιάς.

Κι εδώ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα το ευαγγελικό «ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν». Η φράση αυτή έχει συχνά παραμορφωθεί είτε προς μια ψυχολογική αυτοϋποτίμηση είτε προς μια ηθικιστική θεώρηση της χριστιανικής ζωής ως διαρκούς αυτοκαταστολής. Όμως εδώ δεν ζητείται από τον άνθρωπο να μισήσει το πρόσωπό του.

Ζητείται να αποδομήσει το ψευδές οικοδόμημα μέσα στο οποίο έχει φυλακίσει το πρόσωπο.

Ο εαυτός που καλείται να αρνηθεί δεν είναι το μοναδικό και ανεπανάληπτο πρόσωπο που δημιουργήθηκε κατ’ εικόνα Θεού, αλλά η ειδωλοποιημένη κατασκευή του, το σύστημα αυτοδικαιώσεων, άμυνων, φόβων και φαντασιώσεων παντοδυναμίας μέσω του οποίου προσπαθεί να αποφύγει τη σχέση.

Είναι εκείνο το κλειστό σχήμα όπου ο άνθρωπος θέλει να αγαπά χωρίς να εκτίθεται, να υπάρχει χωρίς να εξαρτάται, να επιθυμεί χωρίς να στερείται, να προσφέρει χωρίς να πληγώνεται, να σώζεται χωρίς να πεθαίνει ως κέντρο του εαυτού του.

Εδώ ο λόγος του Χριστού προσλαμβάνει μιαν αληθινά ανατρεπτική δύναμη, επειδή δεν ζητεί μια ήπια ηθική αναβάθμιση ούτε μια απλή βελτίωση της συμπεριφοράς, αλλά τη ρήξη με την εσωτερική ηγεμονία του εγώ. Ζητεί από τον άνθρωπο να δεχθεί ότι η ζωή δεν σώζεται όταν θωρακίζεται, αλλά όταν παραδίδεται, ότι η αλήθεια δεν γεννιέται από την αυτάρκεια, αλλά από την έκθεση, ότι η καρδιά δεν θεραπεύεται μέσω άμυνας, αλλά μέσω σχέσης.

Ακριβώς γι’ αυτό ο Σταυρός γίνεται τόσο ανυπόφορος για τη σύγχρονη συνείδηση. Όχι επειδή ο νεωτερικός άνθρωπος φοβάται απλώς τον πόνο, αλλά επειδή δυσκολεύεται να αποδεχθεί την απώλεια κυριαρχίας πάνω στο νόημα του πόνου του.

Θέλει να διαχειρίζεται τα πάντα, ακόμη και την πληγή του.

Θέλει μια ζωή χαμηλού υπαρξιακού ρίσκου, σχέσεις με δυνατότητα ανάκλησης, αγάπη χωρίς έκθεση, πίστη χωρίς παράδοση, κοινότητα χωρίς θυσία, επιθυμία χωρίς τραυματισμό.

Και ακριβώς εδώ ο Σταυρός καθίσταται σκανδαλώδης.

Όχι επειδή ζητεί από τον άνθρωπο να αγαπήσει την οδύνη ως οδύνη, αλλά επειδή του αφαιρεί το δικαίωμα να οργανώσει ολόκληρη την ύπαρξή του γύρω από την αποφυγή της προσφοράς. Ο Χριστός δεν θεοποιεί τον πόνο, ούτε αισθητικοποιεί τη συντριβή, ούτε μετατρέπει το τραύμα σε πνευματικό φετίχ. Αποκαλύπτει όμως ότι όποιος καθιστά την αυτοπροστασία του ύψιστη αρχή, οδηγείται τελικά σε μια μορφή ερημίας βαθύτερη και από τον ίδιο τον πόνο. Γιατί το υποκείμενο πεθαίνει πολύ πριν από τον βιολογικό του τέλος, όταν αδυνατεί πλέον να δοθεί, όταν μετατρέπει την πληγή σε ταυτότητα, όταν λατρεύει την άμυνά του ως σοφία, όταν αποσύρει την καρδιά του από το ρίσκο της αγάπης.

Ο Σταυρός είναι η ριζική άρνηση αυτής της ψευδούς σωτηρίας μέσω θωράκισης. Είναι το σημείο όπου η ανθρώπινη επιθυμία καλείται να εξέλθει από την οικονομία της αυτάρκειας και να εισέλθει στην οικονομία της σχέσης.

Έτσι, η Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως δεν καλεί απλώς στη τιμή ενός ιερού συμβόλου, αλλά σε έκθεση ενώπιον της πιο απαιτητικής αλήθειας της χριστιανικής ύπαρξης. Ότι ο δρόμος προς την Ανάσταση δεν ανοίγεται από τη θρησκευτική επιτέλεση, ούτε από τη συναισθηματική ευσέβεια, ούτε από την απλή αντοχή στο βάρος της ζωής, αλλά από τη συγκατάθεση να μετασχηματισθεί το βάρος σε αγάπη, η έλλειψη σε σχέση, η οδύνη σε προσφορά, η προσωπική ιστορία σε τόπο κοινωνίας με τον Εσταυρωμένο.

Ο σταυρός που σηκώνουν όλοι οι άνθρωποι γίνεται αληθινά Σταυρός σωτηρίας μόνο όταν παύει να είναι κλειστό κύκλωμα οδύνης και γίνεται ελεύθερη πορεία πίσω από τον Χριστό.

Και αυτό είναι το πιο απαιτητικό μήνυμα αυτής της Κυριακής: ότι ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να αφαιρέσει το ανθρώπινο βάρος, αλλά να το διεκδικήσει ως τόπο συνάντησης μαζί Του.

Να εισέλθει εκεί όπου ο άνθρωπος πονά περισσότερο, όχι για να ακυρώσει μαγικά την πληγή, αλλά για να την καταστήσει πέρασμα.

Γι’ αυτό ο Σταυρός δεν είναι σχήμα, ούτε πολιτισμικό έμβλημα, ούτε ψυχολογικό παυσίπονο. Είναι η μορφή μιας ζωής που έχει παύσει να ανήκει αποκλειστικά στον εαυτό της. Είναι το σημείο όπου η ανθρώπινη ύπαρξη παύει να ζητεί σωτηρία ως αυτοσυντήρηση και αρχίζει να τη δέχεται ως δωρεά.

Και μόνο τότε η προσκύνηση παύει να είναι τελετουργική χειρονομία και γίνεται γεγονός αλήθειας. Μόνο τότε ο άνθρωπος δεν στέκεται απέναντι στον Σταυρό ως θεατής ενός ιερού θεάματος, αλλά αφήνει τον Σταυρό να τον κρίνει, να τον απογυμνώσει, να τον διαρρήξει και να τον αναγεννήσει. 

Μάνος Λαμπράκης

Δευτέρα 9 Μαρτίου 2026

Από ποια Αγάπη έχεις λοιπόν αγαπηθεί;

Εσύ έχεις αγαπηθεί. Υπάρχει θέση για ένα ανάξιο πρόσωπο μέσα στη φλόγα της Καιομένης Βάτου;

Μια ψυχή, ένα πρόσωπο που αγαπώ δεν είναι ευτελές. Έχεις αγαπηθεί. «Εσύ» έχεις αγαπηθεί. Εμβάθυνε στην αξία αυτού του «εσύ». Δεν εξαγγέλλω εδώ μια γενική διαβεβαίωση. Δεν μιλώ αυτή τη στιγμή σ' ένα πλήθος. Δεν λέω τώρα: «έχετε αγαπηθεί».

Από ποια Αγάπη έχεις λοιπόν αγαπηθεί; Δεν σου λέω: «αγαπήθηκες». Ούτε σου λέω: «θα αγαπηθείς». Δεν είναι μόνο χθες ή προχθές που σ' αγάπησα. Δεν είναι μό­νον αύριο ή μεθαύριο που θα σ' αγαπήσω. Είναι σήμερα, αυτό το λεπτό, που αγαπιέσαι.

Έτσι συμβαίνει στην περίπτωση κάθε ανθρώπου. Ξα­φνιάζεσαι, παιδί μου, και με ρωτάς: «Αλήθεια; Σε όλες τις περιπτώσεις;» Ναι, σε όλες τις περιπτώσεις. Και συ­νεχίζεις: «Κύριε, πώς γίνεται αυτό; Εκείνος που αμαρτάνει εναντίον σου, μπορεί την ίδια στιγμή να αγαπιέται από σένα;» Ναι, παιδί μου. Αν δεν εξακολουθούσα ν' αγαπώ εκείνον που αμαρτάνει, θα τον άφηνα να υπάρχει ενώπιόν μου; Η Αγάπη κάθεται σαν ζητιάνος στην πόρτα εκεί­νου που δεν αγαπάει. Περιμένει. Θα περιμένει. Η διάρ­κεια της προσμονής μου ξεπερνά όλες τις ανθρώπινες προ­βλέψεις. Μη ζητάς να εισδύσεις στο μυστήριο. Εγώ περι­μένω. Και ποιος μπορεί να με χωρίσει από τον αγαπημέ­νο μου αμαρτωλό;

π. Λεβ Ζιλέ 

Σάββατο 7 Μαρτίου 2026

Μπουμπούκιασαν οι νεραντζιές στον δρόμο...

Δούλευα πάλι χθες μέχρις αργά -σαν να τελείωσα με τα έργα για τον Παπαδιαμάντη και τα κείμενα- βγήκα έξω νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, μπουμπούκιασαν οι νεραντζιές στον δρόμο, με πήρε τ’ άρωμά τους, πρώιμη άνοιξη -άλλη εξουσία κουμαντάρει αυτή, δεν χαμπαριάζει από πολέμους, ούτε ανησυχεί για κέρδη, θλίψη και τέτοιες ματαιότητες- έλαμπε η μέρα το πρωί, κατέβηκα ως τη θάλασσα, πρώτη βουτιά για φέτος σε ήσυχα, ερημικά νερά, περπάταγα μετά ξυπόλητος στα βοτσαλάκια, ξανανιωμένος, πέρα-δώθε όλη την παραλία, στέγνωνα άοπλος, γυμνός στο ήρεμο αεράκι και στο φως.

Χρήστος Μποκόρος 

Τρίτη 3 Μαρτίου 2026

Ο άνθρωπος που βιώνει την πίστη του...

Έχω έναν πολύ πιο στερεό και βασικό λόγο για να πιστέψω στον χριστιανισμό από το να επιλέγω από αυ­τόν στοιχεία σαν να ήταν ένα αφηρημένο θεωρητικό σχήμα. Κι αυτός είναι ο εξής: η χριστιανική Εκκλησία είναι για την ψυχή μου ένας ζωντανός δάσκαλος κι όχι ένας νεκρός. Δεν με δίδαξε μόνο χθες, αλλά θα με διδά­ξει σχεδόν με την ίδια σιγουριά και αύριο.

Κάποτε μου αποκαλύφθηκε ξαφνικά το νόημα του σχήματος του Σταυρού, κάποια μέρα μπορεί να δω ξαφνικά το νόημα του σχήματος της επισκοπικής μίτρας. Ένα ωραίο πρω­ινό κατάλαβα γιατί τα γοτθικά παράθυρα έχουν αυτές τις απολήξεις, ένα άλλο ίσως καταλάβω γιατί οι ιερείς δεν κουρεύονται. Ο Πλάτωνας σου μιλούσε για την αλή­θεια. Είναι όμως νεκρός. Ο Σαίξπηρ σε γοήτευε απρό­σμενα με μια σκηνή από τα έργα του. Δεν θα το κάνει όμως ξανά. Φαντάσου να μοιραζόσουν τη ζωή με τέ­τοιους ανθρώπους, να ξέρεις ότι μπορεί να εμφανιστεί ο Πλάτωνας με έναν πρωτότυπο διάλογο ή ότι σε κάθε στιγμή ο Σαίξπηρ μπορεί να χαλάσει τον κόσμο μ' ένα καινούργιο σονέτο.

Ο άνθρωπος που βιώνει την πίστη του μέσα στη ζωντανή Εκκλησία είναι συνεχώς σε ετοι­μότητα να υποδεχθεί αύριο τον Πλάτωνα και τον Σαίξ­πηρ για πρωινό. Περιμένει πάντα να δει κάποια άγνω­στη μέχρι τώρα αλήθεια.

Gilbert Keith Chesterton,

Ορθοδοξία.

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Ο πρωταρχικός σκοπός της νηστείας...

Ο πρωταρχικός σκοπός της νηστείας είναι να μας κάνει να συνειδητοποιήσουμε την εξάρτησή μας από τον Θεό. Αν η εγκράτεια στο φαγητό κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή τηρηθεί στα σοβαρά, ιδι­αίτερα τις πρώτες μέρες, συνεπάγεται πείνα πραγ­ματική, καθώς επίσης και ένα αίσθημα κόπωσης και σωματικής εξάντλησης. Εν συνεχεία, ο σκοπός αυτού είναι να περιέλθουμε σε συντριβή και να συναισθανθούμε τον εσωτερικό μας κατακερμα­τισμό, δηλαδή να μας φέρει στο σημείο να εκτι­μήσουμε στο ακέραιο τη βαρύτητα της ρήσης του Χριστού ότι «χωρίς εμένα δεν μπορείτε να κάνετε τίποτε» (Ιω. 15, 5).

Εάν είμαστε πάντα χορτασμέ­νοι από φαγητό και ποτό, είναι εύκολο να καλ­λιεργήσουμε υπέρμετρη εμπιστοσύνη στις δυνά­μεις μας, σχηματίζοντας μια εσφαλμένη αίσθηση αυτονομίας και αυτάρκειας. Η τήρηση της υλικής νηστείας υποσκάπτει αυτόν τον εφάμαρτο εφη­συχασμό.

Αν χωριστεί από την προσευχή και τη μετοχή στα ιερά μυστήρια και δεν συνοδεύεται από έργα ελέους, η νηστεία μας καταλήγει φαρισαϊκή ή ακόμη και δαιμονική. Δεν οδηγεί στη συντριβή και τη χαρά, αλλά στην υπερηφάνεια, την εσωτερική ταραχή και την οξυθυμία. Ο πατήρ Αλέξανδρος Ελτσιανίνωφ αναδεικνύει ορθά τη σχέση μεταξύ προσευχής και νηστείας. Του επισημαίνει ένας επικριτής της νηστείας: «Η δουλειά μας μένει πίσω και γινόμαστε ευέξαπτοι... Ποτέ δεν έχω δει πιο κακότροπους υπηρέτες (μιλάμε για την προεπαναστατική Ρωσία) απ' όσο κατά τις τελευταίες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος. Είναι ολοφάνερο ότι η νηστεία κάνει πολύ κακό στα νεύρα μας». Ο πατήρ Αλέξανδρος απαντά ως εξής: «Δεν έχεις κι άδικο... Αν δεν συνοδεύεται από προσευχή και εντονότερη πνευματική ζωή, η νηστεία οδηγεί μονάχα σε μια τεταμένη κατάσταση ευερεθιστότητας. Είναι εύλογο να εμφανίζονται θυμωμένοι και ευέξαπτοι οι υπηρέτες που πήραν τη νηστεία στα σοβαρά και αναγκάστηκαν να εργαστούν σκληρά κατά τη Μεγάλη Σαρακοστή, αλλά δεν τους επιτράπηκε να εκκλησιαστούν».

Η νηστεία, λοιπόν, χάνει την αξία της ή γίνεται και επιβλαβής, όταν δεν συνδυάζεται με προσευχή.

Κάλλιστος Ware

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος Κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής (2026)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,

ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,

ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Ἔμπλεοι ἱερᾶς συγκινήσεως, εἰσερχόμεθα καί ἐφέτος, Θείᾳ εὐδοκίᾳ, εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τόν καιρόν τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς προσευχῆς, τῆς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως καί τῆς φιλαδελφίας, μέ τά ὄμματα τῆς καρδίας ἐστραμμένα πρός τόν ζωηφόρον Σταυρόν τοῦ Κυρίου, τόν ὁδηγοῦντα πάντας ἡμᾶς πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τό διανοῖγον τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων τάς πύλας τοῦ Παραδείσου.

Ἡ ἀρχομένη εὐλογημένη περίοδος εἶναι εὐκαιρία διά νά συνειδητοποιήσωμεν ἐκ νέου τήν ἀλήθειαν τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τήν ἄρρηκτον σύνδεσίν της μέ τήν εὐχαριστιακήν πραγμάτωσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί διαστάσεις της καταυγάζεται ἀπό τό φῶς καί τήν χαράν τῆς Ἀναστάσεως. Τό πνεῦμα τοῦ ἀσκητισμοῦ οὐδόλως ἀποτελεῖ παρείσακτον στοιχεῖον εἰς τόν Χριστιανισμόν, οὔτε εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιρροῆς ἐξωεκκλησιαστικῶν δυαλιστικῶν ἰδεολογημάτων. Ἄσκησις εἶναι μία ἄλλη λέξις διά τόν χαρακτηρισμόν τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως, συνδέουσα αὐτήν μέ τήν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τήν Θείαν πρόνοιαν, μέ τήν ἀνεξάντλητον πνευματικήν εὐφροσύνην τῆς ἀφιερωμένης εἰς τόν Χριστόν ζωῆς, μέ τήν αὐθυπέρβασιν καί τήν αὐτοπροσφοράν, τήν φιλάνθρωπον ἀγάπην, τόν σεβασμόν πρός τήν κτίσιν πᾶσαν.

Ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ὑπόθεσις αὐτοβούλων ἐπιλογῶν καί ὑποκειμενικῶν ἰδιαιτεροτήτων, ἀλλά ὑποταγή εἰς τόν κανόνα καί τήν «καθολικήν πεῖραν» τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ, ὡς ἔχει λεχθῆ, «ἐκκλησιαστικόν», ὄχι «ἀτομικόν», γεγονός. Ἡ ἐν Ἐκκλησίᾳ ζωή εἶναι ἀδιαίρετος. Μετάνοια, προσευχή, ταπεινοφροσύνη, συγχωρητικότης, νηστεία, ἔργα εὐποιΐας, εἶναι ἀλληλένδετα καί ἀλληλοπεριχωρούμενα. Δέν ὑπάρχει εἰς τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν ἄσκησις ὡς αὐτοσκοπός, ἡ ὁποία πάντοτε ὁδηγεῖ εἰς ὑπερεκτίμησιν τῆς ἀτομικῆς προσπαθείας καί τροφοδοτεῖ τάσεις αὐτοδικαιώσεως. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος διά τήν βίωσιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς τόπου καί τρόπου ἀποκαλύψεως τῶν δωρεῶν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντοτε ὡς πρόγευσις τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὡς τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου τῆς πίστεως ἡμῶν καί τοῦ ὁλοφώτου ὁρίζοντος τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος». Θεοκινήτως ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ κατά τό Σάββατον τῆς Τυροφάγου τήν πανίερον μνήμην τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀρωγοί καί συνοδοιπόροι τῶν πιστῶν εἰς τόν δόλιχον τῆς ἀσκήσεως. Εἰς τό στάδιον τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων ἔχομεν εὐδοκοῦντα τόν ἐν Τριάδι Θεόν, σκέπην τήν Παναγίαν Θεομήτορα καί Μητέρα πάν-των ἡμῶν, καί πρεσβευτάς τούς Ἁγίους καί τούς μάρτυρας τῆς πίστεως.

Ὁ ὑγιής χριστιανικός ἀσκητισμός εἶναι συμμετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὡς πνευματικῆς, ψυχικῆς καί σωματικῆς ἑνότητος, εἰς τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, ἄνευ ὑποτιμήσεως τῆς ὕλης καί τοῦ σώματος καί ἄνευ μανιχαϊζούσης συρρικνώσεως τῆς πνευματικότητος. Ὡς ἔχει γραφῆ, ἡ χριστιανική ἄσκησις εἶναι ἐν τέλει «ἀγώνας ὄχι κατά ἀλλά ὑπέρ τοῦ σώματος», συμφώνως καί πρός τό τοῦ Γεροντικοῦ: «Ἡμεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι».

Ἀτυχῶς καί ἀστόχως, ὁ χριστιανικός ἀσκητισμός ἐχαρακτηρίσθη ἀπό συγχρόνους διανοητάς ὡς ἄρνησις τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς καί ὡς περιστολή τῆς ἀνθρωπίνης δημιουργικότητος. Οὐδέν ἀναληθέστερον τούτου! Ἡ ἄσκησις, ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τό ἔχειν καί τήν προσκόλλησιν εἰς τήν κατοχήν πραγμάτων καί, κατ᾿ ἐξοχήν, ὡς ἀπελευθέρωσις ἀπό τό ἐγώ, ἀπό τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ», ἀπό τό «ἔχειν τοῦ εἶναι μας», εἶναι πηγή καί ἔκφρασις γνησίας ἐλευθερίας. Τί ἀληθέστερον ἀπό τήν ἔξοδον ἐκ τῆς εἱρκτῆς τοῦ «ἀτομικοῦ δικαιώματος» καί ἀπό τήν ἀνοικτοσύνην καί τήν ἀγάπην πρός τόν συνάνθρωπον, ἀπό τήν ἐσωτερικήν «καλήν ἀλλοίωσιν» καί τήν σταθερότητα εἰς τήν ἐφαρμογήν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ; Τί δημιουργικώτερον τῆς νηστείας, ὅταν αὐτή εἶναι ὁλιστική στάσις ζωῆς καί ἐκφράζῃ τό ἀσκητικόν καί εὐχαριστιακόν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν εἶναι «κοινόν ἄθλημα» καί ὄχι ἀτομικόν ἀγώνισμα; Τί ὑπαρξιακῶς συγκλονιστικώτερον ἀπό τήν μετάνοιαν, τήν ἐσωτερικήν μεταστροφήν, ὡς ζωτικήν κατεύθυνσιν πρός τήν ἀλήθειαν, τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψιν τῆς δυνάμεως τῆς Θείας Χάριτος, τοῦ βάθους τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί τῆς ἐλπίδος ζωῆς αἰωνίου; Εἶναι ἐντυπωσιακόν τό γεγονός ὅτι, ὅταν ἀντικατεστάθη ὁ πρωτοχριστιανικός χαρακτήρ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὡς περιόδου προετοιμασίας διά τό Ἅγιον Βάπτισμα εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τό «ἦθος τῆς μετανοίας», παρέμεινεν ἡ βίωσις αὐτῆς ὡς «δευτέρου βαπτίσματος». Διά τόν λόγον αὐτόν, ἡ περίοδος τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας δέν εἶναι σκυθρωπή. Ἡ ὑμνολογία μας ὁμιλεῖ διά τό «ἔαρ τῆς νηστείας» καί ἡ Θεολογία ἀποκαλεῖ τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν «πνευματικήν ἄνοιξιν» καί «περίοδον χαρᾶς καί φωτός». Ὅλα αὐτά ἀποκτοῦν ἰδιαιτέραν ἐπικαιρότητα καί ἀξίαν ἐνώπιον τῆς συγχρόνου ἀνθρωπολογικῆς συγχύσεως καί τῶν, πολιτισμικῆς προελεύσεως, νέων ἀλλοτριώσεων.

Μέ αὐτά τά αἰσθήματα καί τάς σκέψεις, ὑπενθυμίζοντες τοῖς ἐν ἁπάσῃ τῇ δεσποτείᾳ Κυρίου τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ὅτι, κατά τήν ἡμέραν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου θά κορυφωθοῦν οἱ ἑορτασμοί ἐπί τῇ συμπληρώσει 1400 ἐτῶν ἀπό τοῦ ἔτους 626, ὅτε, πρός ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης πρός τήν Θεοτόκον διά τήν διάσωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό ἐπικίνδυνον πολιορκίαν, ἐψάλη «ὀρθοστάδην» εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Βλαχερνῶν ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, εὐχόμεθα πρός πάντας ὑμᾶς εὔδρομον τό στάδιον τῆς νηστείας, ἐν ἀσκήσει καί ὑπομονῇ, ἐν εὐχαριστίᾳ καί δοξολογίᾳ. Εἴθε, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ καί ἁγιαζόμενοι ἐν Κυρίῳ, νά βαδίσωμεν τήν ὁδόν πρός τήν πεπληρωμένην χαράν τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ͵βκςʹ

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν