Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Το να λες Χριστός ανέστη...

Το να λες Χριστός ανέστη και προσδοκώ ανάσταση νεκρών, χωρίς πάθος ότι αυτό είναι δυνατόν, είναι σαν να μην το έχεις πει καν - κι αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις.

Η ελπίδα ότι υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να είναι ένα ονειροπόλημα, η ελπίδα είναι πίστη και λαχτάρα μαζί. Προσδοκώ λέμε την ανάσταση.
Προσέξτε: δεν πρόκειται για απλή αισιοδοξία ή απλώς μια πιθανότητα. Αυτά είναι μηδέν. Ή εν πάση περιπτώσει αυτή η πιθανότητα πρέπει να είναι ζωντανή. Αλλιώς, έχεις αφεθεί στη μοίρα σου κι όσα αισιόδοξα και να λες, στο τέλος δεν μένει τίποτα.
Η ελπίδα λοιπόν είναι καλή όταν την ζωντανεύει κανείς με τον τρόπο που κάθε φορά χρειάζεται. Αν ελπίζω να είμαι υγιής, αλλά τρώω και πίνω σα να μην υπάρχει αύριο, είναι μάλλον μια μάταιη ελπίδα. Αν ελπίζω στην ανάσταση χωρίς να ζω κάπως με τον τρόπο τον αναστάσιμο, ήγουν την αγάπη προς όλους, ματαιοπονώ. Η ανάσταση πάει κόντρα στη λογική, το ίδιο κι η αγάπη προς όλους. Αυτός όμως είναι ο τρόπος του Χριστού. Δύσκολα πράγματα. Η ελπίδα δεν πάει με την αδράνεια. Η άλλη λύση είναι η απελπισία. Η οποία είναι λιγότερο οδυνηρή από μια αδρανή ελπίδα που σε κοιμίζει χωρίς να σου προσφέρει τίποτα απολύτως.
 
Γιώργος Μπάρλας
 

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Χ. Α. Σταμούλης, Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει*

Αναστάσεως ημέρα και

λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει

και αλλήλους περιπτυξώμεθα.

Είπωμεν, αδελφοί,

και τοις μισούσιν ημάς

συγχωρήσωμεν πάντα

τη Αναστάσει

και ούτω βοήσωμεν

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις μνήμασιν

ζωήν χαρισάμενος.

Η συγχώρηση είναι δημιουργία, κίνηση και τέχνη, έξοδος από τον κλειστό εαυτό και είσοδος  στον αστερισμό του άλλου, που επιτρέπει την ύπαρξη επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Ένας πυρετός είναι η συγχώρηση και  μια αντρειοσύνη, που παλεύει τα σκοτάδια της ηρωοποίησης της μοναξιάς· τα σκοτάδια της αδράνειας  και της διαστρέβλωσης, αποτέλεσμα στείρων συναισθηματικών προσποιήσεων που φτάνουν έως και την κόλαση της υποκρισίας. Από τη μια η λεβεντιά, το γύμνωμα του μέσα μας ψεύδους και από την άλλη το ντύσιμο, το χτίσιμο της μεγάλης μας γύμνιας. Από τη μια η δημιουργικότητα και η τέχνη της εξόδου στο φως και από την άλλη η κακοτεχνία της διαίρεσης και η εκβολή στο σκότος της κόλασης. «Φεύγετε ουν τας κακοτεχνίας και ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη·», λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και συμπληρώνει, δείχνοντας το δρόμο για το φως: «αλλά πάντες επί το αυτό γίνεσθε εν αμερίστω καρδία», διότι οι μερισμοί είναι «αρχή κακών».

Υπήρχε κάποτε, στα χρόνια του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, ένας όσιος, ο  Μάξιμος ο  Καυσοκαλύβης, ο οποίος «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτίναξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Τι έκανε, λοιπόν, ο τρελός για τη χάρη του Θεού. Τριγυρνούσε στις ερημιές του Αγίου Όρους, έφτανε κάπου, έφτιαχνε μια καλύβα και μετά από λίγο της έβαζε φωτιά και έφευγε. Πήγαινε παραπέρα και έκανε πάλι τα ίδια, δεύτερη καλύβα και δεύτερη φωτιά και μετά ξανά από την αρχή, εξ ου και Καυσοκαλύβης. Οι άλλοι τον έλεγαν τρελό, μα τούτος, φλεγόμενος από έρωτα για τον Θεό, καίγοντας την καλύβα του, έκαιγε τη βεβαιότητα που αυτή κάθε φορά γεννούσε και ζούσε ως άνθρωπος «πάροικος και παρεπίδημος», άνθρωπος βιβλικός, γεμάτος έρωτα και πίστη. Άλλωστε, «Ο χωρών “χωρείτω”. Τόπος μηδέναφυσιούτω», όπως λέγει και πάλι ο άγιος Ιγνάτιος διότι «το γαρ όλον πίστις και αγάπη, ων ουδέν προκέκριται». Και έχει σημασία αυτό σε μια εποχή που το δικαίωμα -το άγιο κατά τα άλλα δικαίωμα- γεννά απανθρωπία, γεννά διαίρεση και μαρασμό. «Το δίκαιο», γράφει ο άλλος τρελός, ο τρελός της ευθύνης, ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο εξαιρετικό του, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση, «μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω». Το δίκαιο και το δικαίωμα,  συγγενείς εξ αίματος, το λιγότερο αδελφοποιτοί. Μαζί και η αυτοδικαίωση, που ακολουθεί την αυτοερωτικότητα και την αυτοϊκανοποίηση, στον τόπο που νομίζω πως έχω, νομίζω πως είμαι, αλλά εν τέλει ούτε έχω, ούτε είμαι. Το δίκαιο και το δικαίωμα, μαζί και η ελευθερία, χωρισμένα από την αγάπη -και το λέγω τούτο, διότι δεν είπε «μείζων δε τούτων η ελευθερία, μήτε το δικαίωμα, μήτε το δίκαιο», ούτε καν η πίστη ή ελπίδα, αλλά «μείζων δε τούτων η αγάπη»-, οδηγούν τον άνθρωπο στο «υπόγειο» της  ύπαρξης, όπου τελείται το έγκλημα της αφαίμαξης της αγάπης. Και είναι αυτή η αγάπη που χωράει τα πάντα· που συγχωρεί τα πάντα και τα συγκινεί, που τα κάνει να γεμίζουν από το φως του μαζί. Εκεί όπου ο τόπος μου δεν γίνεται το υπόγειο της φυσίωσης, αλλά ο χώρος της ομοήθειας, που πλατύνεται, συνεχώς πλατύνεται και πλαταίνει και χωρά τα αχώρετα, ως άλλη Θεοτόκος.

Ναι, η συγχώρεση είναι ήττα. Μια ήττα που ελπίζει και προσδοκά. Μια ήττα που μπορεί να κραυγάζει πως «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Μια ήττα γεμάτη από αγάπη, σαν τον Χριστό που είναι η αγάπη, η ανάσταση και η ζωή, που ανθίζει μέσα από την καρδιά του Άδη και βγαίνει στο φως κρατώντας από τα χέρια τον Αδάμ και την Εύα όλων των εποχών.

Αυτή την ήττα να μη την αρνηθούμε. Το είπε, άλλωστε και η ποιήτρια.

Θ’ απαρνηθείς την ήττα;

Η ήττα είναι παράδοση

μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.

Είδες ποτέ κανένα όνειρο

μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

 

Αν δεν τρωθείς

πού θα σε βρει η αγάπη.

Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.

Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό

το έρημο το αβέβαιο όνομά της;

Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη

στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.

Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει

η πεινασμένη ύπαρξή της.

 

Αβέβαια ζήσε.

Τίμα την προέλευσή σου.

(Κική Δημουλά)

*Εφημερίδα «Η Καθημερινή» | Μ. Σάββατο 4 – Κυριακή Πάσχα 5 Μαίου 2024.

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά!

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος· έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:

— Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε.

Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά.

Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι· και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το Χριστό... (Ν. Κ.).

Τρίτη 30 Απριλίου 2024

Το ακάνθινο στεφάνι του Πάθους του...

Το γαμήλιο στεφάνι του Χριστού είναι πράγματι το ακάνθινο στεφάνι του Πάθους του.

[…]

Ο ορίζοντας των τριών πρώτων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδος είναι η αναμονή της Δευτέρας Παρουσίας του Χριστού, εξού και η ανάγνωση της εν λόγω ευαγγελικής περικοπής. Είναι η Βασιλεία ακριβώς που δίνει νόημα στο Πάθος του Χριστού. Ο σταυρικός θάνατός του θα συμβεί στον ορίζοντα της διαβεβαίωσής του ότι θα ξανάρθει εν δόξη.

[…]

Η προσδοκία αυτής της Παρουσίας απαιτεί αγρύπνια και διαρκεί ετοιμότητα. Τα τροπάρια και των τριών ακολουθιών του Νυμφίου καλούν σε προσοχή και εγρήγορση. Η ανάγκη αυτής της ετοιμότητας πηγάζει από το γεγονός ότι είναι αβέβαιη και άγνωστη η ώρα της Παρουσίας, έρχεται ξαφνικά σαν τον κλέφτη τη νύχτα.

Αξίζει να σημειωθεί, από την άλλη, ότι η ώρα της ετοιμότητας δεν μπορεί παρά να είναι η νύχτα. Όταν όλοι κοιμούνται εσύ πρέπει να αγρυπνάς.

"Ανθοδέσμη για τη Μεγάλη Εβδομάδα".

Σταύρος Ζουμπουλάκης, Εκδόσεις Άρτος ζωής, 2021.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2024

Αρχή πορείας...

Αρχή πορείας προς το εκούσιο μαρτύριο...

Κατά πρόταση του Θεού ο οποίος: Αγάπη εστί. Και η αγάπη πάντα, πάντα, ενέχει πάθος και μαρτύριο γιατί είναι
απ' τους πρωτόπλαστους, πληγωμένη, παρεξηγημένη, και προδομένη.
Δεν είναι εύκολο ν' αγαπάς, και μάλιστα έναν τέλειο Ιησού. Αυτή η λειψή, αδύναμη δυνατότητα είναι που φέρνει σα γύρη τη μελαγχολία τούτες τις εαρινές μέρες...
Οι πένθιμες καμπάνες θρηνούν πόσο μακριά βρεθήκαμε από τον φυσικό μας προορισμό και πόθο.
 
Μάρω Βαμβουνάκη
 

Κυριακή 28 Απριλίου 2024

Περπατά με το Νυμφίο της...

Το να γιορτάζει κανείς τη Μεγάλη Εβδομάδα δεν είναι υποχρέωση, αλλά είναι μια ευκαιρία.

Είναι μια ευκαιρία να περπατήσει με την εκκλησία, μέσα στο χρόνο και τον κόσμο, όπως αυτή περπατά με το Νυμφίο της, μέσα από την πιο σημαντική εβδομάδα στην ιστορία του κόσμου.

Είναι μια ευκαιρία να επικεντρωθεί το μυαλό, και να επιδιώξει να εντείνει τα συναισθήματα Αγάπης, το πιο σημαντικό και διαχρονικό της πραγματικότητας.

Κυριακή 21 Απριλίου 2024

«ΚΑΤΑΣΤΙΚΤΟΣ ΤΟΙΣ ΜΩΛΩΨΙ ΚΑΙ ΠΑΝΣΘΕΝΟΥΡΓΟΣ»

Ομιλία εκφωνηθείσα υπό του Αιδεσιμ. Πρωτοπ. π. Λάμπρου Τσιάρα, κατά τον αποψινό Αρχιερατικό Κατανυκτικό Εσπερινό της Πέμπτης Κυριακής των Νηστειών, στο Ι. Ν. Αγ. Παϊσίου πόλεως Ιωαννίνων.

Σεβασμιώτατε·
Σᾶς εὐχαριστῶ γιά τήν τιμή, νά ἀπευθύνω λόγον οἰκοδομῆς καί παρακλήσεως στά μέλη τῆς τοπικῆς μας Ἐκκλησίας, καί ζητῶ τίς ἀρχιερατικές Σας εὐχές καί εὐλογίες.
Σεβαστοί πατέρες, εὐσεβεῖς ἀδελφοί.


Ὁ τίτλος τῆς ὁμιλίας μας εἶναι ἀπό ἕνα τροπάριο τοῦ κανόνα «Κύματι θαλάσσης», πού ψάλλουμε τό βράδυ τῆς Μ. Παρασκευῆς. Τό τροπάριο, σέ γλῶσσα ἁπλῆ, λέγει: Ὁ ᾍδης, Υἱέ καί Λόγε τοῦ Θεοῦ, καθώς σέ συνάντησε, τρόμαξε καί πικράθηκε, βλέποντας ἐμπρός του ἄνθρωπο θνητό, μά θεωμένο· πληγές γεμᾶτο στό πρόσωπό του καί στό Σῶμα του, μά καί πανίσχυρο καί παντοδύναμο.
Στά λόγια τοῦ ὑμνωδοῦ φαίνεται μιά ἀντίφαση. Μιλάει γιά ἀδυναμία καί, ταυτοχρόνως, γιά παντοδυναμία τοῦ Λόγου. Δέν πρόκειται γιά ἀντίφαση· εἶναι τό μυστήριο τοῦ Ἐσταυρωμένου Θεοῦ, τό ὁποῖο, ἄν γιά τούς Ἰουδαίους εἶναι σκάνδαλο καί γιά τούς Ἕλληνες (=ἐθνικούς) μωρία, γιά μᾶς τούς πιστούς εἶναι «Θεοῦ δύναμις καί Θεοῦ σοφία» (Α’ Κορ.1,23-24). Γιά τούς πιστούς δηλ. ὁ σαρκωθείς Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι «παθητός» κατά τό ἀνθρώπινο, ἀλλ’ «ἀπαθής τῇ θεότητι». Εἶναι ὁ ἑκουσίως «πάσχων Δοῦλος», κατά τήν ρήση τοῦ Ἡσαΐα, καί, ταυτοχρόνως, ὁ αὐτεξουσίως ἀνιστάμενος Κύριος καί Θεός μας. Τό «Δοῦλος» δέν εἶναι ἀπαξιωτική λέξη γιά τόν σαρκωθέντα Υἱό. Εἶναι μιά τρυφερή καί τιμητική προσφώνηση τοῦ Πατέρα πρός τόν Υἱό, ὅμοια μʼ ἐκείνη πού ἀναφέρουν οἱ Εὐαγγελιστές: «Οὗτος ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα» (Μτθ. 3,17). Ἄλλωστε, ὁ ἴδιος ὁ Θεάνθρωπος μᾶς εἶπε, ὅτι στόν κόσμο δέν ἦρθε νά διακονηθεῖ, ἀλλά νά διακονήσει (Ματ. 20,28)· ἦρθε νά γίνει δοῦλος καί «ἐταπείνωσεν ἑαυτόν γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θάνατου, θανάτου δέ σταυροῦ…» (Φιλ.2,8), «ἵνα (ἡμεῖς) τήν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν» (Γαλ. 4,5).
*
Τό Εὐαγγέλιο τῆς Εʼ Κυρ. τῶν Νηστειῶν, περί παθητοῦ καί ἀνιστάμενου Μεσσία.

Στό Εὐαγγέλιο τῆς Ε’ Κυρ. τῶν Νηστειῶν ὁ Εὐαγγελιστής Μᾶρκος μᾶς λέγει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ἐρχόμενος εἰς Ἱεροσόλυμα, πῆρε ξέχωρα τούς μαθητές του καί «ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τά μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν, ὅτι ἰδού ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καί ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καί γραμματεῦσι, καί κατακρινοῦσιν αὐτόν θανάτῳ καί παραδώσουσιν αὐτόν τοῖς ἔθνεσι, καί ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καί μαστιγώσουσιν αὐτόν καί ἐμπτύσουσιν αὐτῷ καί ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καί τῇ τρίτη ἡμέρᾳ ἀναστήσεται», (Μάρκ.10,32-34). Τούς εἶπε δηλ. ὅλα ὅσα οἱ θεῖες Γραφές προέβλεπαν γι’ αὐτόν.
Εἶναι γνωστό, ὅτι οἱ Ἰουδαῖοι τῆς ἐποχῆς τοῦ Ἰησοῦ εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἰδέα περί παθητοῦ καί ἀνιστάμενου Μεσσία, καί περίμεναν τόν ἐρχομό ἑνός δυναμικοῦ βασιλέως - ἐλευθερωτοῦ, πού θʼ ἀποκαθιστοῦσε τό ἔθνος τους στήν παλιά δαβιδική δύναμη καί δόξα. Τίς ἀντιλήψεις αὐτές, ὅπως εἶναι φυσικό, συμμερίζονταν καί οἱ μαθητές τοῦ Ἰησοῦ. Γιʼ αὐτό λοιπόν ὁ Διδάσκαλος τούς μιλάει καθαρά γιά ὅσα τόν περίμεναν στήν ἁγία πόλη, τά ὁποῖα ὁ ἴδιος, ὄχι μόνο δέν ἀγνοοῦσε, ἀλλά καί ἐρχότανε πρός αὐτά ἐλευθέρως καί ἑκουσίως. Ἤθελε δηλ. νά προετοιμάσει τούς μαθητές του γιά ὅσα δραματικά ἐπρόκειτο νά ἰδοῦν καί νά ζήσουν τοῦτο τό πάσχα στά Ἱεροσόλυμα. «Σᾶς τά λέω ἀπό τώρα», τούς εἶπε, «γιά νά πιστέψετε, ὅταν θά συμβοῦν, ὅτι ἐγώ εἶμαι ἐκεῖνος γιά τόν ὁποῖον οἱ Γραφές προβλέπουν ὅτι θά πάθει καί θʼ ἀναστηθεῖ».
Εἶνʼ ἀλήθεια, ὅτι οἱ μαθητές, μπροστά σέ ὅσα εἶδαν κι ἔζησαν κατά τίς φρικτές ἐκεῖνες ὧρες καί ἡμέρες, δείλιασαν καί λιποψύχησαν. Τόσο, πού κι αὐτός ὁ Κύριος καί Διδάσκαλός τους, μετά τήν Ἀνάσταση τούς παραπονέθηκε καί τούς «ὠνείδισε διά τήν ἀπιστίαν αὐτῶν καί σκληροκαρδίαν, ὅτι τοῖς θεασαμένοις αὐτόν ἐγηγερμένον οὐκ ἐπίστευσαν» (Μαρκ.16,14). Ἀκόμα κι ὅταν φανερώθηκε μπροστά τους ὁλοζώντανος, αὐτοί «ἐδόκουν πνεῦμα θεωρεῖν»· τόν πέρασαν γιά φάντασμα, κι ἀναγκάσθηκε νά τούς καλέσει νά ἰδοῦν καί νά ψηλαφίσουν τάς χεῖρας, τούς πόδας καί τήν πλευράν αὐτοῦ. Βεβαίως δέν κατακρίνουμε ἐδῶ τούς ἁγ. Ἀποστόλους, ἀφοῦ, ἀκόμα, δέν τούς εἶχε χαρισθεῖ ἡ «δόξα» τοῦ ἀνεσπέρου φωτός τῆς Ἀναστάσεως οὔτε ἡ «ὑετίζουσα φλόξ» τῆς Πεντηκοστῆς.
Ἡ ἀναφορά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στίς προρρήσεις τῶν Προφητῶν γιά τά πάθη, τόν θάνατο καί τήν ἀνάστασή του, μᾶς ἐπιτρέπει νά σταθοῦμε γιά λίγο στή μεγάλη καί σπουδαία
*
προφητεία τοῦ Ἡσαΐα περί τοῦ πάσχοντος καί ἀνιστάμενου Μεσσία (κεφ. 52,13-53,12),
ἡ ὁποία συνάδει μέ τόν τίτλο τῆς ὁμιλίας μας καί, φυσικά, μέ τό περιεχόμενο τῶν μεγάλων ἡμερῶν πού πλησιάζουν. Μεγάλη, ἡ προφητεία, ὄχι τόσο γιά τήν ἔκταση, ὅσο γιά τό περιεχόμενό της καί γιά τόν ἐξόχως ζωντανό τρόπο, μέ τόν ὁποῖον εἶναι διατυπωμένη. Γιά τήν παραστατικότητα τῶν εἰκόνων του καί τήν ζωηρότητα τῶν λόγων του ὁ Ἡσαΐας ὀρθῶς χαρακτηρίσθηκε ὡς ὁ πέμπτος εὐαγγελιστής, κι ἄς ἔγραψε τόν 8ο αἰ.π.Χ.
Ὁ Ἡσαΐας, λοιπόν, ἀναφέρεται σʼ ἕνα πρόσωπο πολύ ἀγαπητό καί οἰκεῖο στόν Θεό. Ἕνα πρόσωπο, τό ὁποῖο ὁ Θεός καλεῖ τιμητικά Δοῦλο του. Ὁ Δοῦλος λοιπόν αὐτός, πού… μόνο τό ὄνομά του δέν μᾶς λέει ὁ προφήτης, (Ἰησοῦς Χριστός, δηλαδή) θά ἐμφανισθεῖ στόν κόσμο μέ ἀποστολή νά συνάξει τόν λαό τοῦ Θεοῦ, νά συνάψει μαζί του νέα Διαθήκη καί νά εἶναι φῶς ἐθνῶν καί σωτηρία ὅλων τῶν λαῶν τῆς γῆς.
˗(Μιλάει ὁ Θεός): «Ἰδού ὁ παῖς μου», τοὐτέστιν ὁ Μεσσίας, θά ἐννοήσει πολύ καλά τήν ἀποστολή του, καί θά ἐπιτύχει πλήρως τό ἔργο του. Ἔτσι θά ὑψωθεῖ καί θά δοξασθεῖ καί θά μετεωρισθεῖ ὡς τά ἐπουράνια ἡ δόξα του. (Τά τρία αὐτά ρήματα: ὑψωθεῖ, δοξασθεῖ καί μετεωρισθεῖ σημαίνουν τήν ἔνδοξη ἀνάσταση καί τήν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου στούς οὐρανούς). Ἀλλά, λέγει ὁ Θεός Πατήρ, θα ὑποφέρει πολλά. Γιά τά ἀπροσδόκητα παθήματά του θά ἐκπλαγοῦν πολλοί, διότι τό πρόσωπό του θά χάσει ἐντελῶς τή δόξα του ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Κατά παρόμοιον τρόπο, ἀργότερα, πολλά ἔθνη θά ἐκδηλώσουν τόν θαυμασμό τους· ἀκόμα κι αὐτοί οἱ βασιλεῖς, λόγῳ τῆς ἐκπλήξεως πού θά προξενήσει σέ αὐτούς τό μεγαλεῖο τοῦ ἀναστημένου Μεσσία, θά κλείσουν τό στόμα σιωπῶντες.
Κύριε, (ρωτάει ὁ Προφήτης), ποιός πίστεψε στό κήρυγμά μας; Καί ἡ δύναμη τοῦ Κυρίου (τοῦ Μεσσία) σέ ποιόν ἔγινε αἰσθητή; Ἐμεῖς (ἐνν. οἱ Προφῆτες) τόν ἀναγγείλαμε ὡς παιδίον, κι ἔτσι ἐμφανίσθηκε: ὡς μικρό παιδί· ὡς ρίζα σέ ἄνυδρο τόπο· δηλ. κηρύξαμε τό ταπεινόν τῆς ἐμφανίσεώς του, ἐνῶ οἱ Ἰουδαῖοι ἀνέμεναν Μεσσία μέ κοσμική δύναμη. Με ὅσα ὑπέστη, χάθηκε ἡ μορφή του καί ἡ δόξα του. Ναί· τόν εἴδαμε, λέει ὁ προφήτης, καί δέν εἶχε μορφή οὔτε κάλλος· παραμορφώθηκε ἐντελῶς! ἔγινε ὁ… ἀσχημότερος τῶν ἀνθρώπων ἀπό τά ἀνηλεῆ μαστιγώματα καί τούς κολαφισμούς· ἔδειχνε σάν νά πῆρε ἀπάνω του τήν ἀσχήμια ὅλων τῶν ἀνθρώπων· τόσο πολύ ἀτιμάσθηκε… Παρά ταῦτα, ὁ «παῖς Κυρίου» γνωρίζει νά σηκώνει τίς ταλαιπωρίες, γιατί ξέρει καλά τήν ἀποστολή του: πάσχει καί ὑποφέρει διά «τάς ἁμαρτίας ἡμῶν καί περί ἡμῶν ὀδυνᾶται». Ὡστόσο, ἐμεῖς νομίσαμε ὅτι βρίσκεται σέ αὐτή τήν ὀδυνηρή πληγή καί κάκωση, τιμωρούμενος ἀπό τόν Θεό. Αὐτός ὅμως τραυματίσθηκε γιά τίς ἁμαρτίες ὅλων ἡμῶν, καί κακοποιήθηκε τόσο βάναυσα γιά τίς δικές μας ἀνομίες. Ἡ φρικτή δοκιμασία του εἶχε ὡς ἀποτέλεσμα τήν δική μας εἰρήνη. «Τῷ μώλῳπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν». Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι πλανηθήκαμε ὡς πρόβατα, ἀλλʼ ὁ Κύριος καί Θεός «παρέδωκε» τόν Μεσσία γιά τίς ἁμαρτίες μας. Αὐτός δέ, παρ’ ὅλη τήν κακουχία του, δεν ἀνοίγει τό στόμα του νά διαμαρτυρηθεῖ· ὁδηγήθηκε «ὡς πρόβατον ἐπί σφαγήν», ἄκακος καί πρᾶος…
Ἡ προφητεία τελειώνει μέ τήν πλήρη δικαίωση καί ἀποκατάσταση τοῦ παιδός Κυρίου, ὁ ὁποῖος θά κατανικήσει καί θά λάφυραγωγήσει τούς ἐχθρούς του, τοὐτέστι θά ἐλευθερώσει ὅλους πού θέλουν νά σωθοῦν, καί θά συγκροτήσει νέα γενεά, ἀτελεύτητη, τήν Ἐκκλησία.
*
Ὑμνοῦμεν, προσκυνοῦμεν και δοξάζομεν.

Ἀγαπητοί ἀδελφοί·
Ὁ πάσχων δοῦλος καί ὁ ἀναστάς Κύριος καί Βασιλεύς τῆς δόξης εἶναι ἕνα καί τό αὐτό πρόσωπο: ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Τήν μοναδική σημασία τοῦ σταυρικοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ μποροῦμε νά τήν ἐννοήσουμε μόνο ὑπό τό φῶς τῆς ἀναστάσεως. Ἡ Ἐκκλησία μας καί τά δύο αὐτά, Σταυρό καί Ἀνάσταση, τά ὁμολογεῖ καί τά προσκυνᾶ ἀχώριστα. Σέ αὐτή τήν τιμή καί τήν προσκύνηση, τίς μέρες ἐτοῦτες τίς μεγάλες καί τίς ὧρες πού ἔρχονται, μαζί μέ τήν ἐκκλησιαστική ποίηση καί ὑμνολογία, μᾶς βοηθεῖ ἐξαιρετικά καί ἡ τέχνη τῆς ὀρθόδοξης εἰκονογραφίας. Στήν καθʼ ἡμᾶς Ἀνατολή δέν ἔχει θέση ὁ Δυτικός ρεαλισμός καί ἡ ἐπιμονή στήν ἀνατομική φυσιολογία καί ἀκρίβεια. Ὁ νεκρός Ἰησοῦς στήν ὀρθόδοξη εἰκόνα τῆς σταυρώσεως δέν «κρεμᾶται» ὡς ἄψυχο ἀνθρώπινο κορμί, μέ ἐμφανῆ τά σημεῖα τῆς γνωστῆς νεκρικῆς ἀκαμψίας. Τό σῶμα τοῦ Ἐσταυρωμένου καί ἡ κεφαλή δέν πέφτουν πρός τά ἐμπρός. Ὁ Ἐσταυρωμένος Κύριος καί Βασιλεύς τῆς δόξης βεβαίως «ἀφῆκε τό πνεῦμα» του ἐπί τοῦ Σταυροῦ, ἀλλά «διαφθορᾶς ἐδείχθη ἀλλότριος»· εἶναι νεκρός, ἀλλά… «ζωαρχικότατος». Τό δείχνει τό ὄρθιο Σῶμα του, τό ἱλαρό καί ἥρεμο πρόσωπό του, οἱ ἁπλωμένες παλάμες του ˗ ἕτοιμες νά ἑνώσουν «τά τό πρίν διεστῶτα»˗. Ναί· ὁ Κύριός μας στόν Σταυρό εἶναι «κατάστικτος τοῖς μώλωψι», ἀλλά «καί πανσθενουργός»! Γι’ αὐτό οἱ Ὀρθόδοξοι δέν θαυμάζουμε τήν εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως ὡς καλλιτεχνική ἀξία καί ἐπιτυχία, ἀλλά τήν προσκυνοῦμε καί τήν δοξάζουμε ψάλλοντας: «τόν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα, καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν δοξάζομεν».

Καλή Μεγ. Ἑβδομάδα καί καλή Ἀνάσταση.