Σάββατο 10 Οκτωβρίου 2026

Τό Ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος

«Μόρφωσόν Σου τόν Χριστόν ἐν τῷ μέλλοντι ἀναγεννάσθαι, καί οἰκοδόμησον αὐτόν ἐν τῷ θεμελίω τῶν Ἀποστόλων καί τῶν Προφητῶν Σου·καί μή καθέλης, ἀλλά φύτευσον αὐτόν φύτευμα ἀληθείας ἐν τῇ Ἁγία Σου Καθολική καί Ἀποστολική Ἐ κ κ λ η σ ί α…» (Εὐχή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος)

I

Τί ἄλλο εἶναι ὁ Χριστιανισμός παρά Αὐτός ὁ ἴδιος ὁ Χριστός; Χριστός δέ θά πεῖ, καί εἶναι πραγματικά, ὁ Λόγος καί Υἱός τοῦ Θεοῦ, πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος. Τό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ («χρισμένος», ἀπό τό χρίω) προέρχεται, ὅπως εἶναι γνωστό, ἀπό τό γεγονός τῆς Σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου καί τῆς ἑνώσεως Θεοῦ καί ἀνθρώπου στό πρόσωπο τοῦ Κυρίου. Ἐπειδή δέ στό Χριστό ἑνώθηκαν μιά γιά πάντα Θεός καί ἄνθρωπος καί συνεπῶς ἐ χ ρ ί σ θ η ὁ ἄνθρωπος ἀπό τό Θεό, ἡ ἀνθρώπινη φύση ἀπό τή θεία φύση, γι’ αὐτό καί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος λέγεται «Χριστός», δηλαδή Θεός μαζί καί ἄνθρωπος, Θε-ἄνθρωπος.

Αὐτό τό κεντρικό γεγονός τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως πρέπει νά τό τονίσουμε πολύ ἔντονα καί μάλιστα ἀπό τήν ἀρχή, ὅταν ἔχουμε τήν πρόθεση νά μιλήσουμε γιά τό ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος. Γιατί πολλοί ἀπό μᾶς τούς σημερινούς ἀνθρώπους κάνουμε πολύ συχνά ἕνα ἀπό τά δύο παμπάλαια λάθη: ἤ θεωροῦμε τό Χριστό μονάχα ὡς «Θεό», ξεχνώντας πώς ὁ «Θεός» αὐτός ἔγινε ἕνας ἀπό μᾶς μέ σάρκα καί αἷμα ἀνθρώπου ἤ, ἀντίθετα, θεωροῦμε τό Χριστό μονάχα ὡς ἕνα μεγάλο, σοφό καί καλό «ἄνθρωπο», καί λησμονοῦμε πώς ὁ Χριστός εἶναι συνάμα καί ἀληθινός Θεός, παραμένει δέ Θεός καί μετά τήν Ἐνανθρώπησή Του. Ἡ ἑνότητα αὐτή τοῦ Χριστοῦ, τό γεγονός δηλαδή πώς ὁ Χριστός εἶναι ταυτόχρονα Θεός καί ἄνθρωπος, πλήρης καί ἀληθινός Θεός καί πλήρης καί ἀληθινός ἄνθρωπος, ἀποτελεῖ τό μοναδικό γεγονός καί τήν ὑψίστη ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς μας πίστεως. Χωρίς αὐτή τήν ὑψίστη καί μοναδική ἀλήθεια τοῦ Χριστιανισμοῦ, δηλαδή τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού προβάλλεται στόν ἄνθρωπο γιά νά τήν ἀποδεχθεῖ μέ τό κριτήριο τῆς πίστεως, δέν ὑπάρχει οὔτε ὁ Χριστιανισμός, οὔτε ὁ χριστιανός, μά καί οὔτε ὁλότελα χριστιανικό ἦθος καί ζωή. Ἡ μαρτυρία γιά τό Χριστό ὡς ἑνιαῖο καί προσωπικό («ὑποστατικό») Θεό καί ἄνθρωπο ἀποτελεῖ τήν κεντρική μαρτυρία τῶν Ἀποστόλων, τῶν Μαρτύρων καί ὅλων των Ἁγίων, δηλαδή τή βασική μαρτυρία καί πίστη τῆς καθολικής (κατά–ὅλον) Ἐκκλησίας, τό Εὐαγγέλιό της. Γιατί τό Εὐαγγέλιο τῆς Ἐκκλησίας, πού κατέγραψαν οἱ Ἀπόστολοι ὡς αὐτόπτες καί μάρτυρες καί τό ἐπισφράγισαν μέ τό αἷμα τους, δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἡ μαρτυρία γιά τό Λόγο τοῦ Θεοῦ, πού ἔγινε σάρκα, δηλαδή ἄνθρωπος, καί σταυρώθηκε καί ἀναστήθηκε ἀπό τό βασίλειο τῶν νεκρῶν καί παραμένει ὡς Θεάνθρωπος μαζί μας ὅλες τίς ἡμέρες μέχρι τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος (Βλ. Ἰω. α΄ 1-14. Ματθ. ιστ΄ 16· κη΄ 16-20. Α΄ Κορ. α΄ 23-24· ιε΄ 1-20. Α΄ Ἰω. α΄ 1-3 κ.α.).

Ὅμως γιά νά μήν πέσουμε οὔτε σέ ἕνα ἄλλο καταστρεπτικό λάθος, πού θά μᾶς ὁδηγοῦσε ἔξω ἀπό τήν περιοχή τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας, τῆς ἀποκαλυμμένης ἀπό τόν ἴδιο τό Θεό (αὐτό δέ θά σήμαινε ἔξω ἀπό τήν περιοχή τοῦ Χριστοῦ), εἶναι ἀνάγκη ἐπιτακτική νά ξεκαθαρίσουμε καί κάτι ἀκόμη σχετικά μέ τήν πίστη μας στό Θεάνθρωπο Χριστό. Εἶναι γνωστό πώς ἡ χριστιανική μας ὑπόσταση καί ζωή καί τό ἦθος ἀρχίζουν ἀπό τή στιγμή πού βαπτιζόμαστε στό Χριστό, στό θάνατο καί τήν ἀνάστασή Του. Γιατί πραγματικά βαπτιζόμαστε στό Χριστό, τό Θεό καί τόν ἄνθρωπο, καί ντυνόμαστε τό Χριστό, ἀφοῦ γινόμαστε σύμφυτοι καί σύμμορφοι καί συγκοινωνοί στό θεανθρώπινο θάνατό Του καί στή θεανθρώπινη ἀνάστασή Του σύμφωνα μέ τή μαρτυρία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καί τίς εὐχές τῆς Ἐκκλησίας μας, ὅταν τελεῖ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου βαπτίσματος. Τή στιγμή λοιπόν πού βαπτίζεται ὁ ἄνθρωπος, στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, ὁ ἱερέας ἀναφέρει τό ὄνομα τῆς Ἁγίας καί Ζωοποιοῦ Τριάδος, ὅταν λέγει μυστηριακά: «Βαπτίζεται ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος». Μετά δέ τή βάπτιση χρίεται ὁ νεοφώτιστος μέ τό χρίσμα τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Τοῦτο τό γεγονός σημαίνει πώς ὁ Χριστός, στόν ὁποῖον βαπτιζόμαστε εἶναι ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τήν Παναγία Τριάδα, τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Γι’ αὐτό καί ἡ πίστη μας καί τό βάπτισμά μας σ’ Αὐτόν ὡς Θεάνθρωπο εἶναι συνάμα πίστη καί βάπτισμα σ’ Αὐτή τήν ἴδια τήν Ἁγία Τριάδα, τόν ἕνα καί μοναδικό ἀληθινό Θεό μας, γιατί ὁ Χριστός εἶναι ὁ «Ἕνας τῆς Τριάδος», πού σαρκώθηκε καί ἔγινε ἄνθρωπος παραμένοντας ὅμως γιά παντοτινά τό δεύτερο Πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἄλλωστε, σύμφωνα μέ τούς Πατέρες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας, τό ὄνομα τοῦ Χριστού (ὁ «χρισμένος») φανερώνει ὁλόκληρη τήν Ἁγία Τριάδα. Σχετικά γράφει ὁ ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας: «Ἡ τοῦ Χριστοῦ προσηγορία τοῦ παντός ἔστιν ὁμολογία· δηλοῖ γάρ τόν τε χρίσαντα Θεόν καί τόν χρισθέντα Υἱόν καί τό χρίσμα, τό Πνεῦμα, ὡς παρά Πέτρου τοῦ Ἀποστόλου ἐν ταῖς Πράξεσι μεμαθήκαμεν Ἰησοῦν τόν ἀπό Ναζαρέτ, ὅν ἔχρισεν ὁ Θεός τῷ Πνεύματι τῷ Ἁγίω» (Ρ.G. 32, 116). Συνεπῶς, ὅταν ἐμεῖς οἱ ὀρθόδοξοι πιστεύουμε στό Χριστό, ὡς Θεάνθρωπο, πιστεύουμε συνάμα καί στήν Ἁγία Τριάδα, πού μᾶς τήν ἀποκάλυψε ἀκριβῶς ἡ σάρκωση καί ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ.

Γιατί ὁ Θεός τῶν Ἀβραάμ, Ἰσαάκ καί Ἰακώβ (καί ὄχι ὁ Θεός τῶν φιλοσόφων ἤ τῶν θρησκειῶν) ἀποκαλύφθηκε σέ μᾶς στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μέ τή σάρκωσή Του. Ὁ σαρκωμένος λοιπόν Λόγος τοῦ Θεοῦ, ὁ ἱστορικός Θεάνθρωπος Ἰησοῦς, εἶναι ἀκριβῶς ἡ οὐσία τῆς Ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ, ἡ οὐσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Αὐτός, ὡς Θεάνθρωπος, εἶναι ἡ ἴδια ἡ Ἀποκάλυψη σέ ὅλη της τήν πληρότητα. Χωρίς τή σάρκωση τοῦ Χριστοῦ, τοῦ δευτέρου Προσώπου τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἐμεῖς δέν θά εἴχαμε γνωρίσει τίποτε ἀπό τό μυστήριο αὐτῆς τῆς Τριάδος, Ὅπως παρατηρεῖ σχετικά ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς: «Εἰ μή ἐσαρκώθη ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος, οὐκ ἄν ἐδείκνυτο Πατήρ ἀληθῶς ὁ Πατήρ· οὐκ ἄν ἀληθῶς Υἱός ὁ Υἱός· οὐκ ἄν τό Πνεῦμα τό Ἅγιον προϊόν καί αὐτό ἐκ τοῦ Πατρός· οὐκ ἄν ὁ Θεός ἐν οὐσία καί ὑποστάσεσιν, ἀλλ’ ἐνέργειά τις μόνον ἐνθεωρούμενη τοῖς κτίσμασι» (Ρ.G. 151, 204). Γι’ αὐτό λοιπόν ὁλόκληρη ἡ χριστιανική Ἀποκάλυψη εἶναι Χριστολογική καί Χριστοκεντρική, ἀλλά αὐτός ὁ ὀρθόδοξος «Χριστοκεντρισμός» εἶναι Τριαδολογικός, σημαίνει δηλαδή ἀκριβῶς τόν Τριαδοκεντρισμό. Ἀλλιώτικα δέν μποροῦμε νά ἔχουμε τήν ὀρθή, τήν ὀρθόδοξη Χριστολογία καί, σέ ἐπέκταση, τήν ὀρθόδοξη πίστη καί ζωή, τό ἦθος ἐν τῷ Χριστῷ.

Σέ τοῦτο τό σημεῖο κρίνουμε ἀναγκαία καί μιά ἀκόμη διευκρίνιση. Πολλοί ἀπό μᾶς τούς σύγχρονους χριστιανούς πιστεύουμε μέν στό Χριστό, δέν Τόν πιστεύουμε ὅμως μέσα στήν Ἐκκλησία Του καί μαζί μέ τήν Ἐκκλησία Του. Μέ πιό πολλή ἀκρίβεια, δέν τόν πιστεύουμε ὡς Ἐκκλησία, ἀλλά ἀσυνείδητα ἤ ἐνσυνείδητα Τόν ἀποχωρίζουμε ἀπό τήν Ἐκκλησία Του, πού εἶναι τό προσωπικό Σῶμα Του, ἡ Σάρκα Του. Ὁ Χριστός ὅμως, στήν Ὀρθόδοξη πίστη μας καί στό βίωμα τῆς Ἐκκλησίας μας, νοεῖται καί πιστεύεται μονάχα μέ τήν Ἐκκλησία Του, πού εἶναι τό Θεανθρώπινο Σῶμα Του. Γιατί ὁ Χριστός μέ τή Σάρκωσή Του πῆρε ἐπάνω Του σῶμα καί ἔγινε σῶμα ὁ Ἴδιος, καί ἀκριβῶς τό σῶμα αὐτό εἶναι ἡ Ἐκκλησία. «Ὁ Χριστός ἀνέλαβε τό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, λέγει ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «καί τήν Ἐκκλησίαν ἐποίησεν σῶμα Ἐαυτοῦ» (Ρ.G. 52, 429). Γιά τοῦτο ὁ Χριστός εἶναι ἀχώριστος ἀπό τήν Ἐκκλησία, πού εἶναι τό σῶμα Του, καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀχώριστη ἀπό τό Χριστό, πού εἶναι ἡ κεφαλή της καί ἡ ἀπαρχή της, ἡ ζωή της καί τό ἦθος της. Ἔτσι ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησιολογία βρίσκεται ὁλόκληρη στή Χριστολογία, γιατί αὐτό πού ἀπασχολεῖ καί ἐνδιαφέρει τήν Ἐκκλησία, ἀπασχολεῖ καί ἐνδιαφέρει τό Χριστό καί αὐτό πού ἀπασχολεῖ καί ἐνδιαφέρει τό Χριστό, ἀπασχολεῖ καί ἐνδιαφέρει συνάμα καί τήν Ἐκκλησία Του. Γι’ αὐτό κατά τή στιγμή τοῦ βαπτίσματός μας ἑνωνόμαστε μέ τό Χριστό εἰς τό ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Τοῦτο ὅμως σημαίνει ἀκριβῶς πώς φυτευόμαστε στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στήν Ἐκκλησία, ὅπως μᾶς τό λέγει πολύ καθαρά ἡ εὐχή τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος: «Φύτευσον αὐτόν φύτευμα ἀληθείας ἐν τῇ Ἁγία Σου Καθολικῇ καί Ἀποστολικῇ Ἐκκλησία».

Ἔτσι, ὅταν ἀποχωρίζουμε τόν Χριστό ἀπό τήν Ἐκκλησία ἤ τήν Ἐκκλησία ἀπό τόν Χριστό, κάνουμε τό μεγαλύτερο σφάλμα καί πέφτουμε στή μεγαλύτερη αἵρεση: ἀποσαρκώνουμε καί ἀπογυμνώνουμε τό Χριστό, τόν σαρκωθέντα Θεό Λόγο καί τόν ἀποδιώκουμε ἀπό τό σῶμα Του. Αὐτό ὅμως σημαίνει πώς Τόν ἀποδιώκουμε ἀπό τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τόν κόσμο. Ἀλλά τότε, ὅταν ἀποσαρκώνουμε τό Χριστό-Θεάνθρωπο, πῶς μποροῦμε νά εἴμαστε πιά χριστιανοί καί νά μιλᾶμε γιά «Χριστιανισμό»;

Ἀπό τά ὅσα ὑπογραμμίσαμε μέχρις ἐδῶ ἔγινε ἀντιληπτό, πώς τό κεντρικό μυστήριο τῆς Ὀρθοδοξίας εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Θεάνθρωπος, ὁ πλήρης καί ἀληθινός Θεός, ὁ ἑνωμένος μέ τήν Ἁγία Τριάδα καί ὁ πλήρης καί ἀληθινός ἄνθρωπος, ὁ ἑνωμένος μέ ὅλους τούς ἀνθρώπους, πού ἀποτελοῦν τό σῶμα Του, τήν Ἐκκλησία. Ἡ ἀλήθεια αὐτή καί τό γεγονός αὐτό ἀποτελοῦν ὁλόκληρο τό δόγμα τῆς Ὀρθοδόξου εὐαγγελικῆς πίστεώς μας, καί τή χριστιανική ζωή καί τό ἦθος μας, ὅπως μᾶς τό παρέδωσαν οἱ Ἀπόστολοι καί οἱ Πατέρες. Ὁ Χριστός ὡς Θεάνθρωπος εἶναι πραγματικά καί modus credendi καί modus vivendi, καί modus cognoscendi καί modus faciendi γιά μᾶς τούς ὀρθοδόξους, ἀλλά ὁ Χριστός ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τήν Παναγία Τριάδα καί ἀχώριστα ἑνωμένος μέ τήν ἀνθρωπότητα, μέ τήν Ἐκκλησία Του. Γιά συντομία θά ἀναφέρουμε μονάχα ἕνα κείμενο τῶν ἁγίων Ἀποστόλων, πού ἐπιβεβαιώνει ὅλα ὅσα ἀναφέραμε μέχρις ἐδῶ, δηλαδή τή σχέση καί ἕνωση τῆς ὀρθοδόξου Χριστολογίας, Τριαδολογίας, Ἐκκλησιολογίας καί Ἀνθρωπολογίας. Τό κείμενο αὐτό εἶναι μιά προσευχή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, πού ἡ δομή καί τό περιεχόμενό της ἀποδίδουν πιστά τήν καθολικότητα καί ἀλληλοπεριχώρηση τῆς ὀρθοδόξου πίστεως, τῆς ζωῆς καί τοῦ ἤθους:

«Τούτου χάριν κάμπτω τὰ γόνατά μου πρὸς τὸν πατέρα τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, ἐξ οὗ πᾶσα πατριὰ ἐν οὐρανοῖς καὶ ἐπὶ γῆς ὀνομάζεται, ἵνα δῴη ὑμῖν κατὰ τὸν πλοῦτον τῆς δόξης αὐτοῦ δυνάμει κραταιωθῆναι διὰ τοῦ Πνεύματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔσω ἄνθρωπον, κατοικῆσαι τὸν Χριστὸν διὰ τῆς πίστεως ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν, ἐν ἀγάπῃ ἐρριζωμένοι καὶ τεθεμελιωμένοι ἵνα ἐξισχύσητε καταλαβέσθαι σὺν πᾶσι τοῖς ἁγίοις τί τὸ πλάτος καὶ μῆκος καὶ βάθος καὶ ὕψος, γνῶναί τε τὴν ὑπερβάλλουσαν τῆς γνώσεως ἀγάπην τοῦ Χριστοῦ, ἵνα πληρωθῆτε εἰς πᾶν τὸ πλήρωμα τοῦ Θεοῦ. Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν, κατὰ τὴν δύναμιν τὴν ἐνεργουμένην ἐν ἡμῖν, αὐτῷ ἡ δόξα ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ εἰς πάσας τὰς γενεὰς τοῦ αἰῶνος τῶν αἰώνων· ἀμήν.» (Ἐφεσ. γ΄ 14-21).

II

Τό Χριστολογικό δόγμα, ὅπως ἐπίσης καί τό Τριαδικό, τό Ἐκκλησιολογικό, τό Ἀνθρωπολογικό, ὅπως καί ὅλα τά ἄλλα δόγματα τῆς πίστεως, γιά μᾶς τούς ὀρθοδόξους δέν εἶναι φιλοσοφικές κατηγορίες ἤ ἀρχές ἤ στοιχεῖα ἀπό ἕνα μεγαλεπίβολο φιλοσοφικό σύστημα, εἴτε αὐτό ὀνομάζεται χριστιανικό, ἤ ἰδεαλιστικό, ἤ ὑπαρξιακό, ἤ ὅπως ἀλλιῶς μπορεῖ νά ὀνομασθεῖ. Μ’ ἕνα τέτοιο τρόπο θέλησαν νά χρησιμοποιήσουν τά δόγματα τῆς Ἐκκλησίας στή φιλοσοφία τούς ὁ Solovjev καί ὁ Berdjajev, ἀλλά καί ἄλλοι χριστιανοί φιλόσοφοι ἰδιαίτερα στή Δύση. Στήν ὀρθοδοξία τά δόγματα τοποθετοῦνται σέ ἐντελῶς διαφορετική προοπτική. Πρόκειται δηλαδή γιά τήν ὁμολογία τῆς «ἅπαξ παραδοθείσης τοῖς ἁγίοις πίστεως», κατά τόν Ἀπόστολον Ἰούδα (1, 3). Πρόκειται γιά τή «μωρία τοῦ Θεοῦ», πού ἀχρείωσε τή σοφία τῶν σοφῶν σ’ αὐτό τόν κόσμο, γιά νά σώσει τόν ἄνθρωπο. Πρόκειται γιά τό «κήρυγμα τῶν Ἀποστόλων καί τά δόγματα τῶν Πατέρων», δηλαδή γιά τή μιά καί μοναδική πίστη τῆς Ἐκκλησίας, πού μέσα της ζοῦμε, σωζόμαστε καί γινόμαστε θεοί κατά χάρη.

Γι’ αὐτό ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία πάντοτε καί σ’ ὅλους τούς αἰῶνες εἶχε γιά πρώτη της φροντίδα τό νά ὀ ρ θ ο τ ο μ εῖ μέ τή «μάχαιρα τοῦ Πνεύματος» τό λόγο τῆς ἀληθείας, δηλαδή νά ὀρθοτομεῖ τήν πίστη, πού εἶναι ταυτόχρονα λόγος ἀλήθειας καί λόγος ζωῆς καί λόγος σωτηρίας. Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία, πού εἶναι ἡ σωτηρία μας, ποτέ δέν ἀδιαφόρησε, οὔτε καί μποροῦσε νά τό κάμει, γιά τήν ἀλήθεια, τήν ὀρθότητα τῆς πίστεως, «τό πρῶτον τῆς σωτηρίας ἡμῶν φάρμακον», κατά τόν ἅγιο Μάξιμο (Ρ.G. 91, 465). Κάτι τέτοιο θά σήμαινε ἀδιαφορία γιά τήν ἴδια τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ἄν ἡ Ἐκκλησία ἔμενε ἀδιάφορη γιά τήν ὀρθοδοξία τῆς πίστεως, πού εἶναι ἡ προϋπόθεση καί τό περιεχόμενο τῆς ζωῆς καί τῆς σωτηρίας μας, θά ἀρνιόταν τόν Ἑαυτό της, τήν ἴδια τήν οὐσία της.

Ἄν «χωρίς τῆς πίστεως ἀδύνατον εὐαρεστῆσαι τῷ Θεῶ» (Ἑβρ. ια΄ 6), αὐτό σημαίνει πρώτιστα πώς ἐδῶ τονίζεται ἡ ὀρθότητα τῆς πίστεως, ἡ ὀρθή δόξα γιά τό Θεό, ἡ ὀρθή δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἡ ὀρθοδοξία. «Δεῖ πάντως πίστεως μέν, καί πρό γε τῶν ἄλλων ὀρθῆς», γράφει ὁ Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (Ρ.G. 72, 776). Καί ὁ Κύριος στήν ἀρχιερατική Του προσευχή προσευχόταν ὄχι μονάχα γιά τό « ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλας» (Ἰω. ιζ΄ 21-22). Ὁ Κύριος προσευχόταν καί γιά τόν ἁγιασμό τῶν πιστῶν, πού πραγματοποιεῖται μέ τήν ὀρθή πίστη: «Πάτερ…ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστι» (Ἰω. ιζ΄ 17). Καί ὁ θεῖος Χρυσόστομος δίνει στό σημεῖο τοῦτο τήν ἑξῆς ἑρμηνεία: «Ἁγίους ποίησον διά τῆς τοῦ Πνεύματος δόσεως καί τῶν ὀρθῶν δογμάτων… τά γάρ ὀρθά δόγματα, περί Θεοῦ λεγόμενα, ἁγιάζει τήν ψυχήν» (Ρ.G. 59,443).

Σέ τοῦτο τό σημεῖο ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση ἀκολουθεῖ πιστά τόν Ἀπόστολο Παῦλο, πού μᾶς ὑπογραμμίζει πώς ἡ πίστη, ἡ ὀρθή καί ζωντανή πίστη, ἡ «πίστις τῆς ἀληθείας», εἶναι ἡ ἀρχή γιά τή χριστιανική μας ὑπόσταση: «Μέτοχοι γάρ γεγόναμεν τοῦ Χριστοῦ, ἐάνπερ τήν ἀρχήν τῆς ὑποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν» (Ἑβρ. γ΄ 14). Καί ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐρμηνεύοντας τόν Παῦλο τονίζει: «Τί ἔστιν ἀρχή τῆς ὑποστάσεως; -Τ ή ν πίστιν φησί, δ ι’ ἧ ς ὑπέστημεν καί γεγεννήμεθα καί, ὡς ἄν τίς ε ἴ π ο ι, συνουσιώθημεν τῷ Χριστῷ» (Ρ.G. 63, 56). Ἡ ἀρχή λοιπόν, ἡ βάση τῆς ὑπάρξεώς μας εἶναι ἡ πίστη, μέ τήν ὁποία «ὑπέστημεν» (δηλαδή πήραμε τήν πραγματική μας ὑπόσταση τό «κατά Χριστόν ὑποστῆναι») καί «γεγεννήμεθα» καί «συνουσιώθημεν» τῷ Χριστῷ. Παρόμοια ἑρμηνεύει τόν Παῦλο καί ὁ Θεοδώρητος Κύρου: «Ταύτην τήν πίστιν (ὁ Παῦλος) ἀρχήν τῆς ὑποστάσεως κέκληκε· δι’ ἐκείνης γάρ ἐνεουργήθημεν καί συνήφθημεν τῷ Δεσπότη Χριστῷ καί τῆς τοῦ Παναγίου Πνεύματος μετειλήφαμεν χάριτος» (Ρ.G. 82, 701). Ἐδῶ βλέπουμε μέ σαφήνεια, πώς ἡ πίστη, τό δόγμα, σύμφωνα μέ τήν ὀρθόδοξη ἐμπειρία, περιέχει τήν πραγματικότητα τῆς ἀναγεννήσεως καί τῆς σ υ ν ο υ σ ι ώ σ ε ω ς, τῆς ἑνώσεως δηλαδή καί μετοχῆς καί κοινωνίας μέ τό Χριστό καί τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό ἀληθινό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας: ἡ ἀναγέννηση, συνουσίωση, ἕνωση, μετοχή καί κοινωνία μέ τόν Χριστό διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Τό ὀρθόδοξο λοιπόν ἦθος, πού εἶναι ἡ κοινωνία τοῦ προσώπου μας μέ τό Θεό Πατέρα ἐν Χριστῷ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί ὁ ἁγιασμός ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπου στήν ὁδό τῆς θεώσεως, ἀρχίζει νά ὑπάρχει, μόνον ὅταν ἔχουμε ὡς προϋπόθεση τήν ὀρθή πίστη, τήν ὀρθοδοξία. Κάθε ἐκτροπή ἀπό τήν ὀρθοδοξία ἔχει ὡς συνέπεια τήν ἔκπτωση ἀπό τήν πνευματικότητα. Τρανό παράδειγμα γιά τούτη τήν ἀλήθεια εἶναι τό filioque, πού ἔγινε αἰτία νά καταπέσει ἡ πνευματικότητα στή Δύση.

Ἡ «πίστις χωρίς ἔργων νεκρά ἐστι» (Ἰακ. β’ 26), ἀλλά «καί ἔργα χωρίς πίστεως νεκρά εἰσί», σύμφωνα μέ τήν κοινή μαρτυρία τῶν Πατέρων μας. Καί τά δύο αὐτά, δηλαδή τό ὀρθό δόγμα καί ὁ ὀρθός βίος εἶναι στήν Ὀρθόδοξη ἐμπειρία ἀδιάσπαστα. Ἑνωμένα καί τά δύο μαζί φέρουν μέσα τους τήν σφραγίδα καί τή χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος. Ἡ ἁγιότητα καί τελειότητα τῶν Ἁγίων, αὐτό δηλαδή πού εἶναι γιά τήν Ὀρθοδοξία τό πᾶν, γεννιέται κατά συνέπεια ἀπό τήν ὀρθή πίστη καί τόν ὀρθό βίο μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «Ἅπας γάρ ὁ τῶν ἁγίων ἔπαινος καί μακαρισμός», γράφει ὁ ἅγιος Συμεών ὁ Νέος Θεολόγος, «διά τῶν δύο τούτων συνίσταται, διά τε τῆς ὀρθοδόξου πίστεως καί τοῦ ἐπαινετοῦ βίου καί διά τῆς δωρεᾶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τῶν χαρισμάτων Αὐτοῦ. Τοῖς γάρ δυσί τούτοις τό τρίτον συνέπεται. Ἐν γάρ τῷ βιῶσαι τινά καλῶς τε καί θεοφιλῶς μετά φρονήματος ὀρθοδόξου καί ἐν τῷ χαριτωθῆναι ἀπό Θεοῦ καί δοξασθῆναι διά τῆς τοῦ Πνεύματος δωρεᾶς, συνέπεται αὐτῶ ὁ ἔπαινος καί ὁ μακαρισμός παρά πάσης τῆς Ἐκκλησίας τῶν πιστῶν καί παρά πάντων τῶν διδασκάλων αὐτῆς».

Γίνεται λοιπόν φανερό, πώς ἡ ὀρθή πίστη, δηλαδή ἡ ὀρθοδοξία, εἶναι τό θεμέλιο καί τό περιεχόμενο τῆς νέας ζωῆς ἐν Χριστῷ καί τοῦ ἤθους τῆς Ἐκκλησίας καί κάθε ἀνθρώπου, πού στήν περιοχή τῆς ἀναγεννιέται ὡς «καινή κτίσις». Τό νά εἶναι κανείς καινούρια κτίση ἐν Χριστῷ, αὐτό δηλαδή πού εἶναι τό ὀρθόδοξο ἦθος, σημαίνει κατά τόν Ἀπόστολο Παῦλο καί τούς Πατέρες ὅτι «τά ἀρχαῖα παρῆλθε, ἰδού γέγονε καινά τά πάντα» (Β΄ Κορ. ε΄ 17). Ὅτι δηλαδή οἱ ἀρχαῖες καί νεώτερες πλάνες τῆς εἰδωλολατρείας καί τῆς ψευτολατρείας τοῦ Θεοῦ ξεπεράστηκαν καί ἔφτασε ἡ ἀληθινή Θεογνωσία καί ἡ ὀρθόδοξη λατρεία τοῦ Θεοῦ ἐν Πνεύματι καί ἀ λ ή θ ε ι α ·ὅτι ἔφτασαν «τά τῆς ἐν ἀληθεία θεοσεβείας δόγματα», ὅπως λέγει χαρακτηριστικά ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας (Ρ.G. 74, 537). Ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ ἰσχύει μονάχα ἡ καινή κ τ ί σ ι ς γράφει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στούς Γαλάτες, καί ἀμέσως πιό κάτω: «καί ὅσοι τῷ κανόνι τούτω στοιχήσουσιν, εἰρήνη ἐπ’ αὐτούς καί ἔλεος» (Γαλ. στ΄ 15 – 16). Αὐτός ὁ κανόνας τῆς καινούργιας κτίσεως, πού πρέπει νά τόν ἀκολουθοῦν οἱ χριστιανοί, εἶναι κατά τόν ἅγιο Εἰρηναῖο, ὁ «κανών τῆς πίστεως», ὁ «ἀμετάθετος κανών τῆς ἀληθείας», πού τόν παίρνουμε στό Βάπτισμα, ὅταν ὁμολογοῦμε τό Σύμβολο τῆς πίστεως.

Ὁ ἀξέχαστος Ρῶσος Καθηγητής Ν. Gludokosky σέ μιά του συνάντηση μέ τούς Ἀγγλικανούς τό 1925, διατυπώνοντας τήν ὀρθόδοξη παραδοσιακή ἑρμηνεία τοῦ πιό πάνω χωρίου τοῦ Παύλου, ἔλεγε πώς τά ὀρθά δόγματα «ἐκφράζουν αὐτή τή φύση τῆς χριστιανικῆς μας ζωῆς», εἶναι «οἱ κανόνες» τῆς «καινῆς κτίσεως», πού πρέπει νά ἀκολουθοῦμε, εἶναι οἱ «νόμοι τῆς χριστιανικῆς μας ὑπάρξεως», οἱ «σταθερές βάσεις γιά τόν ὀρθό βίο» καί τά «ἀπαραίτητα στοιχεῖα γιά τή χριστιανική μας ζωή». Τά δόγματα ἐπιβεβαιώνουν τήν νέα πραγματικότητα τοῦ Χριστιανισμοῦ, εἶναι ἡ βάση, τό θεμέλιο, τό στήριγμα καί ἡ περιφρούρηση τῆς χριστιανικῆς ἑνότητας στήν Ἐκκλησία, πού εἶναι ἀκριβῶς ὁ «στύλος καί τό ἑ δ ρ α ί ωμα τῆς ἀληθείας» κατά τόν Παῦλο (Α΄ Τιμ. γ΄ 15). Ἀλλά καί κατά τόν Χρυσόστομο «ἡ ἀλήθεια ἐστί τῆς Ἐκκλησίας καί στύλος καί ἑδραίωμα» (Ρ.G. 62, 554). Μέ τούτη τήν ἴδια ἔννοια ὁρίζει καί ὁ ἅγιος Μάξιμος τήν Ἐκκλησία: «Καθολικήν Ἐκκλησίαν, τήν ὀρθήν καί σωτήριον τῆς πίστεως ὁμολογίαν, ὁ Κύριος εἶναι εἰπῶν» (Ρ.G. 90, 93). Παρόμοια καί ὁ ἅγιος Ἰσίδωρος ὁ Πηλουσιώτης: «Τό ἄθροισμα τῶν ἁγίων, τό ἐξ ὀρθῆς πίστεως καί πολιτείας ἀρίστης συγκεκροτημένον. Ἐκκλησία ἐστίν» (Ρ.G 78, 685).

Ἐδῶ μποροῦμε νά συμπεράνουμε, πώς γιά τήν ὀρθόδοξη Παράδοση καί γενικά γιά τήν ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, τό δόγμα καί τό ἦθος ἦταν καί εἶναι ἡ ἰδία ἡ Ὀρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία, ἀκριβῶς ἐπειδή εἶναι τό ζωντανό Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, πού ὁδηγεῖται ἀπό τό Ζωοποιό Πνεῦμα τοῦ Χριστοῦ. Γιά τούς Ἀποστόλους καί τούς Πατέρες πάλι, ἡ Ἀλήθεια καί ἡ Ζωή εἶναι ὁ Χριστός, ἡ πίστη καί ἡ σωτηρία εἶναι πάλι ὁ Χριστός, ἀλλά πάντοτε μέσα στήν Ἐκκλησία, στό θεανθρώπινο σῶμα Του. Ἔτσι γίνεται φανερό, πώς καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλήθεια καί ζωή χάρις στήν παντοτινή παρουσία μέσα της τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Παρακλήτου Πνεύματος. Ἀλλιώτικα δέν μπορεῖ νά εἶναι σῶμα Χριστοῦ οὔτε Ἐκκλησία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, ἀλλά ἐκκλησία νεκρή «ἐκκλησία πονηρευομένων», κατά τόν Ψαλμωδό (Ψαλμ. 25, 5). Ἡ Νύμφη τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἁγνή Παρθένα, δέν ἔχει σπίλο ἤ ρυτίδα καί εἶναι παρθένα «διά τήν τῶν δογμάτων καί ἠθῶν ὀρθότητα» θά πεῖ ἕνας σοφός τῆς Ἐκκλησίας (Βλ. Β.Ε.Π. 12, 368).

Ὅπως λοιπόν τό δόγμα ἔτσι καί τό ἦθος στήν Ὀρθοδοξία ἔχουν πάντοτε Χριστολογικό καί συνάμα Τριαδολογικό καί Πνευματολογικό καί Ἐκκλησιολογικό καί Σωτηριολογικό χαρακτήρα, ὅπως θά τό δοῦμε παρακάτω.

Ὁ Τριαδολογικός χαρακτήρας στήν ὀρθόδοξη εὐσέβεια καί στό ἦθος τονίζεται ἀπό ὅλους τούς Πατέρες, γιατί ἔχει τήν πηγή του στό μυστήριο τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος, πού τελεῖται στό ὄνομα τῆς Παναγίας Τριάδος καί ἐνεργεῖται «ἐκ τοῦ Πατρός δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίω Πνεύματι». Τά λόγια τῆς εὐχῆς στό Βάπτισμα, τό «φωτισθῆναι ἡμᾶς φωτισμόν γνώσεως καί εὐσεβείας διά τῆς Ὁμοουσίου Τριάδος», καί τό «καταφοιτῆσαι τοῖς ὕδασι τούτοις τήν καθαρτικήν τῆς Ὑπερουσίου Τριάδος ἐνέργειαν» σημαίνουν πώς ἡ καινούρια ζωή, ἡ χριστιανική, ἀρχίζει μέσα μας καί συνεχίζεται ὡς ἔργο καί ἐνέργημα τῆς Ἁγίας Τριάδος «ἐν ᾗ βεβαπτίσμεθα, δι’ ἧς καί ζῶμεν καί γινώσκομεν καί νοοῦμεν, ὑφ’ ἥν καί ἐσμὲν καί εἰς αἰώνας αἰώνων ἐσόμεθα, ὡς ἐξ Αὐτῆς ἐσχηκότες τό εἶναι καί τό εὐ εἶναι» (Συμεών, ὁ Ν. Θεολόγος, θεολογικός Α΄).

Ἡ Τριαδική Χάρις, πού «ἔλαβε μυστικῶς ὁ βαπτισθείς ὀρθοδόξως», ἐνεργεῖ μέσα του «κατά ἀναλογίαν τῆς ἐργασίας τῶν ἐντολῶν», λέγει ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Ἀσκητής (Φιλοκαλλία, τ. Α΄ 113 καί 115). Ἀλλά καί τούτη ἡ ἐργασία τῶν ἐντολῶν –ἡ «τήρησις ἐντολῶν Θεοῦ» (Α΄ Κορ. ζ΄ 19)– ἔχει χαρακτήρα Τριαδολογικό. Γιατί, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Μάξιμο, «ὁ μέν τοῦ Θεοῦ καί Πατρός Θεός Λόγος ἑκάστη μυστικῶς ἐνυπάρχει τῶν οἰκείων ἐντολῶν. Ὁ δέ Θεός καί Πατήρ, ὅλος ἐστίν ἀχώριστος, ἐν ὅλῳ τῷ οἰκείω Λόγω φυσικῶς. Ὁ τοίνυν δεχόμενος θείαν ἐντολήν καί ποιῶν αὐτήν, τόν ἐν αὐτῇ τοῦ Θεοῦ δέχεται Λόγον ὁ δέ τόν Λόγον διά τῶν ἐντολῶν δεξάμενος, δι’ Αὐτοῦ τό ἐν Αὐτῷ φυσικῶς συνεδέξατο Πνεῦμα. Ἀμήν γάρ, φησί, λέγω ὑμῖν, ὁ λαμβάνων ὅν τινα πέμψω, ἐμέ λαμβάνει· ὁ δέ ἐμέ λαμβάνων, λαμβάνει τόν πέμψαντά με (Ἰω. ιγ΄ 20). Ὁ γοῦν ἐντολήν δεξάμενος καί ποιήσας αὐτήν, λαβῶν ἔχει μυστικῶς τήν Ἁγίαν Τριάδα» (Ρ.G. 90, 1156 – 7). Στή θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Μαξίμου βρίσκουμε μέ σαφήνεια τήν παράδοση τοῦ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου: Ὅποιος τηρήσει βιωματικά τό λόγο καί τήν ἐντολή τοῦ Χριστοῦ, αὐτός μένει στό Θεό καί ὁ Τριαδικός Θεός –Πατήρ, Υἱός καί Πνεῦμα– θά ἔλθουν καί θά κατασκηνώσουν μέσα του (Ἰω. ιδ΄ 23), Βέβαια τό ἴδιο συνιστᾶ καί τήν Ἐκκλησιολογία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου: Κάθε χριστιανός καί ὁλόκληρη ἡ Ἐκκλησία γίνεται καθολικό κατοικητήριο καί οἶκος καί ναός τοῦ Θεοῦ, «ναός θεοφόρος», «ναός χριστοφόρος», «ναός τοῦ Πνεύματος», ναός, δηλαδή, πού μέσα του κατοικεῖ ὁ Χριστός καί ὁ Πατέρας Του καί ὁ Παράκλητος, ὅπως μᾶς λέγουν χαρακτηριστικά οἱ ἅγιοι Ἰγνάτιος καί Χρυσόστομος. Ἔτσι ἡ ζωή, τό ἦθος μας, καί τό τέλος του, ἡ θέωση, εἶναι πίστη καί χάρη, γνώση καί κοινωνία τῆς Ἁγίας Τριάδος: «Ἁγιασμός καί θέωσις ἀγγέλων καί ἀνθρώπων ἡ γνῶσις τῆς Ἁγίας Τριάδος», λέγει καί ὁ Ἀββᾶς Θαλάσσιος (Φιλοκαλλία, τ. δ΄ 210).

Ἀλλά ἐκεῖνο πού κυρίως χαρακτηρίζει τό ὀρθόδοξο ἦθος εἶναι ὁ Χριστολογικός καί Χριστοκεντρικός χαρακτήρας του. Ἡ πίστη γιά τούς Πατέρες δέν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρά ὁ ἴδιος ὁ Χριστός. «Ἡ τελεία πίστις Ἰησοῦς Χριστός», γράφει ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος (Σμύρν. 10, 2). Καί ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Χριστόν δέ φαμέν εἶναι τήν ἐνυπόστατον πίστιν» (Ρ.G. 90, 332) καί ἐπίσης: «Ἐνυπόστατος πίστις ἐστίν ἡ ἐνεργῆς καί ἔμπρακτος, καθ’ ἥν ὅ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐν τοῖς πρακτικοῖς δείκνυται, ταῖς ἐντολαῖς σωματούμενος δι’ ὧν ὁ Λόγος πρός τόν ἐν ᾧ κατά φύσιν ἐστίν ἀνάγει Πατέρα τούς πράττοντας» (Ρ.G. 90, 336). Λιτή ἡ ἔκφραση τοῦ ἁγίου Μαξίμου, ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐνυπόστατη πίστη πρέπει νά νοεῖται στά πλαίσια τοῦ χριστολογικοῦ δόγματος, ὅπως διατυπώθηκε στήν Δ΄ Οἰκουμενική Σύνοδο στή Χαλκηδόνα, στά πλαίσια δηλαδή τῆς θεανθρωπίνης πίστεως καί ζωῆς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.

Ὁ Χριστός εἶναι λοιπόν ἡ ἐνυπόστατη, ἡ γεμάτη ζωή θεανθρώπινη καθολική πίστη, πού μέσα της ἔχει καί τήν ἀρετή, τή ζωή δηλαδή καί τό ἦθος. Ὁ Χριστός εἶναι «ἀρχή καί θεμέλιον πάντων των ἀρετῶν», λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης.

Καί ὁ ἅγιος Μάξιμος ἐπαναλαμβάνει: ὁ Χριστός εἶναι «ὑπόστασις πάσης χάριτος καί ἀρετῆς». Σύμφωνα καί μέ τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, ὁ Χριστός γίνεται στόν καθένα πού πιστεύει σ’ Αὐτόν «δύναμις φρονήσεως, ἰσχύς γνώσεως, σθένος σοφίας, κράτος δικαιοσύνης, καί θεμέλιον ἀγάπης Θεοῦ καί ἀνθρώπων, καί ἐνέργεια πάσης ἱερᾶς ἐντολῆς καί θείου θελήματος, καί μία ἐπιστημονική καί φυσική ἀποστροφή καί μίσος πάσης κακίας καί ἁμαρτίας καί ἡδονῆς καί πονηρίας. Διότι ὁ Χριστός εἶναι ἡ ἐλπίς, καί ἡ εἰρήνη ἡμῶν, καί χωρίς τόν Χριστόν, ὄχι μόνον δέν δύναται νά κάμη κανείς κανένα καλόν, ἀλλά εἶναι καί ἀπομακρυσμένος ἀπό τόν Θεόν» (Λόγος 13).

Τό χριστοκεντρικό ἦθος στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία δέν εἶναι μιά «Ιmitatio Christi»(=μίμηση Χριστοῦ), ἀλλά ἡ ἐν Χριστῷ ζωή (πρβλ. Νικόλαος Καβάσιλας καί ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης)· χριστοβίωμα· θεανθρώπινη συμβίωση (ὅπως ἡ ἄμπελος καί τά κλήματα)· καθολική ἔνδυση τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα πάντα Αὐτός ἡμῖν ἡ ἔσωθεν καί ἔξωθεν»· εὐχαριστιακή ἐνσωμάτωση τοῦ Χριστοῦ στούς πιστούς καί τῶν πιστῶν στό Χριστό, ἤ ὅπως λέγει ὁ π. Ἰουστίνος Πόποβιτς « ἐνχρίστωση ». Οἱ Ἅγιοι, κατά τόν Συμεών τόν Νέο Θεολόγο, εἶναι οἱ «ὅλον τόν Χριστόν ἐν ἑαυτοῖς ὁλοτελῶς κτησάμενοι ἔργω καί πείρα καί αἰσθήσει καί γνώσει καί θεωρία». (Κατήχησις 8η). Ὁ τέλειος χριστιανός, κατά τόν Ἀναστάσιο Σιναΐτη, εἶναι «ἀληθινός οἶκος Χριστοῦ, δι’ ἔργων ἀγαθῶν καί δογμάτων εὐσεβῶν συνιστάμενος» (Ρ.G. 789, 329).

Ὁλόκληρη ἡ θεανθρώπινη οἰκονομία τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ γιά τή σωτηρία μας: ἡ γέννηση, ἡ μεταμόρφωση, ἡ σταύρωση, ἡ ἀνάσταση κλπ. ἐπαναλαμβάνονται στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μέσα στή ζωή τῶν χριστιανῶν, τόσο λειτουργικά σέ κάθε Θεία Λειτουργία, ὅσο καί βιωματικά, στή ζωή τοῦ χριστιανοῦ καί αὐτό εἶναι τό λειτουργικό -ἀσκητικό ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ Χριστός, ὅπως μᾶς λέγει ὁ Νικόλαος Ἀχρίδος, δέν ἦλθε μονάχα γιά νά μᾶς μάθει τή ζωή ἤ γιά νά τή διόρθωση, ἀλλά γιά νά γίνει ἡ ζωή μας. «Τόν Υἱόν Αὐτοῦ τόν Μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον, ἵνα ζήσωμεν δι’ Αὐτοῦ», λέγει ὁ Ἀπόστολος καί Εὐαγγελιστής Ἰωάννης (Α΄ Ἰω. δ’ 9). Τό «δι’ Αὐτοῦ» στόν Ἰωάννη ταυτίζεται μέ τό «ἐν Αὐτῶ», «ἐν τῷ Χριστῷ», τοῦ Παύλου.

Ὥστε τό ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος εἶναι ἐκεῖνο τό «ζῶ οὐκέτι ἐγώ, ζῆ δέ ἐν ἐμοί ὁ Χριστός» (Γαλ. Β΄ 20). Αὐτή ἡ περιχώρηση τῆς θεανθρώπινης ζωῆς τοῦ Χριστοῦ στόν Παῦλο καί σέ κάθε πιστό –ὅπου ὁ Χριστός γίνεται γιά τούς χριστιανούς «τά πάντα ἀντί πάντων», σωματικά καί πνευματικά (ἅγιος Ἰγνάτιος)– ἀποτελεῖ τή συνέχεια καί τή συνέπεια γιά μᾶς τοῦ μυστηρίου τῆς ὑποστατικῆς ἑνώσεως τῶν δύο φύσεων στό Θεάνθρωπο Χριστό.

Ἔτσι στό Βάπτισμα γεννιέται ὁ πιστός ἐν τῷ Χριστῷ καί ὁ Χριστός ἐν τῷ πιστῶ καί στή συνέχεια ὁ πιστός ζεῖ τήν ἐπίγεια ζωή τοῦ Χριστοῦ: σταυρώνεται μαζί μέ τό Χριστό στό θάνατό Του, πεθαίνει γιά τήν ἁμαρτία καί τά πάθη (ἅγιος Ἰσαάκ ὁ Σύρος), ἀλλά καί ἀνασταίνεται καί ζωοποιεῖται μέ τό Χριστό γιά τήν «ἄλλην βιοτήν τήν αἰώνιον». Τρέφεται ἀδιάκοπα μέ τό σῶμα καί τό αἷμα τοῦ Χριστοῦ στή Θεία Εὐχαριστία, ἑνώνεται μέ τό Χριστό καί τούς ἀδελφούς του ἀνθρώπους, γίνεται «σύσσωμος» καί «σύσσαρκος» καί «σύναιμος» καί «σύζωος» τοῦ Χριστοῦ. Ἔτσι πορεύεται καί ἐπαναλαμβάνει ὁλόκληρη τή θεανθρώπινη ζωή τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης ἀναφέρει σχετικά: «Πάσας τάς μεθηλικιώσεις τάς ἐν Χριστῷ φθᾶσαι πᾶς τίς ὀφείλει ὁ βαπτισθείς ἐν Χριστῷ. Προείληφε γάρ τήν τούτων δύναμιν, καί διά τῶν ἐντολῶν ταύτας εὐρεῖν καί μαθεῖν δύναται» (Φιλοκαλία, τ. δ΄ 53). Παρόμοια λέγει καί ὁ ἅγιος Μάξιμος: «Ὅ τοῦ Θεοῦ Λόγος ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά Πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι, καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς– καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον» (Ρ.G. 90, 1181). Ἔτσι ὁ Χριστός μορφώνεται μέσα σέ κάθε μέλος τοῦ σώματός Του καί μέσα σ’ ὅλη τήν Ἐκκλησία καί τότε ὅλοι οἱ πιστοί γίνονται χριστοί. «Ὥστε», κατά τόν Μεθόδιον Ὀλύμπου, «ἐν ἐκάστω γεννάσθαι τόν Χριστόν νοητῶς, καί διά τοῦτο ἡ Ἐκκλησία σπαργά καί ὠδίνει, μέχριπερ ἄν ὁ Χριστός ἐν ἡμῖν μορφωθῆ γεννηθείς, ὅπως ἕκαστος τῶν ἁγίων τῷ μετέχειν Χριστοῦ χριστός γεννηθῆ… οἱονεί χριστῶν γεγονότων τῶν κατά μετουσίαν τοῦ Πνεύματος εἰς Χριστόν βεβαπτισμένων» (Β.Ε.Π. 18, 62-63). Ἐδῶ ἀκριβῶς ἐκδηλώνεται ὁλόκληρη ἡ σωτηριολογική καί ἀνθρωπολογική σημασία τοῦ δόγματος τῆς Χαλκηδόνος στή ζωή τῆς Ὀρθοδόξου Καθολικῆς Ἐκκλησίας καί στή ζωή τοῦ κάθε ἀνθρώπου πού εἶναι μέλος της.

Ἡ ἔννοια «χριστός», πού ἀναφέρθηκε πιό πάνω γιά τούς πιστούς, μαρτυρεῖ συνάμα καί τόν Πνευματολογικό χαρακτήρα τοῦ ὀρθοδόξου ἤθους. Γιατί ὁ πιστός χρίεται ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι, τό ὁποῖο στή συνέχεια ἐνεργοποιεῖ τό ἦθος του. Πραγματικά, γιά τούς ὀρθοδόξους τό ἦθος μπορεῖ νά εἶναι χριστιανικό, μονάχα ὅταν εἶναι «πνευματικό», ὅταν εἶναι «καρπός τοῦ Πνεύματος» (Γαλ. ε΄, 22), καρπός ἀπό τή γλωσσοπυρσόμορφη Χάρη τοῦ Παρακλήτου. Τό Ἅγιο Πνεῦμα, τό «συνδημιουργοῦν τῷ Πατρί καί τῷ Υἱῶ τά δημιουργηθέντα» εἶναι καί τό «συνανακαινίζον τά παραφθαρέντα», κατά τόν ἅγιο Παλαμᾶ (Ρ.G. 151, 317). Σέ τοῦτο ἐδῶ τό σημεῖο συναντιέται ὁλόκληρη ἡ Ὀρθόδοξη Παράδοση, ἀπό τόν ἅγιο Εἰρηναῖο καί Βασίλειο, διά τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου, μέχρι τόν ἅγιο Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ καί τόν ἅγιο Νεκτάριο.

Ἄς ἀναφέρουμε σέ τοῦτο τό σημεῖο ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα ἀπό τήν ὀρθόδοξη Πνευματολογική Παράδοσή μας: «Τό Πνεῦμα τό Ἅγιον, τό ἐκ τοῦ Πατρός ἀφράστως ἐκπορευόμενον καί δι’ Υἱοῦ ἡμῖν ἐπιφοιτῶν τοῖς πιστοῖς, Πνεῦμα ζωῆς καί συνέσεως, Πνεῦμα ἁγιωσύνης καί τελειότητος, Πνεῦμα τό ἀγαθόν, τό σοφόν, τό φιλάνθρωπον, τό ἡδύ, τό ἔνδοξον, τό τρέφον ὁμοῦ καί ποτίζον, τό ἐλεοῦν, τό φωτίζον, τό δυναμοῦν, Πνεῦμα θεῖον ὑπομονῆς, Πνεῦμα χαρᾶς μεταδοτικόν, εὐφροσύνης, σωφροσύνης, σοφίας, γνώσεως, πραότητος, ἀμνησικακίας, ἀμεριμνίας τῶν κάτω, θεωρίας τῶν ἄνω, διωκτήριον ἀκηδίας, ἀμελείας ἀπελατήριον, περιέργειας καί πονηρίας φυγαδευτήριον, Πνεῦμα μυστηρίων δηλωτικόν, ἀρραβών οὐρανῶν βασιλείας, προφητείας πηγή, διδασκαλίας κρατήρ, ἁμαρτίας ἀναιρετικόν, μετανοίας θύρα, τήν εἴσοδον τοῖς ἀγωνιζομένοις ὑποδεικνύον οἷα δή θυρωρός, Πνεῦμα ἀγάπης, εἰρήνης, πίστεως, ἐγκρατείας, Πνεῦμα πόθου καί πόθον ἐμποιοῦν, ἐλθέ καί ἐνσκήνωσον καί μεῖνον ἐν ἡμῖν ἀχωρίστως, ἀδιαιρέτως, ἁγιάζον καί μεταποιοῦν καί φωτίζον ἡμῶν τάς καρδίας, ὡς ὁμοούσιον καί ὁμότιμον τῷ Υἱῶ καί τῷ Πατρί καί ὡς θεούς τούς ὑποδεχόμενους Σέ ἐργαζόμενον καί πᾶσαν μέν ἁμαρτίαν ἐξαφανίζον, πᾶσαν δέ ἀρετήν συνεισφέρον τή εἰσόδω Σου». (Συμεών τοῦ Ν. Θεολόγου, Θεολογικός Γ΄, σ.156-158)

Ἐδῶ φαίνεται μέ σαφήνεια, πώς ὁλόκληρο τό ὀρθόδοξο πνευματικό ἦθος, καί ὡς ἄσκηση καί ἀγώνας ἐναντίον τῆς ἁμαρτίας καί τῶν παθῶν, καί ὡς ἀπόκτηση τῶν ἀρετῶν καί ἁγιασμός καί θέωση, εἶναι ἔργο καί ἐνέργημα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πού τή Χάρη Του τήν παίρνουμε διά τοῦ Χριστοῦ μέσα ἀπό τά θεῖα μυστήρια, καί τίς θεανθρώπινες ἀρετές τῆς Ἐκκλησίας (π. Ἰουστίνος Πόποβιτς).

Ὁ τελικός «σκοπός καί τό τέλος ὅλης τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: «νά λάβωμεν Πνεῦμα Ἅγιον εἰς τάς ψυχᾶς», λέγει ὁ ἅγιος Συμεών, ἤ ὅπως λέγει ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ: νά ἀποκτήσουμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, καί ἔτσι νά ἑνωθοῦμε πνευματικά καί σωματικά ἐν τῷ Χριστῷ μετά τοῦ Θεοῦ, καί μέ τήν ἕνωση αὐτή, πάλι κατά τόν ἅγιο Συμεών, νά γίνει «τρισυπόστατος κατά χάριν καί ὁ ἄνθρωπος, εἰς θέσει Θεός, ἐκ σώματος καί ψυχῆς καί οὗπερ μετείληφε θείου Πνεύματος» (Κατήχησις 15). Σέ τούτους τούς τελευταίους λόγους τοῦ ἁγίου Συμεών τονίζεται σαφῶς ὁ Χριστολογικός καί Πνευματολογικός χαρακτήρας τῆς Ὀρθοδόξου Ἀνθρωπολογίας: Ἡ Χάρις τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ, πού δίνεται μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι συστατικό τοῦ ἀνθρώπου. «Ὅπου εἶναι τό Πνεῦμα τοῦ Πατρός, ἐκεῖ ὑπάρχει ζῶν ἄνθρωπος», ἔγραφε ὁ ἅγιος Εἰρηναῖος (Ἔλεγχος Ἐ’ 9,1-3).

Τό ὀρθόδοξο λοιπόν χριστιανικό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου εἶναι Χριστολογικό καί συνάμα Πνευματολογικό καί Τριαδολογικό. Ὁ ὀρθόδοξος ἄνθρωπος εἶναι Χριστό-ἠθικός, Χριστόμορφος καί Πνευματικός, καί τό ἦθος του εἶναι ἀληθινό καί καθολικό ἦθος Θεοῦ καί ἀνθρώπου, εἶναι «ὁμοήθεια Θεοῦ», κατά τόν ἅγιο Ἰγνάτιο (Μαγν. β, 2), εἶναι τό ἦθος τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ.

III

Ὅλα ὅσα ἀναφέραμε μέχρις ἐδῶ γιά τό ὀρθόδοξο χριστιανικό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας μας καί τῶν Ἁγίων της, πού κατέχουν καί διατηροῦν μέ ἀκρίβεια τό ἀληθινό ἦθος τοῦ Χριστοῦ, τήν «ὁμοήθειαν Θεοῦ», ὅλα αὐτά ἔχουν ἕνα κοινό σημεῖο, ἕνα κοινό τόπο καί χρόνο, πού μέσα σ’ αὐτόν σαρκώνονται καί φανερώνονται κατά τρόπο πραγματικό καί οὐσιαστικό. Αὐτός ὁ χῶρος καί ὁ χρόνος εἶναι ὁ ὀρθόδοξος ναός, ἡ Ἐκκλησία καί ἡ ὀρθόδοξη ἐκκλησιαστική λατρεία. Κυρίως δέ εἶναι ἡ Εὐχαριστιακή σύναξη, ἡ Θεία Λειτουργία, πού εἶναι ἡ ὑπόσταση καί ἡ ἀλήθεια τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἡ ζωή της καί ἡ φανέρωσή της, τό ἀληθινό καί καθολικό ἦθος της. Ἡ Θεία Λειτουργία, πού τελεῖται ὡς «εὐλογημένη Βασιλεία» τῆς Ἁγίας Τριάδος μέ τήν ἱερουργία τοῦ Ἀρχιερέα Χριστοῦ καί τήν ἐπίκληση καί ἐπιφοίτηση τοῦ τελεταρχικοῦ Πνεύματος, συνιστᾶ καί φανερώνει τό «Μυστήριον τοῦ Θεοῦ ἐν σαρκί», δηλαδή τό μυστήριο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας Του. Τοῦτο τό μυστήριο συνάγει («ἐκκλησιάζει») καί ἑνώνει τό Θεό, τήν Ἁγία Τριάδα, μέ τούς ἀνθρώπους, τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. Ἑνώνει τό Χριστό, τόν «Πρωτότοκον ἐν πολλοῖς ἀδελφοῖς» μέ τούς πιστούς, τούς ἀδελφούς καί «συμμετόχους» Του, πού εἶναι τά «μέλη» τοῦ Θεανθρωπίνου Σώματός Του. Ἔτσι μέ τή Σύναξη γιά τή Θεία Εὐχαριστία, ἐπί τῷ αὐτῶ («ὁμοθυμαδόν») τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ καί τοῦ Σώματός Του, τῆς Ἐκκλησίας Του, ἀποκαλύπτεται καί φανερώνεται ἑνωμένος ὁ Θεός καί ὁ λαός Του: «γένος ἐκλεκτόν, βασίλειον ἱεράτευμα, ἔθνος ἅγιον, λαός εἰς περιποίησιν, ὅπως τάς ἀρετάς (δηλαδή τό «ἦθος») ἐξαγγείλη τοῦ ἐκ σκότους ἡμᾶς καλέσαντος εἰς τό θαυμαστόν αὐτοῦ φῶς» (Α΄ Πέτρ. β΄ 9). Ἡ Λειτουργία, ἡ Θεία Εὐχαριστία ἀποκαλύπτει ἀλλά καί συνιστᾶ τό καθολικόν ἦθος τῆς Ὀρθοδοξίας.

Στή Θεία Λειτουργία βρίσκει ὁ κάθε ἄνθρωπος τήν πραγματική καί ἀληθινή σχέση του καί κοινωνία μέ τό Θεό, μέ τούς ἄλλους ἀνθρώπους, τούς ἀδελφούς καί «σύσσωμούς» του, ἐν Χριστῷ, ὅπως ἐπίσης καί τή σωστή σχέση του μέ τόν κόσμο, τή δημιουργία τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἡ Θεία Λειτουργία εἶναι ἡ ἐν Χριστῷ ἕνωση καί μεταμόρφωση τῶν ἀνθρώπων καί τοῦ κόσμου καί ὁλόκληρης τῆς κτίσεως, πού τήν συνάγει, τήν προσφέρει καί τήν ἀναφέρει ὁλόκληρη στό Θεό, τό Δημιουργό καί Σωτήρα τοῦ κόσμου καί Πατέρα τῶν ἀνθρώπων. Ἡ Ἐκκλησία μέ τή θεία Λειτουργία τῆς ἑνώνει καί μεταμορφώνει τούς ἀνθρώπους καί τήν κτίση ὁλόκληρη καί ἔτσι ἑνοποιεῖ τόν ἄνθρωπο μέ τόν ἑαυτό του καί τούς ἄλλους ἀνθρώπους. Μέ τούτη τήν πράξη της ἡ Ἐκκλησία μορφώνει τούς ἀνθρώπους μέ τή μόρφωση τοῦ Χριστοῦ, τή θεία καί ἀνθρώπινη μορφή Του, τό θεανθρώπινο ἦθος Του (τή «Θεανθρωποήθειά» Του) καί ἔτσι ἀνακαινίζει τό πρόσωπο τῆς γῆς μέ τόν ἀνακαινισμό τοῦ προσώπου τοῦ ἀνθρώπου «κατ’ εἰκόνα τοῦ Κτίσαντος αὐτόν» (Κολ. γ΄ 10). Ἡ δέ «εἰκών» καί «ὁμοίωσις» τοῦ Θεοῦ στόν ἄνθρωπο ἀποτελεῖ τό ἀληθινό ὀρθόδοξο ἦθος, ὅπως μᾶς τό φανέρωσαν οἱ Ἅγιοί του Χριστοῦ (πρβλ. τή «Μυσταγωγία» τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ΠΡ.G. 91, 657-717).

Ὁ Χριστός «εἰκών τοῦ Θεοῦ τοῦ ἀοράτου» (Κολ. α΄ 15) φανέρωσε τήν εἰκόνα καί τό ἦθος τοῦ Θεοῦ στούς ἀνθρώπους, ἀλλά ἐπίσης φανέρωσε καί τήν εἰκόνα καί τό ἀληθινό ἦθος τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι ἡ λατρεία στόν Θεό. Καί τά δύο αὐτά ὁ ἴδιος συνεχίζει νά τά φανερώνει στήν ἱστορία καί στόν κόσμο μέ τήν Ἐκκλησία Του, πού τά πραγματοποιεῖ μέ ὁλόκληρη τή ζωή της καί μάλιστα μέ τή λατρεία της καί τή Θεία Εὐχαριστία της. Γι’ αὐτό στή Θεία Λειτουργία συγκεντρώνεται, συνοψίζεται καί ἀνακεφαλαιώνεται τό «προσωπικό» (ἀσκητικό) χριστιανικό ἦθος τοῦ πιστοῦ ἀνθρώπου, καί τό «κοινωνικό» (λειτουργικό) ἦθος τῶν χριστιανῶν ὡς ἑνιαῖο καθολικό – λειτουργικό – ἐκκλησιαστικό ἦθος, δηλαδή ἦθος Χριστολογικό καί Χ ρ ι σ τ ο κ ε ν τ ρ ι κ ό.

π. Ἀθανάσιος Γιέφτιτς (+)

Η παραβολή του Σπορέως...

Τι απογίνεται ο σπόρος όταν η γη έχει πάψει να επιθυμεί την καρποφορία της;

Όταν η στειρότητα δεν προκαλεί πλέον οδύνη, επειδή ο άνθρωπος έχει απολέσει ακόμη και τη δυνατότητα να αναγνωρίζει την απουσία ως στέρηση;

Η παραβολή του Σπορέως που θα διαβαστεί την Κυριακή στην θεία λειτουργία απευθύνεται σήμερα σε έναν πολιτισμό που πολλαπλασιάζει ακατάπαυστα τα μέσα παραγωγής, ενώ αδυνατεί να γεννήσει λόγους για τους οποίους αξίζει να ζει κανείς.

Και το πιο φοβερό είναι ότι αυτή η αδυναμία παρουσιάζεται πλέον ως κατάκτηση της ελευθερίας.

Ο Χριστός λοιπόν περιγράφει έναν σπορέα που εξέρχεται χωρίς να προηγηθεί καμία εξέταση της καταλληλότητας των εδαφών. Ο σπόρος διασκορπίζεται στον δρόμο, στην πέτρα, ανάμεσα στις άκανθες, στην αγαθή γη, με μία γενναιοδωρία ακατανόητη για την οικονομία της ανθρώπινης αποτελεσματικότητας.

Ο Θεός προσφέρει τον λόγο Του ακόμη και εκεί όπου η ανθρώπινη προαίρεση μπορεί να τον καταστήσει άκαρπο.

Η θεία παντογνωσία δεν μετατρέπεται σε προληπτικό αποκλεισμό, ούτε η δυνατότητα της αποτυχίας αναστέλλει την πράξη της αγάπης.

Ο Σπορέας δεν απαιτεί από τη γη να αποδείξει προηγουμένως ότι αξίζει τον σπόρο.

Η παραβολή όμως αποκαλύπτει μία τρομακτική ασυμμετρία ανάμεσα στην καθολικότητα της προσφοράς και στην αβεβαιότητα της ανθρώπινης ανταποκρίσεως.

Ο λόγος του Θεού παραμένει ο ίδιος, αλλά η συνάντησή του με την ανθρώπινη ελευθερία δεν παράγει μηχανικά το ίδιο αποτέλεσμα. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος επιμένει στη δυνατότητα μεταβολής του εδάφους, αρνούμενος να θεωρήσει την ακαρπία αμετάκλητο πεπρωμένο.

Η καρδιά μπορεί να σκληρυνθεί, να διασπαστεί, να καταληφθεί από ξένες μέριμνες, χωρίς να εξαντλείται σε καμία από αυτές τις καταστάσεις.

Η μετάνοια αρχίζει όταν ο άνθρωπος παύει να θεωρεί τη σημερινή του κατάσταση ως την οριστική αλήθεια της υπάρξεώς του.

Ωστόσο, η σύγχρονη στειρότητα δεν εξηγείται επαρκώς με την παραδοσιακή εικόνα μιας συνειδητής αρνήσεως του Θεού. Ο άνθρωπος της ύστερης καταναλωτικής νεωτερικότητας δεν χρειάζεται πλέον να αντιπαρατεθεί στον λόγο, επειδή έχει μάθει να τον εξουδετερώνει μέσα στην αδιάκοπη κυκλοφορία των ερεθισμάτων. Ακούει χωρίς να παραμένει, συγκινείται χωρίς να δεσμεύεται, αναγνωρίζει χωρίς να μεταβάλλεται, καταναλώνει ακόμη και την πνευματική εμπειρία ως πρόσκαιρη ένταση.

Η καρδιά του μοιάζει με τον καταπατημένο δρόμο της παραβολής, όπου όλα διέρχονται και τίποτε δεν αποκτά δικαίωμα εγκαταστάσεως.

Η επιθυμία προϋποθέτει την αναγνώριση μιας ελλείψεως, την αντοχή στην αναβολή, τη δυνατότητα να μη συμπίπτει η ζωή με την άμεση ικανοποίηση. Όταν κάθε έλλειψη αντιμετωπίζεται ως δυσλειτουργία που πρέπει να εξαλειφθεί, το υποκείμενο στερείται τον χώρο όπου θα μπορούσε να γεννηθεί η προσδοκία.

Δεν υποφέρει επειδή δεν αποκτά όσα επιθυμεί, αλλά επειδή η διαρκής απόκτησή τους το απομακρύνει από την ίδια την επιθυμία.

Η ακαρπία αποκτά έτσι τη μορφή μιας πληρότητας που δεν γεννά τίποτε.

Οι άκανθες του Ευαγγελίου αποκτούν μέσα σε αυτή τη συνθήκη μια ανατριχιαστική ακρίβεια.

«Μέριμναι καὶ πλοῦτος καὶ ἡδοναὶ τοῦ βίου», τρεις δυνάμεις που μπορούν να καταλάβουν ολόκληρο τον εσωτερικό χώρο χωρίς να απαιτήσουν ρητή αποκήρυξη της πίστεως.

Ο άνθρωπος εξακολουθεί να προσεύχεται, να εργάζεται, να επιτυγχάνει, να οργανώνει το μέλλον του, ενώ ο λόγος που δέχθηκε ασφυκτιά κάτω από την κυριαρχία των αναγκών του.

Η ζωή του γεμίζει με πράγματα που πρέπει να διατηρηθούν, και ακριβώς αυτή η διατήρηση καθιστά ολοένα δυσκολότερη την προσφορά της.

Όμως πιο οδυνηρή είναι η περίπτωση της πέτρας, επειδή εκεί ο λόγος γίνεται αρχικά δεκτός «μετὰ χαρᾶς». Η χαρά, όμως, δεν αποκτά ρίζα, και ο πρώτος πειρασμός αποκαλύπτει πόσο προσωρινή υπήρξε η συγκατάθεση. Μία θρησκευτικότητα που εξαρτά τη σχέση με τον Θεό από την ένταση της συγκινήσεως αδυνατεί να αντέξει την εμπειρία της θείας σιωπής. Η πίστη δοκιμάζεται όταν ο άνθρωπος προσεύχεται και η αρρώστια επιμένει, όταν αγαπά και εγκαταλείπεται, όταν ζητεί και δεν λαμβάνει.

Τότε η ρίζα αποκτά σημασία μεγαλύτερη από κάθε ορατή άνθηση.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής μάς επιτρέπει να προχωρήσουμε πέρα από μία ψυχολογική περιγραφή της ανθρώπινης αστάθειας. Η φιλαυτία αλλοιώνει τον τρόπο με τον οποίο οι φυσικές δυνάμεις του ανθρώπου στρέφονται προς το αγαθό, καθηλώνοντας την επιθυμία στην ιδιοποίηση. Η θεραπεία της θελήσεως προϋποθέτει την απελευθέρωσή της από την αποκλειστική αναφορά στο ατομικό συμφέρον, ώστε να καταστεί ικανή κοινωνίας.

Ο άνθρωπος καρποφορεί όταν η ζωή που δέχεται παύει να εξαντλείται στην ιδιωτική του διατήρηση και γίνεται προσφορά προς τον άλλον. Η αγαθή γη αποκτά έτσι ευχαριστιακή σημασία, επειδή η ύπαρξη ολοκληρώνεται μέσα στην ελεύθερη ανταπόδοση του δωρηθέντος.

Ο σπόρος, άλλωστε, φέρει μία αλήθεια που η παραβολή του Λουκά μάς επιτρέπει να αναγνώσουμε υπό το φως ολόκληρου του Ευαγγελίου. «Ἐὰν μὴ ὁ κόκκος τοῦ σίτου πεσὼν εἰς τὴν γῆν ἀποθάνῃ, αὐτὸς μόνος μένει», θα πει ο Χριστός κατά τον Ιωάννη. Ο ίδιος ο Λόγος εισέρχεται στην ανθρώπινη ιστορία αποδεχόμενος την απόρριψη, την εγκατάλειψη, την ταφή, τη φαινομενική ολοκλήρωση κάθε δυνατότητας καρποφορίας. Ο Σταυρός αποκαλύπτει ότι η θεία ζωή προσφέρεται μέχρι το έσχατο σημείο της ανθρώπινης αδυναμίας, χωρίς να εξαναγκάζει την ανθρώπινη ελευθερία. Η Ανάσταση φανερώνει τη γονιμότητα αυτής της προσφοράς εκεί όπου ο θάνατος είχε αξιώσει την οριστική κυριαρχία του.

Και τι σημαίνουν όλα αυτά για μία Εκκλησία που καλείται να σπείρει μέσα σε έναν πολιτισμό εξαντλημένης επιθυμίας; Το ερώτημα γίνεται επικίνδυνο όταν παύουμε να θεωρούμε δεδομένο ότι η εκκλησιαστική ζωή καλλιεργεί πάντοτε τη γη που της εμπιστεύεται ο Θεός. Μπορεί η ποιμαντική να καλλιεργήσει φόβο αντί ελευθερίας, συμμόρφωση αντί μετανοίας, εξάρτηση από την αυθεντία αντί ώριμης προσωπικής ευθύνης. Μπορεί η θρησκευτική αγωγή να μεταδώσει άψογα ένα σύστημα απαντήσεων, χωρίς να γεννήσει την επιθυμία της συναντήσεως με τον ζώντα Χριστό.

Και τότε οι άνθρωποι γνωρίζουν τι οφείλουν να πιστεύουν, αλλά δυσκολεύονται να καταλάβουν γιατί η πίστη τους αφορά υπαρξιακά.

Η ευχαριστιακή συγκρότηση της Εκκλησίας αντιστέκεται σε αυτή τη στειρότητα, εφόσον ο κοινός Άρτος δεν μετατρέπεται σε επιβεβαίωση μιας αυτάρκους θρησκευτικής ταυτότητας. Η Εκκλησία καλείται να φανερώνει ότι η ζωή προσλαμβάνεται ως δωρεά και ολοκληρώνεται ως κοινωνία, μέσα από την ελεύθερη προσφορά των προσώπων. Όταν η εκκλησιαστική κοινότητα ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση της ισχύος της παρά για την ελευθερία των ανθρώπων, προδίδει τον τρόπο της ευχαριστιακής υπάρξεως. Μπορεί να προστατεύει τον σπόρο με τέτοια αγωνία, ώστε τελικά να μην επιτρέπει σε κανέναν να τον σπείρει.

Η θεολογική ευθύνη γίνεται ακόμη βαρύτερη μπροστά στις νεότερες γενιές, που κληρονομούν έναν κόσμο κορεσμένο από πληροφορίες και εξαντλημένο από υποσχέσεις. Η μετάδοση της πίστεως δεν εξασφαλίζεται με την επανάληψη των σωστών διατυπώσεων, όταν απουσιάζει η μαρτυρία μιας ζωής που τις καθιστά πιστευτές. Κανένα παιδί δεν μαθαίνει να επιθυμεί τον Θεό επειδή του παρουσιάστηκε ένα ολοκληρωμένο σύστημα θρησκευτικών υποχρεώσεων. Η επιθυμία αφυπνίζεται όταν συναντά ανθρώπους στους οποίους η σχέση με τον Χριστό έχει γεννήσει ελευθερία, ευσπλαχνία, αντοχή στην απώλεια. Μία Εκκλησία που αδυνατεί να μεταδώσει αυτή την εμπειρία κινδυνεύει να παραδώσει στις επόμενες γενιές τις λέξεις μιας πίστεως χωρίς τη ζωντανή της αναφορά.

Ο ευαγγελιστής Λουκάς διαφυλάσσει, ωστόσο, στο τέλος της παραβολής μία λέξη που αντιστέκεται στην τυραννία της αμεσότητας: «ὑπομονή». «Καρποφοροῦσιν ἐν ὑπομονῇ», λέει ο Χριστός, μεταφέροντας το κριτήριο της πνευματικής γονιμότητας από την εντύπωση στη διάρκεια. Η αγαθή γη δεν αναγνωρίζεται από τη θεαματικότητα της πρώτης βλαστήσεως, αλλά από την ικανότητα να συγκρατεί τον λόγο μέσα στον χρόνο. Η υπομονή απαιτεί να συνεχίσεις να αγαπάς όταν η αγάπη δεν ανταμείβεται, να προσεύχεσαι όταν η προσευχή δεν ανακουφίζει, να παραμένεις όταν η φυγή μοιάζει ευκολότερη. Κάποτε ο καρπός ωριμάζει τόσο βαθιά μέσα στην αφάνεια, ώστε εκείνος που τον προσφέρει δεν προλαβαίνει να τον αναγνωρίσει.

Αλλά η υπομονή του ανθρώπου παραμένει ακατανόητη χωρίς τη μακροθυμία του ίδιου του Σπορέως. Ο Θεός εξακολουθεί να σπέρνει μέσα στην ιστορία των αρνήσεών μας, γνωρίζοντας ότι η ελευθερία μπορεί να μετατρέψει ακόμη και τη δωρεά σε ακαρπία. Καμία προηγούμενη αποτυχία δεν Τον υποχρεώνει να αποσύρει τον λόγο Του, καμία ανθρώπινη στειρότητα δεν αποκτά εξουσία επάνω στη γενναιοδωρία Του. Η θεία αγάπη επιμένει χωρίς να καταργεί την τραγική δυνατότητα της μη ανταποκρίσεως, επειδή διαφορετικά η σωτηρία θα είχε μεταβληθεί σε εξαναγκασμό. Ο Σπορέας προσφέρει ξανά αυτό που ο άνθρωπος μπορεί ξανά να απορρίψει.

Τι απομένει, λοιπόν, όταν μία ολόκληρη εποχή έχει μάθει να θεωρεί την ακαρπία της φυσιολογική, ακόμη και επιθυμητή; Όταν η ελευθερία ταυτίζεται με την απαλλαγή από κάθε δέσμευση, η γονιμότητα εκλαμβάνεται ως περιορισμός και η υπομονή ως αδυναμία; Τότε η παραβολή παύει να προσφέρει την ασφάλεια μιας διαιρέσεως ανάμεσα στους καλούς και τους κακούς αποδέκτες του λόγου. Η πέτρα, οι άκανθες, ο καταπατημένος δρόμος διασχίζουν την ίδια μας την καρδιά, και η αγαθή γη παραμένει καθημερινό αίτημα μετανοίας.

Ο Χριστός τελειώνει την αφήγηση φωνάζοντας: «ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω».

Ο Σπορέας δεν έπαψε να εξέρχεται. Ο σπόρος εξακολουθεί να προσφέρεται, ακόμη και στις πιο εξαντλημένες περιοχές της ανθρώπινης υπάρξεως.

Το φοβερότερο ενδεχόμενο είναι να έχουμε μάθει να ζούμε χωρίς καρπό, να ονομάζουμε αυτή τη στειρότητα ελευθερία και να μη μας λείπει πια τίποτε.

Ούτε καν ο Θεός.

Κυριακή Δ’ Λουκά

† Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom

Πόσο οἰκεία, καὶ πόσο ἁπλή μᾶς φαίνεται ἡ σημερινὴ Παραβολὴ τοῦ σπόρου καὶ τοῦ σπορέως· καὶ ὅμως πόσο σχετικὴ εἶναι μέ μᾶς, πόσο περισσότερο θὰ πρέπει νὰ τὴν σκεφτοῦμε. Λησμονοῦμε τὴν εἰκόνα τοῦ σπορέα καὶ τοῦ σπόρου, ὅπως φαίνεται μέσα ἀπὸ τὴν παραβολή, δὲν βλέπουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ νὰ περπατάει στοὺς δρόμους καὶ τὰ μονοπάτια τῆς Γαλιλαίας καὶ τῆς Ἰουδαίας· καὶ παντοῦ ὅπου πῆγε, οἱ ἄνθρωποι ἔρχονταν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, ἐπειδὴ εἶχαν ἀκούσει, ὅπως εἶχε ἀκούσει ὁ Τυφλός, γιὰ τὸν ὁποῖο μιλάει ὁ Ἀπόστολος Μάρκος, ὅτι ἦταν Δάσκαλος, ὅτι τὰ λόγια του ἦταν ἀληθινά, ὅτι ἔφεραν τὴν δύναμη τῆς ζωῆς.

Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἦρθαν καὶ γέμισαν τοὺς δρόμους καὶ ἄκουσαν. Κάποιοι ἦταν ἕτοιμοι γιὰ τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας· κάποιοι ἀγωνιοῦσαν, καὶ ἔκαναν στὸν ἑαυτὸ τους ἐρωτήσεις ποὺ μέχρι τότε κανεὶς δὲν μποροῦσε νὰ ἀπαντήσει. Ἀλλὰ ἦλθαν ἄλλοι ἄνθρωποι, ὅπως τόσοι πολλοὶ ἔρχονται τώρα σ’ ἕναν ἱερέα, σ’ ἕναν εὐαγγελιστή, σ’ ἕναν ἡγέτη ὁποιασδήποτε παράταξης, ἦλθαν νὰ δοῦν ἕνα ἄνθρωπο ποὺ κάποιος τοὺς μίλησε γι’ αὐτόν, ν’ ἀκούσουν τί εἶχε νὰ πεῖ. Δὲν ἀπαντοῦσε σὲ καμία ἀπὸ τὶς ἐρωτήσεις τους, δὲν ἱκανοποιοῦσε καμία ἀπὸ τὶς ἀνάγκες τους, ἐκτὸς ἴσως ἀπὸ τὴν ἐπιθυμία νὰ δοῦν κάποιον ποὺ ἦταν ξεχωριστός, κάποιον μοναδικὸ γιὰ τὴν ἐποχή του. Ἄκουσαν τὸν λόγο Του, ἀλλὰ δὲν τὸν κράτησαν μέσα τους, τὸν βρῆκαν ὄμορφο, ἀληθινὸ – ἀλλὰ δὲν πῆγαν πιὸ πέρα. Ἄκουσαν λόγια, δὲν ἄκουσαν τὴν κραυγὴ τῆς ψυχῆς τους ποὺ πεινοῦσε γιὰ λόγο ἀληθείας.

Ἔτσι ὅταν Ἐκεῖνος εἶχε διαβεῖ, ὅλοι ἐπέστρεψαν στὶς συνηθισμένες τους ἀσχολίες, στὴν κανονική τους ζωή. Θὰ μποροῦσαν νὰ ἔχουν πάει στὸ σπίτι καὶ νὰ ἔχουν ἐπαναλάβει αὐτὰ τὰ λόγια, λέγοντας: «Δὲν ἦταν θαυμάσια; Δὲν μίλησε ὡραία;» – καὶ ἔπειτα ἐπέστρεψαν στὴν συνηθισμένη, καθημερινὴ ζωή τους…

Ἄλλοι ποὺ στάθηκαν στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου, δέχτηκαν τὸ μήνυμα μὲ συγκίνηση, κάτι ἀναδεύτηκε στὴν καρδιά, στὸ μυαλό τους, τοὺς ἔδωσε ἀπάντηση σὲ κάτι. Καὶ τὸ δέχτηκαν, τὸ ἀγκαλίασαν, καὶ ἐπέστρεψαν στὴν οἰκία τους· ἀλλὰ τὴν στιγμὴ ποὺ δὲν ἦταν πιὰ στὸν δρόμο, τοὺς κυρίευσαν οἱ ἀνησυχίες τοῦ σπιτιοῦ τους: ὑπῆρχαν τόσα πράγματα στὴν ζωή τους νὰ κάνουν, νὰ σκεφτοῦν, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ συλλογιστοῦν ξανὰ καὶ ξανὰ τὰ λόγια ποὺ εἶχαν ἀκούσει, δὲν ὑπῆρχε καιρὸς νὰ καθίσουν μὲ ἠρεμία καὶ νὰ φανταστοῦν τὸ πρόσωπο ποὺ εἶχαν δεῖ, νὰ ξαναθυμηθοῦν τὴν φωνὴ ποὺ εἶχαν ἀκούσει.

Ὑπάρχει ἄλλη μία παραβολὴ ποὺ μιλᾶ γιὰ ἐκείνους ποὺ εἶχαν κληθεῖ στὸ Γαμήλιο Βασιλικὸ Δεῖπνο: ἄκουσαν τὸ κάλεσμα, ἤξεραν ὅτι εἶχαν κληθεῖ προσωπικὰ – ἀλλὰ μπόρεσαν νὰ πᾶνε; Ὁ ἕνας εἶχε ἀγοράσει ἕναν ἀγρό, ἦταν ριζωμένος σ’ αὐτόν, δεμένος μὲ αὐτόν, φυλακισμένος· ἄλλοι εἶχαν ἀγοράσει πέντε ζευγάρια βόδια – ἔπρεπε νὰ τὰ δοκιμάσουν, ἔπρεπε κάτι νὰ κάνουν στὴ ζωή, ἕνα ἐπάγγελμα, μία ἐργασία- ἢ ἁπλὰ κάτι ποὺ ἐπειδὴ ἀφορᾶ τὴν προσωπική μας ζωή, ἔχει πολὺ μεγάλη σημασία, ὅπως ἡ τελευταία περίπτωση ἐκείνου ποὺ εἶχε παντρευτεῖ- πῶς μποροῦσε νὰ ξοδέψει χρόνο γιὰ κάποιον ἄλλον;

Αὐτοὶ εἶναι οἱ ἄνθρωποι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ποὺ τὸν δέχονται ἀληθινὰ στὴν καρδιά τους, ἀλλὰ ὑπάρχουν τόσα πολλὰ πράγματα ποὺ ἔχουν σημασία – θὰ τὸ κάνουμε αὔριο, ἤ, ἂν μπορούσαμε μοναχὰ νὰ ἀλλάζαμε τὸ μήνυμα τοῦ Κυρίου μὲ ἕνα πιὸ ἐφικτό, πιὸ ἁπλό, νὰ μὴν εἶναι τόσο ἀπόλυτο ὅσο αὐτό.

Καὶ ἔπειτα, ἐκεῖνοι ποὺ δέχονται τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, ὅπως ἡ πλούσια γῆ ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ λάβει τὸ μήνυμα τῆς σωτηρίας, δέχονται τὸν σπόρο καὶ καρποφοροῦν. Ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἦταν ἁπλὰ καλύτεροι ἄνθρωποι, πιθανὸν δὲν ἦταν καλύτεροι· ἦταν ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν ἕνα ἐρώτημα

στὸ νοῦ καὶ τὴν καρδιά, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν καημό, ποὺ ἡ καθημερινὴ ζωὴ τους ἦταν πολὺ περιορισμένη, μικρή, ἄνθρωποι ποὺ εἶχαν συναίσθηση ὅτι ἡ ψυχὴ τους εἶναι ἀπέραντη, καὶ δὲν μποροῦσε νὰ γεμίσει ἀπὸ τὰ ἀσήμαντα τῆς καθημερινότητας– οὔτε κἄν ἀπὸ τὰ εὐγενικὰ καὶ καλὰ πράγματα τῆς ζωῆς: ἀποδέχτηκαν τὸ μήνυμα βαθιὰ μέσα στὴν καρδιά τους, καὶ αὐτὸ ἐπειδὴ ἔδωσε ἀπάντηση στὶς ἀνάγκες τους, ἡ ζωὴ τους καρποφόρησε.

Τώρα ἂς τὸ ἐφαρμόσουμε στὴν δική μας ζωή· πόσοι ἀπὸ ἐμᾶς ἀκοῦν τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου, τὰ λόγια τοῦ κηρύγματος, μελετοῦν βιβλία ἐνδιαφέροντα μὲ βάθος καὶ τὰ διατηροῦν στὴ μνήμη τους, τὰ χαίρονται- ἀλλὰ μέχρι ἐκεῖ· μποροῦν νὰ τὰ ἐπαναλάβουν, νὰ τὰ μεταδώσουν στοὺς ἄλλους,- ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ὅλο.

Καὶ ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ ἀπὸ ἐμᾶς ποὺ ἔλαβαν τὸ μήνυμα μὲ ἐνθουσιασμό, μὲ πάθος, γνωρίζοντας ὅτι εἶναι πράγματι ἡ ἀπάντηση στὴν λαχτάρα, τὴν πείνα, τὸ μεγαλεῖο ποὺ ὑπάρχει μέσα μας· ἀλλ’ ὅμως ἡ ζωὴ εἶναι τόσο σύνθετη, ἔχουμε τόσα πράγματα νὰ κάνουμε! Καὶ σ’ ὅλη τούτη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τὸ καθημερινὸ «γίγνεσθαι», τὰ λόγια ποὺ ἀκούσαμε, παραμερίζονται- γιὰ μιὰ ἄλλη μέρα, γιὰ μιὰ ἄλλη φορά, ὅταν θὰ εἶμαι ἀρκετὰ μεγάλος γιὰ νὰ ἔχω ὁποιεσδήποτε ἀνησυχίες: τότε θὰ μπορῶ νὰ στραφῶ πίσω καὶ νὰ θυμηθῶ ἐκείνη τὴν λαμπρὴ στιγμὴ ποὺ ἡ ζωὴ ξεδίπλωσε ὅλο τὸ μεγαλεῖο της..- τὴν κρατῶ στὴν μνήμη μου!

Τί συμβαίνει μέ μᾶς, δεχόμαστε τὸ μήνυμα καὶ αὐτὸ καρποφορεῖ μέσα μας;

Πῶς μπορεῖ τὸ μήνυμα νὰ μᾶς ἀγγίξει; Θυμᾶμαι ἕναν Ρῶσο ἱερέα νὰ μοῦ λέει· «μελετῶ καθημερινὰ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ πολὺ σπάνια ἡ ζωή μου ἀνταποκρίνεται σ’ αὐτό. Ἀλλὰ τὸ μελετάω καθημερινὰ γιατί δὲν γνωρίζω ποτὲ κατὰ πόσο σήμερα, αὔριο ἢ κάποια ἄλλη ἡμέρα θὰ εἶμαι ἡ ἄγονη πλευρὰ τοῦ δρόμου ἢ τὰ ἀγριόχορτα, κατὰ πόσο τοῦτος ὁ λόγος θὰ πέσει σὲ ἕνα μικρὸ κομμάτι γῆς μέσα μου, ἱκανὸ νὰ τὸν δεχτεῖ καὶ νὰ φέρει καρπούς».

Δὲν εἶναι τόσο ἁπλό, τόσο ἐνθαρρυντικό; Ὅλοι μας βρισκόμαστε καὶ στὶς τρεῖς περιπτώσεις ποὺ περιγράφονται στὴν παραβολὴ τοῦ Εὐαγγελίου· ἀλλὰ ἐὰν δώσουμε μιὰ εὐκαιρία στὸν Κύριο ποὺ μιλάει, στὸν Κύριο ποὺ διαβαίνει ἀπὸ τὴν ζωή μας, ποὺ κρούει τὴν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας – ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρὸ θὰ δεχτοῦμε τὸ μήνυμα μὲ χαρά· μὲ τὸν καιρό, θὰ φθάσει στὸ βάθος τῆς καρδιά μας, στὸν πυρήνα τῆς ζωῆς μας καὶ θὰ εἶναι ἡ ἀπάντηση ποὺ θὰ τὴν ἀλλάξει.

Ἑπομένως, ἂς ἀκοῦμε μέρα μὲ τὴ μέρα τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου· ἂς ἀκοῦμε τὴ φωνὴ τῆς συνείδησής μας, ἂς ἀκοῦμε τί μᾶς λέει ὁ βαθύτερος ἐαυτός μας γιὰ τὴν ζωή, τὴν ἀλήθεια, τὴν πραγματικότητα· καὶ ἀπὸ καιρὸ σὲ καιρό, θὰ ἔχουμε τὸ γόνιμο ἔδαφος ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ φέρει καρπούς.

Αὐτὴ ἡ παραβολή, ἡ τόσο ἁπλή, ἡ τόσο ξεκάθαρη, ἂν μοναχὰ τὴν ἐφαρμόσουμε, μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ξεκίνημα μιᾶς νέας ζωῆς. Ἀμήν.

29 Ὀκτωβρίου 1989

Δευτέρα 5 Οκτωβρίου 2026

Μία λύση είναι η προσευχή

Όταν ο νους γυρίζει ξανά και ξανά στις ίδιες αρνητικές σκέψεις, η θλίψη μεγαλώνει. Ο μηρυκασμός της σκέψης μοιάζει με μπερδεμένο κουβάρι, όπου κάθε κύκλος προσθέτει αυτοκατηγορία και παρατείνει το βάρος. Μία λύση είναι η προσευχή επειδή αλλάζει την κατεύθυνση. Όταν η σκέψη στρέφεται προς τον Θεό, μειώνεται η χαοτική αυτοαναφορικότητα και ο εσωτερικός λόγος οργανώνεται. Η απελπισία γίνεται αίτημα και έκφραση ενώπιον Εκείνου που ακούει. Το κουβάρι ξετυλίγεται σιγά σιγά και ο άνθρωπος, που υποφέρει μόνος μέσα στις σκέψεις του, βρίσκει Κάποιον να τον στηρίξει. 

π. Χριστόφορος Χρόνης 

Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης...

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης άφησε την τελευταία του πνοή τη νύχτα μεταξύ 3-4 Οκτωβρίου του 1216. Ακριβώς πριν από 800 χρόνια. Ο πρώτος βιογράφος του Θωμάς του Τσελάνο αφηγείται το γεγονός ως εξής: 
 
"Νιώθοντας να πλησιάζει η στιγμή του θανάτου του, κάλεσε κοντά του δύο από τους αγαπημένους του αδελφούς και πνευματικά του τέκνα και τους ζήτησε να ψάλουν μεγαλόφωνα και με χαρούμενη καρδιά ύμνους δοξολογίας προς τον Κύριο, καθώς σίμωνε ο θάνατος ή, σωστότερα, η όντως ζωή. Έπειτα, όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, άρχισε και ο ίδιος να ψάλλει τον ψαλμό του Δαβίδ: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐδεήθην» (Ψαλμ. 141,2 κατά τους Ο΄). Ένας από τους αδελφούς που τον φρόντιζαν, ιδιαίτερα αγαπητός στον άγιο και πιο αφοσιωμένος από όλους τους άλλους σ΄ αυτόν, βλέποντας όσα συνέβαιναν και γνωρίζοντας ότι πλησίαζε το τέλος, του είπε: «Αγαπημένε μας πατέρα, τα παιδιά σου πρόκειται σε λίγο να μείνουν ορφανά, στερημένα από το αληθινό φως των ματιών τους! Θυμήσου τα παιδιά που αφήνεις ορφανά, συγχώρησέ τους όλα τα σφάλματα και χάρισε σε όσους βρίσκονται εδώ, αλλά και σε όσους απουσιάζουν, την παρηγοριά της ευλογίας σου». Και ο Φραγκίσκος απάντησε: «Παιδί μου, ο Θεός με καλεί κοντά Του. Συγχωρώ όλους τους αδελφούς μου, παρόντες και απόντες, για όλες τις προσβολές και τις αμαρτίες τους και, όσο περνά από το χέρι μου, τους δίνω σε όλους άφεση. Πες τους, λοιπόν, όσα σου είπα και δώσε τους την ευλογία μου».
 
Έπειτα ζήτησε να του φέρουν το Ευαγγέλιο και παρακάλεσε να του διαβάσουν την περικοπή από το κατά Ιωάννην, που αρχίζει με τα λόγια: «Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα […] εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἦλθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα» (πρβλ. Ιω. 12,1· 13,1). … Και επειδή γνώριζε ότι σύντομα θα γινόταν χώμα και στάχτη, θέλησε να του φορέσουν τον τρίχινο χιτώνα και να τον ραντίσουν με στάχτη. Και ενώ πολλοί αδελφοί, για τους οποίους υπήρξε πατέρας και οδηγός, είχαν συγκεντρωθεί εκεί με ευλάβεια και περίμεναν τη μακάρια εκδημία του και το ευλογημένο τέλος του, η πανάγια ψυχή του ελευθερώθηκε από τα δεσμά της σάρκας και υψώθηκε προς το αιώνιο φως, ενώ το σώμα του εκοιμήθη εν Κυρίω". 
 
Θωμάς του Τσελάνο, Πρώτος βίος, §109-110. 
 

Κυριακή Β’ Λουκά

Ο Ιαβέρης και ο Γιάννης Αγιάννης

Κυριακή Λουκ. στ΄ 31-36.

 

Μετά απ’ την προηγούμενη Κυριακή, που ο Χριστός μάς ρώτησε τι κάνετε στη ζωή σας, και τι ζυγαριά έχετε για να ζυγιάζετε τα θέματα και τις υποθέσεις της ζωής σας, έρχεται σήμερα το Ευαγγέλιο και συνεχίζει με ένα πιο δύσκολο ερώτημα. Είναι ένα μικρό κομμάτι για ένα πολύ μεγάλο θέμα.

 

Είναι απ’ το έκτο κεφάλαιο, στίχοι 30 έως 36, του κατά Λουκάν. Είπαμε, θυμάστε, την προηγούμενη Κυριακή ότι θ’ αρχίσουμε κι εμείς στο σπίτι μας να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο του Λουκά σιγά-σιγά από τώρα, που άρχισε η ανάγνωσή του στην Λειτουργία, μέχρι τα Χριστούγεννα που θα τελειώσει.

 

Σ’ αυτές, λοιπόν, τις λίγες γραμμές ο Χριστός μάς ρωτάει: «Ποιον αγαπάς; Αγαπάς και κανέναν άλλον πλην του εαυτού σου; Αγαπάς κάποιον που δεν σε αγαπάει;». Άμα αγαπάς μονάχα αυτόν που σ’ αγαπάει, άμα κάνεις καλό σε κάποιον που σου έκανε καλό, αυτό είναι μία ανταποδοτική λογική ζυγαριάς και δεν υπάρχει καμία Χάρις σ’ αυτό! Άμα δίνω ένα, σ’ αυτόν που μου ’δωσε ένα, άμα λέω καλημέρα σ’ αυτόν που μου λέει καλημέρα, απλώς ανταποδίδω τα ίσα. Ο Χριστός λέει: «Η δική μου λογική είναι ουσιαστικότερη: Να αγαπάς αυτόν που δεν σε αγαπάει. Μπορείς; Ή μπορείς ή δεν μπορείς. Πάντως το να αγαπάς, αυτό είναι ποιότητα δική σου, όχι των αλλονών».

 

Συνήθως γινόμαστε πολύ εύκολα καθρέφτες. Μας βρίζει κάποιος; Τον βρίζουμε. Μας χαμογελάει; Του χαμογελάμε. Μας φτύνει; Τον φτύνουμε. Ό,τι κάνει, κάνουμε. Είμαστε ετεροκαθοριζόμενοι. Ο Χριστός λέει: «Σταμάτα αυτό, το να είσαι ετεροκαθοριζόμενος! Το να σταματήσεις κάτι τέτοιο είναι το αρχικό και η βάση. Ξεπέρνα και το δεύτερο σκαλοπάτι, να είναι η λογική σου συναλλακτική: Δώσ’ μου να σου δώσω. Ένα για ένα. Είναι βέβαια κάτι τέτοιο μία κατάσταση η οποία είναι καλύτερη από το να μη μιλάς και να μην αγαπάς κανέναν, αλλά δεν είναι… επαρκής και καλή. Πάντοτε το καλύτερο είναι ο εχθρός του καλού. Χρειάζεται κανείς πάντοτε στη ζωή του, βλέποντας μπροστά, και πολύ περισσότερο για την Βασιλεία του Θεού, να επιδιώκει το καλύτερο. Κι ακόμα περισσότερο, για την ψυχή του να το επιδιώκει με όση δύναμη έχει».

 

Συνήθως, τις περισσότερες φορές εμείς μετράμε τις αμαρτίες με την εξωτερική τους εικόνα ή με τη σωματική τους «έκφραση». Δεν είναι όμως οι χειρότερες αμαρτίες αυτές που φαίνονται εξωτερικά ή οι σωματικές. Οι ψυχικές είναι χειρότερες. Οι σωματικές αμαρτίες δημιουργούν εξαρτήσεις που δυσκολεύουν, αλλά οι ψυχικές αμαρτίες, όταν στον άνθρωπο γίνουν τοποθέτηση και άποψη, τότε ο άνθρωπος μέσα του κουβαλάει τη σκέψη του διαβόλου! Όσο κι αν ακούγεται παγωνιά κάτι τέτοιο, αυτό τελικά κουβαλάει!

 

Αδελφοί μου, ο Χριστός μαθαίνει σ’ εμάς να αγαπάμε. Δεν θέλει να ανάβουμε κεριά και θυμιάματα και να λέμε λίγες προσευχές σ’ Αυτόν! Δεν τις χρειάζεται Αυτός, εμείς τις χρειαζόμαστε τις προσευχές. Και δεν πρέπει να λέμε λίγες, πρέπει να λέμε πολλές, γιατί εμείς θα βγούμε από τον εαυτό μας με την προσευχή και θα μάθουμε να αγαπάμε, πρώτα Αυτόν, και μετά κάθε άνθρωπο. Ο Χριστός θέλει να μας μάθει ακριβώς, το να τεντωθούμε λιγάκι, να πλησιάσουμε κοντά Του, να μάθουμε να αγαπάμε και κάποιον που δεν το αξίζει (αναγνωρισμένα δεν το αξίζει), και κάποιον ο οποίος μας έκανε ζημιά!

 

Αυτές τις μέρες συνάντησα μια γυναίκα, που ένας πρώτου βαθμού συγγενής της σκότωσε τους γονείς της. Φανταστείτε τώρα ένας συγγενής να σκοτώνει τους γονείς ενός παιδιού δώδεκα χρονών! Το παιδί πήγε υπηρέτρια σε ένα σπίτι και έμεινε αναλφάβητη εξ αιτίας αυτής της τραγικής ορφάνιας! Μεγάλωσε μέσα στον πόνο, την οδύνη, την απόρριψη και το μίσος! Κάποια στιγμή, στη μετά ζωή της, έκατσε και σκέφτηκε: «Μέσα μου κουβαλάω μια κακία και ένα μίσος, βάσιμο μεν, αλλά αυτή η κακία και το μίσος δουλεύει σαν το σκουλήκι στο ξύλο. Και το ξύλο είναι η δική μου καρδιά και το ‘σκουλήκι του μίσους’ είναι μέσα στη δική μου καρδιά. Πρέπει να τα πετάξω από πάνω μου». Και τα πέταξε και ελευθερώθηκε και πήγε και στον συγγενή να του πει ότι τον συγχωρεί και ότι θα πρέπει να γυρέψει και ’κείνος απ’ τον Χριστό συγγνώμη γι’ αυτό που έκανε.

 

Αδελφοί μου, ο άνθρωπος αρχίζει να μαθαίνει να αγαπάει, να αγαπάει και όταν ο άλλος δεν το αξίζει, μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις της καθημερινής δραστηριότητας, μέσα από τις τριβές στο περιβάλλον της οικογένειας, και κυρίως μέσα από τις σχέσεις ανάμεσα στους συζύγους. Συνήθως εμείς θέλουμε να αγαπάμε κάποιον, ο οποίος είναι κατά τις προδιαγραφές μας, κάνει αυτό που του λέμε, και είμαστε σύμφωνοι με τις ενέργειές του. Τότε τον αγαπάμε! Ο Χριστός όμως μας λέει: Να αγαπάς και κάποιον ο οποίος δεν είναι κατά τις προδιαγραφές σου, δεν κάνει αυτό που του λες και κάνει πράγματα που σ’ εκνευρίζουν!

 

Φυσικά, για να μπορέσουμε να αγαπάμε πρέπει να έχουμε ήδη εμείς αγάπη μέσα μας. Πρέπει να έχουμε δουλέψει με τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να αγαπάμε. Tέτοιες καταστάσεις δεν είναι συνηθισμένες και είναι ομολογουμένως δύσκολες!

 

Όμως ο Χριστός λέει καταλήγοντας, σ’ αυτό το μικρό κομμάτι: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες ώς ό πατήρ ήμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Να γίνετε και σεις, λέει, γεμάτοι καλοσύνη όπως είναι ο πατέρας σας γεμάτος καλοσύνη.

 

Ο Χριστός δηλαδή σήμερα μας λέει ότι είχε δίκιο ο Γιάννης Αγιάννης, όχι ο Ιαβέρης!! Ο Ιαβέρης, θυμάστε στους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ, ήταν ο αστυνόμος. Ο Γιάννης Αγιάννης είχε παραβεί το νόμο, είχε κλέψει ένα ψωμί για να φάει και αυτό ήταν κλοπή. Τελεία και παύλα. Έπρεπε να πάει φυλακή. Ο Χριστός λέει να είστε με την πλευρά του Γιάννη Αγιάννη, όχι με την πλευρά του Ιαβέρη. Ο απόλυτος νόμος είναι απόλυτη αδικία. Αλλά ανεξάρτητα απ’ αυτό, θα πρέπει ο καθένας μας να δουλέψει μέσ’ στην καρδιά του να μάθει να αγαπάει αυτούς που δεν τον αγαπάνε, χωρίς να μένει στα εξωτερικά και τα τυπικά. Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για τον νόμο, αλλά σωστή ερμηνεία του νόμου. Νόμος σημαίνει ανταποδοτική ισότητα, και στην πληρέστερη εκδοχή του, προσδιορισμός σωστικών ορίων και διασφάλιση γαλήνης. Αγάπη σημαίνει υπέρβαση του νόμου, όταν αυτός που ισχυρίζεται ότι αγαπά, αναλαμβάνει και την ευθύνη της άλλης πλευράς. Αγάπη σημαίνει θυσία του εαυτού μου χάριν του άλλου. Αγάπη σημαίνει απεραντοσύνη και ευρυχωρία ψυχικής ομορφιάς. Η ομορφιά και το απέραντο της αγάπης, την διασώζουν από το να γίνει… θύμα κακοβουλίας εκ μέρους «πονηρών οφθαλμών…» (Ματθ. 20, 15).

 

Ευτυχώς που ο Χριστός, ευτυχώς για όλους μας, είναι γεμάτος καλοσύνη. Εμείς, για να πάμε κοντά Του, πρέπει να Του μοιάσουμε. Αλλοιώς δεν θα ’μαστε παιδιά Του, και δεν θα… κατοικήσουμε στο σπίτι Του.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος 

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ...

Σὰν μέλος καὶ ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴν ὁποία βαπτίσθηκα καὶ ἀνατράφηκα, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Καὶ τὸ πιστεύω γιὰ πολλοὺς λόγους: ἕνεκα προσωπικῆς πεποιθήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἐσωτάτης βεβαιώσεως τοῦ Πνεύματος, ποὺ πνέει στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἕνεκα τῶν ὅσων εἶναι δυνατὸ νὰ γνωρίζω ἀπὸ τὴ Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν καθολικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λοιπόν, νὰ θεωρῶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες χριστιανικὲς ἐκκλησίες ὡς ἐλαττωματικές, καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μπορῶ νὰ προσδιορίσω αὐτὲς τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια. Γι’ αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωση τῶν Χριστιανῶν, γιὰ μένα, σημαίνει ἀκριβῶς τὴν παγκόσμια ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν ἔχω καμμία ἀπολύτως ὁμολογιακὴ πεποίθηση, ἡ πεποίθησή μου ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴν Una Sancta («Μία Ἅγία...» ).

Ξέρω καλὰ ὅτι ἡ ἀξίωσή μου θὰ ἀγνοηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς, Θὰ θεωρηθεῖ ὅτι εἶναι μιὰ ἐγωιστικὴ καὶ μάταιη ἀπαίτηση. Ξέρω, ἐπίσης, καλὰ ὅτι πολλὰ πράγματα, ποὺ τὰ πιστεύω ἀπόλυτα δὲν εἶναι πιστευτὰ ἀπὸ ἄλλους. Ὅμως, δὲν βλέπω κανένα λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο πρέπει ἐγὼ ν’ ἀμφιβάλλω γι’ αὐτὰ ἤ νὰ μὴν πιστεύω ἐγὼ ὁ ἴδιος. Τὸ μόνο ὅμως ποὺ λογικά μοῦ ἐπιβάλλεται νὰ κάνω εἶναι νὰ διακηρύξω τὴν πίστη μου καὶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε οἱ φτωχές μου λέξεις νὰ μὴν ἀμαυρώσουν τὴν ἀλήθεια. Γιατί εἶμαι σίγουρος, ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ φέρνει βεβαιότητα. Τοῦτο, βέβαια, δὲν σημαίνει ὅτι τὸ κάθε τί μέσα στὶς πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κατὰ τὸ παρελθὸν ἤ τὸ παρὸν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Πολλὰ πράγματα προφανῶς ὑπόκεινται σὲ ἀλλαγές. Καί, φυσικά, πολλὰ πράγματα ἔχουν ἀνάγκη βελτιώσεως. Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ τέλεια Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία. Κι ὅμως ἡ ὅλη καὶ ἡ πλήρης ἀλήθεια ἔχει ἤδη δοθεῖ καὶ ἀνατεθεῖ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἀναθεώρηση καὶ νέα διατύπωση εἶναι πάντοτε δυνατή, καὶ ὁρισμένες φορές, μάλιστα, ἐπιβεβλημένη. Ὅλη ἡ ἱστορία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τοῦ παρελθόντος τὸ ἀποδεικνύει. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στὸ σύνολο, τὸ ταμεῖο τῆς Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, καὶ ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως κέρδισε σὲ ἀκρίβεια καὶ εὐστοχία διατυπώσεως. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ μυστηριακὴ δομὴ τοῦ Σώματος ἔχει διατηρηθεῖ σώα καὶ ἄθικτος. Καὶ στὸ σημεῖο τοῦτο πάλι γνωρίζω ὅτι ἡ προσωπική μου αὐτὴ πεποίθηση εἶναι δυνατὸ νὰ ἀπορριφθεῖ σὰν αὐταπάτη. Ἀλλὰ γιὰ μένα ἀποτελεῖ ἀκράδαντη πεποίθηση. Ἂν αὐτὸ ἤθελε θεωρηθεῖ πεισμονή, εἶναι ἡ πεισμονὴ τῆς ἀλήθειας καὶ τῶν τεκμηρίων.

Μπορῶ μόνο νὰ δῶ αὐτό, ποὺ πράγματι βλέπω. Δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κάνω τίποτ’ ἄλλο. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ θέσω κανέναν «ἐκτὸς Ἐκκλησίας». Ἡ «κρίσις» ἔχει δοθεῖ στὸν Υἱό. Κανεὶς δὲν διορίσθηκε γιὰ νὰ προλαμβάνει τὴν κρίση Του. Ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, ἔχει τὴ δική της ἐξουσία μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἡ ἐξουσία νὰ κηρύττει καὶ νὰ διαφυλάττει τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Ὑπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως καὶ τάξεως, ποὺ πρέπει νὰ θεωρεῖται σὰν κανόνας. Ὁτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου εἶναι «ἀνωμαλία». Ἀλλὰ ἡ «ἀνωμαλία» πρέπει νὰ θεραπεύεται καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ καταδικάζεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαίωση γιὰ τὴ συμμετοχὴ ἑνὸς Ὀρθοδόξου στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι μὲ τὴ μαρτυρία του ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ κερδίσει ἀνθρώπινες ὑπάρξεις.

π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (†)