Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Μία γνήσια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής ζωής...

[...] Ούτε οι Πατέρες ούτε τα λειτουργικά κείμενα ενθαρρύνουν τη μη συμμετοχή στα Μυστήρια· μάλιστα ούτε κάν αφήνουν να εννοηθεί κάτι παρόμοιο. Δίνοντας έμφαση στην ιερότητα της Κοινωνίας και την “φοβερά” της φύση και καλώντας σε ανάλογη πνευματική ετοιμότητα, οι Πατέρες ούτε υποστήριξαν, ούτε ενέκριναν την ευρέως διαδεδομένη σύγχρονη αντίληψη ότι εφόσον το Μυστήριο είναι ιερό και μεγαλοπρεπές, οι πιστοί δεν πρέπει να προσέρχονται συχνά σ’ αυτό. Στους Πατέρες, η θεώρηση της Ευχαριστίας ως του μέγιστου Μυστηρίου της Εκκλησίας, ως του πληρώματος της ενότητας και της άνθισής της, συνεχίζουν να είναι αυταπόδεικτα.

“Δεν θα πρέπει”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, “ν’ αποφεύγουμε την Μετάληψη επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς. Αλλά να προσερχόμαστε ακόμα πιο συχνά για τη θεραπεία της ψυχής και τον εξαγιασμό του νου, έχοντας όμως ταπείνωση και πίστη, ώστε αναλογιζόμενοι την αναξιότητά μας... να επιθυμούμε διακαώς την ίαση των πληγών μας. Είναι ανάρμοστο να μεταλαμβάνουμε μία φορά τον χρόνο, όπως ορισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας την ιερότητα των θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στους αγίους. Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε ότι η Χάρη που λαμβάνουμε μέσα από το μυστήριο μας εξαγιάζει. Κάθε άλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οίηση παρά ταπείνωση, καθώς οι άνθρωποι τις σπάνιες φορές που προσέρχονται πιστεύουν ότι είναι άξιοι της Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θα ήταν εάν, με ταπείνωση καρδιάς, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είμαστε άξιοι των θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή προς ίαση των ασθενειών μας, παρά τυφλωμένοι από περηφάνια να νομίζουμε ότι μετά την πάροδο ενός χρόνου αποχής γινόμαστε άξιοι της θείας Μετάληψης”.

Αναφορικά με την εξίσου διαδεδομένη θεωρία που διακρίνει την Μετάληψη ανάμεσα σε κληρικούς και λαό, κηρύσσοντας ότι οι πρώτοι πρέπει να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, ενώ οι λαϊκοί να αποθαρρύνονται από παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που όσο κανείς άλλος επέμενε στην μετοχή στη θεία Κοινωνία: “Υπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “όπου ο ιερέας δεν διαφέρει από τον λαϊκό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλευση στα θεία Μυστήρια. Εκεί, τα δεχόμαστε όλοι ισότιμα σε αντίθεση με την πρακτική της Παλαιάς Διαθήκης όπου άλλη τροφή προορίζονταν για τους ιερείς και διαφορετική για τον λαό, ενώ στα των ιερέων δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση από τους λαϊκούς. Τώρα δεν συμβαίνει πλέον έτσι, αλλά σε όλους προσφέρεται το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα...”

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι είναι απλά αδύνατον να βρει κανείς στην Παράδοση κάποια βάση που να δικαιώνει την παρούσα πρακτική της σπανιότατης, αν όχι ετήσιας, Μετάληψης των λαϊκών. Όλοι όσοι με σοβαρότητα και ευθύνη έχουν προσεγγίσει την Παράδοση, ...] διακρίνουν σ’ αυτή την πρακτική μία αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, μία απόκλιση από τα παραδεδομένα και τις γνήσιες υποδομές της Εκκλησίας. Και η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι ότι βρίσκει τη δικαίωση και αιτιολόγησή της μέσα από τους όρους του “σεβασμού” και του “δέους” απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι μη κοινωνούντες θα έπρεπε να βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, μία αίσθηση ελλιπούς μετοχής και συντριβής, κάτι που στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Η μία γενιά Ορθοδόξων μετά την άλλη “παρακολουθούν” τη Λειτουργία απόλυτα πεπεισμένοι ότι η παρουσία τους εκεί είναι αρκετή και ότι απλούστατα η Κοινωνία δεν προορίζεται γι’ αυτούς. Και μία φορά το χρόνο εκπληρώνουν το “καθήκον” τους προσερχόμενοι στο Μυστήριο ύστερα από μία σύντομη εξομολόγηση. Το να προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει έναν θρίαμβο της ιερότητας, μία πρακτική προστατευτική της αγιότητας, ή πολύ περισσότερο να δημιουργεί νέους κανόνες που να δικαιώνουν την παραφθορά, είναι αληθινά απίστευτο.

Σε κάποιες ενορίες, εκείνοι που εξέφρασαν την επιθυμία να προσέρχονται συχνότερα υποβλήθηκαν σε πραγματικό κατατρεγμό, τους ζητήθηκε να μην επιμένουν “για χάρη της ειρήνης”, κατηγορήθηκαν ακόμη και για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία! Θα μπορούσα να παραθέσω αποσπάσματα από φυλλάδια ενοριών που διδάσκουν ότι εφόσον η Μετάληψη είναι για μετανοούντες, κανείς πρέπει να απέχει από το μυστήριο κατά τον εορτασμό της Ανάστασης προκειμένου να μην αμαυρώσει τη χαρά της ημέρας! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν προκαλεί κάν τρόμο και δέος για το γεγονός ότι η ίδια η Εκκλησία γίνεται εμπόδιο στην πορεία του πιστού προς τον Χριστό! Αλήθεια, “όταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως... εστώς εν τόπω αγίω...” (Ματθ. 24:15)

Τελικά, δεν θα ήταν δύσκολο να δείξει κανείς ότι όποτε και όπου έχει παρατηρηθεί μία γνήσια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής ζωής, αυτή γεννήθηκε μέσα από αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως “ευχαριστιακή πείνα”. Τον εικοστό αιώνα η Ορθοδοξία πέρασε από μεγάλη κρίση. Και μόλις η κρίση αυτή έγινε αντιληπτή και κατανοήθηκε, υπήρξε μία στροφή προς τη θεία Κοινωνία ως “το κέντρο της Χριστιανικής ζωής”. Έτσι συνέβη στην κομμουνιστική Ρωσία, όπως μαρτυρούν εκατοντάδες πιστών. Το ίδιο συνέβη σε άλλα κέντρα της Ορθοδοξίας και στη διασπορά. [..] Ό,τι είναι αληθινό, ζωντανό, εκκλησιαστικό, γεννήθηκε μέσα από την ταπεινή και χαροποιό ανταπόκριση στον λόγο του Κυρίου: “ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ” (Ιω. 6:56). [...]

• Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία

Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.

Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής· ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.

Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας”· αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι· και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.

Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.

Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"· κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.

Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση,· ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”!

-----------------▪︎-------------▪︎------------▪︎---------▪︎

▪︎Αποσπάσματα από το βιβλίο του π.Αλεξάνδρου Σμέμαν: Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία- Ανάμεσα στην ουτοπία και τη φυγή των εκδόσεων Π. Μπότση, 2009.

(Το κείμενο του πρωτοπρεσβύτερου Αλεξάνδρου Σμέμαν, αφού εγκρίθηκε από τη σύνοδο των επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής, μοιράσθηκε στις κατά τόπους ενορίες με τη μορφή ποιμαντικής επιστολής προς κλήρο και λαό, για να επισημάνει τις στρεβλώσεις που παρατηρούνται στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Παρ’ όλο που συντάχθηκε το 1972, διατηρεί -τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα - ακέραιη τη σημασία του).

Κυριακή Γ' Ματθαίου

Σήμερα, το κομμάτι που διαβάσαμε, από απόψεως εικόνων και εκφράσεων, είναι από τα ομορφότερα του Ευαγγελίου του Ματθαίου. Είναι από το 6ο κεφάλαιο. Πιστεύω όλοι διαβάζετε στο σπίτι σας το κατά Ματθαίον, οπότε τώρα θα έχετε φθάσει στο 6ο κεφάλαιο. Αν δεν το κάνετε, αρχίστε το τώρα, έστω ξεκινώντας από το 6ο, δεν πειράζει. Δεν θα παρεξηγηθεί ούτε ο Χριστός ούτε ο ευαγγελιστής, απλά εμείς θα έχουμε κενά και ελλείψεις! Όχι διανοητικές· υπαρξιακές ελλείψεις.

Ο Χριστός, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο, που διαβάσαμε σήμερα, έλεγε: Υπάρχουν δύο μάτια· το μάτι του σώματος και το μάτι της ψυχής. Όπως όταν το μάτι του σώματος είναι προβληματικό για τον άλφα ή βήτα λόγο, (ή καταρράκτη έχει, ή κάτι άλλο) και δεν βλέπει καλά, το ίδιο ισχύει και για το μάτι της ψυχής. Άμα δεν έχει ξεκάθαρα το κριτήριά του, θα βλέπει λανθασμένα. Θα βλέπει λανθασμένα δύο ουσιαστικά πράγματα: Τον πλούτο και το άγχος.

Το παρακάτω κομμάτι περιγράφει όλα αυτά. Ότι καταλήγει η ανθρώπινη ζωή ένα άγχος χωρίς στόχο, χωρίς σκοπό, αν δεν έχει το μάτι της ψυχής καθαρό και δεν έχει φως το μάτι της ψυχής. Λέει: Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι, και το λυχνάρι της ψυχής είναι το θέλημα του Θεού, το οποίο θέλημα του Θεού γίνεται ζυγαριά μας. Κριτήριο τι κρατάμε και τι πετάμε. Πως αξιολογούμε αυτά που μας συμβαίνουν. Πως ρυθμίζουμε τις σχέσεις μας με το Θεό και με τους άλλους. Και με τα πράγματα.

Τα πράγματα πολλές φορές αντικαθιστούν τα πάντα. Για πολλούς ανθρώπους ούτε ο Θεός υπάρχει, ούτε οι άλλοι άνθρωποι. Υπάρχουν αυτά το οποία οι ίδιοι κατέχουν, και αυτά τα φαντάζονται περιουσία. Ενώ περιουσία για τον άνθρωπο δεν είναι οι καταθέσεις του και τα κτήματά του. Περιουσία για τον άνθρωπο είναι η ποιότητα της καρδιάς του. Αυτό που μπορεί να δώσει σ’ αυτόν που αγαπάει. Όποιον αγαπάμε θέλουμε να του δώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε. Ποιό είναι το καλύτερο που έχουμε; Ένα κτήμα ή λίγα χρήματα; Άμα είναι ένα κτήμα και λίγα χρήματα, μόνον αυτά θα του δώσουμε. Αν έχουμε και κάτι άλλο μέσα στην καρδιά μας, σπουδαιότερο ουσιαστικά από τα χρήματα και από τα κτήματα, θα του δώσουμε αυτό.

Και ποιο είναι αυτό που μπορούμε να του δώσουμε; Το βίωμα ότι έχουμε ένα κριτήριο για το πως αξιολογούμε αυτά που μας συμβαίνουν! Ο σημερινός κόσμος έχει κι αυτός ένα κριτήριο, το οποίο όμως είναι τραγικό. Γιατί το κριτήριο του σημερινού ανθρώπου είναι τα τρία γράμματα: έψιλον, γάμμα και ωμέγα, Εγώ! Εγώ ξέρω, εγώ θέλω, εγώ βλέπω, εγώ μπορώ. Και με κριτήριο αυτή την αυταπάτη (γιατί μέσα μπαίνουν πάρα πολλά πράγματα τα οποία σκοτίζουν το μάτι, αλλά ο άνθρωπος χαίρεται, γιατί δεν τα αντιλαμβάνεται ως σκοτισμό του, ως τύφλωσή του) ταυτίζει τον εαυτό του μ’ αυτά και τα κάνει κριτήριο αυτά. Και μετά μπερδεύονται τα πράγματα, και οι άνθρωποι δεν μπορούν να αξιολογήσουν σε τι θα πρέπει να δώσουν την καρδιά τους και σε τι όχι. Σε τι θα πρέπει να προσκολληθούν, και τι θα πρέπει να πετάξουν από τη ζωή τους. Και βρισκόμαστε σ’ αυτή τη σύγχυση της σημερινής εποχής, που οι άνθρωποι λένε «εγώ έτσι νομίζω» και θεωρούν ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο και το απόλυτο κριτήριο με το οποίο πρέπει να κρίνουν τα πράγματα.

Σήμερα ο Χριστός μάς λέει ότι τα πράγματα έχουνε μια εικόνα και μια πραγματικότητα. Ένα πανέμορφο λουλούδι που το κοιτάς και το χαζεύεις, μετά από λίγο ξεραίνεται και το κάνουν προσάναμμα στο φούρνο. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλά πράγματα της ανθρώπινης ζωής. Κάτι όμορφο, αν δεν μπορεί να αντέξει τη δοκιμασία του πειρασμού και των συνθηκών, καταλήγει σε κάποιον φούρνο, σε κάποια φωτιά.

Αδελφοί μου, διαβάζοντας το ευαγγέλιο, όπως έχουμε πει, σιγά-σιγά αποκτάμε αυτό το καθαρό μάτι με το οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Γιατί είναι καθαρό αυτό το μάτι; Γιατί είναι το μάτι του Χριστού. Αρχίζουμε να βλέπουμε κι εμείς με το μάτι του Χριστού, με τα κριτήρια του Χριστού. Τα δικά μας μάτια μπορούν να θαμπώσουν από πάθη, από λάθη, από συνήθειες, από χίλια δυο πράγματα. Το μάτι του Χριστού είναι καθαρό και βλέπει, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουμε. Όταν Τον εμπιστεύομαι και ενεργώ όπως Εκείνος βλέπει και θέλει, από κει και μετά σιγά-σιγά φωτίζεται και το δικό μου μάτι της ψυχής και αρχίζω σιγά-σιγά να συνειδητοποιώ τα πράγματα. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη αξία και σημασία να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όπως έχουμε πει ήδη, και να σκύβουμε πάνω Του για να ακούσουμε με τα αυτιά της ψυχής, ούτως ώστε να φωτιστούν τα μάτια της ψυχής μας.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος 

Τρίτη Κυριακή του Ματθαίου...

Η περικοπή (Ματθαίος 6:22-33) αποτελεί μέρος της Επί του Όρους Ομιλίας και φανερώνει το ήθος της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός δεν δίνει απλώς ηθικές συμβουλές για μια πιο ήρεμη ζωή, αλλά αποκαλύπτει έναν νέο τρόπο υπάρξεως, όπου ο άνθρωπος καλείται να στραφεί ολοκληρωτικά προς τον Θεό και να ελευθερωθεί από τη διάσπαση, τη δουλεία και τη μέριμνα.

Η αρχή της περικοπής αναφέρεται στον «ὀφθαλμό» ως «λύχνο τοῦ σώματος». Ο οφθαλμός εδώ δεν δηλώνει μόνο τη σωματική όραση, αλλά κυρίως το εσωτερικό βλέμμα της ψυχής, τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό, τον κόσμο και τον πλησίον. Όταν ο οφθαλμός είναι «ἁπλοῦς», δηλαδή καθαρός, ακέραιος, αμέριστος και απαλλαγμένος από δολιότητα, τότε όλη η ύπαρξη φωτίζεται. Αντίθετα, όταν είναι «πονηρός», σκοτισμένος από φιλαυτία, πλεονεξία και εμπάθεια, τότε όλος ο άνθρωπος βυθίζεται στο πνευματικό σκοτάδι. Ο Χριστός, λοιπόν, στρέφει την προσοχή μας στην εσωτερική κατάσταση της καρδιάς. Από εκεί ξεκινά είτε ο φωτισμός είτε η πτώση.

Στη συνέχεια, ο Κύριος διακηρύσσει ότι «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Η φράση αυτή αποκαλύπτει τη ριζική ασυμβατότητα ανάμεσα στον Θεό και στον «μαμωνᾶ», δηλαδή στον πλούτο όταν αυτός γίνεται αντικείμενο εμπιστοσύνης, λατρείας και απόλυτης προσκολλήσεως. Δεν καταδικάζεται η χρήση των υλικών αγαθών καθ’ εαυτήν, αλλά η υποδούλωση της καρδιάς σε αυτά. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει διχασμένο κέντρο. Ή θα ζει με αναφορά στον Θεό ή θα παραδοθεί στη δύναμη της εγωιστικής αυτάρκειας, της κατοχής και του φόβου απώλειας. Η πνευματική ζωή απαιτεί ενότητα προσανατολισμού. Η καρδιά που ανήκει στον Θεό δεν μπορεί συγχρόνως να λατρεύει την ασφάλεια που υπόσχεται ο πλούτος.

Από αυτή την αλήθεια περνά ο Χριστός στο θέμα της μέριμνας. «Μὴ μεριμνᾶτε» λέγει, όχι για να ενθαρρύνει αδιαφορία ή αργία, αλλά για να θεραπεύσει την αγωνιώδη εσωτερική ταραχή που γεννά η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό. Η μέριμνα, στην ευαγγελική αυτή περικοπή, δεν είναι η υπεύθυνη φροντίδα για τη ζωή, αλλά η τυραννική ανησυχία που καταλαμβάνει την ψυχή και την κάνει να ζει σαν να είναι μόνη στον κόσμο, χωρίς Πατέρα. Γι’ αυτό ο Χριστός παραπέμπει στα πετεινά του ουρανού και στα κρίνα του αγρού. Η κτίση ολόκληρη μαρτυρεί τη θεία πρόνοια. Ο Θεός τρέφει, ντύνει, συντηρεί. Και αν αυτό ισχύει για τα μικρότερα και φθαρτά στοιχεία της δημιουργίας, πολύ περισσότερο ισχύει για τον άνθρωπο, που είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού.

Η αναφορά στους «ὀλιγοπίστους» δείχνει ότι η ρίζα της μέριμνας είναι η αδύναμη πίστη. Ο άνθρωπος γνωρίζει θεωρητικά τον Θεό, αλλά δυσκολεύεται να Του εμπιστευθεί έμπρακτα τη ζωή του. Έτσι, αντί να ζει ως υιός, ζει ως ορφανός· αντί να ευχαριστεί, αγωνιά· αντί να ελπίζει, προσκολλάται στα υλικά πράγματα. Ο Χριστός δεν αρνείται τις βιοτικές ανάγκες. Αντίθετα, βεβαιώνει ότι «οἶδε ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων». Το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη, αλλά η προτεραιότητα.

Γι’ αυτό η περικοπή κορυφώνεται στην εντολή: «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ». Πρώτο ζητούμενο για τον πιστό δεν είναι η εξασφάλιση των υλικών όρων της ζωής, αλλά η κοινωνία με τον Θεό, η υπακοή στο θέλημά Του, η ζωή της δικαιοσύνης, της αγάπης και της αγιότητας. Όταν η Βασιλεία γίνεται το κέντρο της υπάρξεως, τότε όλα τα υπόλοιπα βρίσκουν τη σωστή τους θέση. Δεν εξαφανίζονται οι δυσκολίες, αλλά παύουν να είναι ο κύριος άξονας της ζωής. Ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει με εμπιστοσύνη, ευχαριστία και εσωτερική ελευθερία.

Η περικοπή αυτή είναι, τελικά, πρόσκληση σε μετάνοια του νου και της καρδιάς. Ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αποκτήσει καθαρό βλέμμα, ακέραιη καρδιά και ακλόνητη εμπιστοσύνη στον ουράνιο Πατέρα. Μόνον έτσι η ζωή φωτίζεται, η μέριμνα νικιέται και ο άνθρωπος εισέρχεται ήδη από τώρα στη χαρά της Βασιλείας.

Επίσκοπος Νεκτάριος Τσίλης

Τρίτη 16 Ιουνίου 2026

Ν' αγαπάς πέρα από το θάνατο...

Μοιάζοντας ανθρώπινος

Πώς μοιάζει να είσαι ανθρώπινος

ρώτησε το πουλί

Πραγματικά δεν ξέρω

μοιάζει να είσαι κατάδικος στο δικό σου δέρμα

αλλά να λαχταράς το άπειρο

να είσαι αιχμάλωτος σ' ένα ψίχουλο του χρόνου

αλλά ν' απλώνεις το χέρι για αιωνιότητα

να είσαι αβέβαιος χωρίς ελπίδα

κι ένας ανόητος της ελπίδας

να είσαι ένας κρύσταλλος παγετού

και μια χούφτα από ζεστασιά

να αναπνέεις τον αέρα

να πνίγεσαι άφωνος

να φλέγεσαι

και να 'χεις μια φωλιά από στάχτες

να τρως ψωμί αλλά να 'χεις γιορτή

όταν πεινάς

να πεθαίνεις χωρίς αγάπη

αλλά ν' αγαπάς πέρα από το θάνατο

Όλ' αυτά είναι αστεία είπε το πουλί

πετώντας ανάλαφρα ψηλά στον ουρανό

Anna Kamienska

στα χνάρια των Κελτών αγίων

"Νίνιαν (360-432 μ.Χ.), Κολούμπα (521-597 μ.Χ.), Μπρένταν (484-577 μ.Χ.), Κέντιγκερν (518-614 μ.Χ.), Έϊνταν (590-651 μ.Χ.), Κάθμπερτ (634 - 687 μ.Χ.) και οι μαθητές τους, μέχρι να φτάσουμε στον σύγχρονο Γέροντα της Σκωτίας, π. John Maitland Moir (1924–2013). 

Πρόσωπα με ποικίλες μορφές και προελεύσεις, με κοινή βάση όμως Αυτόν, του Οποίου ακολουθούσαν... τοις ίχνεσιν και Τον εμιμούντο, όπως ερμηνεύει το χωρίο ο μέγας Αυγουστίνος, και όργωσαν την χώρα των Κελτών και των Σαξόνων. Όλοι αυτοί οι άγιοι έδρασαν Βιβλικά «ανοίγοντας πηγάδια ύδατος ζωής», για να ποτιστεί το πρόσωπο της γης – των ανθρώπων.

Η εκκλησιαστική κοινότητα του Αγίου Φιλίππου, στην Αρχαία Αγορά των Αθηνών, θέλησε να ετοιμάσει για όλους μας μια περιοδεία σ’ όλα αυτά... τα πηγάδια, «στα χνάρια των Κελτών αγίων» και να στήσει ένα αποτύπωμα και έναν «γεωγραφικό χάρτη» των ιδρώτων και των αιμάτων των αγίων φωτιστών, που μας κρατούν σε συνειδησιακή επικαιρότητα την διδασκαλία της Εκκλησίας του Χριστού."

Από τον Πρόλογο του π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου

Ἡ παραποίηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς

Οἱ λαϊκοὶ ποὺ πηγαίνουν συχνὰ στὴν Ἐκκλησία πολλὲς φορὲς ἐμποδίζουν τὴ μαρτυρία τῆς Ἐκκλησίας στὸν κόσμο καὶ συνήθως εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ δὲν ἀμφισβητοῦν καὶ ποὺ ἁγιοποιοῦν τὸ status quo. Ἐμφανίζονται κάποτε καὶ κάποιοι λαϊκοὶ ποὺ ζητοῦν ἀπὸ τὸν κληρικὸ μιὰ ριζοσπαστικὴ χριστιανικὴ μαρτυρία, ἀλλὰ αὐτοὶ εἶναι σπάνιοι. Ἡ παρουσία τους συχνὰ ὀφείλεται σὲ κάποιον ἀγώνα ἐπικρατήσεως ἀνάμεσα στὰ μέλη τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητος ἢ μπορεῖ νὰ εἶναι μιὰ ἀποδοκιμασία ἐναντίον τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἱεραρχίας.

Ἡ πλειοψηφία τῶν ἐκκλησιαζομένων δὲν νοιάζονται γιὰ τὶς οὐσιαστικότερες ἀπόψεις τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γὰρ τοὺς κληρικούς ποὺ ἐκεῖνοι ὑποστηρίζουν, ἔτσι ὥστε νὰ εἶναι δύσκολο γιὰ ἕναν συνειδητοποιημένο κληρικὸ νὰ ὑπηρετῆ ἕναν ὀργανισμὸ ποὺ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μιὰ προέκταση τοῦ κόσμου. Ἢ μιὰ θλιβερὴ ἀπομίμησή του.

Πολὺ συχνὰ οἱ Ἐκκλησίες εἶναι καθρέφτες τοῦ κόσμου παρὰ ἐλεγκτές του. Οἱ ἄνθρωποι τῆς Ἐκκλησίας ἐνδιαφέρονται περισσότερο γιὰ τὰ κοσμικά τους συμφέροντα παρὰ γιὰ τὴν ἀφοσίωσή τους στὸ Χριστό. Ὅταν αὐτὸ συμβαίνη, ἡ Ἐκκλησία χάνει τὴ μαρτυρία της καὶ ἀποτυγχάνει στὸ ἔργο της.

Συνήθως ἐκεῖνοι ποὺ ἐκκλησιάζονται τακτικὰ θέλουν τὸν κληρικὸ νὰ εἶναι ὁ ὑπάκουος ἐκκλησιαστικός λογιστής τους, πληκτικός, ὑπερευσεβιστής, καὶ πάνω ἀπ' ὅλα νὰ μὴν ἀπομακρύνεται καθόλου ἀπὸ τὸ στερεότυπο. Ἀποδοκιμάζουν ὁποιαδήποτε οὐσιαστικὴ ἀνάμειξή του στὴν κοινωνικὴ ζωή, γιατὶ τὸν θεωροῦν σὰν ἕναν μισθωμένο χριστιανό, ποὺ τὸν πληρώνουν γιὰ νὰ ἀποφεύγη ἐκεῖνες τὶς παρεκτροπὲς ποὺ δὲν θέλουν νὰ ἀποφύγουν αὐτοὶ οἱ ἴδιοι.

π. Φιλόθεος Φάρος,

Παπαδοσύνης Μορφή και Παραμόρφωση- εκδ. Αρμός.