Η γέννηση της Θεοτόκου τοποθετεί μέσα στην Ιστορία κάτι που η Ιστορία δεν είναι ακόμη σε θέση να αναγνωρίσει. Δεν έχει προηγηθεί ο Ευαγγελισμός, δεν έχει ακουστεί το «γένοιτό μοι», ο Λόγος δεν έχει προσλάβει σάρκα και ο θάνατος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως το αδιαπραγμάτευτο τέλος κάθε ανθρώπινης ζωής.
Κι όμως η λειτουργική γλώσσα μιλά ήδη για χαρά ολόκληρης της οικουμένης και συνδέει τη γέννηση ενός παιδιού με την κατάργηση της κατάρας και του θανάτου.
Το παράδοξο δεν είναι ποιητική υπερβολή.
Φανερώνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανοήσεως του χρόνου, όπου ένα γεγονός δεν σημαίνει μόνο αυτό που είναι τη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει, αλλά και αυτό που καθίσταται δυνατό εξαιτίας του.
Η Μαρία δεν είναι ακόμη Θεοτόκος κατά την ιστορική πραγματοποίηση της θεομητορίας της, αλλά έχει ήδη εισέλθει στον κόσμο εκείνη από την οποία ο Υιός του Θεού θα λάβει ό,τι δεν είχε προαιωνίως: ανθρώπινη σάρκα, ανθρώπινη καταγωγή, ανθρώπινο χρόνο. Γι’ αυτό η παράδοση μπορούσε να ονομάσει τη γέννησή της «ἀρχὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας».
Αυτή η «αρχή» χρειάζεται να διαβαστεί με ακρίβεια. Η Μαρία δεν αποτελεί αυτοτελή σωτηριολογική αρχή δίπλα στον Χριστό, αλλά το πρόσωπο στο οποίο η ανθρωπότητα αρχίζει να προσλαμβάνει τη συγκεκριμένη ιστορική μορφή της προσφοράς της στον ερχόμενο Θεό. Η Ενανθρώπηση δεν είναι μεταμφίεση του Λόγου σε άνθρωπο ούτε προσωρινή επίσκεψη της θεότητας μέσα στην ύλη. Ο Χριστός προσλαμβάνει αληθινή ανθρώπινη φύση επειδή γεννιέται από αληθινή γυναίκα, και αυτή η γυναίκα έχει προηγουμένως γεννηθεί από άλλους ανθρώπους. Έχει γονείς, καταγωγή, σώμα και ιστορία. Η μαριολογία συναντά εδώ τον βαθύτερο πυρήνα της χριστολογίας: η Θεοτόκος βεβαιώνει με την ίδια τη σωματική της ύπαρξη ότι ο Θεός δεν έσωσε τον άνθρωπο παραμένοντας απέναντί του. Μπήκε στη γενεαλογία του.
Η επιμονή στη γενεαλογία προστατεύει συγχρόνως το μυστήριο από μια εύκολη εξιδανίκευση της Μαρίας. Η παλαιά παράδοση γνωρίζει τη γέννησή της ως υπέρβαση της στειρότητας του Ιωακείμ και της Άννας, αλλά δεν μετατρέπει αυτή την υπέρβαση σε κατάργηση της ανθρώπινης φύσεως. Η σύλληψή της περιγράφεται ως καρπός πραγματικής συζυγικής σχέσεως μετά τη λύση της ατεκνίας.
Η λεπτομέρεια είναι θεολογικά αποφασιστική, επειδή απομακρύνει κάθε ανάγκη να προστατευθεί η αγιότητα με την απομάκρυνση από το ανθρώπινο. Η χάρη δεν χρειάζεται μια λιγότερο ανθρώπινη Μαρία για να προετοιμάσει την Ενανθρώπηση. Χρειάζεται ακριβώς την ανθρώπινη φύση στην αλήθεια της, επειδή αυτήν πρόκειται να προσλάβει ο Λόγος και αυτήν, όχι κάποια εξαγνισμένη εναλλακτική εκδοχή της, πρόκειται να θεραπεύσει.
Η στειρότητα αποκτά έτσι μεγαλύτερο βάθος από τη δραματική λύση μιας οικογενειακής δυστυχίας. Στη βιβλική γλώσσα, από τη Σάρρα και την Άννα έως την Ελισάβετ, η κλειστή μήτρα δηλώνει το σημείο όπου η ανθρώπινη δυνατότητα συναντά το όριό της και ακριβώς εκεί ανακαλύπτει ότι το όριο δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν πρόκειται για περιφρόνηση της φύσεως αλλά για απελευθέρωσή της από την απαίτηση να είναι αυτάρκης. Η γέννηση της Μαρίας από τη στείρα Άννα μεταφέρει αυτή την παλαιά βιβλική γραμματική στο κατώφλι της Καινής Διαθήκης: εκεί όπου δεν αναμένεται πλέον καρπός, αρχίζει να σχηματίζεται η ιστορία από την οποία θα προέλθει «ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας» της Παρθένου. Γι’ αυτό και το Κοντάκιο της εορτής τοποθετεί στην ίδια πρόταση τον Ιωακείμ και την Άννα με τον Αδάμ και την Εύα: η ατεκνία των πρώτων και η φθορά των δεύτερων δεν είναι δύο άσχετες δυστυχίες αλλά δύο διαφορετικές μορφές ενός κόσμου που δεν μπορεί να παραγάγει μόνος του τη σωτηρία του.
Από εδώ αποκτά το πραγματικό της περιεχόμενο και η αρχαία αντιστοιχία Εύας και Μαρίας. Αν περιοριστεί στην αντίθεση ανυπακοής και υπακοής, κινδυνεύει να γίνει ένα σχήμα ηθικής παραδειγματολογίας, σχεδόν μια σύγκριση ανάμεσα σε μια κακή και μια καλή γυναίκα. Η πατερική σκέψη ζητά πολύ περισσότερα. Στην Εύα η ανθρώπινη ελευθερία δοκιμάζει την αυτάρκεια και ανακαλύπτει τη φθορά, ενώ στη Μαρία η ίδια ανθρώπινη ελευθερία θα μπορέσει να δεχθεί τον Άλλον χωρίς να συντριβεί από την παρουσία Του. Η νέα Εύα δεν αναιρεί την πρώτη σαν να διαγράφεται μια αποτυχημένη αρχή. Φανερώνει ότι η πτώση, όσο πραγματική και αν είναι, δεν εξαντλεί την αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως. Η γέννηση της Μαρίας μπορεί γι’ αυτό να νοηθεί ως απαρχή της ανακαινίσεως της «παλαιωθείσης φύσεως», η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ.
Η κορύφωση αυτής της πορείας δεν βρίσκεται στη βιολογία της Μαρίας αλλά στην ελευθερία της. Μεταξύ της 8ης Σεπτεμβρίου και του Ευαγγελισμού παρεμβάλλεται μια απόσταση που δεν επιτρέπεται θεολογικά να εξαφανιστεί. Το παιδί που γεννιέται δεν είναι ένα προκατασκευασμένο όργανο της θείας βουλήσεως, προορισμένο να εκτελέσει αναγκαστικά έναν ρόλο. Αν ήταν έτσι, το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» δεν θα είχε πραγματικό περιεχόμενο. Η θεία Οικονομία φθάνει μέχρι την προετοιμασία της δυνατότητας, αλλά δεν μετατρέπει τη δυνατότητα σε καταναγκασμό. Ο Ευαγγελισμός θα απαιτήσει τη συγκατάθεση εκείνης που σήμερα γεννιέται. Και εδώ αποκαλύπτεται μια εξαιρετικά απαιτητική έννοια της θείας παντοδυναμίας: ο Θεός μπορεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπο, αλλά δεν θέλει να πραγματοποιήσει την κοινωνία μαζί του χωρίς την ελευθερία του.
Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το σώμα από το οποίο ο Χριστός λαμβάνει σώμα. Προσφέρει στον Λόγο μια ανθρώπινη φύση ήδη σημαδεμένη από την προσωπική συγκατάθεση. Η σάρκωση δεν πραγματοποιείται πάνω στον άνθρωπο αλλά μαζί με τον άνθρωπο. Το «γένοιτό μοι» δεν προκαλεί ασφαλώς την ενανθρώπηση ως ανθρώπινη αιτία, αλλά φανερώνει τον τρόπο της θείας Οικονομίας: η χάρη δεν καταργεί εκείνον που σώζει. Τον καθιστά συνεργό χωρίς να παύει να παραμένει χάρη. Έτσι η Θεοτόκος γίνεται το κατεξοχήν ανθρώπινο πρόσωπο όχι επειδή αποκτά μια δεύτερη, σχεδόν υπεράνθρωπη φύση, αλλά επειδή στο πρόσωπό της η ελευθερία παύει να νοείται ως αυτάρκεια και γίνεται δυνατότητα κοινωνίας.
Στο σημείο αυτό οι μαριακές εικόνες της πατερικής και υμνογραφικής γλώσσας παύουν να είναι διακοσμητικές. «Κλίμαξ», «πύλη», «γέφυρα»: και οι τρεις λέξεις δηλώνουν σχέση, διάβαση, μετάβαση. Η παράδοση της εορτής μπορεί να μιλήσει για «κλίμακα ουρανομήκη» και «έμψυχη γέφυρα», ακριβώς επειδή η Θεοτόκος δεν αποτελεί το τέρμα της κινήσεως αλλά τον ανθρώπινο τόπο όπου η απόσταση κτιστού και Ακτίστου παύει να σημαίνει ακοινωνησία. Δεν θεοποιείται η ανθρώπινη φύση μεταβαλλόμενη σε θεία φύση. Ούτε η θεία φύση υποβιβάζεται σε ανθρώπινη. Στον Υιό που θα γεννηθεί από τη Μαρία, το κτιστό και το Άκτιστο θα συναντηθούν χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Η μεγάλη μαριακή γλώσσα της Εκκλησίας είναι γι’ αυτό στην ουσία της χριστολογική: υψώνει τη Μητέρα επειδή θέλει να ομολογήσει χωρίς έκπτωση την πραγματικότητα του Υιού.
Το Γενέσιο αποκαλύπτει συγχρόνως κάτι που συχνά χάνεται όταν η αγιότητα παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ηθική τελειότητα.
Η Θεοτόκος δεν φανερώνει πόσο λίγο ανθρώπινος πρέπει να γίνει κάποιος για να πλησιάσει τον Θεό, αλλά πόσο βαθιά μπορεί να πραγματοποιηθεί το ανθρώπινο όταν δέχεται τη χάρη. Η θέωση δεν είναι έξοδος από την ανθρωπότητα. Αν ήταν, η Ενανθρώπηση θα αποτελούσε το παράδοξο ενός Θεού που προσλαμβάνει κάτι το οποίο τελικά πρέπει να εγκαταλειφθεί. Η σωτηρία όμως κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: ο Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την οδηγήσει στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό. Η προσφορά της Μαρίας συνδέεται ακριβώς με αυτή τη δυνατότητα της φύσεως να αγιαστεί από τη χάρη χωρίς να παύσει να είναι ανθρώπινη.
Έχει επομένως ιδιαίτερη θεολογική πυκνότητα το γεγονός ότι ο λειτουργικός χρόνος ανοίγει σχεδόν αμέσως με μια γέννηση. Η 1η Σεπτεμβρίου εγκαινιάζει τον εκκλησιαστικό ενιαυτό και στις 8 Σεπτεμβρίου η πρώτη μεγάλη εορτή του κύκλου δεν παρουσιάζει ακόμη τον Χριστό να διδάσκει, να θαυματουργεί ή να νικά τον θάνατο. Παρουσιάζει ένα παιδί για το οποίο κανείς μέσα στην κοινή ιστορία δεν θα μπορούσε ακόμη να γνωρίζει τι σημαίνει η ύπαρξή του. Η παλαιά θεολογική παράδοση παρατήρησε μάλιστα ότι η γέννηση της Θεοτόκου βρίσκεται στον πρώτο μήνα του εκκλησιαστικού έτους, ενώ η Κοίμησή της στον τελευταίο, ώστε ολόκληρος ο ενιαυτός να περιλαμβάνεται συμβολικά ανάμεσα στην είσοδο και την έξοδό της από την ιστορία.
Ο χρόνος ανάμεσά τους γίνεται ο τόπος όπου θα σαρκωθεί ο Άχρονος.
Το απολυτίκιο της εορτής διαθέτει μια θεολογική ακρίβεια που εύκολα χάνεται μέσα στην οικειότητα της επαναλήψεώς του. Δεν λέει απλώς ότι η γέννηση της Θεοτόκου προκάλεσε χαρά. Λέει ότι «χαρὰν ἐμήνυσε». Η γέννηση είναι μήνυμα, επειδή το πλήρες περιεχόμενό της βρίσκεται ακόμη μπροστά της: «ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Εκκλησία κοιτάζει το βρέφος και βλέπει ήδη προς τον Χριστό, κοιτάζει την αρχή και την ερμηνεύει από το τέλος, κοιτάζει μια ανθρώπινη γέννηση και αναγνωρίζει ότι η σωτηρία έχει αρχίσει να αποκτά ανθρώπινη ιστορία.
Το μεγάλο γεγονός της 8ης Σεπτεμβρίου δεν είναι ότι ο Θεός εμφανίστηκε ακόμη στον κόσμο.
Είναι κάτι λεπτότερο και, από μια άποψη, συγκλονιστικότερο:
μέσα στον κόσμο γεννήθηκε εκείνη η ανθρώπινη ελευθερία που θα Του επιτρέψει να έρθει χωρίς να παραβιάσει τον άνθρωπο.

