Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Επέστη ο καιρός να παλαίψουμε για την ουσία...

Ως Εκκλησία χάσαμε το μέτρο και παραβιάσαμε τα όρια, υποκύψαμε στις εγωιστικές μας φαντασιώσεις. Ταυτίσαμε την επισκοποκεντρικότητα και την ιερωσύνη με την ασυδοσία. Υποκύψαμε στην αναξιοκρατία μη λογοδοτώντας σε κανέναν. Αναγορεύσαμε σε ισόβια μισθοδοτούμενους κληρικούς πρόσωπα παντελώς ακατάλληλα και για απλή κοινωνική σχέση.

Νομίσαμε ότι για πάντα θα ζούμε στον προστατευτικό ίσκιο της «κολοκύνθης» του κρατισμού. Απομυζήσαμε το νομισματοκοπείο της συνήθειας και της δεισιδαιμονίας του λαού. Ζήσαμε από τα «έτοιμα», από τις φαντασιώσεις του ένδοξου παρελθόντος. Κομίσαμε πολύ συχνά ψεύδος στον λόγο μας και ακόμη το ανασύρουμε με εκπληκτική ευκολία. Υποτιμήσαμε τη νοημοσύνη των ανθρώπων κατά το κήρυγμα.

Απολυτοποιήσαμε τα επουσιώδη και παροδικά της παράδοσης λησμονώντας τα ουσιώδη και μόνιμα. Όταν μάς κατηγορούν, αμυνόμαστε περιτυλιγμένοι στο ναρκισσιστικό μας κέλυφος. Εν ολίγοις, φτιάξαμε έναν οργανισμό που υπάρχει περισσότερο για τον εαυτό του και λιγώτερο για τους ανθρώπους. Σε πολλές εκδηλώσεις μας ζούμε ήδη μια Εκκλησία χωρίς Χριστό!

[...] Ενεργούμε ακόμη με αντανακλαστικά τουρκοκρατίας, όταν οι άνθρωποι ήταν αγράμματοι. Αλλά σήμερα η μόρφωση έχει γενικευθή εκπληκτικά, και στο κυριακάτικο εκκλησίασμα, ή ακόμη περισσότερο σ' ένα γάμο ή σε μια βάπτιση, παρευρίσκονται αρκετά μάστερ και διδακτορικά. Αλλά και πέρα από τη μόρφωση, υπάρχει και η καλλιέργεια. Ακόμη και άνθρωποι χωρίς πολλά τυπικά προσόντα διαβάζουν λογοτεχνία ή βλέπουν θέατρο και κινηματογράφο. Οι ευαισθησίες έχουν λεπτυνθή, κυρίως αυτές που αναφέρονται στην αυτογνωσία, στα συναισθήματα, στο αισθητικό κριτήριο.

Σε καιρούς δύσκολους, όπως ο τωρινός, αναδεικνύεται ακόμη εντονώτερη η χρόνια αντίφαση της Εκκλησίας μας, η οποία επιθυμεί μεν σφοδρά να ασκεί επιρροή σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα (και στην πολιτική του εκπροσώπηση), αδυνατεί δε ή δεν προθυμοποιείται να εργαστή σε ανάλογο βαθμό για την διαμόρφωση αυτής της επιρροής. Έτσι εμφανίζεται να ζητά την εν λόγῳ επιρροή πρωτίστως μέσω των θεσμικών παραμέτρων. «Και την πίττα σωστή και τον σκύλο χορτάτο».

Θέλει τα θρησκευτικά σύμβολα απείραχτα, αλλά δεν αντιλαμβάνεται πως εμείς οι ίδιοι γινόμαστε σύμβολα ευμάρειας. Ζήτησε και επέτυχε να γίνει ο εκκλησιαστικός γάμος ισόκυρος του πολιτικού, αλλά αδυνατεί να εμπνεύσει στους άγαμους κληρικούς της να τιμήσουν την βιοτή τους σαν «γάμο». Απαιτεί την κρατική μισθοδοσία των κληρικών, αλλά δεν πείθει ότι σέβεται το χρήμα του λαού όταν επιλέγει κληρικούς. Είναι φανερό, όμως, ότι τέτοιες θεμελιακές αντιφάσεις δεν γίνονται πλέον ανεκτές από την κοινωνία.

Με άλλα λόγια, έχω τη γνώμη ότι επέστη ο καιρός να παλαίψουμε για την ουσία και όχι για το νομικό κέλυφος. Να φτιάξουμε πιστούς αληθινούς που θα απαρτίζουν εκκλησιαστική κοινότητα και όχι μέλη μιας ιδεολογικής παράταξης οι οποίοι κατεβαίνουν στους δρόμους όταν μια άλλη ιδεολογική παράταξη τους απειλήσει. Να διαμορφώσουμε κληρικούς που γνωρίζουν πράγματι πώς να ποιμάνουν και όχι υπαλλήλους που εξυπηρετούν ανώνυμες θρησκευτικές ανάγκες και φολκλορικές «παραδόσεις». Διότι ο αποτελεσματικώτερος τρόπος να καταπολεμάς το σκοτάδι είναι να ανάβεις περισσότερο φως και ο άριστος τρόπος να αμύνεσαι απέναντι στην αρρώστια είναι να ενισχύεις την υγεία του οργανισμού.

Εννοείται ότι σε όλα τα παραπάνω θα υπάρξουν μεγάλες αντιστάσεις. Οποιαδήποτε ανανεωτική κίνηση στη σημερινή Εκκλησία προσκρούει είτε σε συντεχνίες συμφερόντων είτε σε συντεχνίες ιδεών. Ο λόγος της συντεχνίας είναι αμυντικός (για να υπερασπισθή τα κεκτημένα της) και γενικευτικός (για να απαλείψει τις διαφωνίες στους κόλπους της).

Ο λόγος της εκκλησιολογίας είναι ειλικρινής (διότι έχει αποβάλει τον φόβο) και προσωπικός (για να διασώζει τις αποχρώσεις που συμβάλλουν στην καθολικότητα της Αλήθειας). Η συντεχνία είναι στάση ζωής, άλλοτε αντανακλαστικό αυτοάμυνας της φύσης και άλλοτε «εκ του άρχοντος του κόσμου τούτου». Η εκκλησιολογία «τάξιν ἐπουρανίων ἐπέχει πραγμάτων», επειδή διαθέτει τη διαφάνεια της αγάπης και της ελευθερίας. Μεταξύ τους υφίσταται χάος, εκείνο ακριβώς που ο ενανθρωπήσας Λόγος ήλθε να γεφυρώσει.

-------------------▪︎-------------▪︎---------------▪︎------

π. Βασίλειος Θερμός 

Χαρά...

 

Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2026

Έχω αρκετά...

«Έχω αρκετά. Έχω δεχθεί το Σωτήρα, την ελπίδα των πιστών στην αγκαλιά μου που Τον λαχταρούσε. Έχω αρκετά. Αντίκρισα Εκείνον, η πίστη μου έχει αγκαλιάσει τον Ιησού και σήμερα θα άφηνα με χαρά αυτόν τον κόσμο. Μοναδική ελπίδα μου είναι ο Ιησούς ότι θα γίνει δικός μου κι εγώ δικός Του. Στηρίζομαι σ’ Αυτόν με πίστη και όπως ο Συμεών, διακρίνω ήδη τη χαρά αυτής της άλλης ζωής. Ας Τον ακολουθήσουμε. Είθε ο Κύριος να με απελευθέρωνε από τα δεσμά της ανθρώπινης μορφής μου- Είθε η ημέρα της αναχώρησής μου να είχε φθάσει με χαρά τότε θα έλεγα στον κόσμο: 

«Έχω αρκετά».

Στις 2 Σεπτεμβρίου του 1982 κοιμήθηκε ο π. Σεραφείμ Ρόουζ...

Δεν έχασα τίποτα...

«Μην ανησυχείς για τη φιλοσοφική φύση μου. Όταν έγινα Χριστιανός, σταύρωσα οικειοθελώς τον νου μου, και όλοι οι σταυροί που σηκώνω υπήρξαν μόνο πηγή χαράς για μένα. Δεν έχασα τίποτα και κέρδισα τα πάντα...».

π. Σεραφείμ Ρόουζ

Ο χρόνος ως ευχαριστία...

«Κηρύξαι ενιαυτόν Κυρίου δεκτόν» (Λκ. 4,19). 

Η Εκκλησία δεν μας καλεί να βλέπουμε τον χρόνο ως απλή διαδοχή ημερών, αλλά ως δώρο που προσφέρεται από τον Θεό και επιστρέφεται σε Αυτόν με ευχαριστία.

Κάθε νέο ξεκίνημα μπορεί να γίνει ευκαιρία μνήμης, ευγνωμοσύνης και αναφοράς της ζωής μας στον Κύριο.
Όταν ο χρόνος ζει ευχαριστιακά, γίνεται τόπος παρουσίας, προσφοράς και ελπίδας. 

Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2026

Μήνυμα της Α. Θ. Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου για αρχή της Ινδίκτου

 † Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ 

ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ 

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΠΑΣΗΣ ΤΗΣ ΚΤΙΣΕΩΣ

ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Χάριτι τοῦ ἀγαθοδότου Θεοῦ εἰσερχόμεθα σήμερον εἰς τό νέον ἐκκλησι-αστικόν ἔτος, τιμῶντες καί ἑορτάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευ-ματικαῖς, κατά τήν ἔναρξιν αὐτοῦ, τήν «Ἡμέραν προσευχῆς ὑπέρ τῆς προστασίας τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος». 

Ἡ πολυδιάστατος σύγχρονος οἰκολογική κρίσις εἶναι κρίσις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀνθρώπου, τῆς θρησκείας καί τῆς φιλοσοφίας του, τοῦ ἤθους καί τοῦ πολιτισμοῦ του. Προηγεῖται ἡ «κακή ἀλλοίωσις» τῆς ἐλευθερίας μας, ἡ ἀποκοπή καί ἡ ἀλλοτρίωσίς μας ἀπό τήν Πηγήν τῆς Ζωῆς, καί ἀκολουθεῖ ἡ καταστροφική διά τό φυσικόν περιβάλλον συμπεροφορά. Αἰσθανόμεθα βαθεῖαν εὐγνωμοσύνην διά τό γεγονός ὅτι αἱ πρωτοποριακαί πρωτοβουλίαι καί παρεμβάσεις τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου, ἀδιαλείπτως ἀπό τό ἔτος 1989 μέχρι τῆς σήμερον, ὄχι μόνον ἀπεκάλυψαν τάς πνευματικάς παραμέτρους τοῦ οἰκολογικοῦ προβλήματος, ἀλλά διήνοιξαν νέας ὁδούς καί προοπτικάς διά τήν ἀντιμετώπισίν του. Τά οἰκολογικά συνέδρια, οἱ σχετικοί διαχριστιανικοί καί διαθρησκειακοί διάλογοι, αἱ συγκεκριμέναι προτάσεις τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας ἐπί περιβαλλοντικῶν θεμάτων, ἡ ἀναφορά εἰς τάς κοινωνικάς διαστάσεις καί συνεπείας τῆς οἰκολογικῆς κρίσεως καί ἄλλα τοιαῦτα, συγκροτοῦν μίαν ρωμαλέαν περιβαλλοντολογικήν πρότασιν, μέ ἔμφασιν εἰς τήν ἀδήριτον ἀνάγκην «κοπερνίκειας στροφῆς» εἰς τήν κατανόησιν τῆς ἰδέας τῆς προόδου καί εἰς τήν στάσιν τῆς ἀνθρωπότητος ἀπέναντι εἰς τήν φύσιν, καθώς καί εἰς τόν τρόπον δράσεως τῶν παραγόντων τῆς πολιτικῆς, τῆς οἰκονομίας καί τῆς κοινωνικῆς ζωῆς, τῶν Ἐκκλησιῶν καί τῶν θρησκειῶν, τῆς ἐπιστήμης καί τῆς τεχνολογίας καί τῆς παιδείας τῆς νέας γενεᾶς. 

Θά συνεχίσωμεν, ἔργῳ καί λόγῳ, τήν προβολήν τῆς οἰκολογικῆς προτάσεως τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας, τόν οἰκοφιλικόν δυναμισμόν τῆς εὐχαριστιακῆς, ἀσκητικῆς καί δοξολογικῆς σχέσεως μέ τήν δημιουργίαν, ὑπογραμ-μίζοντες πάντοτε ὅτι ἀπαιτεῖται ἐπισταμένη θεολογική ἐργασία διά τήν ἀποσα-φήνισιν τοῦ αὐθεντικοῦ οἰκολογικοῦ μηνύματος τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως καί παραδόσεως, ἐπ᾿ ἀγαθῷ τῆς «καλῆς λίαν» δημιουργίας. 

Εἴμεθα βέβαιοι ὅτι ἡ ἀνάδειξις τῶν θρησκευτικῶν καί ἠθικῶν διαστάσεων τῆς οἰκολογικῆς ἀπειλῆς θά ὁδηγήσῃ εἰς τήν συνειδητοποίησιν τῆς ἀξονικῆς σημασίας τῆς «οἰκολογικῆς εὐθύνης». Ἐπί τέλους, ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά παύσῃ νά δρᾷ ὡς νά μή ἐγνώριζε καί νά ἀποβάλῃ ὁριστικῶς τήν ψευδαίσθησιν ὅτι ὁ πλανήτης γῆ δύναται εἰς τό διηνεκές νά ὑπερβαίνῃ τάς ἀνθρωπογενεῖς ἐπιβαρύνσεις καί καταστροφάς, ὅτι ἡ φύσις ἔχει τήν δύναμιν νά ἀνανεώνεται ἀφ᾿ ἑαυτῆς. Τό ἦθος τῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος ὀφείλει νά ἐκφράζεται εἰς παγκόσμιον, ἐθνικόν, τοπικόν καί προσωπικόν ἐπίπεδον. Ἐπαναλαμβάνομεν καί πάλιν, ὅτι ἡ ἀνάπτυξις οἰκολογικῆς εὐθύνης εἶναι «κατηγορική προστακτική» διά τήν ἀνθρω-πότητα, ἐνώπιον τῆς μεγαλυτέρας ἀπειλῆς, τήν ὁποίαν ἐκλήθη αὕτη νά ἀντιμε-τωπίσῃ εἰς ὁλόκληρον τήν ἱστορικήν της διαδρομήν. 

Προφανέστατα, μέ κυρίαρχον τό ἀνθρωπολογικόν πρότυπον, τό ὁποῖον ἐκπροσωπεῖ ὁ «ἄφρων πλούσιος» τοῦ Εὐαγγελίου (Λουκ. ιβ΄, 17-21), μέ τό «καθελῶ μου τάς ἀποθήκας καί μείζονας οἰκοδομήσω, καί συνάξω ἐκεῖ πάντα τά γενήματά μου καί τά ἀγαθά μου», καί τό «ψυχή, ἔχεις πολλά ἀγαθά κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου», ἡ ἀνθρωπότης ὑπονομεύει τό μέλλον της καί ἀφανίζει τόν «οἶκον» της. Αἱ «νεωτερικαί ἁμαρτίαι» τῆς ἀνθρωπότητος ἐδημι-ούργησαν, καί συνεχίζουν νά τό πράττουν, νέους διχασμούς καί διασπάσεις μεταξύ ἀνθρώπου καί φύσεως. Ὁ σύγχρονος «ἀνθρωποθεός» ἐμμένει εἰς τήν γεωκτονίαν, ἀγνοεῖ μέτρα καί ὅρια ἐν ὀνόματι γεωπολιτικῶν σχεδιασμῶν καί οἰκονομικῶν συμφερόντων, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ἱκανοποιήσεως, οὐσιαστικῶς ἀκο-ρέστων, ἀναγκῶν, ἀλλά καί, βαθύτερον, λόγῳ ἐσωτερικῶν βιωματικῶν καί ἀξιακῶν ἀνατροπῶν. Αἱ ἐπιπτώσεις μιᾶς παγκοσμίου κυριαρχίας τῆς βουλήσεως χειραγω-γήσεως, ἐργαλειοποιήσεως καί ἐκμεταλλεύσεως τῆς φύσεως θά ἀποβοῦν τραγικαί διά τήν ζωήν εἰς τόν πλανήτην μας. 

Ἡ προϊοῦσα ἀποδοχή καί ἐπίσημος καθιέρωσις τῆς 1ης Σεπτεμβρίου ὑπό τοῦ χριστιανικοῦ κόσμου ὡς Ἡμέρας Προστασίας τοῦ Φυσικοῦ Περιβάλλοντος ἀποκτᾷ σήμερον ἰδιαιτέραν βαρύτητα ὡς σύμβολον καί ἔμπρακτος προώθησις τῆς ἑνότητος τῶν Χριστιανῶν. Ἐξ ἄλλου, ἡ δοξολόγησις τοῦ «δημιουργοῦ πάσης τῆς κτίσεως» κατά τήν Ἀρχήν τῆς Ἰνδίκτου εἰς τήν λειτουργικήν παράδοσίν μας, ἀποτελεῖ μίαν πολύτιμον παρακαταθήκην, ὡς πρόσκλησις καί προτροπή πρός σεβασμόν τῆς δημιουργίας, ἡ ὁποία ὑφίσταται τάς συνεπείας τῆς ἀνοικείου ἀνθρωπογενοῦς ἐπιβουλῆς.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί προσφιλέστατα τέκνα, 

Ὁ σεβασμός τῶν βασικῶν πυλώνων τοῦ οἰκολογικοῦ πολιτισμοῦ δύναται νά ἀνακόψῃ τάς οἰκοκαταστροφικάς τάσεις καί νά διανοίξῃ τόν «οἰκολογικόν μονό-δρομον» τῆς βιωσίμου ἀναπτύξεως. Γενικώτερον, ἡ ἀνθρωπότης ἔχει ἀνάγκην συναινέσεως ἐπί ἑνός κορμοῦ κοινῶν θεμελιωδῶν ἀξιῶν, ὁ ὁποῖος, ἐντός ἑνός κόσμου ρήξεων καί πολώσεων, θά λειτουργῇ ὡς πυξίς διά τήν πορείαν πρός τό μέλλον. Ἄξονα αὐτοῦ τοῦ ἀξιακοῦ συνόλου θεωροῦμεν τήν ἀρχήν τῆς ἀλληλεγγύης, ὡς παράγοντος συνυπευθυνότητος, διαλόγου καί εἰλικρινοῦς ἀμοιβαιότητος, ὁμοῦ μετά τῆς συλλογικῆς εὐθύνης διά τήν προστασίαν τοῦ φυσικοῦ περιβάλλοντος. Τόσον ὁ ἔμπρακτος σεβασμός τῆς ἱερότητος τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου, ὅσον καί ἡ μέριμνα διά τήν ἀκεραιότητα τῆς κτίσεως, ἀποτελοῦν, ἐξ ἐπόψεως χριστιανικῆς, ζωτικάς ἐκφάνσεις τῆς εὐχαριστιακῆς πραγματώσεως τῆς Ἐκκλησίας καί  τῆς κλήσεως τοῦ ἀνθρώπου νά καταστῇ «ἱερεύς» τῆς δημιουργίας. 

Ἐν τῷ πνεύματι τούτῳ, εὐχόμενοι αἴσιον καί εὔκαρπον ἐν ἔργοις ἀγαθοῖς καί θεαρέστοις τόν νέον ἐκκλησιαστικόν ἐνιαυτόν, ἐπικαλούμεθα ἐπί πάντας ὑμᾶς, πρεσβείαις καί μεσιτείᾳ τῆς Παναγίας τῆς Παμμακαρίστου, τήν πανίερον εἰκόνα τῆς ὁποίας εὐλαβῶς φυλάττομεν ἐν τῷ Πανσέπτῳ Πατριαρχικῷ Ναῷ, καί «στόμασι καί καρδίᾳ καί θελήματι» ἀσπαζόμεθα, τήν χάριν καί τό ἔλεος τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, Οὗ τό ὑπεράγιον ὄνομα εἴη εὐλογημένον καί δεδο-ξασμένον νῦν καί ἀεί καί εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν!   

 ,βκς’ Σεπτεμβρίου α’

Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

 

________

Φωτό: Νίκος Παπαχρήστου

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Δεκαπενταύγουστος: Γλέντι ή τίποτα!

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Αν. Καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδηµίας Αθήνας, Διευθυντή του περιοδικού «Σύναξη»

 

«Φέρε να πιω για να μου φύγει το βάρος,

γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος».

 

Έτσι τραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου στα «Ρεμπέτικά της» τους στίχους του Κώστα Βίρβου. Τι έκανε εδώ ο Βίρβος; Αποτύπωσε μια πολυχρονεμένη λαϊκή ιαχή, που ξεστομίζεται στεντόρια σε γλέντια. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει (ή δεν έχουμε κραυγάσει οι ίδιοι) πλάι στα κάρβουνα, μέσα στον χορό, αγκαλιά με το κρασοπότηρο, «Να πεθάνει ο χάρος!»;  Ωστόσο, καταγράφοντας την λαϊκή ψυχή ο Βίρβος, έκανε μαζί της ένα βήμα παραπέρα: Η φράση «να πεθάνει ο χάρος» είναι ευχή. Πόθος δηλαδή για να συμβεί κάποτε κάτι όμορφο. Μα ο Βίρβος το έκανε βεβαιότητα. Το «να» το έκανε «θα»!

 

Όμως, γίνεται άραγε να υπάρχει βεβαιότητα για το μέλλον; Η απάντηση είναι εύκολη: Δεν γίνεται. Το μέλλον είναι το ακόμη ανύπαρκτο.

 

Οπότε, τι λογής είναι αυτό το «θα» του ρεμπέτικου;

 

Είναι το «θα» της πίστης. Είναι το «θα» το οραματικό, εκείνων που δεν νοούν το μέλλον απλώς ως προέκταση του παρόντος, αλλά το λαχταρούν ως έκπληξη, ως δημιουργία, ως ερχομό της ομορφιάς που δεν υπάρχει τώρα. Στην ιαχή των γλεντοκόπων ο λόγος είναι για ομορφιά: για θανάτωση του θανάτου, για ημερομηνία λήξης αυτού το οποίο σήμερα βάζει ημερομηνία λήξης στα πάντα και στους πάντες (το τονίζω αυτό, γιατί υπάρχουν και οραματιστές της ασχήμιας, της νίκης κάθε λογής θανάτου πάνω στη ζωή). Και το ξαναλέω: Θάνατος είναι κάθε σάπισμα, κάθε σβήσιμο του ανθρώπου: είναι το βιολογικό ξεψύχισμα, μα είναι και η μιασαλλοδοξία, η εκμετάλλευση, ο ναρκισσισμός…

 

Αυτό το ατίθασο οραματικό της πίστης, η ταλάντωση ανάμεσα στο «να» και στο «θα», εκρήγνυται πανηγυρικά και πανηγυριώτικα τον Δεκαπενταύγουστο. Και παράδοξα˙ περίπου αντιφατικά! Πώς γίνεται, γλέντι σε μια κηδεία; Πώς γίνεται, ξέσπασμα χαράς την ώρα πένθους; Γιατί αυτό γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου: ο θάνατος της Παναγίας. Μα γιορτάζεται με ξεφάντωμα!

 

Τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ούτε και τα νοήματα είναι πάντα διαυγή. Η συνήθεια, το κιτς και η εμπορευματοποίηση δεν χαμπαριάζουν από νοήματα, κι έτσι συχνά δεν απομένει παρά το κέλυφος των νοημάτων, δηλαδή έθιμα δίχως βάθος. Ωστόσο, μπορεί αυτό το κέλυφος να είναι μια υπόμνηση, μια πρόσκληση, ας πούμε, για όποιον ζει το ρεμπέτικο (και δεν το καταναλώνει απλώς) – όπως και για όποιον ζει τους ύμνους της Εκκλησίας (και δεν τους έχει για ξόρκια).

 

Η ονομασία της γιορτής είναι «Κοίμηση» της Θεοτόκου. Να το κέλυφος που στέκει σαν εκκωφαντικός σιωπηλός μάρτυρας του νοήματος! «Κοίμηση» σημαίνει ύπνο, σημαίνει αναμονή ξυπνήματος, προσδοκία ανταμώματος. Υπάρχει μήπως χαρά χωρίς αντάμωμα; Με δυο λόγια, λέγοντας «Κοίμηση» παραπέμπουμε όχι στην αποσύνθεση, αλλά στην Ανάσταση! Και ακριβώς γι’ αυτό έχουμε και παραέχουμε λόγο, να κάνουμε γλέντι σ’ αυτή την κηδεία!

 

Κι έχουμε λόγο, γιατί η υπόθεση αυτή δεν αφορά ένα είδωλο απέναντι κι απόμακρα από τους φανς του. Αφορά την καθεμιά και τον καθένα, πάντα ως πρόσκληση της πίστης, ως τάνυσμα ανάμεσα στο «να» και στο «θα». Και μας αφορά για δύο λόγους:

 

Η Ανάσταση είναι για όλους. Στη χριστιανική αντίληψη, η Ανάσταση του Χριστού δεν ήταν απλώς η ατομική νίκη του μπάτμαν. Ήταν το ξεκίνημα αυτού που θα χαριστεί σε όλους. Οπότε, η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου είναι σαν τρέιλερ που φανερώνει το μελλοντικό έργο, την υπόσχεση για ολόκληρο το σύμπαν.

Η Παναγία είναι πρότυπο όλων. Όχι μόνο των μανάδων, όπως συχνά λένε διάφοροι πανάσχετοι. Και είναι πρότυπο όλων (κάθε φύλου, σε γάμο και χωρίς γάμο, με παιδιά και χωρίς παιδιά) διότι είναι το πρότυπο της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης. Η Παναγία σηματοδοτεί την ιλιγγιώδη σπουδαιότητα καθενός και καθεμιάς. Κατέχει εξαιρετική θέση στη χριστιανική οπτική, διότι το ότι γέννησε τον Θεό δεν της «συνέβη» (σαν η ίδια να ήταν ένας παθητικός σωλήνας παροχέτευσης του Θεού), αλλά πραγματο-ποιήθηκε με τη δική της συμμετοχή. Αν η ίδια δεν έλεγε «συμφωνώ» κατά τον Ευαγγελισμό της (αν δηλαδή δεν έλεγε «συμφωνώ» στον άγγελο που, κατά την αφήγηση του ευαγγελίου, της ανακοίνωσε ποιον θα γεννούσε), τότε ο Θεός δεν θα μπορούσε να γίνει άνθρωπος. Το ελεύθερο «ναι» ή το ελεύθερο «όχι» θα επέτρεπε στον Θεό ή θα εμπόδιζε τον Θεό να γίνει άνθρωπος.

 

Ξέρω ότι πολλοί θρησκευόμενοι θα δυσανασχετήσουν μ’ αυτές τις φράσεις. Και θα δυσανασχετήσουν, διότι δίνουν έμφαση στην παντοδυναμία του Θεού, ενώ ο ίδιος –πώς να το κάνουμε;– δίνει έμφαση στην αγάπη του. Και η αγάπη δεν επιβάλλει. Η αγάπη περιστέλλει την δύναμη, ώστε να αναδυθεί αλώβητο το πρόσωπο του άλλου. Ναι, ο παντοδύναμος φέρνει τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας, επειδή ζητά την καρδιά – όχι την καθυπόταξη. Έρωτα θυμίζει αυτό, και πάντως όχι «Θεό – αφέντη»! Και για όσους παρόλα αυτά συνεχίζουν να δυσανασχετούν, ηρεμώ τη συνείδησή τους πληροφορώντας τους ότι τα σχετικά με το «συμφωνώ» της Παναγίας τα έχουν πει Πατέρες της Εκκλησίας, όπως για παράδειγμα ο Θεσσαλονικιός άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τον 14ον αιώνα.

 

Η Παναγία έχει εκατοντάδες ονομασίες. Κάποιες δηλώνουν απλώς τόπο (όπως Προυσιώτισσα), πολλές όμως δηλώνουν ιδιότητα, σε έναν ρόλο πανανθρώπινης και συνανθρώπινης αλληλεγγύης (όπως Ελευθερώτρια, Ελπίδα των απελπισμένων, Ελεούσα, Καρδιοβαστάζουσα κ.ά.). Κέντημα αληθινό, για μια ζωντανή παρουσία. Όχι για μια ανάμνηση. Το καίριο εδώ είναι ότι η πλειονότητα αυτών των ονομασιών δεν έχει δοθεί επισήμως (όπως δόθηκε π.χ. η ονομασία Θεοτόκος), αλλά είναι αυθόρμητη δημιουργία της λαϊκής ψυχής. Εκφράζουν ακριβώς την αίσθηση της εγγύτητας μαζί της, εγγύτητα βιωμένη στη χαρά και στην οδύνη. Και παραπέμπουν τρυφερά στο όραμα της απελευθέρωσης από κάθε θανατίλα. «Φέρε να τα πιω [και μαζί: φέρε να τα πω] για να μου φύγει το βάρος».