Τετάρτη 24 Ιουνίου 2026

Γιορτάζουμε τη γέννηση ενός παιδιού...

Σήμερα η Εκκλησία μας γιορτάζει τη γέννηση του Ιωάννου του Προδρόμου. Τη γέννηση ενός μωρού το οποίο θα ενηλικιωνόταν και θα έπαιζε κρίσιμο ρόλο στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία των ανθρώπων.

Γιορτάζουμε σήμερα λοιπόν, τη γέννηση ενός παιδιού. Γιατί η γέννηση ενός παιδιού, του κάθε παιδιού, είναι μια υπενθύμιση ότι ο Θεός δεν έχει ξεχάσει ακόμα τους ανθρώπους. Είναι ένα σημάδι ότι η ελπίδα δεν έχει πεθάνει. Δεν έχει χαθεί.

Ανησυχούμε συχνά για τον αριθμό των γεννήσεων. Και αυτό από εθνική ή κοινωνική άποψη ίσως να είναι σωστό. Από πνευματική όμως όχι. Σημασία δεν έχει πόσα παιδιά γεννιούνται, σημασία έχει αν τα παιδιά αυτά θα φτάσουν από το κατ' εικόνα στο καθ' ομοίωσιν. Δεν έχει σημασία το πλήθος αλλά η αγιότητα.

Γι' αυτό με κάθε γέννηση αναζωπυρώνεται η ελπίδα. Η ελπίδα ότι γεννήθηκε ένας άνθρωπος που θα βοηθήσει τους άλλους ανθρώπους. Ένας άνθρωπος της προσφοράς, ένας άνθρωπος της προόδου, της επιστήμης, των τεχνών, ένας άνθρωπος της αγιότητας.

Και μπορεί πολλές φορές τα παιδιά να μη φτάνουν σε κανέναν από τους παραπάνω προορισμούς. Με τον τρόπο που τα μεγαλώνουμε ή με τις επιλογές που κάνουν καθώς ενηλικιώνονται απομακρύνονται από την αρετή. Κι αυτό κομμάτι της ανθρώπινης φύσης είναι και της τραγωδίας μας. Δεν πρέπει να μας οδηγεί στην απελπισία. Γιατί όπως είπαμε δεν έχει σημασία ο αριθμός. Έστω και ένα παιδί να φτάσει στην αγιοσύνη είναι υπερ-αρκετό.

Γι' αυτό, επαναλαμβάνω άλλη μια φορά κλείνοντας αυτό το σύντομο κείμενο, κάθε παιδί που γεννιέται σημαίνει ότι μπορούμε ακόμα να ελπίζουμε. Έστω και αν γεννιέται ένα παιδί το χρόνο. Άλλωστε και ο Ιωάννης ο Πρόδρομος τι ήταν εκείνη τη μέρα; Ένα παιδί. Ένα βρέφος.

παπά - Κώστας Λαγός

Η γέννηση του Ιωάννου...

«Τῇ δὲ Ἐλισάβετ ἐπλήσθη ὁ χρόνος τοῦ τεκεῖν αὐτήν καὶ ἐγέννησεν υἱόν» (Λουκ. α΄ 57).
Λίγες ευαγγελικές φράσεις συμπυκνώνουν τόσο πυκνά την ιστορία της σωτηρίας όσο αυτή η φαινομενικά απλή πρόταση του Λουκά.
Η Εκκλησία δεν εορτάζει απλώς τη γέννηση ενός μεγάλου προφήτη.
Εορτάζει τη στιγμή κατά την οποία η αναμονή αρχίζει να αποκτά σώμα.
Εορτάζει την πρώτη ρωγμή μέσα στον σιωπηλό χρόνο της Παλαιάς Διαθήκης.
Εορτάζει την πρώτη κίνηση ενός κόσμου που επί αιώνες περίμενε χωρίς να γνωρίζει πότε θα εκπληρωθεί η υπόσχεση.
Η γέννηση του Ιωάννου δεν ανήκει μόνο στη βιογραφία ενός αγίου, καθώς ανήκει στην εσχατολογία της ανθρώπινης ιστορίας.
Είναι το πρώτο σημείο όπου η επαγγελία παύει να είναι λόγος και αρχίζει να γίνεται γεγονός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η λειτουργική συνείδηση της Εκκλησίας αποδίδει στον Πρόδρομο μια μοναδική θέση. Εκτός του Χριστού και της Θεοτόκου, κανένα άλλο πρόσωπο δεν περιβάλλεται από τόσο εκτεταμένο εορτολογικό κύκλο. Η σύλληψή του, η γέννησή του, η αποτομή της κεφαλής του, οι ευρέσεις της τιμίας κεφαλής του, όλα αυτά συνθέτουν μία ιδιαίτερη λειτουργική βιογραφία.
Η Εκκλησία διαισθάνεται ότι στο πρόσωπό του δεν τιμάται απλώς ένας άγιος αλλά το κατώφλι δύο διαθηκών.
Ο Ιωάννης είναι ο τελευταίος προφήτης του παλαιού κόσμου και συγχρόνως ο πρώτος μάρτυρας του νέου.
Είναι εκείνος που ανήκει ταυτόχρονα στη νύχτα και στην αυγή.
Γι’ αυτό και η υμνογραφία τον αποκαλεί «φωνὴ τοῦ Λόγου», καθώς η ύπαρξή του δεν έχει αυτόνομο περιεχόμενο, όλη η ύπαρξή του είναι αναφορά σε Άλλον.
Το πρώτο μεγάλο θεολογικό σύμβολο της εορτής είναι η στειρότητα.
Η Ελισάβετ δεν είναι απλώς μια ηλικιωμένη γυναίκα που αποκτά παιδί. Στην πατερική και υμνογραφική ανάγνωση γίνεται εικόνα ολόκληρης της ανθρωπότητας.
Οι υμνογράφοι μιλούν για τον Πρόδρομο ως «στειρευούσης ὁ βλαστός» και επιμένουν ότι το θαύμα της γεννήσεώς του δεν αφορά μόνο την προσωπική χαρά ενός ζεύγους αλλά την αποκατάσταση μιας ολόκληρης κτίσεως που αδυνατεί πλέον να γεννήσει ζωή από μόνη της.
Η στείρα μήτρα μετατρέπεται σε θεολογική εικόνα της ανθρώπινης υπάρξεως όταν αυτή αποκόπτεται από τη χάρη.
Η αδυναμία της φύσεως γίνεται το σημείο όπου φανερώνεται η ενέργεια του Θεού.
Γι’ αυτό οι μεγάλοι υμνογράφοι της ημέρας δεν αντιλαμβάνονται τη γέννηση του Ιωάννου ως ένα μεμονωμένο θαύμα.
Τη συνδέουν με τη μεγάλη μετάβαση από τον Νόμο στη Χάρη.
Η στειρότητα της Ελισάβετ ερμηνεύεται συμβολικά ως η πνευματική ακαρπία του παλαιού κόσμου, ενώ η γέννηση του Προδρόμου προαναγγέλλει τη γονιμότητα της Εκκλησίας.
Στον πυρήνα αυτής της υμνολογικής θεολογίας βρίσκεται μια βαθιά ανθρωπολογική αλήθεια: ο άνθρωπος δεν σώζεται από την αυτάρκειά του αλλά από την αποδοχή της ελλείψεώς του.
Η χάρις δεν εισέρχεται εκεί όπου ο άνθρωπος θεωρεί ότι αρκεί στον εαυτό του. Εισέρχεται εκεί όπου η ανθρώπινη δύναμη έχει εξαντληθεί.
Η δεύτερη μεγάλη εικόνα είναι η σιωπή.
Ο Ζαχαρίας χάνει τη φωνή του όταν αδυνατεί να πιστέψει στον άγγελο.
Όμως η υμνογραφία διαβάζει το γεγονός πολύ βαθύτερα.
Η σιωπή του γέροντος ιερέως γίνεται εικόνα της σιωπής του ίδιου του Νόμου.
Η παλαιά οικονομία έχει ολοκληρώσει την αποστολή της και πλέον σιωπά μπροστά στην έλευση του Λόγου.
Όταν ο Ζαχαρίας γράφει «Ἰωάννης ἐστὶ τὸ ὄνομα αὐτοῦ», η γλώσσα του λύεται. Δεν είναι απλώς η θεραπεία ενός ανθρώπου.
Είναι η στιγμή κατά την οποία η ιστορία ξαναβρίσκει τη φωνή της.
Ο Νόμος παραχωρεί τη θέση του στη μαρτυρία.
Η σιωπή γεννά τη φωνή.
Και η φωνή αυτή είναι ο Πρόδρομος.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ανδρέας Κρήτης συνδέει επανειλημμένως τη γέννηση του Ιωάννου με τη λύση δεσμών, την ανακαίνιση, την ελευθερία και την αποδέσμευση.
Ο Πρόδρομος δεν γεννιέται απλώς.
Απελευθερώνει.
Δεν εμφανίζεται απλώς μέσα στον κόσμο.
Μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο ο κόσμος νοείται.
Η γέννησή του αποτελεί το πρώτο γεγονός της νέας δημιουργίας.
Η κτίση αρχίζει να αναπνέει διαφορετικά.
Η ιστορία αποκτά άλλη φορά. Ο χρόνος παύει να είναι απλή διαδοχή γεγονότων και γίνεται λειτουργικός χρόνος, δηλαδή χρόνος σωτηρίας, χρόνος μέσα στον οποίο ο Θεός αποκαλύπτεται ως παρών.
Το τρίτο και κυρίαρχο θεολογικό σύμβολο της εορτής είναι το φως.
Σχεδόν ολόκληρη η υμνογραφία της ημέρας οργανώνεται γύρω από τη σχέση του Προδρόμου με τον Ήλιο της Δικαιοσύνης.
Ο Χριστός είναι ο Ήλιος.
Ο Ιωάννης είναι ο όρθρος.
Ο Χριστός είναι το Φως.
Ο Ιωάννης είναι ο αυγερινός.
Ο Χριστός είναι η Ανατολή εξ ύψους.
Ο Ιωάννης είναι η πρώτη φωτεινή ρωγμή που διαπερνά τη νύχτα.
Γι’ αυτό ο Δαμασκηνός τον ονομάζει «ὄρθρον εὐπρεπῆ», ενώ άλλοι υμνογράφοι τον αποκαλούν «ἑωσφόρον», «λύχνον φωτός» και «ἀστέρα». Δεν διαθέτει δικό του φως, αφού υπάρχει μόνο επειδή πλησιάζει το Φως.
Σε έναν πολιτισμό που θεμελιώνεται στην αυτοπροβολή, ο Ιωάννης υπάρχει μόνο ως παραπομπή.
Δεν διεκδικεί κέντρο.
Δεν οικοδομεί εξουσία.
Δεν συγκεντρώνει γύρω του την προσοχή για να την κρατήσει.
Τη μεταβιβάζει.
Ολόκληρη η ύπαρξή του είναι μία πράξη παραχωρήσεως.
Η αλήθεια του δεν βρίσκεται σε όσα λέγει για τον εαυτό του αλλά σε όσα αποκαλύπτει για τον Χριστό.
Πρόκειται για μια από τις πιο ριζοσπαστικές μορφές θεολογικής ανθρωπολογίας.
Ο άνθρωπος δεν ολοκληρώνεται όταν γίνεται αυτάρκης αλλά όταν γίνεται διάφανος.
Γι’ αυτό και η Εκκλησία δεν εορτάζει αύριο μόνο ένα γενέθλιο.
Εορτάζει τη θεολογία της αναμονής.
Εορτάζει τη στιγμή κατά την οποία η στείρα μήτρα γίνεται προφητεία.
Η σιωπή γίνεται λόγος.
Το σκοτάδι γίνεται αυγή.
Η αδυναμία γίνεται φορέας χάριτος.
Και η ανθρώπινη ιστορία αποκτά για πρώτη φορά τη δυνατότητα να αντικρίσει τον Ερχόμενο.
Το αληθινό μεγαλείο του Προδρόμου δεν βρίσκεται στο ότι γεννήθηκε θαυματουργικά. Βρίσκεται στο ότι υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος που δέχθηκε να μικρύνει ολοκληρωτικά ώστε να φανερωθεί ο Χριστός.
Και μέσα σε αυτή την εκούσια κένωση κρύβεται ολόκληρο το μυστήριο της χριστιανικής υπάρξεως: να γίνουμε όχι το φως, αλλά ο τόπος από τον οποίο θα περάσει το Φως.
Να γίνουμε όχι ο λόγος, αλλά η φωνή.
Όχι η πληρότητα, αλλά η ευλογημένη έλλειψη που επιτρέπει στη χάρη να γεννήσει μέσα στον κόσμο κάτι απολύτως νέο.
 
Μάνος Λαμπράκης 

Δευτέρα 22 Ιουνίου 2026

Το απρόσμενο, το παράδοξο και το ακατανόητο...

Ο Χριστός διαλέγοντας τον Πέτρο για πέτρα της Εκκλησίας Του, εποίησε για ακόμα μία φορά το απρόσμενο, το παράδοξο και το ακατανόητο για την κοινή λογική. Μη νομίσετε ότι διάλεξε κάποιον άνθρωπο αμετακίνητο, σταθερό, ικανοποιημένο και επαναπαυμένο στις δυνατότητες του. Ήταν ο Συμεών ευμετάβλητος και διστακτικός, πότε ορμητικός και πότε δειλός, είχε βαθιά πίστη και αγάπη στον Χριστό αλλά ενίοτε υποχωρούσε μπροστά στον κίνδυνο να κακοπάθει μαζί Του. Με αυτό τον τρόπο ο Χριστός ταπείνωσε όλους αυτούς τους αυτάρκεις, τους ηγεμονικούς, όσους κάνουν βέβαια και σταθερά βήματα, πιστοί στον εαυτό τους, με την πεποίθησή ότι έχουν σε όλα την εύνοια του Θεού. Όμως αυτό είναι η τραγική αυταπάτη των φαρισαίων. Σκεφτείτε ότι ο κορυφαίος ποιμένας ήταν ο πιο ανθρώπινος και αναγνωρίσιμος σε εμάς τους αδύναμους και αμαρτωλούς. Ο Χριστός θέλει από εμάς να κρατάμε την παρακαταθήκη που μας εμπιστεύτηκε και να την κοιτάμε με φρίκη και τρόμο ως την τελευταία στιγμή της κρίσης μας. Ένας άνθρωπος ο οποίος ζει σε διαρκή εγρήγορση και μετάνοια και προσοχή και τρόμο να μην βρεθεί ανεπαρκής και αναπολόγητος, όπως συνηθίζει, να μην τον προδώσει ο χαρακτήρας του για ακόμα μία φορά, βρίσκεται ανά πάσα στιγμή μπροστά στο κριτήριο του Θεού. Ποιος τολμά να αστοχήσει με τέτοια φρικτή αίσθηση; Ποιος αποδεικνύεται μετά από αυτό πιο αμετακίνητος και πιο σταθερός από όλους; Ο Πέτρος κράτησε το πολυτιμότερο θησαυρό του Θεού, την Εκκλησία Του, στα χέρια Του, με αυτή την διαρκή αίσθηση φόβου έως τέλους.

π. Παντ. Κρούσκος

Συνοδεία

Αυτό που περιμένουμε από στιγμή σε στιγμή,

(Κάτι σα να ’χουμε ξεχάσει – κάτι γυρίζει μες στο νου.

Κοιτάζουμε παντού, παιδεύουμε την ανάμνηση,

Ανάβουμε φως να βλέπουμε και να βλεπόμαστε).

Αυτό που περιμένουμε μέσα στο αύριο,

Στο κάθε επόμενο άνθισμα των αριθμών,

Μπορεί να ’ναι μια χειρονομία ή ένα χαμόγελο,

Που έρχεται κι είναι παρόν στο δρόμο που πηγαίνουμε,

Όταν κινούμε πρωί απ’ το σπίτι μας μέσα στη μέρα,

Όταν γυρίζουμε πίσω κυρτοί απ’ τον άνεμο.

Μπορεί να ’ναι σε κάθε στάση που στεκόμαστε,

Στην κάθε πόρτα που χτυπάμε να μας ανοίξουν.

Στο ποτήρι που πίνουμε, στο κάθισμα που καθόμαστε.

Χαμογελάτε καθώς διαβαίνετε ανάμεσα στα πράγματα.

Μπορεί να είστε ο ήλιος που περιμένουν ή ένας ενάλιος θεός

Που έρχεται μες απ’ την πάχνη να τα κυλήσει

Σε νέες κοίτες, σε καινούργιους αριθμούς.

Μπορεί να πηγαίνετε και να γυρίζετε μέσα στην μνήμη τους.

Χαμογελάτε ο ένας στον άλλο, χαμογελάτε στον εαυτό σας.

Όταν συναπαντιέστε μονάχοι, όταν σωπαίνετε,

Όταν προσεύχεστε, θυμάστε, ή αφουγκράζεστε.

Χαμογελάτε στον ξενιτεμένο και στον άγνωστο,

Χαμογελάτε στους νεκρούς που προπορεύονται.

Γιώργος Θέμελης

Τώρα, θα ξυπνήσει το θεολογικό ένστικτό μας...

Σου λέει ο άλλος, αυτό είναι παρά φύσιν και επομένως είναι αμαρτία, το άλλο είναι κατά φύσιν (φυσικό, σύμφωνο με τη φύση) άρα είναι αρετή, θέλημα Θεού κοκ.

Ωραία. Τότε η αρρώστια, και μάλιστα οι πιο φρικτές αρρώστιες, ο παιδικός καρκίνος και μύριες άλλες, καθότι φυσικές, είναι θέλημα Θεού.

Τώρα, θα ξυπνήσει το θεολογικό ένστικτό μας, και θα πούμε όχι αυτό δεν είναι "φυσικό" είναι το αποτέλεσμα της αμαρτίας που αποτελεί φθορά της φύσης, η οποία συστενάζει και συνωδίνει κατά τον απ. Παύλο μαζί με τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Τελικά, φυσικό πράγμα είναι μόνο η υγεία και παρά φύσιν η αρρώστια; Μα φυσικό πράγμα είναι αυτό που υπάρχει στη φύση, δεν είναι μόνο αυτό που υπάρχει στη φύση και είναι ευχάριστο ή δημιουργικό. Είναι κι αυτό που υπάρχει ομοίως στη φύση και είναι δυσάρεστο και καταστροφικό.

Άρα, με ποιο τρόπο κάθε φυσικό πράγμα ή φαινόμενο είναι καλό, ευχάριστο ή/και θέλημα Θεού; Αφού φυσικότατο πράγμα είναι και το χάος και όχι μονο η αρμονία και η λογικότητα της φύσης.

Μετά, έχουμε λχ την Αγία Μαρία την Αιγυπτία που έλιωσε το σώμα της στη νηστεία. Είναι φυσικό να μην τρως; Είναι φυσικό να κάνεις ξηροφαγία αλάδωτη 47 μέρες πριν το Πάσχα; Καθόλου φυσικό.

Εδώ θα ξυπνήσει πάλι ο θεολόγος που όλοι κρύβουμε μέσα μας, και θα πει αυτό δεν είναι φυσικό, δλδ όχι παρά φύσιν, αλλά υπέρ φύσιν. Οκ, καμιά αντίρρηση.

Πάντως δεν είναι φυσικό να μην τρως.

Άρα, για να μην πολυλογούμε, αυτό που ονομάζουμε φυσικό δεν είναι από μόνο του καλό, αρετή, θέλημα Θεού κοκ. Αφήστε που από εποχή σε εποχή αλλάζει κι αυτό που κάθε φορά ορίζουμε ως φυσικό.

Δεν είναι λοιπόν η φύση αυτή που, χριστιανικά μιλώντας, σώζει τον άνθρωπο αλλά ο Θεός που έγινε άνθρωπος και που έλεγε και έκανε πολλά "αφύσικα" πράγματα, όπως "να αγαπάς τους...εχθρούς σου" ή ότι ηθελημένα πήγε και σταυρώθηκε. Καθόλου φυσικό έτσι;

Γιώργος Μπάρλας

Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Μία γνήσια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής ζωής...

[...] Ούτε οι Πατέρες ούτε τα λειτουργικά κείμενα ενθαρρύνουν τη μη συμμετοχή στα Μυστήρια· μάλιστα ούτε κάν αφήνουν να εννοηθεί κάτι παρόμοιο. Δίνοντας έμφαση στην ιερότητα της Κοινωνίας και την “φοβερά” της φύση και καλώντας σε ανάλογη πνευματική ετοιμότητα, οι Πατέρες ούτε υποστήριξαν, ούτε ενέκριναν την ευρέως διαδεδομένη σύγχρονη αντίληψη ότι εφόσον το Μυστήριο είναι ιερό και μεγαλοπρεπές, οι πιστοί δεν πρέπει να προσέρχονται συχνά σ’ αυτό. Στους Πατέρες, η θεώρηση της Ευχαριστίας ως του μέγιστου Μυστηρίου της Εκκλησίας, ως του πληρώματος της ενότητας και της άνθισής της, συνεχίζουν να είναι αυταπόδεικτα.

“Δεν θα πρέπει”, γράφει ο Άγ. Ιωάννης ο Κασσιανός, “ν’ αποφεύγουμε την Μετάληψη επειδή θεωρούμε τους εαυτούς μας αμαρτωλούς. Αλλά να προσερχόμαστε ακόμα πιο συχνά για τη θεραπεία της ψυχής και τον εξαγιασμό του νου, έχοντας όμως ταπείνωση και πίστη, ώστε αναλογιζόμενοι την αναξιότητά μας... να επιθυμούμε διακαώς την ίαση των πληγών μας. Είναι ανάρμοστο να μεταλαμβάνουμε μία φορά τον χρόνο, όπως ορισμένοι συνηθίζουν, θεωρώντας την ιερότητα των θείων Μυστηρίων προσιτή μόνο στους αγίους. Είναι προτιμότερο να σκεφτόμαστε ότι η Χάρη που λαμβάνουμε μέσα από το μυστήριο μας εξαγιάζει. Κάθε άλλη συμπεριφορά φανερώνει περισσότερο οίηση παρά ταπείνωση, καθώς οι άνθρωποι τις σπάνιες φορές που προσέρχονται πιστεύουν ότι είναι άξιοι της Κοινωνίας. Πολύ καλύτερο θα ήταν εάν, με ταπείνωση καρδιάς, γνωρίζοντας ότι ποτέ δεν είμαστε άξιοι των θείων Μυστηρίων μετέχουμε κάθε Κυριακή προς ίαση των ασθενειών μας, παρά τυφλωμένοι από περηφάνια να νομίζουμε ότι μετά την πάροδο ενός χρόνου αποχής γινόμαστε άξιοι της θείας Μετάληψης”.

Αναφορικά με την εξίσου διαδεδομένη θεωρία που διακρίνει την Μετάληψη ανάμεσα σε κληρικούς και λαό, κηρύσσοντας ότι οι πρώτοι πρέπει να κοινωνούν σε κάθε Λειτουργία, ενώ οι λαϊκοί να αποθαρρύνονται από παρόμοια πρακτική, χρήσιμο θα ήταν να ακούσουμε τον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που όσο κανείς άλλος επέμενε στην μετοχή στη θεία Κοινωνία: “Υπάρχουν περιπτώσεις”, γράφει, “όπου ο ιερέας δεν διαφέρει από τον λαϊκό, ιδιαίτερα όσον αφορά στην προσέλευση στα θεία Μυστήρια. Εκεί, τα δεχόμαστε όλοι ισότιμα σε αντίθεση με την πρακτική της Παλαιάς Διαθήκης όπου άλλη τροφή προορίζονταν για τους ιερείς και διαφορετική για τον λαό, ενώ στα των ιερέων δεν επιτρεπόταν η πρόσβαση από τους λαϊκούς. Τώρα δεν συμβαίνει πλέον έτσι, αλλά σε όλους προσφέρεται το ίδιο Σώμα και το ίδιο Αίμα...”

Επιτρέψτε μου να επαναλάβω ότι είναι απλά αδύνατον να βρει κανείς στην Παράδοση κάποια βάση που να δικαιώνει την παρούσα πρακτική της σπανιότατης, αν όχι ετήσιας, Μετάληψης των λαϊκών. Όλοι όσοι με σοβαρότητα και ευθύνη έχουν προσεγγίσει την Παράδοση, ...] διακρίνουν σ’ αυτή την πρακτική μία αποσύνθεση της εκκλησιαστικής ζωής, μία απόκλιση από τα παραδεδομένα και τις γνήσιες υποδομές της Εκκλησίας. Και η πιο τρομακτική πλευρά αυτής της κατάπτωσης είναι ότι βρίσκει τη δικαίωση και αιτιολόγησή της μέσα από τους όρους του “σεβασμού” και του “δέους” απέναντι στην ιερότητα του μυστηρίου. Αλλά, σε αυτή την περίπτωση, οι μη κοινωνούντες θα έπρεπε να βιώνουν τουλάχιστον κάποια θλίψη κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας, μία αίσθηση ελλιπούς μετοχής και συντριβής, κάτι που στην πραγματικότητα δεν συμβαίνει. Η μία γενιά Ορθοδόξων μετά την άλλη “παρακολουθούν” τη Λειτουργία απόλυτα πεπεισμένοι ότι η παρουσία τους εκεί είναι αρκετή και ότι απλούστατα η Κοινωνία δεν προορίζεται γι’ αυτούς. Και μία φορά το χρόνο εκπληρώνουν το “καθήκον” τους προσερχόμενοι στο Μυστήριο ύστερα από μία σύντομη εξομολόγηση. Το να προσπαθεί κανείς να ανακαλύψει έναν θρίαμβο της ιερότητας, μία πρακτική προστατευτική της αγιότητας, ή πολύ περισσότερο να δημιουργεί νέους κανόνες που να δικαιώνουν την παραφθορά, είναι αληθινά απίστευτο.

Σε κάποιες ενορίες, εκείνοι που εξέφρασαν την επιθυμία να προσέρχονται συχνότερα υποβλήθηκαν σε πραγματικό κατατρεγμό, τους ζητήθηκε να μην επιμένουν “για χάρη της ειρήνης”, κατηγορήθηκαν ακόμη και για παρέκκλιση από την Ορθοδοξία! Θα μπορούσα να παραθέσω αποσπάσματα από φυλλάδια ενοριών που διδάσκουν ότι εφόσον η Μετάληψη είναι για μετανοούντες, κανείς πρέπει να απέχει από το μυστήριο κατά τον εορτασμό της Ανάστασης προκειμένου να μην αμαυρώσει τη χαρά της ημέρας! Και το πιο τραγικό είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν προκαλεί κάν τρόμο και δέος για το γεγονός ότι η ίδια η Εκκλησία γίνεται εμπόδιο στην πορεία του πιστού προς τον Χριστό! Αλήθεια, “όταν ούν ίδητε το βδέλυγμα της ερημώσεως... εστώς εν τόπω αγίω...” (Ματθ. 24:15)

Τελικά, δεν θα ήταν δύσκολο να δείξει κανείς ότι όποτε και όπου έχει παρατηρηθεί μία γνήσια αναζωογόνηση της εκκλησιαστικής ζωής, αυτή γεννήθηκε μέσα από αυτό που θα χαρακτηρίζαμε ως “ευχαριστιακή πείνα”. Τον εικοστό αιώνα η Ορθοδοξία πέρασε από μεγάλη κρίση. Και μόλις η κρίση αυτή έγινε αντιληπτή και κατανοήθηκε, υπήρξε μία στροφή προς τη θεία Κοινωνία ως “το κέντρο της Χριστιανικής ζωής”. Έτσι συνέβη στην κομμουνιστική Ρωσία, όπως μαρτυρούν εκατοντάδες πιστών. Το ίδιο συνέβη σε άλλα κέντρα της Ορθοδοξίας και στη διασπορά. [..] Ό,τι είναι αληθινό, ζωντανό, εκκλησιαστικό, γεννήθηκε μέσα από την ταπεινή και χαροποιό ανταπόκριση στον λόγο του Κυρίου: “ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ” (Ιω. 6:56). [...]

• Εξομολόγηση και θεία Κοινωνία

Όταν η μετάληψη ολόκληρης της σύναξης σε κάθε Λειτουργία, που εξέφραζε τη μετοχή στην ακολουθία, έπαψε να είναι ο κανόνας και αντικαταστάθηκε από την πρακτική της σπάνιας προσέλευσης, έγινε πλέον φυσικό ότι θα προηγούνταν αυτής της προσέλευσης το μυστήριο της Μετανοίας –δηλαδή της εξομολόγησης και καταλλαγής των πιστών με την Εκκλησία, με τη μεσιτεία της συγχωρητικής ευχής.

Η πρακτική αυτή – επαναλαμβάνω, φυσική και προφανής στην περίπτωση της σπάνιας προσέλευσης στη θεία Κοινωνία - επέτρεψε την εμφάνιση μιας νέας θεωρίας στους κόλπους της Εκκλησίας, σύμφωνα με την οποία η Μετάληψη για το σώμα των λαϊκών γίνεται αδύνατη χωρίς το μυστήριο της εξομολόγησης, σε αντίθεση με αυτό που συμβαίνει για τον κλήρο. Έτσι, η εξομολόγηση προηγείται υποχρεωτικά – πάντοτε και σε κάθε περίπτωση - της μετάληψης. Τολμώ να δηλώσω υπεύθυνα ότι η θεωρία αυτή (που βρήκε ευρεία εφαρμογή στη Ρωσική Εκκλησία) δεν θεμελιώνεται με κανένα τρόπο στην Παράδοση, αλλά κατάφορα έρχεται σε σύγκρουση με το ορθόδοξο δόγμα της Εκκλησίας για την Κοινωνία και την Εξομολόγηση.

Για του λόγου το αληθές κανείς δεν έχει παρά να θυμηθεί την ουσία του μυστηρίου της Μετανοίας. Εξ αρχής η εξομολόγηση στην εκκλησιαστική συνείδηση και διδασκαλία ήταν το μυστήριο της συμφιλίωσης με την Εκκλησία για όσους είχαν αφοριστεί απ’ αυτήν, δηλαδή εκείνους που είχαν αποκλειστεί από την ευχαριστιακή σύναξη. Γνωρίζουμε ότι, αρχικά, η ιδιαίτερα αυστηρή εκκλησιαστική πειθαρχία επέτρεπε μία τέτοια συμφιλίωση άπαξ στη διάρκεια του βίου του μετανοούντα, αλλά αργότερα, ειδικά μετά την είσοδο στην Εκκλησία ολόκληρου του πληθυσμού, ο συγκεκριμένος κανόνας έγινε πιο χαλαρός. Στην ουσία του, το Μυστήριο της Μετανοίας ως μυστήριο συμφιλίωσης με την Εκκλησία αφορούσε εκείνους μόνο που η Εκκλησία είχε αφορίσει για αμαρτίες και πράξεις επ’ ακριβώς οριζόμενες στην Κανονική παράδοσή της. Κάτι, άλλωστε, που γίνεται φανερό κι από την συγχωρητική ευχή: “Αδελφέ, δι’ ό ήλθες προς τον Θεό, και προς εμέ, μη αισχυνθής· ου γαρ εμοί αναγγέλεις, αλλά τω Θεώ, εν ώ ίστασαι”. (Παρεμπιπτόντως, οφείλουμε να χρησιμοποιούμε την ορθή ευχή της συγχωρήσεως κι όχι την άλλη, ξένη στις ανατολικές Ορθόδοξες Εκκλησίες, εκδοχή της, – “Εγώ, ο ανάξιος ιερέας, με την εξουσία που μου έχει δοθεί, σε απαλλάσσω...” - που είναι λατινογενούς προέλευσης και παρεισέφρησε στα λειτουργικά μας βιβλία κατά την περίοδο της επικράτησης στοιχείων της Δυτικής θεολογίας ανάμεσα στους Ορθοδόξους).

Όλα αυτά δεν σημαίνουν, βέβαια, ότι οι “πιστοί”, δηλαδή οι “μη αφορισμένοι”, θεωρούνταν από την Εκκλησία αναμάρτητοι. Καταρχήν, σύμφωνα με την ορθόδοξη διδασκαλία κανένα ανθρώπινο όν δεν είναι αναμάρτητο, με εξαίρεση την Υπεραγία Θεοτόκο, τη Μητέρα του Κυρίου. Κατά δεύτερον, η προσευχή για την συγχώρεση και άφεση των αμαρτιών είναι αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της Λειτουργίας (βλ. τον Τρισάγιο Ύμνο και τις δύο “Ευχές των πιστών”). Τέλος, η Εκκλησία πάντοτε φρονούσε ότι η Θεία Κοινωνία προσφέρεται “εις άφεσιν αμαρτιών”. Έτσι το θέμα εδώ δεν είναι η αναμαρτησία, που καμία συγχωρητική ευχή δεν είναι ικανή να την επιτύχει. Αλλά η διάκριση που πάντοτε γινόταν από την Εκκλησία ανάμεσα στην αμαρτία που εξορίζει τον άνθρωπο από τη ζωή της χάριτος της Εκκλησίας, και στην αμαρτωλότητα που αναπόφευκτα συνοδεύει τη ζωή κάθε ανθρώπινου όντος “που ζεί εν τω κόσμω και ενδύεται σάρκα”. Θα λέγαμε ότι μέσα στην ακολουθία της Λειτουργίας η φθαρείσα από την αμαρτία φύση μας “αναπλάθεται” όπως ομολογούμε στις ευχές των πιστών πριν από την προσφορά των θείων Δώρων. Ενώπιον του Αγίου Ποτηρίου, τη στιγμή της πρόσληψης των Μυστηρίων, παρακαλούμε για συγχώρεση των αμαρτιών “εκουσίων τε και ακουσίων, εν λόγοις ή έργοις, εν γνώση και αγνοία” και εμπιστευόμαστε ότι, στο μέτρο της μετανοίας μας, θα λάβουμε αυτή την συγχώρεση.

Όλα αυτά βεβαίως σημαίνουν – και κανείς δεν το αρνείται - ότι ο μόνος πραγματικός όρος για την προσέλευση στα θεία Μυστήρια είναι η μετοχή μας στο Σώμα της Εκκλησίας, μετοχή που αντιστρόφως βρίσκει την πληρότητά της με την πρόσληψη των μυστηρίων. Η Μετάληψη δίνεται προς “άφεση αμαρτιών και ίαση ψυχών τε και σωμάτων”, πράγμα που υποδηλώνει με σαφήνεια, τι άλλο, παρά τη μετάνοια, τη συναίσθηση της πλήρους αναξιότητάς μας και τη συνείδηση της Κοινωνίας ως θείου δώρου που κανένα επίγειο όν δεν είναι “άξιο” να λάβει. Όλο το νόημα της προετοιμασίας για την Κοινωνία, όπως ορίστηκε από την Εκκλησία (στην Ακολουθία της θείας Μεταλήψεως) δεν είναι να δημιουργήσει στον άνθρωπο το αίσθημα της “αξιότητας”· αντίθετα, σκοπεύει στο να δείξει σ’ αυτόν την άβυσσο του ελέους και της άπειρης αγάπης του Θεού: “Τέκνον μου πνευματικόν, ο τη εμή ταπεινότητι εξομολογούμενος, εγώ ο ταπεινός και αμαρτωλός ουκ ίσχύω αφιέναι αμάρτημα επί της γης, ειμή ο Θεός... ο συγχωρήσας Δαυΐδ, διά Νάθαν του Προφήτου, τα ίδια εξομολογήσαντι αμαρτήματα, και Πέτρω την άρνησιν, κλαύσαντι πικρώς, και Πόρνη δακρυσάση επί τους αυτού πόδας, και Τελώνη και Ασώτω, αυτός ο Θεός, συγχωρήσαι σοι δι’ εμού του αμαρτωλού πάντα, και εν τω νυν αιώνι, και εν τω μέλλοντι· και ακατάκριτόν σε παραστήσαι εν τω φοβερώ Βήματι”. Ενώπιον της Τράπεζας του Κυρίου, η μόνη “αξιωσύνη” των κοινωνούντων είναι αυτή η βαθιά συναίσθηση της “αναξιότητάς τους”. Αυτή είναι η αρχή της σωτηρίας.

Είναι επομένως υψίστης σημασίας για μας να κατανοήσουμε ότι η μετατροπή του μυστηρίου της εξομολόγησης σε μία αναγκαστική προϋπόθεση για την Κοινωνία, όχι μόνο συγκρούεται με την Παράδοση, αλλά προφανώς την παραμορφώνει. Διαστρέφει καταρχήν το δόγμα της Εκκλησίας, δημιουργώντας δύο κατηγορίες μελών, η μία από τις οποίες είναι αφορισμένη στην πραγματικότητα από την Ευχαριστία. Επιπλέον, στρεβλώνει το νόημα και πλήρωμα της εκκλησιαστικής μετοχής. Δεν προκαλεί έκπληξη κατά συνέπεια το γεγονός ότι αυτοί που ο Απόστολος καλεί “συμπολίτες των αγίων και οικείους του Θεού” (Εφεσ. 2:19) γίνονται και πάλι “εθνικοί”, “εκκοσμικεύονται” και η μετοχή τους στην Εκκλησία μετριέται και ορίζεται με χρηματικούς όρους οφειλών και “δικαιωμάτων”. Αλλά, επίσης, αυτό που παραμορφώνεται είναι το δόγμα περί της θείας Κοινωνίας που γίνεται πλέον αντιληπτό ως το μυστήριο για τους λίγους “εκλεκτούς” και όχι ως το μυστήριο της Εκκλησίας των αμαρτωλών που μέσα από το άπειρο έλεος του Χριστού μεταμορφώνονται διαρκώς σε Σώμα Κυρίου. Και τελικά, ανάλογα διαστρέφεται και η διδασκαλία για την εξομολόγηση. Παραποιημένη σε υποχρεωτική προϋπόθεση της Μετάληψης, αρχίζει όλο και πιο φανερά να υποκαθιστά την πραγματική ετοιμότητα για την Ευχαριστία, που δεν είναι άλλη από τη γνήσια εσωτερική μετάνοια, αυτή που έχει εμπνεύσει όλες τις ευχές προ της θείας Κοινωνίας. Ύστερα από μία τρίλεπτη εξομολόγηση και συγχωρητική ευχή ο άνθρωπος αισθάνεται πλέον “δικαιούχος” του μυστηρίου, “άξιος”, ίσως και απαλλαγμένος από τις αμαρτίες του, αισθάνεται με άλλα λόγια το ακριβώς αντίθετο απ’ αυτό στο οποίο μας καλεί η αληθινή μετάνοια.

Με ποιο τρόπο λοιπόν μία τέτοια πρακτική εμφανίστηκε και καθιερώθηκε, ώστε σήμερα πολλοί να την υπερασπίζονται ως την πλέον ορθόδοξη; Για να απαντήσουμε στην ερώτηση πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τρεις παράγοντες: Έχουμε ήδη αναφερθεί στον ένα: Πρόκειται για την επιφανειακή και χλιαρή προσέγγιση της πίστης και της ευσέβειας από την ίδια τη χριστιανική κοινότητα, που οδήγησε αρχικά στην σπάνια Μετάληψη και τελικά στον υποβιβασμό της σε άπαξ του έτους “υποχρέωση”. Είναι ξεκάθαρο ότι ο πιστός που προσέρχεται στο ιερό Μυστήριο μία φορά τον χρόνο οφείλει πράγματι να “συμφιλιωθεί” με την Εκκλησία, μέσα από μία εξέταση της συνείδησης και της ζωής του κατά το μυστήριο της Εξομολόγησης.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι η επιρροή της μοναστικής πρακτικής, που βέβαια στο σύνολό της είναι ιδιαίτερα ευεργετική για την Εκκλησία. Οι μοναχοί λοιπόν, γνώριζαν και ασκούσαν εξ’ αρχής την πρακτική της “έκθεσης των λογισμών” και της πνευματικής καθοδήγησης των απείρων από τον πιο έμπειρο της κοινότητας. Αλλά - κι αυτό είναι το ουσιώδες - αυτός ο πνευματικός πατέρας ή “γέροντας” δεν ήταν απαραίτητα ιερέας, αφού η πνευματική καθοδήγηση συνδεόταν με την πνευματική εμπειρία και όχι την ιεροσύνη.

Στα Βυζαντινά μοναστικά τυπικά του 7ου-8ου αιώνα οι μοναχοί απαγορεύεται να αποφασίζουν μόνοι τους για την προσέλευση ή την αποχή τους από το Άγιο Ποτήριο, χωρίς δηλαδή τη συγκατάθεση του πνευματικού τους πατέρα, καθώς “η εξαίρεση εαυτού από την Κοινωνία είναι η εφαρμογή του ιδίου θελήματος”. Στις γυναικείες μονές παρόμοια άδεια απαιτείται από την ηγουμένη. Παρατηρούμε, λοιπόν, πώς η εξομολόγηση εδώ είναι μη μυστηριακού τύπου και βασίζεται στην πνευματική εμπειρία και την διαρκή καθοδήγηση. Ωστόσο, αυτού του είδους η πρακτική έχει έντονο αντίκτυπο στο καθαυτό μυστήριο της Εξομολόγησης. Στη διάρκεια της πνευματικής παρακμής (της οποίας την αληθινή έκταση και σημασία ανακαλύπτει κανείς μέσα στους κανόνες της λεγομένης Συνόδου του Τρούλου του 6ου αιώνα), τα μοναστήρια παρέμειναν τα κέντρα της πνευματικής μέριμνας και νουθεσίας των λαϊκών. ...] Ο λαός με φυσικό τρόπο ταύτισε αυτό το είδος της πνευματικής καθοδήγησης με την μυστηριακή εξομολόγηση. Θα πρέπει, ωστόσο, να τονίσουμε ότι την ικανότητα της πνευματικής καθοδήγησης δεν διαθέτει ο κάθε ενοριακός ιερέας, αφού αυτή προϋποθέτει βαθιά πνευματική εμπειρία, χωρίς την οποία η “καθοδήγηση” μπορεί να οδηγήσει, και στην πραγματικότητα συχνά οδηγεί, σε αληθινές πνευματικές τραγωδίες. Αυτό που ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι το μυστήριο της μετανοίας συνδέθηκε κατά μία έννοια με την πνευματική καθοδήγηση, την επίλυση “δυσκολιών” και “προβλημάτων"· κατ’ επέκταση στην παρούσα ενοριακή ζωή ταυτίστηκε με τις “μαζικές” ολιγόλεπτες εξομολογήσεις που εστιάζονται κυρίως στη διάρκεια της Μεγάλης Σαρακοστής, όπου η όποια νουθεσία και ανέφικτη γίνεται, αλλά και είναι πιθανό ότι φέρει περισσότερη βλάβη παρά όφελος. Η πνευματική καθοδήγηση πρέπει να αποσυνδεθεί από την μυστηριακή εξομολόγηση, έστω κι αν αυτή η τελευταία είναι προφανώς το απώτερο τέλος κι ο σκοπός της.

Ο τρίτος και αποφασιστικός παράγοντας ήταν, φυσικά, η επίδραση της Δυτικής, Σχολαστικής και δικανικής κατανόησης της μετανοίας. Έχουν πολλά γραφεί για την “δυτική υποδούλωση” της Ορθόδοξης θεολογίας, αλλά φοβάμαι πώς λίγοι άνθρωποι συνειδητοποιούν το βάθος και το αληθινό νόημα της στρέβλωσης στην οποία η Δυτική επιρροή οδήγησε την ίδια τη ζωή της Εκκλησίας και πάνω απ’ όλα την κατανόηση των Μυστηρίων. Αυτό γίνεται φανερό στο μυστήριο της μετανοίας. Η σοβαρή παραμόρφωση εδώ συνίσταται στην μετατόπιση του νοήματος του μυστηρίου από την μετάνοια και την εξομολόγηση στην στιγμή της “άφεσης” που προσλαμβάνεται δικανικά. Η Δυτική Σχολαστική θεολογία διαχώρισε σε δικανικές κατηγορίες την ίδια την ουσία της αμαρτίας και, αντίστοιχα, την έννοια της άφεσης. Η τελευταία πηγάζει εδώ όχι από την αλήθεια, δηλαδή την αυθεντική φύση της μετανοίας, αλλά από την εξουσία του ιερέως. Εάν για την αρχική ορθόδοξη κατανόηση του μυστηρίου της εξομολόγησης ο ιερέας είναι ο παρευρισκόμενος μάρτυρας της μετανοίας, και ως εκ τούτου μάρτυρας της πλήρους “καταλλαγής με την Εκκλησία εν Χριστώ Ιησού...”, ο Λατινικός νομικισμός υπερτονίζει την εξουσία του ίδιου του ιερέως να δίνει άφεση αμαρτιών. Έτσι προκύπτει η ολότελα καινοφανής για το Ορθόδοξο δόγμα, αλλά αρκετά δημοφιλής σύγχρονη πρακτική της “άφεσης-απαλλαγής” χωρίς εξομολόγηση. Η αρχική διάκριση ανάμεσα σε αμαρτίες –αφορισμούς από την Εκκλησία (από τους οποίους προέκυπτε η ανάγκη της μυστηριακής συμφιλίωσης με το Εκκλησιαστικό Σώμα) και της αμαρτωλότητας που δεν εξέβαλε τον πιστό εκτός Εκκλησίας, εκλογικεύθηκε από τον Δυτικό Σχολαστικισμό σε διαχωρισμό ανάμεσα στις λεγόμενες θανάσιμες και εξαγοράσιμες (συγγνωστές) αμαρτίες. Οι πρώτες, έχοντας απομακρύνει τον άνθρωπο από την “κατάσταση της χάριτος” απαιτούν μυστηριακή εξομολόγηση και άφεση,· ενώ οι υπόλοιπες χρήζουν μόνο εσωτερικής μεταμέλειας. Στην Ορθόδοξη Ανατολή, ωστόσο, και ιδιαίτερα στη Ρωσία (κάτω από την επίδραση της Λατινόφρονος θεολογίας του Πέτρου Μογίλα και των μαθητών του) η θεωρία αυτή κατέληξε στην υποχρεωτική και δικανική σύνδεση ανάμεσα στην εξομολόγηση-άφεση και την Ευχαριστία.

Κατά έναν ειρωνικό τρόπο η πιο ολοφάνερη “διείσδυση” των Λατίνων αντιμετωπίζεται από μεγάλο αριθμό πιστών ως ορθόδοξη νόρμα, ενώ η πιο απλή απόπειρα για επαναξιολόγηση της πρακτικής κάτω από το φως του αυθεντικού ορθοδόξου δόγματος της Εκκλησίας και των μυστηρίων καταγγέλλεται ως “Ρωμαιοκαθολική”!

-----------------▪︎-------------▪︎------------▪︎---------▪︎

▪︎Αποσπάσματα από το βιβλίο του π.Αλεξάνδρου Σμέμαν: Εξομολόγηση και Θεία Κοινωνία- Ανάμεσα στην ουτοπία και τη φυγή των εκδόσεων Π. Μπότση, 2009.

(Το κείμενο του πρωτοπρεσβύτερου Αλεξάνδρου Σμέμαν, αφού εγκρίθηκε από τη σύνοδο των επισκόπων της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αμερικής, μοιράσθηκε στις κατά τόπους ενορίες με τη μορφή ποιμαντικής επιστολής προς κλήρο και λαό, για να επισημάνει τις στρεβλώσεις που παρατηρούνται στη μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Παρ’ όλο που συντάχθηκε το 1972, διατηρεί -τουλάχιστον για τα Ελληνικά δεδομένα - ακέραιη τη σημασία του).

Κυριακή Γ' Ματθαίου

Σήμερα, το κομμάτι που διαβάσαμε, από απόψεως εικόνων και εκφράσεων, είναι από τα ομορφότερα του Ευαγγελίου του Ματθαίου. Είναι από το 6ο κεφάλαιο. Πιστεύω όλοι διαβάζετε στο σπίτι σας το κατά Ματθαίον, οπότε τώρα θα έχετε φθάσει στο 6ο κεφάλαιο. Αν δεν το κάνετε, αρχίστε το τώρα, έστω ξεκινώντας από το 6ο, δεν πειράζει. Δεν θα παρεξηγηθεί ούτε ο Χριστός ούτε ο ευαγγελιστής, απλά εμείς θα έχουμε κενά και ελλείψεις! Όχι διανοητικές· υπαρξιακές ελλείψεις.

Ο Χριστός, λοιπόν, στο Ευαγγέλιο, που διαβάσαμε σήμερα, έλεγε: Υπάρχουν δύο μάτια· το μάτι του σώματος και το μάτι της ψυχής. Όπως όταν το μάτι του σώματος είναι προβληματικό για τον άλφα ή βήτα λόγο, (ή καταρράκτη έχει, ή κάτι άλλο) και δεν βλέπει καλά, το ίδιο ισχύει και για το μάτι της ψυχής. Άμα δεν έχει ξεκάθαρα το κριτήριά του, θα βλέπει λανθασμένα. Θα βλέπει λανθασμένα δύο ουσιαστικά πράγματα: Τον πλούτο και το άγχος.

Το παρακάτω κομμάτι περιγράφει όλα αυτά. Ότι καταλήγει η ανθρώπινη ζωή ένα άγχος χωρίς στόχο, χωρίς σκοπό, αν δεν έχει το μάτι της ψυχής καθαρό και δεν έχει φως το μάτι της ψυχής. Λέει: Το λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι, και το λυχνάρι της ψυχής είναι το θέλημα του Θεού, το οποίο θέλημα του Θεού γίνεται ζυγαριά μας. Κριτήριο τι κρατάμε και τι πετάμε. Πως αξιολογούμε αυτά που μας συμβαίνουν. Πως ρυθμίζουμε τις σχέσεις μας με το Θεό και με τους άλλους. Και με τα πράγματα.

Τα πράγματα πολλές φορές αντικαθιστούν τα πάντα. Για πολλούς ανθρώπους ούτε ο Θεός υπάρχει, ούτε οι άλλοι άνθρωποι. Υπάρχουν αυτά το οποία οι ίδιοι κατέχουν, και αυτά τα φαντάζονται περιουσία. Ενώ περιουσία για τον άνθρωπο δεν είναι οι καταθέσεις του και τα κτήματά του. Περιουσία για τον άνθρωπο είναι η ποιότητα της καρδιάς του. Αυτό που μπορεί να δώσει σ’ αυτόν που αγαπάει. Όποιον αγαπάμε θέλουμε να του δώσουμε ό,τι καλύτερο έχουμε. Ποιό είναι το καλύτερο που έχουμε; Ένα κτήμα ή λίγα χρήματα; Άμα είναι ένα κτήμα και λίγα χρήματα, μόνον αυτά θα του δώσουμε. Αν έχουμε και κάτι άλλο μέσα στην καρδιά μας, σπουδαιότερο ουσιαστικά από τα χρήματα και από τα κτήματα, θα του δώσουμε αυτό.

Και ποιο είναι αυτό που μπορούμε να του δώσουμε; Το βίωμα ότι έχουμε ένα κριτήριο για το πως αξιολογούμε αυτά που μας συμβαίνουν! Ο σημερινός κόσμος έχει κι αυτός ένα κριτήριο, το οποίο όμως είναι τραγικό. Γιατί το κριτήριο του σημερινού ανθρώπου είναι τα τρία γράμματα: έψιλον, γάμμα και ωμέγα, Εγώ! Εγώ ξέρω, εγώ θέλω, εγώ βλέπω, εγώ μπορώ. Και με κριτήριο αυτή την αυταπάτη (γιατί μέσα μπαίνουν πάρα πολλά πράγματα τα οποία σκοτίζουν το μάτι, αλλά ο άνθρωπος χαίρεται, γιατί δεν τα αντιλαμβάνεται ως σκοτισμό του, ως τύφλωσή του) ταυτίζει τον εαυτό του μ’ αυτά και τα κάνει κριτήριο αυτά. Και μετά μπερδεύονται τα πράγματα, και οι άνθρωποι δεν μπορούν να αξιολογήσουν σε τι θα πρέπει να δώσουν την καρδιά τους και σε τι όχι. Σε τι θα πρέπει να προσκολληθούν, και τι θα πρέπει να πετάξουν από τη ζωή τους. Και βρισκόμαστε σ’ αυτή τη σύγχυση της σημερινής εποχής, που οι άνθρωποι λένε «εγώ έτσι νομίζω» και θεωρούν ότι αυτό είναι το σπουδαιότερο και το απόλυτο κριτήριο με το οποίο πρέπει να κρίνουν τα πράγματα.

Σήμερα ο Χριστός μάς λέει ότι τα πράγματα έχουνε μια εικόνα και μια πραγματικότητα. Ένα πανέμορφο λουλούδι που το κοιτάς και το χαζεύεις, μετά από λίγο ξεραίνεται και το κάνουν προσάναμμα στο φούρνο. Το ίδιο συμβαίνει και σε πολλά πράγματα της ανθρώπινης ζωής. Κάτι όμορφο, αν δεν μπορεί να αντέξει τη δοκιμασία του πειρασμού και των συνθηκών, καταλήγει σε κάποιον φούρνο, σε κάποια φωτιά.

Αδελφοί μου, διαβάζοντας το ευαγγέλιο, όπως έχουμε πει, σιγά-σιγά αποκτάμε αυτό το καθαρό μάτι με το οποίο βλέπουμε τα πράγματα. Γιατί είναι καθαρό αυτό το μάτι; Γιατί είναι το μάτι του Χριστού. Αρχίζουμε να βλέπουμε κι εμείς με το μάτι του Χριστού, με τα κριτήρια του Χριστού. Τα δικά μας μάτια μπορούν να θαμπώσουν από πάθη, από λάθη, από συνήθειες, από χίλια δυο πράγματα. Το μάτι του Χριστού είναι καθαρό και βλέπει, ακόμα κι αν δεν το καταλαβαίνουμε. Όταν Τον εμπιστεύομαι και ενεργώ όπως Εκείνος βλέπει και θέλει, από κει και μετά σιγά-σιγά φωτίζεται και το δικό μου μάτι της ψυχής και αρχίζω σιγά-σιγά να συνειδητοποιώ τα πράγματα. Γι’ αυτό έχει πάρα πολύ μεγάλη αξία και σημασία να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο, όπως έχουμε πει ήδη, και να σκύβουμε πάνω Του για να ακούσουμε με τα αυτιά της ψυχής, ούτως ώστε να φωτιστούν τα μάτια της ψυχής μας.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος