Σάββατο 3 Οκτωβρίου 2026

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης...

Ο Φραγκίσκος της Ασίζης άφησε την τελευταία του πνοή τη νύχτα μεταξύ 3-4 Οκτωβρίου του 1216. Ακριβώς πριν από 800 χρόνια. Ο πρώτος βιογράφος του Θωμάς του Τσελάνο αφηγείται το γεγονός ως εξής: 
 
"Νιώθοντας να πλησιάζει η στιγμή του θανάτου του, κάλεσε κοντά του δύο από τους αγαπημένους του αδελφούς και πνευματικά του τέκνα και τους ζήτησε να ψάλουν μεγαλόφωνα και με χαρούμενη καρδιά ύμνους δοξολογίας προς τον Κύριο, καθώς σίμωνε ο θάνατος ή, σωστότερα, η όντως ζωή. Έπειτα, όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του, άρχισε και ο ίδιος να ψάλλει τον ψαλμό του Δαβίδ: «Φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐκέκραξα, φωνῇ μου πρὸς Κύριον ἐδεήθην» (Ψαλμ. 141,2 κατά τους Ο΄). Ένας από τους αδελφούς που τον φρόντιζαν, ιδιαίτερα αγαπητός στον άγιο και πιο αφοσιωμένος από όλους τους άλλους σ΄ αυτόν, βλέποντας όσα συνέβαιναν και γνωρίζοντας ότι πλησίαζε το τέλος, του είπε: «Αγαπημένε μας πατέρα, τα παιδιά σου πρόκειται σε λίγο να μείνουν ορφανά, στερημένα από το αληθινό φως των ματιών τους! Θυμήσου τα παιδιά που αφήνεις ορφανά, συγχώρησέ τους όλα τα σφάλματα και χάρισε σε όσους βρίσκονται εδώ, αλλά και σε όσους απουσιάζουν, την παρηγοριά της ευλογίας σου». Και ο Φραγκίσκος απάντησε: «Παιδί μου, ο Θεός με καλεί κοντά Του. Συγχωρώ όλους τους αδελφούς μου, παρόντες και απόντες, για όλες τις προσβολές και τις αμαρτίες τους και, όσο περνά από το χέρι μου, τους δίνω σε όλους άφεση. Πες τους, λοιπόν, όσα σου είπα και δώσε τους την ευλογία μου».
 
Έπειτα ζήτησε να του φέρουν το Ευαγγέλιο και παρακάλεσε να του διαβάσουν την περικοπή από το κατά Ιωάννην, που αρχίζει με τα λόγια: «Πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα […] εἰδὼς ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἦλθεν αὐτοῦ ἡ ὥρα ἵνα μεταβῇ ἐκ τοῦ κόσμου τούτου πρὸς τὸν πατέρα» (πρβλ. Ιω. 12,1· 13,1). … Και επειδή γνώριζε ότι σύντομα θα γινόταν χώμα και στάχτη, θέλησε να του φορέσουν τον τρίχινο χιτώνα και να τον ραντίσουν με στάχτη. Και ενώ πολλοί αδελφοί, για τους οποίους υπήρξε πατέρας και οδηγός, είχαν συγκεντρωθεί εκεί με ευλάβεια και περίμεναν τη μακάρια εκδημία του και το ευλογημένο τέλος του, η πανάγια ψυχή του ελευθερώθηκε από τα δεσμά της σάρκας και υψώθηκε προς το αιώνιο φως, ενώ το σώμα του εκοιμήθη εν Κυρίω". 
 
Θωμάς του Τσελάνο, Πρώτος βίος, §109-110. 
 

Κυριακή Β’ Λουκά

Ο Ιαβέρης και ο Γιάννης Αγιάννης

Κυριακή Λουκ. στ΄ 31-36.

 

Μετά απ’ την προηγούμενη Κυριακή, που ο Χριστός μάς ρώτησε τι κάνετε στη ζωή σας, και τι ζυγαριά έχετε για να ζυγιάζετε τα θέματα και τις υποθέσεις της ζωής σας, έρχεται σήμερα το Ευαγγέλιο και συνεχίζει με ένα πιο δύσκολο ερώτημα. Είναι ένα μικρό κομμάτι για ένα πολύ μεγάλο θέμα.

 

Είναι απ’ το έκτο κεφάλαιο, στίχοι 30 έως 36, του κατά Λουκάν. Είπαμε, θυμάστε, την προηγούμενη Κυριακή ότι θ’ αρχίσουμε κι εμείς στο σπίτι μας να διαβάζουμε το Ευαγγέλιο του Λουκά σιγά-σιγά από τώρα, που άρχισε η ανάγνωσή του στην Λειτουργία, μέχρι τα Χριστούγεννα που θα τελειώσει.

 

Σ’ αυτές, λοιπόν, τις λίγες γραμμές ο Χριστός μάς ρωτάει: «Ποιον αγαπάς; Αγαπάς και κανέναν άλλον πλην του εαυτού σου; Αγαπάς κάποιον που δεν σε αγαπάει;». Άμα αγαπάς μονάχα αυτόν που σ’ αγαπάει, άμα κάνεις καλό σε κάποιον που σου έκανε καλό, αυτό είναι μία ανταποδοτική λογική ζυγαριάς και δεν υπάρχει καμία Χάρις σ’ αυτό! Άμα δίνω ένα, σ’ αυτόν που μου ’δωσε ένα, άμα λέω καλημέρα σ’ αυτόν που μου λέει καλημέρα, απλώς ανταποδίδω τα ίσα. Ο Χριστός λέει: «Η δική μου λογική είναι ουσιαστικότερη: Να αγαπάς αυτόν που δεν σε αγαπάει. Μπορείς; Ή μπορείς ή δεν μπορείς. Πάντως το να αγαπάς, αυτό είναι ποιότητα δική σου, όχι των αλλονών».

 

Συνήθως γινόμαστε πολύ εύκολα καθρέφτες. Μας βρίζει κάποιος; Τον βρίζουμε. Μας χαμογελάει; Του χαμογελάμε. Μας φτύνει; Τον φτύνουμε. Ό,τι κάνει, κάνουμε. Είμαστε ετεροκαθοριζόμενοι. Ο Χριστός λέει: «Σταμάτα αυτό, το να είσαι ετεροκαθοριζόμενος! Το να σταματήσεις κάτι τέτοιο είναι το αρχικό και η βάση. Ξεπέρνα και το δεύτερο σκαλοπάτι, να είναι η λογική σου συναλλακτική: Δώσ’ μου να σου δώσω. Ένα για ένα. Είναι βέβαια κάτι τέτοιο μία κατάσταση η οποία είναι καλύτερη από το να μη μιλάς και να μην αγαπάς κανέναν, αλλά δεν είναι… επαρκής και καλή. Πάντοτε το καλύτερο είναι ο εχθρός του καλού. Χρειάζεται κανείς πάντοτε στη ζωή του, βλέποντας μπροστά, και πολύ περισσότερο για την Βασιλεία του Θεού, να επιδιώκει το καλύτερο. Κι ακόμα περισσότερο, για την ψυχή του να το επιδιώκει με όση δύναμη έχει».

 

Συνήθως, τις περισσότερες φορές εμείς μετράμε τις αμαρτίες με την εξωτερική τους εικόνα ή με τη σωματική τους «έκφραση». Δεν είναι όμως οι χειρότερες αμαρτίες αυτές που φαίνονται εξωτερικά ή οι σωματικές. Οι ψυχικές είναι χειρότερες. Οι σωματικές αμαρτίες δημιουργούν εξαρτήσεις που δυσκολεύουν, αλλά οι ψυχικές αμαρτίες, όταν στον άνθρωπο γίνουν τοποθέτηση και άποψη, τότε ο άνθρωπος μέσα του κουβαλάει τη σκέψη του διαβόλου! Όσο κι αν ακούγεται παγωνιά κάτι τέτοιο, αυτό τελικά κουβαλάει!

 

Αδελφοί μου, ο Χριστός μαθαίνει σ’ εμάς να αγαπάμε. Δεν θέλει να ανάβουμε κεριά και θυμιάματα και να λέμε λίγες προσευχές σ’ Αυτόν! Δεν τις χρειάζεται Αυτός, εμείς τις χρειαζόμαστε τις προσευχές. Και δεν πρέπει να λέμε λίγες, πρέπει να λέμε πολλές, γιατί εμείς θα βγούμε από τον εαυτό μας με την προσευχή και θα μάθουμε να αγαπάμε, πρώτα Αυτόν, και μετά κάθε άνθρωπο. Ο Χριστός θέλει να μας μάθει ακριβώς, το να τεντωθούμε λιγάκι, να πλησιάσουμε κοντά Του, να μάθουμε να αγαπάμε και κάποιον που δεν το αξίζει (αναγνωρισμένα δεν το αξίζει), και κάποιον ο οποίος μας έκανε ζημιά!

 

Αυτές τις μέρες συνάντησα μια γυναίκα, που ένας πρώτου βαθμού συγγενής της σκότωσε τους γονείς της. Φανταστείτε τώρα ένας συγγενής να σκοτώνει τους γονείς ενός παιδιού δώδεκα χρονών! Το παιδί πήγε υπηρέτρια σε ένα σπίτι και έμεινε αναλφάβητη εξ αιτίας αυτής της τραγικής ορφάνιας! Μεγάλωσε μέσα στον πόνο, την οδύνη, την απόρριψη και το μίσος! Κάποια στιγμή, στη μετά ζωή της, έκατσε και σκέφτηκε: «Μέσα μου κουβαλάω μια κακία και ένα μίσος, βάσιμο μεν, αλλά αυτή η κακία και το μίσος δουλεύει σαν το σκουλήκι στο ξύλο. Και το ξύλο είναι η δική μου καρδιά και το ‘σκουλήκι του μίσους’ είναι μέσα στη δική μου καρδιά. Πρέπει να τα πετάξω από πάνω μου». Και τα πέταξε και ελευθερώθηκε και πήγε και στον συγγενή να του πει ότι τον συγχωρεί και ότι θα πρέπει να γυρέψει και ’κείνος απ’ τον Χριστό συγγνώμη γι’ αυτό που έκανε.

 

Αδελφοί μου, ο άνθρωπος αρχίζει να μαθαίνει να αγαπάει, να αγαπάει και όταν ο άλλος δεν το αξίζει, μέσα από τις ανθρώπινες σχέσεις της καθημερινής δραστηριότητας, μέσα από τις τριβές στο περιβάλλον της οικογένειας, και κυρίως μέσα από τις σχέσεις ανάμεσα στους συζύγους. Συνήθως εμείς θέλουμε να αγαπάμε κάποιον, ο οποίος είναι κατά τις προδιαγραφές μας, κάνει αυτό που του λέμε, και είμαστε σύμφωνοι με τις ενέργειές του. Τότε τον αγαπάμε! Ο Χριστός όμως μας λέει: Να αγαπάς και κάποιον ο οποίος δεν είναι κατά τις προδιαγραφές σου, δεν κάνει αυτό που του λες και κάνει πράγματα που σ’ εκνευρίζουν!

 

Φυσικά, για να μπορέσουμε να αγαπάμε πρέπει να έχουμε ήδη εμείς αγάπη μέσα μας. Πρέπει να έχουμε δουλέψει με τον εαυτό μας για να μπορέσουμε να αγαπάμε. Tέτοιες καταστάσεις δεν είναι συνηθισμένες και είναι ομολογουμένως δύσκολες!

 

Όμως ο Χριστός λέει καταλήγοντας, σ’ αυτό το μικρό κομμάτι: «Γίνεσθε οὖν οἰκτίρμονες ώς ό πατήρ ήμῶν οἰκτίρμων ἐστί». Να γίνετε και σεις, λέει, γεμάτοι καλοσύνη όπως είναι ο πατέρας σας γεμάτος καλοσύνη.

 

Ο Χριστός δηλαδή σήμερα μας λέει ότι είχε δίκιο ο Γιάννης Αγιάννης, όχι ο Ιαβέρης!! Ο Ιαβέρης, θυμάστε στους «Άθλιους» του Βίκτωρος Ουγκώ, ήταν ο αστυνόμος. Ο Γιάννης Αγιάννης είχε παραβεί το νόμο, είχε κλέψει ένα ψωμί για να φάει και αυτό ήταν κλοπή. Τελεία και παύλα. Έπρεπε να πάει φυλακή. Ο Χριστός λέει να είστε με την πλευρά του Γιάννη Αγιάννη, όχι με την πλευρά του Ιαβέρη. Ο απόλυτος νόμος είναι απόλυτη αδικία. Αλλά ανεξάρτητα απ’ αυτό, θα πρέπει ο καθένας μας να δουλέψει μέσ’ στην καρδιά του να μάθει να αγαπάει αυτούς που δεν τον αγαπάνε, χωρίς να μένει στα εξωτερικά και τα τυπικά. Αυτό δεν σημαίνει αδιαφορία για τον νόμο, αλλά σωστή ερμηνεία του νόμου. Νόμος σημαίνει ανταποδοτική ισότητα, και στην πληρέστερη εκδοχή του, προσδιορισμός σωστικών ορίων και διασφάλιση γαλήνης. Αγάπη σημαίνει υπέρβαση του νόμου, όταν αυτός που ισχυρίζεται ότι αγαπά, αναλαμβάνει και την ευθύνη της άλλης πλευράς. Αγάπη σημαίνει θυσία του εαυτού μου χάριν του άλλου. Αγάπη σημαίνει απεραντοσύνη και ευρυχωρία ψυχικής ομορφιάς. Η ομορφιά και το απέραντο της αγάπης, την διασώζουν από το να γίνει… θύμα κακοβουλίας εκ μέρους «πονηρών οφθαλμών…» (Ματθ. 20, 15).

 

Ευτυχώς που ο Χριστός, ευτυχώς για όλους μας, είναι γεμάτος καλοσύνη. Εμείς, για να πάμε κοντά Του, πρέπει να Του μοιάσουμε. Αλλοιώς δεν θα ’μαστε παιδιά Του, και δεν θα… κατοικήσουμε στο σπίτι Του.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος 

Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ...

Σὰν μέλος καὶ ἱερεὺς τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πιστεύω ὅτι ἡ Ἐκκλησία, μέσα στὴν ὁποία βαπτίσθηκα καὶ ἀνατράφηκα, εἶναι ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ μόνη ἀληθινὴ Ἐκκλησία. Καὶ τὸ πιστεύω γιὰ πολλοὺς λόγους: ἕνεκα προσωπικῆς πεποιθήσεως καὶ ἕνεκα τῆς ἐσωτάτης βεβαιώσεως τοῦ Πνεύματος, ποὺ πνέει στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ ἕνεκα τῶν ὅσων εἶναι δυνατὸ νὰ γνωρίζω ἀπὸ τὴ Γραφὴ καὶ ἀπὸ τὴν καθολικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας. Εἶμαι ὑποχρεωμένος, λοιπόν, νὰ θεωρῶ ὅλες τὶς ὑπόλοιπες χριστιανικὲς ἐκκλησίες ὡς ἐλαττωματικές, καὶ σὲ πολλὲς περιπτώσεις μπορῶ νὰ προσδιορίσω αὐτὲς τὶς ἐλλείψεις τῶν ἄλλων ἐκκλησιῶν μὲ ἀπόλυτη ἀκρίβεια. Γι’ αὐτό, λοιπόν, ἡ ἕνωση τῶν Χριστιανῶν, γιὰ μένα, σημαίνει ἀκριβῶς τὴν παγκόσμια ἐπιστροφὴ στὴν Ὀρθοδοξία. Δὲν ἔχω καμμία ἀπολύτως ὁμολογιακὴ πεποίθηση, ἡ πεποίθησή μου ἀνήκει ἀποκλειστικὰ στὴν Una Sancta («Μία Ἅγία...» ).

Ξέρω καλὰ ὅτι ἡ ἀξίωσή μου θὰ ἀγνοηθεῖ ἀπὸ πολλοὺς χριστιανούς, Θὰ θεωρηθεῖ ὅτι εἶναι μιὰ ἐγωιστικὴ καὶ μάταιη ἀπαίτηση. Ξέρω, ἐπίσης, καλὰ ὅτι πολλὰ πράγματα, ποὺ τὰ πιστεύω ἀπόλυτα δὲν εἶναι πιστευτὰ ἀπὸ ἄλλους. Ὅμως, δὲν βλέπω κανένα λόγο, γιὰ τὸν ὁποῖο πρέπει ἐγὼ ν’ ἀμφιβάλλω γι’ αὐτὰ ἤ νὰ μὴν πιστεύω ἐγὼ ὁ ἴδιος. Τὸ μόνο ὅμως ποὺ λογικά μοῦ ἐπιβάλλεται νὰ κάνω εἶναι νὰ διακηρύξω τὴν πίστη μου καὶ νὰ τὴν ἐκφράσω μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε οἱ φτωχές μου λέξεις νὰ μὴν ἀμαυρώσουν τὴν ἀλήθεια. Γιατί εἶμαι σίγουρος, ὅτι ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ φέρνει βεβαιότητα. Τοῦτο, βέβαια, δὲν σημαίνει ὅτι τὸ κάθε τί μέσα στὶς πολλὲς Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες κατὰ τὸ παρελθὸν ἤ τὸ παρὸν πρέπει νὰ ταυτισθεῖ μὲ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ. Πολλὰ πράγματα προφανῶς ὑπόκεινται σὲ ἀλλαγές. Καί, φυσικά, πολλὰ πράγματα ἔχουν ἀνάγκη βελτιώσεως. Ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία δὲν εἶναι ἀκόμη ἡ τέλεια Ἐκκλησία.

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ πρέπει νὰ ἀναπτυχθεῖ καὶ νὰ οἰκοδομηθεῖ μέσα στὴν ἱστορία. Κι ὅμως ἡ ὅλη καὶ ἡ πλήρης ἀλήθεια ἔχει ἤδη δοθεῖ καὶ ἀνατεθεῖ στὴν Ἐκκλησία. Ἡ ἀναθεώρηση καὶ νέα διατύπωση εἶναι πάντοτε δυνατή, καὶ ὁρισμένες φορές, μάλιστα, ἐπιβεβλημένη. Ὅλη ἡ ἱστορία τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων τοῦ παρελθόντος τὸ ἀποδεικνύει. Οἱ ἅγιοι Πατέρες μ’ αὐτὸν τὸ σκοπὸ συγκεντρώνονταν. Βέβαια, στὸ σύνολο, τὸ ταμεῖο τῆς Πίστεως φυλάχθηκε πιστά, καὶ ἡ μαρτυρία τῆς πίστεως κέρδισε σὲ ἀκρίβεια καὶ εὐστοχία διατυπώσεως. Πάνω ἀπ’ ὅλα, ἡ μυστηριακὴ δομὴ τοῦ Σώματος ἔχει διατηρηθεῖ σώα καὶ ἄθικτος. Καὶ στὸ σημεῖο τοῦτο πάλι γνωρίζω ὅτι ἡ προσωπική μου αὐτὴ πεποίθηση εἶναι δυνατὸ νὰ ἀπορριφθεῖ σὰν αὐταπάτη. Ἀλλὰ γιὰ μένα ἀποτελεῖ ἀκράδαντη πεποίθηση. Ἂν αὐτὸ ἤθελε θεωρηθεῖ πεισμονή, εἶναι ἡ πεισμονὴ τῆς ἀλήθειας καὶ τῶν τεκμηρίων.

Μπορῶ μόνο νὰ δῶ αὐτό, ποὺ πράγματι βλέπω. Δὲν εἶμαι σὲ θέση νὰ κάνω τίποτ’ ἄλλο. Ἀλλὰ μὲ κανένα τρόπο δὲν εἶμαι διατεθειμένος νὰ θέσω κανέναν «ἐκτὸς Ἐκκλησίας». Ἡ «κρίσις» ἔχει δοθεῖ στὸν Υἱό. Κανεὶς δὲν διορίσθηκε γιὰ νὰ προλαμβάνει τὴν κρίση Του. Ἡ Ἐκκλησία, βέβαια, ἔχει τὴ δική της ἐξουσία μέσα στὴν ἱστορία. Εἶναι, πρῶτ’ ἀπ’ ὅλα, ἡ ἐξουσία νὰ κηρύττει καὶ νὰ διαφυλάττει τὸ λόγο τῆς ἀληθείας. Ὑπάρχει κάποιος κανόνας πίστεως καὶ τάξεως, ποὺ πρέπει νὰ θεωρεῖται σὰν κανόνας. Ὁτιδήποτε βρίσκεται πέραν τούτου εἶναι «ἀνωμαλία». Ἀλλὰ ἡ «ἀνωμαλία» πρέπει νὰ θεραπεύεται καὶ ὄχι ἁπλῶς νὰ καταδικάζεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ δικαίωση γιὰ τὴ συμμετοχὴ ἑνὸς Ὀρθοδόξου στὸν οἰκουμενικὸ διάλογο μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι μὲ τὴ μαρτυρία του ἡ Ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ κερδίσει ἀνθρώπινες ὑπάρξεις.

π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ (†)

Και την καρδιά...

«Όταν κάποιος εκτός από τα αντίδωρα σου κλέβει και την καρδιά»...

Επίσκοπος Τολιάρας και Ν. Μαδαγασκάρης Πρόδρομος

Κλειδί η αγάπη...

Ο αδόκητος θάνατος του δημοφιλούς τραγουδιστή έφερε στο προσκήνιο ένα παλαιό ανθρώπινο αίτημα: τη διατήρηση της νεότητας και την υπέρβαση της φθοράς που φέρνουν το γήρας και ο δύσκολος τρόπος ζωής, όταν ο άνθρωπος δεν ακολουθεί τους συνήθεις ρυθμούς. Όταν κάποιος είναι χαρισματικός, ξεχωρίζει, γίνεται είδωλο στα μάτια των πολλών, όταν έχει να διαχειριστεί χρήματα και δόξα, οι ψυχικές του δυνάμεις δεν επαρκούνε. Και είναι γρηγορότερη η φθορά από ό,τι ζούνε οι άνθρωποι του μέσου όρου. Όμως η αγωνία και η αναζήτηση των πολλών είναι ακριβώς ο τρόπος με τον οποίο θα διατηρηθούνε νέοι, θα αντέξουνε, θα μπορέσουν να ανταποκριθούνε στις απαιτήσεις της εικόνας που έχουν φτιάξει είτε οι ίδιοι για τον εαυτό τους είτε οι άλλοι για εκείνους. Και εδώ έρχονται συχνά όσοι υπόσχονται θαύματα με τη βοήθεια της επιστήμης ή κάποιας τεχνικής που είναι μυστικό που αγοράζεται. Η φιλοσοφική λίθος των αλχημιστών του Μεσαίωνα έχει επανέλθει με άλλη μορφή.

Θέλουμε να ζήσουμε, ει δυνατόν για πάντα. Πόσο κακό να είναι αυτό; Το εύλογο ερώτημα δεν αγγίζει όσους είναι ακόμη νέοι. Καθώς περνάνε όμως τα χρόνια, η αιώνια νεότητα ως ζητούμενο φυτεύεται και καλλιεργείται στον νου και στην καρδιά. Το ερώτημα όμως θα έπρεπε να τεθεί αλλιώς: γιατί να πεθαίνουμε; Έχουμε καταφέρει με τη βοήθεια της ιατρικής, της φαρμακευτικής, της τεχνολογίας να παρατείνουμε τη ζωή μας κατά πολύ σε σχέση με το παρελθόν. Όμως κανείς δεν μπορεί να νικήσει τον χρόνο, τον θάνατο που είναι ο έσχατος εχθρός του ανθρώπου. Η θεολογική απάντηση ότι ο θάνατος υπάρχει «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται» είναι μια ερμηνεία, όχι όμως παρηγοριά. Γι’ αυτό και η εποχή μας, στην οποία η θεολογική ερμηνεία της ζωής θεωρείται παρωχημένη, έχει πέσει με όλη της τη δύναμη, συχνά καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις, να μας οδηγήσει στη μακροζωΐα, η οποία όμως ταυτίζεται με την νεότητα.

Είναι γνωστός ο μύθος του Τιθωνού. Η Ηώς, η Αυγή, η κόρη του Ήλιου, ερωτεύτηκε έναν θνητό, τον Τιθωνό. Ζητά από τον Δία να τον κάνει αθάνατο. Δεν σκέφτηκε όμως να ζητήσει την νεότητα για εκείνον. Έτσι, γερνούσε, αλλά δεν πέθαινε, ζώντας ένα μαρτύριο. Και η Ηώς θα παρακαλέσει τους θεούς να τον απαλλάξουν. Κι αυτοί θα τον μεταμορφώσουν σε τζιτζίκι, που τραγουδά όλη την ημέρα για χατίρι της Ηούς και σιωπά τη νύχτα, όταν η αγαπημένη του κρύβεται.

Η θεολογική απάντηση δεν περιορίζεται στον θάνατο. Συμπεριλαμβάνει και την ανάσταση και την αιωνιότητα. Πλαστήκαμε για να ζήσουμε. Το σώμα μας υφίσταται τη δοκιμασία του χρόνου και της φθοράς, «ίνα μη το κακόν αθάνατον γένηται», διότι αυτό θα ήταν το μεγαλύτερο μαρτύριο για την ανθρωπότητα. Όμως η σχέση με τον Χριστό μάς οδηγεί στην υπέρβαση του θανάτου, πρώτα με την μία πλευρά της εικόνας του Θεού εν τω προσώπω μας που είναι η ψυχή, διά της οποίας συνεχίζουμε να υπάρχουμε και μετά τον θάνατο, και κατόπιν με την προσδοκία της ανάστασης των νεκρών στην Δευτέρα Παρουσία του Χριστού, διά της οποίας θα καταργηθεί ο θάνατος.

Κλειδί η αγάπη. Η αγάπη είναι ο τρόπος της νεότητας που την καθιστά αιώνια. Αυτός που αγαπά, δεν γερνά, διότι δίνει και δίνεται. Μπορεί οι ρυθμοί του σώματος να πέφτουν. Όμως η αγάπη κρατά την ύπαρξη ακμαία. Τι να την κάνεις τη ζωή αν δεν μπορείς ή δεν θέλεις να αγαπήσεις; Μοιάζει με αυτή του Τιθωνού που μαράζωνε, διότι τόσο η Ηώς όσο κι εκείνος έβλεπαν τη σχέση στη σωματική της διάσταση και ακμή και όχι στην κοινωνία των προσώπων, η οποία δεν νικιέται από τον χρόνο. Και για την πίστη η αγάπη γίνεται ανάσταση. Το μεγαλύτερο δώρο του Θεού στον άνθρωπο, την εικόνα Του.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Τι σημαίνει υγιής ενορία...

Τι σημαίνει υγιής ενορία, μονή, μητρόπολη κτλ. Μήπως τέλεια; Αυτό θα ήταν αφελής και ουτοπική προσδοκία. Βαθμοί υγείας και νοσηρότητας υπάρχουν σε κάθε ομάδα, όπως και σε κάθε άνθρωπο άλλωστε. Με την επίγνωση ότι όλοι νοσούμε μπορούμε να αποδεχθούμε και το εύλογο συμπέρασμα ότι και όλες οι ομάδες νοσούν σε κάποιο βαθμό, ως έργα των χειρών μας.

Είναι προφανές ότι κάθε ομάδα ή οργανισμός περιέχει μέλη με ποικίλους βαθμούς υγείας και νοσηρότητας. Αν ένας άνθρωπος δεν είναι εύκολο να χαρακτηρισθή αμιγώς ψυχικά υγιής ή νοσηρός, πολλώ μάλλον ένα σύνολο ανθρώπων. Αναμένεται λοιπόν να συνυπάρχουν τα υγιά με τα νοσηρά στοιχεία, το μίγμα των οποίων παρέχει πλήθος συμπεριφορών και εκβάσεων. Τότε ποια εκκλησιαστική ομάδα θα χαρακτηρίσουμε νοσηρή;

Αυτή στην οποία τα νοσηρά στοιχεία επικρατούν τόσο πολύ ώστε να δίνουν τον τόνο, κάτι που σημαίνει πως η ομάδα ή ο οργανισμός καταλήγει να συμπεριφέρεται ως σύνολο πρωτίστως με νοσηρούς τρόπους, παρά την ύπαρξη υγιών μελών, ακόμη και υγιών στάσεων σε κάποια ελάσσονα ζητήματα. «Όπως ένα άτομο δεν χαρακτηρίζεται διεστραμμένο από ένα στοιχείο μόνο, έτσι και ένας οργανισμός δεν είναι διεστραμμένος επειδή έχει μερικά διεστραμμένα μέλη... Χρειάζεται να εξετάσουμε σφαιρικά το σύστημα ώστε να διαπιστώσουμε αν χρωματίζεται ως όλον από ασυνείδητα διεστραμμένα στοιχεία» (Long, 2008, σ. 33-34).

Η σπουδή της υγείας και της αρρώστιας των εκκλησιαστικών ομάδων θα αποτελέσει το αντικείμενο του βιβλίου αυτού. Ένας λεπτομερής φωτισμός της λειτουργίας τους είναι απαραίτητος, επειδή δεν συμπίπτουν τα κριτήρια όλων μας για το τι συνιστά υγεία και τι αρρώστια. Αν, μάλιστα, κάποιος έχει περάσει πολλά χρόνια της ζωής του σε μια συγκεκριμένη εκκλησιαστική ομάδα, ενδέχεται να μην είναι καν σε θέση να αντιληφθή την αρρώστια της.

Πέρα από την δύναμη της συνήθειας ποικίλουν και οι αντιλήψεις. Για παράδειγμα, είναι αρκετό να αυξάνεται αριθμητικά μια ενορία ή μονή για να χαρακτηρισθή υγιής; Προφανώς όχι. Και όμως, αυτό το κριτήριο χρησιμοποιείται συχνά ως αδιάψευστος δείκτης προόδου. Πολλές φορές υγεία δεν σημαίνει κατ' ανάγκην αύξηση, η οποία ενδέχεται να εξαρτάται και από δημογραφικές παραμέτρους. Άλλωστε το αριθμητικό στοιχείο εξαρτάται και από την αναπτυξιακή πορεία (Steinke, 1996, σ. ix). Το κριτήριο της ποιότητας ως αριθμητικής ισχύος υποδηλώνει είτε απλουστευτική σκέψη είτε ναρκισσιστικά κίνητρα.

Μαθαίνοντας περισσότερα για τη νοσηρότητα ο αναγνώστης θα εξαγάγει οπωσδήποτε συμπεράσματα για το τι είναι υγεία. Ένας ενδιαφέρων ορισμός που έχει δοθή είναι ότι «υγιές ποίμνιο είναι αυτό που ενεργά και υπεύθυνα αντιμετωπίζει ή θεραπεύει τις δυσκολίες του, όχι αυτό που δεν έχει προβλήματα» (Steinke, 1996, σ. 10). Άλλωστε ο Χριστός ήλθε ακριβώς επειδή είμαστε ασθενείς· η τραγωδία έγκειται στη ανικανότητα ή απροθυμία μας να αναγνωρίσουμε την αρρώστια μας. Και η Εκκλησία δεν είναι αγία εξαιτίας μας αλλά εξαιτίας του Χριστού.

Ένας άλλος ορισμός εισάγει ως κριτήριο την σχέση με την πραγματικότητα. «Υγεία του οργανισμού μπορεί να θεωρηθή η ικανότητά του να αποτιμά με ακρίβεια αν οι αρχικές υποθέσεις για την σχέση του με το περιβάλλον συνεχίζουν να είναι ακριβείς καθώς τόσο ο οργανισμός όσο και το περιβάλλον εξελίσσονται. Για να τα βγάλει πέρα προσαρμοστικά πρέπει να αναπτύξει την ικανότητα α) να αποκτά έγκυρες πληροφορίες, β) να τις διαβιβάζει στα κατάλληλα σημεία του οργανισμού, γ) να κάνει τους αναγκαίους μετασχηματισμούς στην στρατηγική, τους στόχους και τα μέσα, δ) να μετρά τα αποτελέσματα» (Schein, 1985, σ. 87-88).

Με άλλα λόγια, η Εκκλησία, για να είναι όντως Εκκλησία, χρειάζεται να επικοινωνεί σωστά και με τον κόσμο που την περιβάλλει και με το εσωτερικό της, με εφόδιο τον ρεαλισμό, δηλαδή αποφεύγοντας να ζη 'στον δικό της κόσμο'.

-------------------▪︎-----------------▪︎-----------------

π. Βασίλειος Θερμός,

Σώμα θαμμένο και ζωηφόρο.

Η τελετουργική νηστεία είναι σημαντική...

Ένα ολοήμερο διάλειμμα από το τηλέφωνό μου με βοηθάει να ανακαλύψω ξανά τον ρυθμό του μυαλού μου, πράγμα χρήσιμο για να νιώσω ότι μου ανήκουν πλήρως οι αισθήσεις μου.

Η νηστεία βοηθάει. Το να γευτώ φαγητό μετά από μια μέρα αφαγίας με βοηθάει να δώσω τη δέουσα σημασία στις πράξεις της καθημερινής ζωής.

Η τελετουργική νηστεία είναι σημαντική σε όλους τους πολιτισμούς και τις θρησκείες. Μόνο εδώ δεν είναι, στην κοσμική Δύση, όπου περιμένουμε να αποκτήσουμε όλα τα συμπαρομαρτούντα της επιτυχίας χωρίς να κάνουμε την απαραίτητη ενδοσκόπηση, προκειμένου να καταλάβουμε το κόστος της και τις ευθύνες που τη συνοδεύουν.

Kae Tempest,

Για τη σύνδεση.