Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2026

Ο Σταυρός ως μέσον αγιασμού και μεταμόρφωσης του κόσμου

π. Δημήτριος Στανιλοάε (†)

Διά του σταυρού ο Χριστός αγίασε το σώμα του -κρίκο σύνδεσης με τον κόσμο. Απέκρουσε τους πειρασμούς που του έστελνε ο κόσμος, να γευθεί δηλαδή τις ηδονές, ικανοποιώντας υπέρμετρα τις ανάγκες του ή αποφεύγοντας τον πόνο και το θάνατο. Αν, κατά τον ίδιο τρόπο, απωθήσουμε τους πειρασμούς της αμαρτίας και υπομείνουμε καρτερικά τις οδύνες του θανάτου, η αγιότητα μπορεί να απλωθεί από το σώμα Του σε όλα τα σώματα και σε όλο τον κόσμο.

Η ορθόδοξη Εκκλησία δεν λέει πως διά του σταυρού ο Χριστός εξήλθε της δημιουργίας, αλλά πως την αποκατέστησε σε παράδεισο- παράδεισο αρετής γι’ αυτούς που, από αγάπη σ’ Εκείνον, αποδέχονται το σταυρό Του. Συνεπώς ο σταυρός είναι η δύναμη του Χριστού, που, αν την προσλάβουμε, μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο στον παράδεισο. Γι’ αυτό το σκοπό ο Χριστός μένει μαζί μας έως της συντέλειας των αιώνων. Χωρίς αμφιβολία, ο πλήρης παράδεισος θα πραγματωθεί μόνο μετά την παγκόσμια ανάσταση.

Η δημιουργία μεταβλήθηκε σε πεδίο μάχης ανάμεσα στους ανθρώπους, εξαιτίας της απληστίας και των εγωιστικών παθών γενικά. Μπορεί όμως να αποκατασταθεί στην παραδεισιακή κατάσταση διά του σταυρού. Η ορθόδοξη Εκκλησία στη γιορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, στις 14 Σεπτεμβρίου, ψάλλει: «Εν Παραδείσω με το πριν ξύλον εγύμνωσεν, ούπερ τη γεύσει ο εχθρός εισφέρει νέκρωσιν· του Σταυρού δε το ξύλον, της ζωής το ένδυμα ανθρώποις φέρον, επάγη επί της γης και κόσμος όλος επλήσθη πάσης χαράς» (Κάθισμα εορτής). Δι’ αυτού ο παράδεισος ανοίχτηκε ξανά, γιατί η «στρεφόμενη ρομφαία» (Γεν. 3,24), που εμπόδιζε την είσοδο σ’ αυτόν, εξαιτίας της ανθρώπινης απληστίας, δεν μπορούσε πια να τον κρατήσει κλειστό. Γιατί τώρα ο Χριστός εισήλθε στον παράδεισο, αφού τον άνοιξε, φέρνοντας ως ένας άνθρωπος το ξύλο του σταυρού, διά του οποίου κατανίκησε την απληστία και προτίμησε την απάρνηση του εαυτού Του. Και θα εισέλθουν στον Παράδεισο όλοι όσοι θα πράξουν το ίδιο.

Σίγουρα υπάρχει ένας παράδεισος, στον οποίο εισέρχονται οι ψυχές των πιστών μετά θάνατο. Αλλά μπορεί να υπάρχει ένας εν εξελίξει παράδεισος και έδώ στη γη, αποκατάσταση του αρχικού παραδείσου. Μπορεί να εξελιχθεί διά του σταυρού, που υψώνεται στο μέσο της γης και που οι άνθρωποι τον αποδέχονται ως κανόνα της ζωής τους. Ο μετά θάνατον παράδεισος των ψυχών των πιστών, υπάρχει ήδη χάρη στην επίγεια ζωή τους, που ακολουθεί το πνεύμα του σταυρού. Τελικά ο εν εξελίξει επίγειος παράδεισος, θα γίνει μετά την ανάσταση των σωμάτων, ο τέλειος και αιώνιος παράδεισος.

Αλλά χωρίς την προσπάθεια να κάνουμε τη γη, σ’ ένα κάποιο βαθμό, παράδεισο, δεν προχωρούσε προς τον παράδεισο του επέκεινα. Γι’ αυτό το σκοπό ο Χριστός μένει μαζί μας ως το τέλος του κόσμου.

Αποκτούμε ήδη στη γη μια πρόγευση του εσχατολογικού παραδείσου. Η ορθόδοξη Εκκλησία σ’ ένα άλλο ύμνο ψάλλει: «Ω του παραδόξου θαύματος! το ζωηφόρον φυτόν, ο Σταυρός ο πανάγιος εις ύψος αιρόμενος εμφανίζεται σήμερον δοξολογούσι πάντα τα πέρατα εκδειματούνται δαίμονες άπαντες• ω οίον δώρημα τοις βροτοΐς κεχάρισται!» (Αίνοι Υψώσεως Τιμίου Σταυρού).

Από όλους τους ύμνους της ορθόδοξης Εκκλησίας, προκύπτει ο ρόλος του σταυρού στην αγιοποίηση και τη μεταμόρφωση του κόσμου. Όπως το σώμα του Κυρίου αγιάσθηκε διά του σταυρού, έτσι αγιάζονται και τα δικά μας σώματα και οι σχέσεις μας με τον κόσμο και ο ίδιος ο κόσμος. Λαβαίνουμε αγιασμό με τη δύναμη του Χριστού, μέσα στην οποία ο σταυρός διατηρεί την παρουσία του, και αποτελεί προέκταση της συνετής, υπομονετικής, αναμάρτητης στάσης του απέναντι στον κόσμο, και γίνεται δοξολογία του Πατέρα, προσφορά σ’ Αυτόν όλων των σχέσεων με τον κόσμο.

Γι’ αυτό, στην ορθόδοξη Εκκλησία, όλα τα πρόσωπα και όλα τα πράγματα, μέσω του σταυρού, θυσιάζονται και προσφέρονται. Οι χριστιανοί, κάνοντας το σημείο του, σταυρού ζητούν τη δύναμη να φερθούν με καθαρότητα απέναντι στον κόσμο. Ακόμη διαδηλώνουν τη θέλησή τους, να υψωθούν με την προσπάθειά τους, ως τη συνάντηση αυτής της δύναμης· να δοξάσουν το Θεό με όλες τους τις πράξεις και τις οδύνες μέσα στον κόσμο, ακόμη και με το θάνατό τους· να ζήσουν και να πεθάνουν για το Θεό, να εκδηλώσουν με κάθε τρόπο, ότι θυσιάζονται σ’ Εκείνον. Η Εκκλησία διά του σταυρού αγιάζει τα πάντα· το νερό, με το οποίο ραντίζει τους πιστούς, τις τροφές, τα σπίτια, τα περιβόλια και τα χωράφια με τους καρπούς τους, τα δώρα που προσφέρονται στο Θεό. Ο σταυρός όλα τα αγιάζει, τα καθαίρει στο βαθμό πού καθαρίζονται, καθιστώντας το Θεό διάφανο, Κύριο τους. Ο σταυρός τα θέτει, μέσα από όλα τα πράγματα, σε επικοινωνία με το Θεό. Τα πάντα προσφέρονται ως δώρα στο Θεό. Όλες οι λατρευτικές ακολουθίες αρχίζουν και τελειώνουν με το σημείο του σταυρού, Όλες οι κύριες χειρονομίες της λατρείας συνοδεύονται από το σημείο του σταυρού, γιατί η ίδια η δύναμη του Χριστού κατέρχεται διά του σημείου του σταυρού στο βαθμό, που κάνοντάς το, Τον επικαλούμαστε. Μ’ αυτό το σημείο οι πιστοί έρχονται να συναντήσουν τη δύναμη του Χριστού, υποσχόμενοι να προσφερθούν καθαρή θυσία στο Θεό, να φερθούν με καθαρότητα σε κάθε πράξη τους μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό, το σημείο του σταυρού, συνοδεύεται πάντοτε από την επίκληση της Αγίας Τριάδας. Γιατί αυτή ενεργεί την σωτηρία των ανθρώπων και από αυτή κατέρχεται η θεία δύναμη, που ενεργεί μέσα στον κόσμο, για να τον εξαγιάσει και να τον μεταμορφώσει. Αυτή φανερώνεται διά του σταυρού μέσα στον κόσμο.

Η δύναμη του σταυρού καθαίρει όχι μόνο τούς πιστούς και τη σχέση τους με τον κόσμο, αλλά και τον ίδιο τον κόσμο. Διά του σταυρού αποδιώχνονται οι δαίμονες, που προξενούν το κακό και εκτοξεύουν τους πειρασμούς μέσα από το νερό, το κρασί, τους καρπούς, τα ανθρώπινα πρόσωπα.

Οι πιστοί πιστεύουν πως, κάνοντας το σημείο του σταυρού, σε όλες τους τις πράξεις και όλους τους δρόμους της ζωής τους, σε κάθε επαφή τους με την φύση και τους ανθρώπους, έχουν συναντιλήπτορα το Άγιο Πνεύμα. Υπάρχει μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στο σταυρό και το Άγιο Πνεύμα, γιατί ο σταυρός είναι η ανθρώπινη προσπάθεια καθαρμού, ενώ το Άγιο Πνεύμα είναι η εξαγιάζουσα θεία δύναμη. Και τα δύο χρειάζεται να συμπορεύονται.

Ο σταυρός είναι η καθαρτήρια δύναμη του σύμπαντος. Κι όταν κάνουμε το σημείο του με πίστη και θέληση, για μια ζωή καθαρή μέσα στον κόσμο, έρχεται η δύναμη του Πνεύματος του Χριστού, που υπήρξε καθαρός μέσα στον κόσμο, κι αγιάζει το σώμα του με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος. Κι εμείς αποφεύγουμε την αμαρτία και υπομένουμε το θάνατο. Ο σταυρός μας δίνει αυτή την δύναμη του Χριστού γιατί, έχοντάς τον στη μνήμη μας, θέλουμε να μιμηθούμε το παράδειγμά του και να φερόμαστε μέσα στον κόσμο χωρίς πάθη εγωιστικά, με πνεύμα σωφροσύνης, ειρήνης και συμφωνίας με τους άλλους.

«Ο σταυρός είναι όπλο εναντίον του διαβόλου», ψάλλει η ορθόδοξη Εκκλησία. Είναι όπλο ενάντια σε όλους τους πειρασμούς και τις μεθόδους του διαβόλου, ενάντια στα πάθη που μας οδηγούν σε φιλονικίες, ενάντια στην απολυτότητα. Ο σταυρός είναι όπλο εναντίον του διαβόλου, στο βαθμό που δυναμώνει μέσα μας το πνεύμα της θυσίας, της κοινωνίας με το Θεό και μεταξύ μας.

Μόνο ο σταυρός, με το να τιθασεύσει τα εγωιστικά πάθη μας, και με το να εξασθενίζει την υπερβολική προσκόλλησή μας στον κόσμο, που θεωρείται ως η μόνη πραγματικότητα, μπορεί να φέρει μια διαρκή ειρήνη ανάμεσα στους ανθρώπους και στους λαούς.

Οι Άγιοι Πατέρες πρεσβεύουν, ότι η θέα του Θεού μέσα στον κόσμο, ή, η διαφάνεια του Θεού στον κόσμο, εξαρτάται από τον καθαρμό μας από τα πάθη. Αυτή η ιδέα αναπτύχθηκε θεωρητικά, με ιδιαίτερο τρόπο, από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή. Κατ’ αυτόν, όταν κοιτάζουμε τα πράγματα καθαροί από πάθη, αποκαθιστούμε το αληθινό τους νόημα, δηλαδή την μέσα από αυτά διαφάνεια του Θεού. Λέγει: «Νόημα έστιν εμπαθές, λογισμός σύνθετος από πάθους και νοήματος. Χωρίσωμεν το πάθος από του νοήματος και απο¬μένει ο λογισμός ψιλός. Χωρίζομεν δε δι’ αγάπης πνευματικής και εγκράτειας, εάν θέλωμεν». (Μαξίμου Όμολ. 400 Κεφάλαια περί Αγάπης III, 43, Ρ.G. 90, 1029). Αυτό όμως, δεν σημαίνει καταστροφή του κόσμου, αλλά ανακάλυψη (ξανά) των αληθινών του νοημάτων, που δεν έχουν παραμορφωθεί από τα πάθη, και της θεϊκής τους διαφάνειας.

Όταν αναλάβουμε το σταυρό, γινόμαστε με τη δύναμη του σταυρού του Χριστού «καινή κτίσις» (Β’ Κορ. 5,16-17), όπως λέγει ο Απ. Παύλος. Σ’ αυτή την κατάσταση βλέπουμε πως «τα πάντα εκ του Θεού» (Β’ Κορ. 5,18), όπως λέγει ο ίδιος στη συνέχεια Απόστολος. Μ’ αυτό τον τρόπο προετοιμάζουμε την κτίση, για να φτάσει στην κατάσταση της ελευθερίας, στην οποία θα φτάσουμε και μεις ως υιοί Θεού, κι όχι ως δούλοι πια του κόσμου και των παθών. Γιατί ούτε ο κόσμος χαίρεται από την κατάσταση της έκπτωσης, στην οποία, πέφτοντας εμείς, τραβούμε και τον κόσμο και γινόμαστε σκλάβοι του, αντί να είμαστε κύριοι του. Η κατάσταση της ελευθερίας, στην οποία θα φτάσουμε, αντιστοιχεί στην κατάσταση της δόξας, της οποίας μπορούμε να κάνουμε κοινωνό και τον κόσμο (Ρωμ. 8,31).

Η δημιουργία βρίσκεται ακόμη σε ωδίνες τοκετού, όσον άφορα αυτή την αληθινή και καινούργια κατάσταση της ύπαρξής της. Είναι οι ωδίνες του σταυρού, το να αντέξεις αναμάρτητα. Ο σταυρός επαληθεύεται ως το μόνο μέσο διά του οποίου ο κόσμος περνά σε μια καινούργια μορφή ύπαρξης, όπου ο Θεός γίνεται ορατός ως ο ων τα πάντα εν πάσι. Είναι η μόνη οδός για να φτάσουμε στο πιο λαμπρό δείπνο, εκεί που αφθονεί η γνώση του Θείου Λόγου, εκεί που η δημιουργία τον καθιστά διάφανο σ’ όλη του την πληρότητα, και ερχόμαστε σε ευθύ και καθαρό διάλογο μαζί Του. Έτσι όλος ο κόσμος θα φανερωθεί μέσα Του, και μέσα μας, ως το κοινό περιεχόμενο του διαλόγου, ως μια ολοφώτεινη διαφάνεια, διά της οποίας θα μας γίνει γνωστός με όλο τον δοσμένο σε μας πλούτο του. (Αγ. Μάξιμος Ομολογητής, Αμφιλεγόμενα, Ρ.G. 91,1373).

Αλλά όλα αυτά θα γίνουν χάρη στο σταυρό του Χριστού αν τον αποδεχτούμε σαν δικό μας. Μόνο μέσα στο φως και μέσα στη δύναμη του σταυρού, που θα φανερωθεί στον ουρανό, σημείο του Υιού του ανθρώπου κατά την ένδοξη παρουσία Εκείνου (Ματθ, 24,30), ο κόσμος θα αναδειχθεί στο τέλος «καινός ουρανός και γη καινή» {Αποκ. 21,1).

Πρωτ. Δημητρίου Στανιλοάε, 

«Στο φως του Σταυρού και της Αναστάσεως».

Κυριακή προ της Υψώσεως

Μητροπολίτης Σουρόζ Αντώνιος Bloom (†)

Εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός καὶ τοῦ Υἰοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στή σημερινή περικοπή τοῦ Ευαγγελίου, λέμε ὅτι ο Θεός δὲν ἔστειλε τὸν μονογενῆ Του Υἱὸ στὸν κόσμο γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, ἀλλά γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Ὁ Ζωντανὸς Θεός γίνεται ἡ ἀλήθεια τοῦ ζῶντος ἀνθρώπου, μοιράζεται μαζί του ὅλη τὴν ἀνθρώπινη μοίρα, τὴν κατάσταση τοῦ δημιουργήματος ἑνός πεπτωκότος κόσμου, ὅλα τά δεινά, περιλαμβάνοντας καὶ τὴν τραγωδία τοῦ θανάτου, πού περιέχει καὶ τὴν τραγική ἀπώλεια τῆς συναίσθησης τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Πατέρα: Θεέ μου, Θεέ μου, γιατί μὲ ἐγκατέλειπες; Καὶ σωζόμαστε, μὲ τὴν ζωή Του, καὶ τὸν θάνατό Του, και τὰ λόγια Του: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς, οὐ γὰρ οἴδασι τὶ ποιοῦσι» (Πατέρα, συγχώρησέ τους, δεν ξέρουν τὶ κάνουν). Ἀλλά αὐτά τὰ λόγια μπορεῖ νὰ ταιριάζουν καὶ σὲ μᾶς πού ξέρουμε, θα μπορούσαμε νὰ ξέρουμε – δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὸ Εὐαγγέλιο; Ὁπότε δὲν ἔχουμε ἀκούσει τὶ ἔπαθε ὁ Χριστός, ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτωλότητάς μας; Δὲν εἴμαστε λοιπόν γνῶστες ὅτι τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ ταιριάζουν σ’ ὅλους μας; – κι ὄμως ὑπάρχει μιὰ διαφορά.

Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ, λέει σὲ κάποιον ἀπό τοὺς ἐπισκέπτες του, ..Ναί, νὰ εἶσαι βέβαιος γιὰ τὴν συγχωρητικότητα τοῦ Θεοῦ, νὰ εἶσαι βέβαιος ὅτι ὁ Θεός ἀπαντᾶ στὶς προσευχές σου, ἀλλά θυμήσου ἕνα πράγμα: τὸ τίμημα πού Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νἄχει τὴν δύναμη τῆς συγχώρησης, κι ἄς μὴν τοῦ ζητᾶμε κάτι λίγο γιὰ συγχώρηση, ἄς μὴν ἔρχομαστε ἀνάξιοι στὴν προσευχή πρὸς Ἐκεῖνον, γιατί ὁ θάνατος Του, συνηγορεῖ στὴν συγχώρησή μας. Καὶ δὲν μποροῦμε χωρίς μιὰ ἀνταπόκριση ἀπό τὸ βαθύτερο εἶναι μας στραμμένο πρὸς τὸν Θεό καὶ νὰ ζητᾶμε τὴν συγχώρηση μὲ τὸ κόστος τοῦ θανάτου Του, καὶ νὰ μὴν τοῦ προσφέρουμε τίποτε, τίποτε παρά μόνον τὴν ἐπιθυμία μας νὰ εἴμαστε ἐλεύθεροι ἀπό τὸ φορτίο πού μᾶς συνθλίβει.

Καὶ ἄν ἀναρωτιόμαστε τὶ νὰ Τοῦ προσφέρουμε – μποροῦμε νὰ Τοῦ προσφέρουμε πρῶτα ἀπ’ ὅλα τὴν εὐχαριστία μας. Μιὰ εὐχαριστία γι’ αὐτή τὴν ἀγάπη πού ἀπό μόνη της μπορεῖ νὰ μᾶς σώσει, μιὰ ἀγάπη τόσο μεγάλη πού Ἐκεῖνος ἀποδέχθηκε ὄχι μόνο τὴν ἀνθρώπινη μοίρα μας, ἀλλά τὸ νὰ χάσει τὴν κοινωνία μὲ τὸν Πατέρα, μὲ σκοπό νὰ βρεῖ τὴν ταυτότητά Του μὲ μᾶς, μ’ ὅλους τοὺς τρόπους καὶ νὰ ἐκτιμήσει, Αὐτός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας μείνει χωρίς Θεό, πάνω στὸν Σταυρό, καὶ νὰ ἱκετεύσει γιὰ μᾶς πού πρέπει νὰ συγχωρηθοῦμε….

Ἀλλά ἐδῶ ὑπάρχει κάτι ἀκόμα πού μποροῦμε νὰ πάρουμε ἀπ’ τὸ σημερινό δεύτερο Μάθημα: ἡ ἱστορία τῆς γυναίκας πού μοίχευσε. Αὐτή ἡ γυναίκα ἔχοντας ἁμαρτήσει, ἐλεύθερα, ἐλαφρόμυαλα, χωρίς νὰ τὸ καταλαβαίνει, ὡστόσο μία ἀπό ἐκείνους πού δεν ξέρουν τὶ κάνουν! Και ξαφνικά βρίσκεται πρόσωπο μὲ πρόσωπο μὲ τὸ γεγονός ὅτι ἡ ἁμαρτία «πέθανε». Θεωροῦσε δεδομένο, καὶ ἡ Παλαιά Διαθήκη διακήρυττε ὅτι τῆς πρέπει θάνατος. Κι αὐτή ἔρχεται στὸν Χριστό, μὲ τὸ πλῆθος τὸ ὁποῖο ἤθελε νὰ τῆς ἀποδοθεῖ ἡ τιμωρία μὲ τὴν σκληρότητα τοῦ Μωσαϊκοῦ Νόμου, χωρίς ἔλεος. Κι ὁ Χριστός εἶδε ὅτι ἐκείνη τὴν στιγμή ἐκείνη εἶχε καταλάβει τά πάντα. Ἤξερε ὅτι ἡ ἁμαρτία σημαίνει θάνατος, μιὰ ἀπόλυτη καταστροφή στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, πού πεθαίνουν χωρισμένοι ἀπ’ τὸν Θεό, γιατί μόνον στόν Χριστό, μποροῦμε νὰ βροῦμε τὸν δρόμο μας γιὰ νὰ ἐπιστρέψουμε σ’ Ἐκεῖνον. Ἐκεῖ δὲν ὑπάρχει ἄλλος δρόμος ἀπό τὴν κάθοδο στὸν Ἅδη; Τὸν τόπο τῆς ἀθεράπευτης κι ἀπόλυτης ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ἤξερε ὅτι ὅλα τελειώνουν, ὄχι μόνο ὅσα συνέβησαν κάποτε, ἀλλά ἡ αἰωνιότητα θα γίνει σκοτάδι καὶ θάνατος: ἄν μόνο μποροῦσε να ἐπιστρέψει στὴν παροῦσα ζωή, για νὰ μετανοήσει, ἄν εἶχε χρόνο νὰ ζήσει μιὰ ζωή τέτοια πού ν’ ἀξίζει γιὰ τὸν Θεό καὶ τὸν ἑαυτό της- θα τὄκανε!

Κι αὐτό ὁ Θεός τὸ εἶδε σ’ αὐτήν, αὐτός ἦταν κι ὁ λόγος πού στράφηκε στοὺς δικαστές, τοὺς ἁμαρτωλούς ἄνδρες καὶ γυναῖκες, πού ἑτοιμάζονταν νὰ σκοτώσουν τὴν γυναίκα γιὰ τὶς ἁμαρτίες της, ἐνῶ ἐκεῖνοι δὲν ἀντιλαμβάνονταν τήν δική τους ἁμαρτωλότητα κι ὅτι κουβαλοῦσαν θάνατο στοὺς ὤμους τους ἐξ αἰτίας τοῦ ἑαυτοῦ τους· «Ὁ ἀναμάρτητος πρῶτος τὸν λίθον βαλλέτω» (Αὐτός πού δεν ἔχει ἁμαρτίες ἀπό σᾶς ἄς ρίξει τὶς πρῶτες πέτρες) – καὶ κανείς δὲν τόλμησε, γιατί ἐκείνη τὴν στιγμή, αὐτές οἱ λέξεις τόσο ἁπλές καὶ τόσο ἄμεσες, τοὺς ἔκαναν νὰ συνειδητοποιήσουν τὴν ἀλήθεια, ὅτι, Ναί, – οὔτε ἕνας δὲν ἦταν χωρίς ἁμαρτία, κι ὅλοι ἐρήμην τοῦ Θεοῦ ἄφηναν τὴν ἀξιοπρέπεια, πρόδιδαν τὸ ἐπάγγελμά τους, γιατί δὲν ὑπῆρχε ἄλλη ἑτυμηγορία γιὰ αὐτούς ἀπό μιὰ ἀπόφαση θανάτου: δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ προφέρουν γιὰ τὴν γυναῖκα, γιατὶ αὐτό θα σήμαινε ὅτι θἄπρεπε νὰ τὸ ποῦν ….καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς τους.

Κι ὁ Χριστός πού γνώριζε τὶς καρδιές, ὅσων ὑπῆρξαν πρίν ἀπό Κεῖνον, γνώριζε ὅτι ἡ γυναῖκα εἶχε περάσει ἀπό τὶς πύλες τοῦ θανάτου, κι ἐπέστρεψε ἀπό μιὰ θεϊκή ἐνέργεια πού τὴν ἀνάστησε: ναί, πράγματι τὴν ἐπανέφερε ἀπό ἕναν ἀναμενόμενο ἀλλά βέβαιο θάνατο. Καὶ τῆς εἶπε: ποῦ εἶναι ἐκεῖνοι πού σὲ καταδικάζουν; Κανείς δὲν τὸ κάνει πιά; -ὄχι-. Οὔτε ἐγώ σὲ καταδικάζω· πήγαινε ἐν εἰρήνῃ, καὶ μὴν ἁμαρτήσεις πιά! Κι αυτές οἱ λέξεις πῆγαν στὴν καρδιά της, αὐτές οἱ λέξεις πράγματι ἔγιναν ὁ νόμος τῆς ζωῆς της, ἐπειδή ἐκείνη ἤξερε στὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχή της, στὴν καρδιά και τὸ μυαλό της, σ’ ὅλο της τὸ εἶναι ὅτι ἁμαρτία σημαίνει θάνατος. Καὶ δέχθηκε τὴν συγγνώμη πού σημαίνει ζωή!

Ἄς σταθοῦμε, ὁ καθένας μας, ὅταν ἐρχόμαστε γιὰ ἐξομολόγηση, ὅταν παίρνουμε τὴν συγχώρηση ἀπό τοὺς ἀλλους, ὅταν μᾶς παρακαλοῦν νὰ συγχωρήσουμε – πῶς στεκόμαστε; Ἔχουμε συναίσθηση ὅτι ὁ θάνατος ἐργάζεται μέσα μας ἐπειδή χάσαμε τὸν Θεό, τὴν ἁμαρτωλότητά μας, τὸ γεγονός ὅτι ἐπιλέξαμε; Αὐτή ἡ γυναῖκα δὲν ἤξερε τὶ εἶχε κάνει, ἀλλά ἐμεῖς ἔχουμε τὸ Εὐαγγέλιο πού μᾶς μιλᾶ, τὸν Χριστό πού μᾶς μιλᾶ, γνωρίζουμε τά πάντα: πῶς στεκόμαστε;

Ἄς μάθουμε ἀπό αὐτήν· ἄς μάθουμε ἐπίσης ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι πού ἦρθαν φορτωμένοι μὲ πέτρες γιὰ νὰ λιθοβολήσουν τὴν ἁμαρτωλή καὶ συνειδητοποίησαν ὅτι ἦταν μπλοκαρισμένοι στὴν ἴδια τραγωδία τῆς ἁμαρτίας, καὶ δὲν μπόρεσαν νὰ τὴν καταδικάσουν, γιατί αὐτό θα σήμαινε ὅτι καταδικάζουν τὸν ἑαυτό τους μὲ τὸν ἴδιο θάνατο.

Τὸ γνωρίζουμε ὅταν ἀρνούμαστε τὴν συγχώρηση; Δὲν μιλῶ γιὰ μιὰ συγχώρηση μ’ ἐλαφρότητα, πού προφέρεται ἔτσι εὔκολα- ἀλλὰ νὰ συγχωρήσουμε ἀπ’ τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας; Μποροῦμε νὰ ποῦμε στὸν Θεό: Συγχώρησέ με, ὅπως συγχωρῶ;

Ἄς σταθοῦμε σ’ αὐτή την σκέψη, ἀλλά καὶ στὴν νικηφόρα χαρά, ὅτι ὁ Θεός ἔστειλε τὸν Υἱό Του στὸν κόσμο ὄχι γιὰ νὰ τὸν κρίνει, ἀλλά γιὰ νὰ τὸν σώσει! Ἡ σωτηρία εἶναι στὰ χέρια μας! Εἶναι σὲ μᾶς νὰ τὴν πάρουμε – καὶ δίνεται δωρεάν, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι χάρισμα κι ἐξαγορά.

Ἀμήν.

Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Γιορτάζει ένα παιδί. Ένα κορίτσι...

Η Εκκλησία γιορτάζει ένα παιδί: τη γέννηση της Μαρίας, της Παναγίας. Πολύ πριν από τον Ευαγγελισμό. Πριν από το «γένοιτό μοι». Πριν από οτιδήποτε θα προσφέρει αργότερα.

Γιορτάζει ένα παιδί. Ένα κορίτσι.

Η αξία του δεν εξαρτάται από όσα θα γίνει, από όσα θα κατορθώσει, από όσα θα προσφέρει.

Είναι παιδί. Κι αυτό αρκεί για να είναι ιερό.

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι θέση έχουν πραγματικά τα παιδιά μέσα στις κοινότητές μας. Και κυρίως τι συμβαίνει όταν η ασφάλεια ενός παιδιού έρχεται αντιμέτωπη με το κύρος ενός ενηλίκου.

Ο Χριστός υπήρξε συγκλονιστικά ξεκάθαρος. Όταν οι μαθητές του συζητούν ποιος είναι ο μεγαλύτερος, ανατρέπει τη λογική της εξουσίας: «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος». Και αμέσως μετά παίρνει ένα παιδί, το στήνει ανάμεσά τους, το αγκαλιάζει και λέει: «Ὃς ἂν ἓν τῶν τοιούτων παιδίων δέξηται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται» (Μάρκ. 9,35-37).

Το παιδί στο μέσον.

Όχι ο ισχυρός.

Όχι ο λειτουργός.

Όχι το κύρος του θεσμού.

Ο Χριστός δεν έβαλε «ἐν μέσῳ» την υπόληψη του ενηλίκου. Έβαλε το παιδί.

Και δεν σταμάτησε εκεί.

Για εκείνον που θα «σκανδαλίσει» έναν από αυτούς τους μικρούς, ο λόγος του γίνεται φοβερά αυστηρός:

«Ὃς δ᾽ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων… συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. 18,6).

Δεν είναι λόγος που χαϊδεύει την ευθύνη του ενηλίκου.

Δεν ζητά πρώτα να προστατευθεί η υπόληψή του.

Είναι ένας λόγος τρομακτικής αυστηρότητας για την ευθύνη απέναντι στον μικρό και τον ευάλωτο.

Και ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε τι σημαίνει εδώ «σκανδαλίζω». Όχι απλώς προκαλώ εντύπωση ή ενόχληση. Γίνομαι πρόσκομμα. Γίνομαι αιτία πτώσης. Τραυματίζω την εμπιστοσύνη του άλλου.

Αν λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός μιλά με τέτοια αυστηρότητα για εκείνον που βλάπτει έναν μικρό, με ποιο δικαίωμα εμείς μετατρέπουμε την προστασία του παιδιού σε δευτερεύον ζήτημα για να διαφυλάξουμε το κύρος ενός ενηλίκου;

Και εδώ βρίσκεται αυτό που με βασανίζει: Τι ζητά η Εκκλησία από μια κοινότητα όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ή μια καταγγελία ότι ένα παιδί μπορεί να έχει τραυματιστεί από έναν ενήλικο;

Να φυλάξει τη φήμη του ενηλίκου;

Να φοβηθεί μήπως «σκανδαλίσει» την κοινότητα;

Να σωπάσει για να μη βλαφθεί η εικόνα της Εκκλησίας;

Ή να φυλάξει το παιδί;

Για μένα η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία: Να φυλάξει το παιδί.

Να το ακούσει.

Να το προστατεύσει.

Να μη μετατρέψει την αγωνία του σε φήμη που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα.

Να μην προδικάσει την ενοχή κανενός, αλλά και να μην κρύψει τίποτε κάτω από το χαλί.

Να ζητήσει θεσμική διερεύνηση από εκείνους που έχουν την αρμοδιότητα να την κάνουν.

Και, όταν υπάρχουν ενδείξεις πράξεων που ενδέχεται να είναι ποινικά κολάσιμες, να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές. Η προστασία του παιδιού δεν μπορεί να εξαντλείται στην εσωτερική διαχείριση ενός θεσμού.

Γιατί άλλο η κατάκριση και άλλο η προστασία.

Άλλο η διαπόμπευση και άλλο η διερεύνηση.

Άλλο η χριστιανική συγχώρηση και άλλο η σιωπή απέναντι σε ένα πιθανό τραύμα.

Και όταν απέναντι σε έναν ενήλικο βρίσκεται ένα παιδί, η «μη κατάκριση» δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλοθι αδράνειας.

Ο ενήλικος έχει φωνή.

Έχει κοινωνική θέση.

Έχει τρόπους να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Κι αν είναι μάλιστα πρόσωπο κύρους ή πνευματικής εξουσίας, διαθέτει ακόμη περισσότερα μέσα.

Το παιδί συχνά δεν έχει τίποτε από αυτά.

Γι’ αυτό και η ευθύνη της κοινότητας γίνεται μεγαλύτερη.

Στο Γενέσιο της Θεοτόκου η Εκκλησία γιορτάζει μια ζωή που μόλις αρχίζει.

Και ίσως η σημερινή γιορτή μάς θυμίζει κάτι πολύ απλό, που οι μεγάλοι και οι θεσμοί καμιά φορά ξεχνούμε: κάθε παιδί που έρχεται στη ζωή είναι μια εμπιστοσύνη.

Δεν μας ανήκει.

Δεν υπάρχει για να προστατεύει τις βεβαιότητες, τις υπολήψεις και τις ισορροπίες των μεγάλων.

Εμείς οι μεγάλοι υπάρχουμε για να του εξασφαλίσουμε χώρο να μεγαλώσει χωρίς φόβο.

Και όταν ο Χριστός πήρε ένα παιδί και το έστησε «ἐν μέσῳ αὐτῶν», ίσως μας άφησε ένα κριτήριο πολύ πιο αυστηρό απ’ όσο θα θέλαμε: Όταν δεν ξέρουμε ποιον πρέπει να προστατεύσουμε πρώτα, ας κοιτάξουμε ποιον Εκείνος έβαλε στο κέντρο.

Συχνά όμως, συμβαίνει τούτο το παράξενο: για εκείνον που σκανδαλίζει τον μικρό ο Χριστός μιλά για μυλόπετρα· εμείς, όμως, συχνά φοβόμαστε περισσότερο μήπως «κατακρίνουμε» τον μεγάλο.

Ιωσήφ Βιβιλάκης 

Εικόνα: Γιώργος Κόρδης, Γεννέσιον της Θεοτόκου, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 40χ50 εκ. 2021.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Μια γιορτή ελπίδας...

Η γιορτή της Γέννησης της Θεοτόκου. Μια γιορτή ελπίδας. Η Γέννηση της Παναγίας είναι αυτή που δίνει χαρά και ελπίδα στον Ιωακείμ και την Άννα. Είναι η έναρξη του σωτηριολογικού έργου του Θεού. Είναι το ξεκίνημα της σύμπραξης Θεού και ανθρώπου. Είναι η γέννηση της ελπίδας.

Και η ελπίδα είναι αυτό που χρειαζόμαστε όσο τίποτα άλλο. Ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό που φαίνεται πως η μαυρίλα του πολέμου και του μίσους εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στον κόσμο.

Όμως δε φτάνει μόνο η ελπίδα. Η ελπίδα πρέπει να μετουσιωθεί στη σύμπραξη Θεού και ανθρώπου. Όπως η Γέννηση της Θεοτόκου τελικά έφτασε στον Ευαγγελισμό.

Δε φτάνει να ελπίζουμε μόνο πως το φως θα κερδίσει το σκοτάδι. Πρέπει εμείς να γίνουμε οι φορείς του φωτός αυτού. Δε φτάνει να περιμένουμε η ειρήνη να επικρατήσει του πολέμου αλλά εμείς θα πρέπει να ζητήσουμε και να φέρουμε αυτή την ειρήνη. Δε φτάνει να προσευχόμαστε να γίνει το θέλημα του Θεού στη γη όπως στον ουρανό αλλά πρέπει να κάνουμε το θέλημά Του, θέλημά μας.

Όπως και να 'χει, σε σκοτεινές εποχές οι χριστιανοί δε χάνουν την ελπίδα τους. Αντιθέτως, βρίσκουν δύναμη από τον Χριστό, από την Παναγία, από τους αγίους και τις αγίες. Και οδηγούνται από το παράδειγμά τους, ώστε να γίνουν και πάλι το αλάτι της γης...

παπα - Κώστας Λαγός 

Η Μαρία δεν είναι ακόμη Θεοτόκος...

Η γέννηση της Θεοτόκου τοποθετεί μέσα στην Ιστορία κάτι που η Ιστορία δεν είναι ακόμη σε θέση να αναγνωρίσει. Δεν έχει προηγηθεί ο Ευαγγελισμός, δεν έχει ακουστεί το «γένοιτό μοι», ο Λόγος δεν έχει προσλάβει σάρκα και ο θάνατος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως το αδιαπραγμάτευτο τέλος κάθε ανθρώπινης ζωής.

Κι όμως η λειτουργική γλώσσα μιλά ήδη για χαρά ολόκληρης της οικουμένης και συνδέει τη γέννηση ενός παιδιού με την κατάργηση της κατάρας και του θανάτου.

Το παράδοξο δεν είναι ποιητική υπερβολή.

Φανερώνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανοήσεως του χρόνου, όπου ένα γεγονός δεν σημαίνει μόνο αυτό που είναι τη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει, αλλά και αυτό που καθίσταται δυνατό εξαιτίας του.

Η Μαρία δεν είναι ακόμη Θεοτόκος κατά την ιστορική πραγματοποίηση της θεομητορίας της, αλλά έχει ήδη εισέλθει στον κόσμο εκείνη από την οποία ο Υιός του Θεού θα λάβει ό,τι δεν είχε προαιωνίως: ανθρώπινη σάρκα, ανθρώπινη καταγωγή, ανθρώπινο χρόνο. Γι’ αυτό η παράδοση μπορούσε να ονομάσει τη γέννησή της «ἀρχὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας».

Αυτή η «αρχή» χρειάζεται να διαβαστεί με ακρίβεια. Η Μαρία δεν αποτελεί αυτοτελή σωτηριολογική αρχή δίπλα στον Χριστό, αλλά το πρόσωπο στο οποίο η ανθρωπότητα αρχίζει να προσλαμβάνει τη συγκεκριμένη ιστορική μορφή της προσφοράς της στον ερχόμενο Θεό. Η Ενανθρώπηση δεν είναι μεταμφίεση του Λόγου σε άνθρωπο ούτε προσωρινή επίσκεψη της θεότητας μέσα στην ύλη. Ο Χριστός προσλαμβάνει αληθινή ανθρώπινη φύση επειδή γεννιέται από αληθινή γυναίκα, και αυτή η γυναίκα έχει προηγουμένως γεννηθεί από άλλους ανθρώπους. Έχει γονείς, καταγωγή, σώμα και ιστορία. Η μαριολογία συναντά εδώ τον βαθύτερο πυρήνα της χριστολογίας: η Θεοτόκος βεβαιώνει με την ίδια τη σωματική της ύπαρξη ότι ο Θεός δεν έσωσε τον άνθρωπο παραμένοντας απέναντί του. Μπήκε στη γενεαλογία του.

Η επιμονή στη γενεαλογία προστατεύει συγχρόνως το μυστήριο από μια εύκολη εξιδανίκευση της Μαρίας. Η παλαιά παράδοση γνωρίζει τη γέννησή της ως υπέρβαση της στειρότητας του Ιωακείμ και της Άννας, αλλά δεν μετατρέπει αυτή την υπέρβαση σε κατάργηση της ανθρώπινης φύσεως. Η σύλληψή της περιγράφεται ως καρπός πραγματικής συζυγικής σχέσεως μετά τη λύση της ατεκνίας.

Η λεπτομέρεια είναι θεολογικά αποφασιστική, επειδή απομακρύνει κάθε ανάγκη να προστατευθεί η αγιότητα με την απομάκρυνση από το ανθρώπινο. Η χάρη δεν χρειάζεται μια λιγότερο ανθρώπινη Μαρία για να προετοιμάσει την Ενανθρώπηση. Χρειάζεται ακριβώς την ανθρώπινη φύση στην αλήθεια της, επειδή αυτήν πρόκειται να προσλάβει ο Λόγος και αυτήν, όχι κάποια εξαγνισμένη εναλλακτική εκδοχή της, πρόκειται να θεραπεύσει.

Η στειρότητα αποκτά έτσι μεγαλύτερο βάθος από τη δραματική λύση μιας οικογενειακής δυστυχίας. Στη βιβλική γλώσσα, από τη Σάρρα και την Άννα έως την Ελισάβετ, η κλειστή μήτρα δηλώνει το σημείο όπου η ανθρώπινη δυνατότητα συναντά το όριό της και ακριβώς εκεί ανακαλύπτει ότι το όριο δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν πρόκειται για περιφρόνηση της φύσεως αλλά για απελευθέρωσή της από την απαίτηση να είναι αυτάρκης. Η γέννηση της Μαρίας από τη στείρα Άννα μεταφέρει αυτή την παλαιά βιβλική γραμματική στο κατώφλι της Καινής Διαθήκης: εκεί όπου δεν αναμένεται πλέον καρπός, αρχίζει να σχηματίζεται η ιστορία από την οποία θα προέλθει «ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας» της Παρθένου. Γι’ αυτό και το Κοντάκιο της εορτής τοποθετεί στην ίδια πρόταση τον Ιωακείμ και την Άννα με τον Αδάμ και την Εύα: η ατεκνία των πρώτων και η φθορά των δεύτερων δεν είναι δύο άσχετες δυστυχίες αλλά δύο διαφορετικές μορφές ενός κόσμου που δεν μπορεί να παραγάγει μόνος του τη σωτηρία του.

Από εδώ αποκτά το πραγματικό της περιεχόμενο και η αρχαία αντιστοιχία Εύας και Μαρίας. Αν περιοριστεί στην αντίθεση ανυπακοής και υπακοής, κινδυνεύει να γίνει ένα σχήμα ηθικής παραδειγματολογίας, σχεδόν μια σύγκριση ανάμεσα σε μια κακή και μια καλή γυναίκα. Η πατερική σκέψη ζητά πολύ περισσότερα. Στην Εύα η ανθρώπινη ελευθερία δοκιμάζει την αυτάρκεια και ανακαλύπτει τη φθορά, ενώ στη Μαρία η ίδια ανθρώπινη ελευθερία θα μπορέσει να δεχθεί τον Άλλον χωρίς να συντριβεί από την παρουσία Του. Η νέα Εύα δεν αναιρεί την πρώτη σαν να διαγράφεται μια αποτυχημένη αρχή. Φανερώνει ότι η πτώση, όσο πραγματική και αν είναι, δεν εξαντλεί την αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως. Η γέννηση της Μαρίας μπορεί γι’ αυτό να νοηθεί ως απαρχή της ανακαινίσεως της «παλαιωθείσης φύσεως», η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ.

Η κορύφωση αυτής της πορείας δεν βρίσκεται στη βιολογία της Μαρίας αλλά στην ελευθερία της. Μεταξύ της 8ης Σεπτεμβρίου και του Ευαγγελισμού παρεμβάλλεται μια απόσταση που δεν επιτρέπεται θεολογικά να εξαφανιστεί. Το παιδί που γεννιέται δεν είναι ένα προκατασκευασμένο όργανο της θείας βουλήσεως, προορισμένο να εκτελέσει αναγκαστικά έναν ρόλο. Αν ήταν έτσι, το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» δεν θα είχε πραγματικό περιεχόμενο. Η θεία Οικονομία φθάνει μέχρι την προετοιμασία της δυνατότητας, αλλά δεν μετατρέπει τη δυνατότητα σε καταναγκασμό. Ο Ευαγγελισμός θα απαιτήσει τη συγκατάθεση εκείνης που σήμερα γεννιέται. Και εδώ αποκαλύπτεται μια εξαιρετικά απαιτητική έννοια της θείας παντοδυναμίας: ο Θεός μπορεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπο, αλλά δεν θέλει να πραγματοποιήσει την κοινωνία μαζί του χωρίς την ελευθερία του.

Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το σώμα από το οποίο ο Χριστός λαμβάνει σώμα. Προσφέρει στον Λόγο μια ανθρώπινη φύση ήδη σημαδεμένη από την προσωπική συγκατάθεση. Η σάρκωση δεν πραγματοποιείται πάνω στον άνθρωπο αλλά μαζί με τον άνθρωπο. Το «γένοιτό μοι» δεν προκαλεί ασφαλώς την ενανθρώπηση ως ανθρώπινη αιτία, αλλά φανερώνει τον τρόπο της θείας Οικονομίας: η χάρη δεν καταργεί εκείνον που σώζει. Τον καθιστά συνεργό χωρίς να παύει να παραμένει χάρη. Έτσι η Θεοτόκος γίνεται το κατεξοχήν ανθρώπινο πρόσωπο όχι επειδή αποκτά μια δεύτερη, σχεδόν υπεράνθρωπη φύση, αλλά επειδή στο πρόσωπό της η ελευθερία παύει να νοείται ως αυτάρκεια και γίνεται δυνατότητα κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό οι μαριακές εικόνες της πατερικής και υμνογραφικής γλώσσας παύουν να είναι διακοσμητικές. «Κλίμαξ», «πύλη», «γέφυρα»: και οι τρεις λέξεις δηλώνουν σχέση, διάβαση, μετάβαση. Η παράδοση της εορτής μπορεί να μιλήσει για «κλίμακα ουρανομήκη» και «έμψυχη γέφυρα», ακριβώς επειδή η Θεοτόκος δεν αποτελεί το τέρμα της κινήσεως αλλά τον ανθρώπινο τόπο όπου η απόσταση κτιστού και Ακτίστου παύει να σημαίνει ακοινωνησία. Δεν θεοποιείται η ανθρώπινη φύση μεταβαλλόμενη σε θεία φύση. Ούτε η θεία φύση υποβιβάζεται σε ανθρώπινη. Στον Υιό που θα γεννηθεί από τη Μαρία, το κτιστό και το Άκτιστο θα συναντηθούν χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Η μεγάλη μαριακή γλώσσα της Εκκλησίας είναι γι’ αυτό στην ουσία της χριστολογική: υψώνει τη Μητέρα επειδή θέλει να ομολογήσει χωρίς έκπτωση την πραγματικότητα του Υιού.

Το Γενέσιο αποκαλύπτει συγχρόνως κάτι που συχνά χάνεται όταν η αγιότητα παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ηθική τελειότητα.

Η Θεοτόκος δεν φανερώνει πόσο λίγο ανθρώπινος πρέπει να γίνει κάποιος για να πλησιάσει τον Θεό, αλλά πόσο βαθιά μπορεί να πραγματοποιηθεί το ανθρώπινο όταν δέχεται τη χάρη. Η θέωση δεν είναι έξοδος από την ανθρωπότητα. Αν ήταν, η Ενανθρώπηση θα αποτελούσε το παράδοξο ενός Θεού που προσλαμβάνει κάτι το οποίο τελικά πρέπει να εγκαταλειφθεί. Η σωτηρία όμως κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: ο Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την οδηγήσει στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό. Η προσφορά της Μαρίας συνδέεται ακριβώς με αυτή τη δυνατότητα της φύσεως να αγιαστεί από τη χάρη χωρίς να παύσει να είναι ανθρώπινη.

Έχει επομένως ιδιαίτερη θεολογική πυκνότητα το γεγονός ότι ο λειτουργικός χρόνος ανοίγει σχεδόν αμέσως με μια γέννηση. Η 1η Σεπτεμβρίου εγκαινιάζει τον εκκλησιαστικό ενιαυτό και στις 8 Σεπτεμβρίου η πρώτη μεγάλη εορτή του κύκλου δεν παρουσιάζει ακόμη τον Χριστό να διδάσκει, να θαυματουργεί ή να νικά τον θάνατο. Παρουσιάζει ένα παιδί για το οποίο κανείς μέσα στην κοινή ιστορία δεν θα μπορούσε ακόμη να γνωρίζει τι σημαίνει η ύπαρξή του. Η παλαιά θεολογική παράδοση παρατήρησε μάλιστα ότι η γέννηση της Θεοτόκου βρίσκεται στον πρώτο μήνα του εκκλησιαστικού έτους, ενώ η Κοίμησή της στον τελευταίο, ώστε ολόκληρος ο ενιαυτός να περιλαμβάνεται συμβολικά ανάμεσα στην είσοδο και την έξοδό της από την ιστορία.

Ο χρόνος ανάμεσά τους γίνεται ο τόπος όπου θα σαρκωθεί ο Άχρονος.

Το απολυτίκιο της εορτής διαθέτει μια θεολογική ακρίβεια που εύκολα χάνεται μέσα στην οικειότητα της επαναλήψεώς του. Δεν λέει απλώς ότι η γέννηση της Θεοτόκου προκάλεσε χαρά. Λέει ότι «χαρὰν ἐμήνυσε». Η γέννηση είναι μήνυμα, επειδή το πλήρες περιεχόμενό της βρίσκεται ακόμη μπροστά της: «ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Εκκλησία κοιτάζει το βρέφος και βλέπει ήδη προς τον Χριστό, κοιτάζει την αρχή και την ερμηνεύει από το τέλος, κοιτάζει μια ανθρώπινη γέννηση και αναγνωρίζει ότι η σωτηρία έχει αρχίσει να αποκτά ανθρώπινη ιστορία.

Το μεγάλο γεγονός της 8ης Σεπτεμβρίου δεν είναι ότι ο Θεός εμφανίστηκε ακόμη στον κόσμο.

Είναι κάτι λεπτότερο και, από μια άποψη, συγκλονιστικότερο:

μέσα στον κόσμο γεννήθηκε εκείνη η ανθρώπινη ελευθερία που θα Του επιτρέψει να έρθει χωρίς να παραβιάσει τον άνθρωπο.

Το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

Ταύτης της Κυρίας ημών Θεοτόκου, ο μεν πατήρ Ιωακείμ είχε το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· και επειδή παιδίον δεν εγέννα, αλλά ωνειδίζετο δια τούτο, τούτου χάριν δεν έπαυεν από το να προσφέρη εις τον Θεόν διπλά τα δώρα του, ως πλούσιος ων και φιλόθεος. Η δε μήτηρ αυτής Άννα, και αυτή παρομοίως εκατάγετο από το βασιλικόν γένος του Δαβίδ· όθεν ήτον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενεστάτη από όλας.

Επειδή λοιπόν και οι δύω ελυπούντο δια το όνειδος της απαιδίας, ο μεν Ιωακείμ, επήγεν εις το όρος· η δε Άννα, εμβήκεν εις το περιβόλιον. Και οι δύω ομού επαρακάλουν με δάκρυα τον Θεόν, δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας. Δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων των Αγίων αγιωτέραν. Και ούτως απόκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων. Και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν, δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν, οπού ηξιώθησαν. Επειδή από την εδικήν τους θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού.

Με ποίον δε τρόπον η Άννα εκατάγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ, τώρα θέλει το φανερώσει ο λόγος με συντομίαν. Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν, (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαρίαν την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιακώβ, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν, και Άνναν. Και η μεν Μαρία, γεννά Σαλώμην την μαίαν· η δε Σοβή, γεννά την Ελισάβετ· η δε Άννα, γεννά την Θεοτόκον. Ώστε οπού η Σαλώμη, η Ελισάβετ, και η Θεοτόκος είναι, έγγοναι μεν του Ματθάν, και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξάδελφαι αναμεταξύ των.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα...

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα, μπορεί κανείς να θρησκεύεται, αλλά δεν μπορεί να είναι απόστολος του Χριστού. Είναι δυνατό να έχει κανείς μια χρηστική ή ακόμη και καταχρηστική σχέση με τον Αναστημένο Ιησού, δηλαδή να θρησκεύεται χριστιανικά, αλλά δεν μπορεί να έχει τη δύναμη να γίνει μάρτυρας του Χριστού και της Αναστάσεώς Του εως εσχάτου της γής...

π. Αντώνιος Ρωμαίος