Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη...

Σα σήμερα στα 1965 κοιμήθηκε ο Φώτης Κόντογλου. Άνθρωπος φλογερός, με τα μεράκια του, τα πάθια του, τους καημούς τους και ένα νόστο βαρύ που του έφαγε τα σωθικά. Πονεμένος και ταλαντούχος άνθρωπος, ξεριζωμένος από τα πάτρια εδάφη του, παραμυθάς απίθανος , εξαίσιος λογοτέχνης που έφερε το μοντερνισμό στην Ελλάδα και ζωγράφος σπουδαίος που σαν γνώρισε τη λεγόμενη βυζαντινή ζωγραφική γοητεύτηκε από αυτήν και αποφάσισε να ακολουθήσει αυτόν τον τρόπο και αυτόν τον δρόμο.

Ζήτησε με μανικό πάθος την επιστροφή της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην εικαστική αυτή παράδοση και το πέτυχε παρά τις συνέπειες που έτυχαν στην συνέχεια και για τις οποίες δεν έφταιξε αυτός.

Το πάθος του και η αγωνία του για την επιβίωση της ελληνικότητας όπως αυτός την εννοούσε τον εστένεψε όμως στο τέλος πολύ και τον απομάκρυνε από τους πνευματικούς ανθρώπους του καιρού του που τον περιφρόνησαν και μερικές φορές τον ταπείνωσαν. Κι αυτό τον επίκρανε πολύ. Να σκεφτείς πως δεν κατέφερε ούτε καθηγητής στην έδρα της αγιογραφίας στην Σχολή Καλών Τεχνών να γίνει.

Κατέληξε δυστυχώς να διακόψει κάθε σχέση και διάλογο με τον δυτικό κόσμο και τον πολιτισμό του και αυτό τον έκανε σημείο αντιλεγόμενο για πολλούς. Άλλοι τον έκαναν σημαία για τα εθνικιστικά τους πιστεύω κι άλλοι για την ιδεολογοκρατούμενη ορθοδοξία τους ενώ άλλοι αντιθέτως τον απεστράφησαν ως σκληροπυρηνικό και αδιάλλακτο και οπισθοδρομικό.

Κοιμήθηκε ήσυχα μετά από ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στα 1965.

Μας άφησε κληρονομιά σπουδαία και μεγάλη που δεν καταφέραμε μάλλον να συνεχίσουμε αφού η "βυζαντινή" ζωγραφική ως ζωγραφικός δρόμος έκφρασης της σύγχρονης ζωής στην Ελλάδα απορρίφθηκε -και συνεχίζει να απορρίπτεται- απο τους εικαστικούς που την ταυτίζουν εξαιτίας συνειρμών με τις αγιογραφίες. Αλλά και οι αγιογράφοι-δικός του ο νεολογισμός- στένεψαν το μάθημά του και αντί να συνεχίσουν την παράδοση ,όπως ο ίδιος ο Κόντογλου ήθελε, από εκεί που είχε μείνει, δηλαδή από την μεταβυζαντινή φάση της και τη λαϊκή ζωγραφική, επέτρεψαν σε παλαιολόγεια και κρητικά πρότυπα και κατέληξαν να αντιγράφουν μιμητικά συχνά και στείρα πολλές φορές όσα έκαναν στο παρελθόν οι μεγάλοι μαϊστορες.

Εκείνος άφησε έργο που πατάει στα παλιά έργα αλλά έχει δική του φυσιογνωμία και χαρακτήρα. Αυτό δεν συνεχίστηκε με ελάχιστες εξαιρέσεις και εξέχουσα αυτήν του μεγάλου Ράλλη Κοψίδη.

Ο Θεός της αγάπης ας τον αναπαύει εκεί που βρίσκεται.

Γιώργος Κόρδης 

Μνήμη Φώτη Κόντογλου (+13-7-1965)

«ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»

«Χρόνια τώρα κάνω ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀποθρασύνουνται ὁλοένα αὐτὰ τὰ φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐκεινοῦ ποὺ δωρίζει σ' αὐτὴ ἔργα τιμημένα, καμωμένα μὲ αἷμα καὶ μὲ ὑπομονή, ἔργα ποὺ τὰ κάνει μονάχα ἡ ἀγάπη. Δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀπάνω στὴν Ἑλλάδα ὁ «γυμνοσάλιαγκας», ποὺ τὸν καθίζει στὴν «ἕδρα» κάποιος ἀσήμαντος πολιτικός. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ποὺ λέγω, τὰ πήρανε δὲν ξέρω ποιοὶ ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, καὶ τὰ θρονιάσανε στὰ ὑπουργεῖα, στὰ Πανεπιστήμια καὶ στ᾿ ἄλλα πόστα τῆς πολιτείας, καὶ γινήκανε, αὐτὰ τὰ ψοφήμια, θηρία ἀνήμερα, νὰ καταξεσκίσουν κάθε ἄξιον ἐργάτη.
Λοιπὸν σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα, στέκομαι ἐδῶ ὁλόρθος, γιατὶ ἔδωσα πολλὰ στὸν τόπο μου, καὶ φωνάζω δυνατά: Καθαρίσετε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴ δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε να δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια ποὺ εἶπα, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοπηδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μιὰ μυτζήθρα, ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. ᾿Αλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μιὰ στὸν πισινὸ τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφάνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας.
Φωνάζω δυνατά, γιατὶ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπόχτησα τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν ἀφοσίωση ποὺ ἐπιδόθηκα σὲ ἐκεῖνα ποὺ πίστεψα καὶ ποὺ δὲν τ᾿ ἀρνήθηκα ποτέ. Μήτε ἀξιώματα, μήτε θέσεις, μήτε σιχαμερὲς πρωτοκαθεδρίες παραδέχτηκα. ᾿Αλλὰ ὅμως, τοὺς φοβήθηκα αὐτοὺς τοὺς μυρμηγκοφάγους ποὺ φωλιάζουνε μέσα στὰ χαρτιά, στὰ ὑπουργεῖα καὶ στ᾿ ἄλλα γραφεῖα.
Σήμερα ποὺ ἔφθασα «μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου», τοὺς καταγγέλλω στὸν λαό μας, ἀπὸ πόνο βαθύ. Εἶναι νεκροθάφτες τῆς κάθε ἀξίας. Πῶς, λοιπόν, παραδόθηκε ἡ Ἑλλάδα σ' αὐτούς; Ας φαντασθεῖ κανεὶς μοναχὰ πὼς τὰ ἔργα τῆς ἁγιογραφίας, γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησα, στερήθηκα, κοπίασα, πέθανα, τὰ κρίνουν σήμερα ἄνθρωποι ποὺ ξέρουνε ἀπὸ βυζαντινή τέχνη ὅσο γνωρίζω ἐγὼ κινέζικα. Καὶ μοιράζουνε «τὶς δουλειές», ἐκεῖ ποὺ θέλει τὸ κέφι τους, δίχως νὰ ρωτήσουν κανέναν.
Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα!»
 
[Μυστικὰ ῎Ανθη, σ. 337-338. Εκδόσεις Αστέρος, 1977]

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού...

Λέμε ότι οι εντολές του Θεού δεν πρέπει να σχετικοποιούνται, πόσω μάλλον να μην τηρούνται διόλου (εννοείται από αυτούς που πιστεύουν). Σωστά. Η καθολική εντολή του Θεού είναι να Τον αγαπάς με όλη σου την καρδιά κλπ, και τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου (ή σαν να είναι ο εαυτός σου: αν υποτεθεί βέβαια ότι ξέρεις να αγαπάς τον εαυτό σου).

Στην Βίβλο, ωστόσο, υπάρχουν εντολές που αποδίδονται στον Θεό, οι οποίες εξυπηρετούσαν τις ανάγκες και το κοινωνικό πλαίσιο της εποχής, και οι οποίες ευτυχώς δεν πρέπει να τηρούνται σήμερα. Π.χ.

“Έξι μέρες θα εργάζεστε, η έβδομη όμως θα είναι για σας μέρα ανάπαυσης, αφιερωμένη σ’ εμένα τον Κύριο. Όποιος εργαστεί τότε, πρέπει να υποστεί την ποινή του θανάτου." Έξοδος 35, 2

Τι λέτε; Να σκοτώσουμε το 90% των Ελλήνων που δεν πάνε εκκλησία την Κυριακή και δεν την αφιερώνουν στον Κύριο; Εγώ, έχω έναν γείτονα που Κυριακή πρωί πλένει το αυτοκίνητό του. Να τον καθαρίσω;

Άλλο:

Το Λευιτικόν 25.44 ορίζει ότι οι Ισραηλίτες μπορούσαν να αγοράζουν δούλους και δούλες αποκλειστικά από τα γύρω ειδωλολατρικά έθνη ή από ξένους παροίκους που ζούσαν ανάμεσά τους.

Διαλέξτε έναν δούλο Άγγλο φερ' ειπείν, και σε καμία περίπτωση Έλληνα. Πιστεύω ότι κι ο Άγγλος αν του δείξετε τη Βίβλο, μπορεί και να μην σας δείρει.

Θα μου πείτε αυτό που ήδη είπα πως αυτά ξεπεράστηκαν και ότι εξυπηρετούσαν ανάγκες της εποχής. Τι ανάγκη εξυπηρετούσε βέβαια να θανατώνεται όποιος δεν τηρούσε την αργία του Σαββάτου ειλικρινά δεν ξέρω.

Θαρρώ αυτό με τους δούλους ήταν γενική κατάσταση τότε, και οι Εβραίοι τουλάχιστον προφύλασσαν τους ομοεθνείς τους.

Κάτι άλλο που θα επικαλεστείτε είναι ότι κάποια από πολλά που αποδίδονταν ως εντολές του Θεού στην ΠΔ, άλλαξαν στην ΚΔ. (Γαλάτες 3.28 «Δεν υπάρχει πλέον Ιουδαίος ούτε Έλληνας, δεν υπάρχει δούλος ούτε ελεύθερος, δεν υπάρχει άνδρας και γυναίκα· διότι όλοι σεις είστε ένας στον Χριστό Ιησού».).

Γιατί τα λέω αυτά; Γιατί υπάρχουν πολλοί που βρίσκουν μια εντολή του Θεού στην ΠΔ και βάσει αυτής κατακεραυνώνουν όσους σήμερα δεν την τηρούν. Συνήθως αυτή η εντολή έχει να κάνει με την ερωτική ζωή του ανθρώπου. Δεν τους περνάει από το μυαλό να δουν την εντολή, ομοίως όπως παραπάνω, σύμφωνα με το ιστορικό πλαίσιο. Σου λένε, το λέει η Βίβλος τέλος. Φαντάζομαι αυτοί δεν πυροβολούν όσους δεν τηρούν την αργία της Κυριακής.

Πάμε τώρα στην ΚΔ. Λέει η ΠΔ μη μοιχεύσεις. Ο Χριστός λέει, μην κοιτάξεις καν πονηρά μια γυναίκα.

Λέει επίσης, αν σου κλέψουν το πανωφόρι, δώσε και το πουκάμισο. Και πολλά παρόμοια.

Αυτοί που σε κάθε εποχή επιμένουν (και σωστά) στην τήρηση των εντολών του Θεού γιατί εξοργίζονται με έναν μοιχό ή, περισσότερο, με μια μοιχαλίδα (στην ΠΔ η εντολή είναι αυτή να θανατώνεται), και δεν εξοργίζονται με κάποιον που δεν δίνει και το πουκάμισό του στον κλέφτη ή, έστω, που δε δίνει τα μισά από τα υπάρχοντά του στους φτωχούς, όπως λέει ο Χριστός (ο έχων δύο χιτώνας...);

Δε λέω ότι το να μοιχεύσεις είναι το ίδιο πράγμα με το να κοιτάξεις πονηρά μια γυναίκα. Για τον Χριστό όμως είναι το ίδιο. Λέει ήδη εμοίχευσες. Δε λέει εμοίχευσες λίγο.

Αυτοί λοιπόν που εξοργίζονται με την μη τήρηση κάποιων εντολών από τους συνανθρώπους τους είναι συνήθως αυτοί που τηρούν αυτές τις εντολές (δεν μοιχεύουν, δεν κλέβουν κτό) και δεν βλέπουν καθόλου τις άλλες εντολές που είπε ο Χριστός (δώσε τον έναν χιτώνα κλπ), σα να μην υπάρχουν. Και όχι μόνο δεν τις τηρούν (σχεδόν αδύνατον άλλωστε), ούτε καν περνάει από το μυαλό τους όμως να τις θυμηθούν ως την κατεύθυνση που πρέπει να έχουν στη ζωή τους με βάση αυτές, να τις έχουν ως τον ορίζοντα της ζωής τους.

Είπαμε, ο φαρισαϊσμός είναι η παιδική ασθένεια όλων των χριστιανών.

Γιώργος Μπάρλας 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Το δώρο της χαράς...

Η χάρις της αγάπης, της γνώσης, της σοφίας, δεν χρειάζεται απαραίτητα προϋποθέσεις κοσμικές. Η υπέρτατη σοφία για τα ανθρώπινα και τα θεία δεν προϋποθέτει πτυχία, διδακτορικά, τίτλους, αναγνώριση. Καλά όλα αυτά, αλλά δευτερεύοντα. Η "σοφία των αλιέων" αλλοίωσε νου και καρδιές από την αρχή.

Όσο για την αγάπη, κοιτάξτε τα μάτια ενός μωρού την ώρα που το θηλάζει η μαμά του.

Το δώρο της χαράς, της καλοσύνης, της συνετής κρίσης, της εσωτερικής ειρήνης, ζητά μόνο Καθαρή Καρδιά και βούληση και όλα τα σημαντικά, για ζωή και θάνατο, έπονται.

Τι πιο μεγάλη μαρτυρία απ' τη μορφή του "απλού" Γέροντα Παΐσιου που με την ταπεινότατη ευφυΐα του, με την αφιερωμένη έως θανάτου πίστη, όσο περνά ο καιρός γίνεται όλο και πιο γνωστός, οικείος, πιο αγαπητός, πιο υπαρκτός, και ολοζώντανος περιφέρεται με το φτωχό ρασάκι του ανάμεσά μας και μας εμψυχώνει χαμογελαστά:

"Ο Θεός ποτέ δεν μας αφήνει, εμείς τον αφήνουμε".

(Και μην ακούτε πως λιγοστεύουν οι πιστοί άνθρωποι στην εποχή μας. Δεν είναι αλήθεια, ο περισσότερος κόσμος στον βυθό του πόνου του, του φόβου του και της μοναξιάς του πιστεύει και ελπίζει στον Θεό. Το ξέρω. Αλλά δεν είναι στη μόδα να το δηλώνεις αυτό. Έχω αρκετούς πιστούς γνωστούς μου που το κρύβουν για να μην τους θεωρήσουν στον περίγυρό τους οπισθοδρομικούς. Όμως ο Χριστός, αν θυμάστε, ζητά τη μαρτυρία μας, διότι χριστιανός και δειλός δεν πάει...).

Μάρω Βαμβουνάκη

Τους πέταξε ένα κάστανο...

Ο άγιος Παΐσιος προσπαθεί με χίλιους τρόπους να πει στην εκκλησιαστική ηγεσία πως κάτι δεν πάει καλά με τον τρόπο που ορισμένοι κληρικοί αντιλαμβάνονται την υγιή θρησκευτικότητα τον 21ο αιώνα, αλλά για ένα περίεργο λόγο κανείς δεν τον καταλαβαίνει. Τους πέταξε ένα κάστανο, δεν κατάλαβαν. Τους πέταξε παντόφλα, τίποτα. Έσκισε τη φανέλα του, μάταια. Τώρα με μια Ζακέτα μέσα στο καλοκαίρι ίσως κάποιος πάρει το "μήνυμα". Ίσως κι όχι...

Ανδρέας Λουδάρος

Τετάρτη 8 Ιουλίου 2026

Γιατί δεν μετανοούμε;

Παρά τα αμέτρητα βιβλία που διαβάζουμε, τα πάμπολλα κηρύγματα που ακούμε, τις άπειρες φορές που εξομολογούμαστε και κοινωνούμε, γιατί δεν μετανοούμε; Τι φταίει και δεν αλλάζουμε πραγματικά; Γιατί μερικοί άνθρωποι αλλάζουν με ένα κήρυγμα ή με μια εξομολόγηση μόνο, που τους μεταβάλλει όλη τους τη ζωή;

Τι είναι, τέλος πάντων, αυτή η μετάνοια; Πως πλησιάζεται και πως κατακτιέται;

Γιατί οι κληρικοί είμαστε οι πιο δύσκολοι σε μετάνοια απ' όλους;

***

Ίσως θάπρεπε ν' αρχίσουμε από την τελευταία ερώτηση. Στα χρόνια του Χριστού οι πιο δυσκίνητοι προς μετάνοια ήταν οι θρησκευτικοί άνθρωποι και οι πιο πρόθυμοι ήταν οι κοσμικοί. Έχει κάτι ο τρόπος που θρησκεύουμε ώστε να μας εμποδίζη από το να μετανοήσουμε; Ποιο είναι το σκουλήκι που κατατρώγει την ψυχή μας και απομυζά την επιθυμία μας; Πως καταφέραμε να βάλουμε τον εαυτό μας σ' αυτό το οξύμωρο;

Οι ράθυμοι και αμελείς κοσμικοί, όσοι έχουν ενδώσει σε πάθη πολλά και σκληρά, τελικά βρίσκουν πιο εύκολα το δρόμο για τον Θεό. Οι εγκρατείς και αυτοκυριαρχημένοι, όσοι αρνήθηκαν χαρές του κόσμου υποτίθεται για την αγάπη Του, τους είναι πιο δύσκολο να Τον αγαπήσουν. Εκείνοι που χρησιμοποίησαν αδέξια και καταστροφικά την αγαπητική τους δύναμη φτάνουν κάποτε να το δούν και βρίσκουν το κουράγιο να τ' αλλάξουν. Εκείνοι που δεν είχαν το «προνόμιο» ν' αμαρτήσουν πολύ, αγνοούν ότι δεν αγαπούν. Και φαίνεται ότι όποιος δεν μπορεί ν' αγαπήση γίνεται ανίκανος να μετανοήση.

Μήπως εκεί βρίσκεται η απάντηση; Μήπως η σημερινή μας εκκλησιαστική οικογένεια, όπως ακριβώς και η παλιά ιουδαική, συγκροτήθηκε μ' αυτό βασικά το σκεπτικό και μ' αυτή την πρόθεση: ν' απομονώση τον Θεό και τον άνθρωπο από την αγάπη μας; Μήπως ειδικά εκείνοι που πάσχουν από αναπηρίες της αγάπης είναι που αποφασίζουν να γίνουν «πιστοί»; Αν είναι έτσι, η θρησκευτικότητα που γεννιέται αυτονόητα εμποδίζει τη μετάνοια.

Υπάρχει και μια άλλη, εξ ίσου φρικτή υποψία. Πως οι θέσεις που κατέχουμε σήμερα οι «εκκλησιαστικοί» και οι «κοσμικοί» είναι αντεστραμμένες, πως η φυσιολογική μας θέση είναι ανάποδα. Απλώς έτυχε να γεννηθούμε στην απέναντι όχθη. Και οι πρώτοι βαλθήκαμε να συγυρίζουμε όπως-όπως το χάος μας για να το κάνουμε να δείχνη με το ζόρι βυζαντινός ναός. Οι δε άλλοι να στήνουν αυτοσχέδια και άτεχνα θυσιαστήρια μέσα στο τσαντήρι τους.

Επειδή δεν αντέχουμε να ομολογήσουμε ποιος είναι ο πραγματικός φυσικός μας χώρος, χτυπάμε τους «κοσμικούς» για να χτυπήσουμε αυτό που θέλουμε να ξορκίσουμε μέσα μας. Και με το να τους χτυπάμε κλείνουμε το δρόμο στη μετάνοιά μας, αρνούμαστε να δούμε κατάματα τον Άδη μας. Κι έτσι ο άλλος γίνεται η κόλασή μας: ο «αδιάφορος» σύζυγος για την «πιστή» γυναίκα, το «άσωτο» παιδί για τον «ευσεβή» πατέρα, οι «ανήθικοι» νέοι για τον ευσυνείδητο ιεροκήρυκα, οι «εχθροί» της Εκκλησίας για τον δραστήριο επίσκοπο και πάει λέγοντας.

Είμαστε κοσμικώτεροι και από τους κοσμικούς. Ζηλεύουμε την ελευθερία τους και τις απολαύσεις τους, πόθος μας είναι η εξουσία πάνω στις ψυχές των πιστών σαν ζηλότυποι εραστές τους, η πολιτική με το ήθος της είναι η ανομολόγητη δίψα μας. Στα αμαρτήματα που έχουμε ιεραρχήσει ψηλά στην κλίμακα της βαρύτητας (σαρκικά) η κατάσταση βρίσκεται υπό έλεγχο (αν και τελευταία κι αυτός έχει αρχίσει να χαλαρώνη). Σ' εκείνα όμως που αυθαίρετα τα τοποθετήσαμε χαμηλά και γι' αυτό τα καταστέλλουμε λιγώτερο (ναρκισσισμός, εξουσία, αντιπάθεια) αποκαλύπτεται που πραγματικά βρισκόμαστε και ξεσκεπάζεται η σαθρότητα του οικοδομήματος.

Δεν μετανοούμε διότι ο ψυχισμός μας δεν ζη την Εκκλησία ως φυσικό του χώρο. Δεν θέλει να στερηθή αυτά που κρυφά επιθυμεί (και που έτσι κι αλλιώς δεν θα τα έχη ποτέ, αυτός είναι ο παραλογισμός). Ο Freud είχε δίκιο όταν υποστήριζε ότι καταδίκη μιας καταστάσεως σημαίνει την ασυνείδητη επιθυμία της: ο φαρισαίος περιφρονούσε τον τελώνη διότι ζήλευε όσα είχε κάνει.

Ζούμε σε λάθος χώρο, κάνουμε λάθος κληρικούς, έχουμε λάθος «άσωτους». Τριγύρω μας κυκλοφορούν κάθε μέρα πλήθος αληθινών ανθρώπων που θα άξιζαν να είναι συνειδητά πιστοί, που θα έπρεπε να είναι οι κληρικοί μας. Και πολλοί από μας δεν είμαστε ακόμη έτοιμοι ούτε για κατηχούμενοι. Στα διαλείμματα των εκκλησιαστικών μας μηχανορραφιών εξομολογούμε τους ξέμπαρκους που κλαίνε αληθινά και που μετά δεν συνεχίζουν συστηματική πνευματική ζωή. Δεν ξέρουν γιατί, αλλά πάντως κάτι δεν τους εμπνέει να συνεχίσουν.

Λάθος κίνητρα με λάθος σκοπούς, τι πιο φυσικό ανάμεσά τους να ξεφυτρώνουν λάθος κριτήρια για τις ιερατικές κλίσεις. Οι κληρικοί δυσκολευόμαστε περισσότερο απ' όλους να μετανοήσουμε διότι το μεγαλύτερο υπαρξιακό μας ψέμα είναι η ίδια μας η ιερωσύνη. Δεν έχουμε το ψυχικό σθένος, ούτε ν' απαρνηθούμε από πριν τα πλεονεκτήματα που μας προσφέρει, ούτε έστω να το ομολογήσουμε κατόπιν εορτής.

Η Εκκλησία μας αρνείται να μετανοήση διότι σ' αυτή την περίπτωση θα έπρεπε ν' αρνηθή τον εαυτό της και ν' αρχίση να οικοδομή μία άλλη Εκκλησία. Θα χρειαζόταν να μαζέψη κόσμο από «τας οδούς και τας ρύμας» οι οποίοι θα έκαναν το σημερινό εκκλησίασμα «κυρίων» να δυσφορήση. Δηλαδή θα χρειαζόταν να πάρει ριζικές αποφάσεις. Τώρα οι αποφάσεις αυτές αναβάλλονται επ' αόριστον.

Μέχρι τότε που ο Θεός θα διαλέξη το δικό Του τρόπο για να μας εξαναγκάση σε μετάνοια. Ίσως περιμένει να έχη ειπωθή προηγουμένως κάθε ωραίο κήρυγμα περί μετάνοιας που μπορεί να ειπωθή. Μέχρι τότε θα πρέπη να παραδεχθούμε κατά πρόσωπο ότι δεν επιθυμούμε να μετανοήσουμε. Και να μετανοούμε γι' αυτό.

--------------▪︎-------------▪︎----------▪︎--------▪︎------

π. Βασίλειος Θερμός

Εκ της αυλής ταύτης (Κείμενα εκκλησιαστικής κριτικής) - Εκδόσεις Αρμός

Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Κυριακή Ε ' Ματθαίου - Η θεραπεία των Γεργεσηνών

Στό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πόσο οἰκεία μᾶς εἶναι αὐτή ἡ ἱστορία. Κάθε φορὰ πού τή διαβάζουμε, ἀνακαλύπτουμε ξανά κάτι πού ἀγγίζει τήν καρδιά μας ἤ φωτίζει μέ ἕνα νέο φῶς τό νοῦ μας. Καί σήμερα θά ἤθελα νά στρέψω τήν προσοχή σας σέ τρία χαρακτηριστικά σημεῖα αὐτοῦ τοῦ κειμένου.

Τό πρῶτο εἶναι ἡ συμπεριφορά τοῦ δαιμόνων, τῶν δυνάμεων τοῦ κακοῦ, στά θύματά τους. Οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ δέν ἔχουν ἄλλο σκοπό ἤ ἐπιθυμία ἀπό τό νά κυριέψουν ἕνα ζωντανό πλάσμα, νά τό κάμουν νά ὑποφέρει καί νά ἐκπληρώνει τό θέλημά τους. Οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μᾶς διδάσκουν ὅτι οἱ δαίμονες δέν δροῦν ἄμεσα στόν κόσμο· αὐτό πού μποροῦν νά κάνουν εἶναι νά σκλαβώνουν τά ἀνθρώπινα ὄντα καί νά τά χρησιμοποιοῦν γιά νά κάμουν τό κακό. Ἔτσι σ’ αὐτό ἀποσκοποῦσαν αὐτές οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ: νά σκλαβώσουν αὐτούς τούς ἄνδρες καί νά τούς κάνουν ὄργανο καταστροφῆς καί συνάμα νά ὑποφέρουν.

Ὅταν ὁ Χριστός τούς διέταξε νά ἀφήσουν τά θύματά τους ἔκραξαν μέ φωνή μεγάλη, ζητώντας ἕνα μέρος νά καταφύγουν, ἕνα μέρος ὅπου θά μποροῦσαν νά διαμείνουν καί νά κάμουν τό καταστροφικό τους ἔργο. Καί ὁ Κύριος τοὺς ἐπέτρεψε νά πᾶνε στούς χοίρους. Οἱ χοῖροι, γιά τούς Ἑβραίους, συμβόλιζαν τήν ἀκαθαρσία· τό αἴτημά τους νά κατοικήσουν ἐκεῖ ἦταν ἕνα σημεῖο προφανές γιά τόν καθένα πού μποροῦσε νά καταλάβει – καί κάθε Ἑβραῖος καταλάβαινε – ὅτι ἦταν τόσο ἀκάθαρτοι ὅσο τά πιό βρώμικα ἀπό τά ζῶα. Ἀλλά αὐτό πού ἀκολούθησε μετά, ἦταν μία ἀπόδειξη γιά τούς ἀνθρώπους τοῦ τί συμβαίνει ὅταν ἐπιτρέπουμε στόν ἑαυτό μας νά καταληφθεῖ ἀπό τό κακό, ὅταν ἐπιτρέπουμε στά πάθη νά ἀποκτήσουν ἰσχύ ἐπάνω μας- στό μίσος, στή λαγνεία, στή ζήλεια, καί σ’ ὅλα τά πάθη τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος. Ὑπό τήν ἐξουσία τῶν παθῶν, εἴμαστε καταδικασμένοι νά καταστραφοῦμε, ὅπως αὐτό τό κοπάδι πού ὁδηγήθηκε στό χαμό.

Θά πρέπει αὐτό νά τό θυμόμαστε, ἐπειδή δέν συνειδητοποιοῦμε πάντα πόσο πολύ εἴμαστε ἀγκιστρωμένοι στήν δύναμη αὐτῶν τῶν πραγμάτων πού κυβερνοῦν τήν ζωή μας: συμπάθειες, ἀντιπάθειες, μίση, μνησικακίες. Δέν εἴμαστε μοναχά ὑπό τό κράτος τῶν παθῶν αὐτῶν, ἀλλά δουλεύουμε στό κακό ὄντας ὑποταγμένοι στήν δύναμή του. Καί ἡ προειδοποίηση εἶναι ξεκάθαρη: ἐάν μόνο ἐπιτρέψουμε στό κακό νά κυριαρχήσει στή ζωή μας, αὐτό θά σημάνει τὸν θάνατο· ὄχι ἕναν φυσικό θάνατο, ἀλλά μιὰ ὁλοκληρωτική, τραγική ἀλλοτρίωση ἀπ’ ὅ,τι σημαίνει ἡ ζωή: ἀπό τόν Θεό, ἀπό τήν ἀγάπη, ἀπό τήν ὀμορφιά, ἀπό κάθε νόημα ζωῆς. Δέν μποροῦμε νά πάψουμε νά ὑπάρχουμε, ἀλλά ζοῦμε μέσα ἀπό μία ὕπαρξη χωρίς ζωή, χωρίς περιεχόμενο – ἕνα ἀδειανό κοχύλι, καί ἀκόμη ἕνα μαρτύριο.

Σέ ἀντίθεση μέ αὐτό, βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ, νά ἐνδύεται τήν ἀνθρώπινη σάρκα. Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός, αὐτός εἶναι ὁ Κύριος, ὁ Σωτήρας ὅλου τοῦ κόσμου, ἔχει ξεχάσει τά πάντα, ὅλη τήν κτήση, γιά νά δώσει προσοχή μόνο σ’ αὐτούς τούς δύο ἄνδρες πού ἔχουν ἀνάγκη νά σωθοῦν, πράγματι εἶναι διατεθειμένος ν’ ἀφήσει ἐνενήντα ἐννέα δίκαιους, ἐνάρετους ἀνθρώπους πού δέν Τόν χρειάζονται ἐκείνη τήν στιγμή, γιά νά δώσει ὅλη τήν προσοχή, τήν ζωή Του, ὅλη Του τήν δύναμη, προκειμένου νά σώσει αὐτούς τούς δύο ἀνθρώπους. Μπορεῖ νά δεῖ, μπροστά στίς ἀνάγκες ὅλου τοῦ κόσμου, κάθε προσωπική ἀνάγκη καί νά ἀνταποκριθεῖ μέ ὅλη τήν ἀγάπη Του, μέ συμπόνια, μέ ὅλη τήν κατανόηση καί μέ τήν Θεική Τοῦ δύναμη πού σώζει καί θεραπεύει.

Ὑπάρχει μία τρίτη ὁμάδα ἀνθρώπων πού βλέπουμε νά ἐνεργοῦν σ’ αὐτήν τήν ἱστορία· εἶναι οἱ κάτοικοι τῆς περιοχῆς. Γνώριζαν τήν ἀπελπιστική κατάσταση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων· τούς εἶπαν τί ἔκαμε σ’ αὐτούς ὁ Κύριος, τούς εἶπαν ποιός ἦταν ὁ ἀφέντης τους, ὁ βασανιστής τους· δέν θά ὄφειλαν νά ἔρθουν νά δοξάσουν τόν Κύριο καί νά Τόν εὐχαριστήσουν ποὺ λύτρωσε τούς δύο ἄνδρες ἀπό τήν ἐξουσία τοῦ κακοῦ; ΟΧΙ! Αὐτό πού εἶδαν στήν πράξη τοῦ Χριστοῦ, ἦταν ὅτι στερήθηκαν τό κοπάδι τῶν χοίρων. Τί σήμαινε γι’ αὐτούς ἡ ζωή, ἡ ὑγεία, ἡ σωτηρία αὐτῶν τῶν δύο ἀνθρώπων; Στεροῦνταν ὅ,τι τούς ἦταν σημαντικό, περισσότερο ἀπό τήν ἀνθρώπινη ζωή, καί ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο νά φύγει ἀπό τά σύνορά τους, ἐπειδή δέν ἤθελαν νά ριψοκινδυνέψουν ἄλλο ἕνα θαῦμα πού θά τούς στοίχιζε. Τί τραγική – ὄχι τερατώδης, ἀλλά τραγική ἀντίθεση ἀνάμεσα στήν στάση τοῦ Θεοῦ καί τήν στάση αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.

Ἄς σκεφθοῦμε καί ἄς ρωτήσουμε τούς ἑαυτούς μας, ποῦ βρισκόμαστε; Φυσικά τό πρῶτο πράγμα πού θά ποῦμε, «ὅτι εἴμαστε μέ τό μέρος τοῦ Θεοῦ» – δέν εἶναι ἀλήθεια. Ὅταν ὑπάρχει μία τραγική ἀνάγκη καί ἡ ἀξία τῆς βοήθειας δέν θά εἶναι ἴσως γιά μᾶς μιὰ καταστροφή, ἀλλά πόνος ἤ ἀπώλεια, τί θά διαλέγαμε; Ἄς προβληματιστοῦμε σχετικά μέ αὐτό: εἴμαστε στ’ ἀλήθεια μέ τό μέρος τοῦ Χριστοῦ πού μπορεῖ νά συγχωρέσει ὅλο τόν κόσμο, ἐξαιτίας τῆς συμπόνιας πού διαπερνᾶ τήν καρδιά Του, ἤ – ἐπιτρέπουμε στήν καρδιά μας νά συγκινηθεῖ γιά μιὰ στιγμή καί τότε ὑπολογίζοντας ξανά τό τίμημα, νά ἀπομακρυνθεῖ ἀπό τήν ἀνάγκη;

Ἄς συλλογιστοῦμε· ἐπειδή κάθε μία ἀπό αὐτές τίς ἱστορίες, κάθε παραβολή, κάθε εἰκόνα, κάθε ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ εἶναι γιά μᾶς μία πρόκληση: Ποῦ βρίσκεσαι; Ποιός εἶσαι; Ὁ δαιμονισμένος τῆς παραβολῆς· σέ τί βαθμό; Ἕνας ὀπαδός τοῦ Χριστοῦ ἕτοιμος νά λησμονήσει τά πάντα γιά μιὰ ἀπελπιστική ἀνάγκη; Ἤ ἴσως ἕνας ἀπό ἐκείνους πού λένε στόν Χριστό: Φύγε, φύγε μακρυά – Διαταράσσεις τήν εἰρήνη μας, τήν ἁρμονία τῆς ζωῆς μας καί τήν ἀσφάλειά μας;

Ἄς ἀναλογιστοῦμε σέ βάθος· ὄχι μόνο νά σκεφτοῦμε, ἄς πάρουμε τίς ἀποφάσεις μας καί ἄς ἐνεργήσουμε. Ἀμήν.

30 Ἰουνίου 1991

Μητρ. του Σουρόζ ΑΝΤΩΝΙΟΣ