Τετάρτη 6 Μαΐου 2026

Μεσοπεντηκοστή

«Ἐγὼ τῷ διψώντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεὰν»

Κατὰ τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ γευόμαστε σὲ κάποιο βαθμὸ τὴ νέκρωση τοῦ Χριστοῦ. Στὴ μέση αὐτῆς τῆς περιόδου, ἡ Ἐκκλησία ἔχει θεσπίσει τὴν προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ὥστε νὰ τονώσει τὴν ἔμπνευση καὶ νὰ μᾶς ἐνισχύσει στὸν ἀγώνα νὰ προευπρεπίσουμε τὶς ψυχές μας, γιὰ νὰ εἰσέλθουμε στὴ ζωοποιὸ παρουσία τοῦ ἀναστάντος Κυρίου. Μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι διὰ Σταυροῦ ἡ χαρὰ καὶ ἡ Ἀνάσταση εἰσῆλθαν στὸν κόσμο.

Στὴ μέση της περιόδου τοῦ Πεντηκοσταρίου, ἑορτάζουμε τὴ Μεσοπεντηκοστή, ποὺ ἀναδαυλίζει τὴ δίψα γιὰ τὸ Φῶς τοῦ Παρακλήτου, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μᾶς ἐνισχύει νὰ προσκαρτερήσουμε μὲ προσευχὴ καὶ ὁλοένα αὐξανόμενο πόθο, «ἕως οὐ ἐνδυθῶμεν δύναμιν ἐξ ὕψους». Ἡ Μεσοπεντηκοστὴ ἀποτελεῖ τὸ προοίμιο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς, ὅταν ὁ Κύριος θὰ χορτάσει τὴν πείνα τῆς ψυχῆς μας, «ἐν τῷ ὀφθῆναι ἡμῖν τὴν δόξαν Αὐτοῦ».

Ὁ Θεὸς μας εἶναι Θεὸς Παράκλητος. Ὁ Θεὸς Πατὴρ εἶναι «ὁ Πατὴρ τῶν οἰκτιρμῶν καὶ Θεὸς πάσης παρακλήσεως», ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Χριστός, εἶναι ὁ πρῶτος Παράκλητος, ὁ Ὁποῖος στέλνει στὸν κόσμο τὸν ἄλλο Παράκλητο, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Δηλαδή, ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, Πατήρ, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι Θεὸς ἐλέους, Θεὸς παρακλήσεως, Θεὸς παρηγοριᾶς. Πῶς ὅμως νὰ φθάσει αὐτὴ ἡ παρηγοριὰ στὸν ἄνθρωπο; Πῶς νὰ φθάσει ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ στὸν πηλό; Τὴν ἀπάντηση μᾶς τὴν ἔχει δώσει ἤδη ὁ προφήτης Δαυίδ: «Καρδίαν συντετριμμένην καὶ τεταπεινωμένην ὁ Θεὸς οὐκ ἐξουθενώσει». Ὁ Θεὸς μας δηλαδὴ ἔχει μιὰ ἀδυναμία· κάμπτεται πάνω ἀπὸ τὴν πονεμένη καρδιὰ ποὺ κράζει πρὸς Αὐτόν. Εἶναι Θεὸς ἐλέους καὶ γι’ αὐτὸ πολὺ εὔκολα γίνεται οἰκεῖος μὲ τοὺς πιστοὺς ποὺ φέρουν πληγὴ στὰ στήθη τους, διψασμένο πνεῦμα καὶ ἀναζητοῦν τὴ δική Του ἄφθαρτη παρηγοριὰ καὶ παράκληση.

Μικρὸ μὲν πράγμα ἡ ἀνθρώπινη καρδιά, ἀλλὰ ὁλόκληρος ὁ κόσμος δὲν μπορεῖ νὰ τὴ γεμίσει. Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ θρόνος τοῦ Βασιλέως τοῦ Μεγάλου, ὁ τόπος ὅπου ἡ αἰώνια ἡμέρα διαυγάζει καὶ Φωσφόρος ἀνέσπερος ἀνατέλλει. Ὅταν χαράξει ἡ ἡμέρα τοῦ Κυρίου στὴν καρδιά, τότε ὁ «ὄντως ἄνθρωπος» ἀρχίζει καινούργια ζωή· «ἐξέρχεται ἐπὶ τὸ ἔργον αὐτοῦ ἕως ἑσπέρας».

Ὅλες οἱ Γραφές, ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὡς καὶ τὴν Ἀποκάλυψη κάνουν λόγο γιὰ τὸ ὕδωρ τῆς ζωῆς τῆς αἰωνίου, γιὰ τὴ δίψα τῆς ψυχῆς γιὰ τὸν Θεό, ἡ ὁποία κατασβήνει μόνο μὲ τὴ δωρεά Του. Ὁ παλαιὸς Ἰσραὴλ γνώριζε νὰ ἀνάγει τὴ δίψα του ἀπὸ τὸ βιοτικὸ στὸ πνευματικὸ ἐπίπεδο. Τὴ φυσικὴ δίψα του στὴν ἔρημο τὴ μετέτρεπε σὲ δίψα τῆς ψυχῆς «πρὸς τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα»[.Οἱ ἐπαγγελίες τοῦ Ἰσραὴλ ἀναφέρονταν στὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἐκλεκτὸς λαὸς «μετ’ εὐφροσύνης» θὰ ἀντλοῦσε ὕδωρ «ἐκ τῶν πηγῶν τοῦ σωτηρίου». Ὁ Κύριος ὑποσχέθηκε τὸ μεσσιανικὸ νερό, δηλαδὴ τὴν εὐδαιμονία μέσα στὴν εὐλογημένη καὶ ὑπεράγαθη Βασιλεία Του, μὲ τοὺς λόγους: «Ἐὰν τὶς διψᾶ, ἐρχέσθω πρὸς μὲ καὶ πινέτω». Ἡ συμπλήρωση τῶν ἐπαγγελιῶν εἶναι ὁ Ἴδιος, τὸ Ἀρνίον, ποὺ «ποιμαίνει» τοὺς ἐκλεκτούς Του «καὶ ὁδηγήσει αὐτοὺς ἐπὶ ζωῆς πηγὰς ὑδάτων, καὶ ἐξαλείψει ὁ Θεὸς πᾶν δάκρυον ἐκ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν».

Τὸ τροπάριο τῆς Μεσοπεντηκοστῆς ἀποδίδει πολὺ ὄμορφά τὸ νόημα αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἐκφράζει τέλεια τὸν πόνο καὶ τὸν πόθο τῆς ψυχῆς, ποὺ ἂν καὶ βάλλεται πανταχόθεν ἀπὸ τὴν ἀκηδία ποὺ πολεμάει τὰ τέκνα τοῦ αἰῶνος τούτου, ὡστόσο, στρέφεται μὲ ὅλη τὴν ἔφεσή της πρὸς τὸν Κύριο, ἐκζητώντας τὴν κραταιὰ βοήθειά Του, καὶ τὸ μόνο ποὺ ἐπιθυμεῖ εἶναι ἡ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὥστε ἐπαξίως νὰ ὑμνεῖ τὸν Κύριο.

«Μεσούσης τῆς ἑορτῆς, διψῶσάν μου τὴν ψυχήν, εὐσεβείας πότισον νάματα·

ὅτι πᾶσι, Σωτήρ, ἐβόησας· Ὁ διψῶν ἐρχέσθω πρός με καὶ πινέτω.

Ἡ πηγὴ τῆς ζωῆς, Χριστὲ ὁ Θεός, δόξα σοι».

Ὁ Χριστιανισμὸς δὲν εἶναι κάτι τὸ οὐδέτερο. Ἐπαγγέλεται τίποτε λιγότερο ἀπὸ τὴν ἕνωση τοῦ χοϊκοῦ καὶ πεπερασμένου ἀνθρώπου μὲ τὸν ἄπειρο Θεό. Πολὺ θὰ ὠφελούμασταν, ἂν κάναμε δική μας, προσωπικὴ προσευχὴ λόγους σὰν τοὺς παραπάνω ἤ ἄν, ὡς προετοιμασία γιὰ νὰ ἑορτάσουμε τὴν Πεντηκοστὴ θεοπρεπῶς, διαβάζαμε καθημερινὰ ἀργὰ καὶ προσεκτικὰ τὸν Ἄμωμο, ἀφήνοντας τὰ νοήματά του νὰ διαπεράσουν τὸ εἶναι μας. Ὁ Ψαλμὸς αὐτὸς ἐκφράζει καὶ καλλιεργεῖ τὴν ἀκόρεστη δίψα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Ἅγιο τῶν Ἁγίων, καθὼς βάζει σὲ λόγια τὴν ἐξομολόγηση τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ«ἀναλῦσαι καὶ σὺν Χριστῷ εἶναι»· τῆς ψυχῆς ποὺ ποθεῖ νὰ μεταβεῖ ἀπὸ «τῶν λυπηροτέρων ἐπὶ τὰ χρηστότερα καὶ θυμηδέστερα», ἀπὸ αὐτὴ τὴν παροδικὴ καὶ μάταιη ζωή, στὴν αἰώνια καὶ πλούσια ζωὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Γιὰ νὰ παραμένει ἡ προσδοκία γιὰ τὸ χάρισμα τῆς Πεντηκοστῆς σταθερὴ καὶ αὐξανόμενη, πρέπει ὁ ἄνθρωπος νὰ φέρει συνεχῶς στὸν νοῦ του τὸν ἐρχομὸ τοῦ Κυρίου καὶ νὰ Τὸν ἀναμένει. Πρέπει νὰ μὴν ἀποκάμνει στὴν προσευχὴ νὰ καταξιωθεῖ «σταθῆναι ἔμπροσθεν τοῦ Υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου». Οἱ πρῶτοι Χριστιανοὶ εἶχαν μεγάλη ἔμπνευση, διότι προσδοκοῦσαν τὴν παρουσία τοῦ Κυρίου καὶ ὁ ἐρχομὸς Του ἦταν γι’ αὐτοὺς ἐπικείμενος ἀνὰ πάσα στιγμή. Γι’ αὐτὸ καὶ προσεύχονταν: «Ἐλθέτω χάρις καὶ παρελθέτω ὁ κόσμος οὗτος». Ἤξεραν ὅτι ἡ χάρη τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ εἶχαν τέτοιο πόθο γιὰ τὸν ἐρχομό της, ποὺ τέλειωναν τὴν προσευχὴ τοὺς λέγοντας, «μαρὰν ἀθά», «ἔρχου, Κύριε». Δὲν περίμεναν παθητικά, μὲ ἀδράνεια, ἀλλὰ Τὸν καλοῦσαν νὰ ἔλθει ταχέως. Καὶ ὄχι μόνο Τὸν καλοῦσαν, ἀλλὰ «ἔσπευδον πρὸς τὴν ἡμέραν τοῦ Θεοῦ», ἔτρεχαν πρὸς τὸν Κύριο, ἐπισπεύδοντες τὴν παρουσία Του. Ἡ προσμονή τους γιὰ τὸν ἐρχομὸ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ ἦταν τόσο δυνατή, ποὺ ἐπισκίαζε τὰ πάντα καὶ τοὺς ἐνέδυε μὲ τὴν τόλμη νὰ ὁδηγοῦνται μὲ θάρρος ἀκόμη καὶ στὸ μαρτύριο. Μὲ τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν Μαρτύρων καὶ τὰ δάκρυα τῶν Ὁσίων, χάρη στὶς προσευχὲς καὶ τὶς μεσιτεῖες τους, στερεώθηκε καὶ διατηρήθηκε ἡ πίστη πάνω στὴ γῆ.

Ἃς προετοιμαστοῦμε νὰ προσεγγίσουμε τὴ μεγάλη καὶ τελευταία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μὲ τὴν πίστη ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δὲν θὰ μᾶς λησμονήσει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στὸ Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσω μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν», ὥστε νὰ τοὺς ὁδηγήσει «ἐν γῆ εὐθεία». Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν», ἄς παραδοθοῦμε στὸν συσσεισμὸ τῆς ἐνέργειας τοῦ Πνεύματός Του καὶ ἃς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τὴ φθορὰ τοῦ θανάτου, ὥστε μὲ ὅλη μας τὴν καρδιὰ στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νὰ δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στὰ αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Καὶ γιὰ ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομιά, τὴ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν».

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Η ο­μορφιά κάποιων λέξεων...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φώς. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin

Δευτέρα 27 Απριλίου 2026

«έτοιμο» δεν υπάρχει...

Στην εποχή μας αρκετοί από εμάς τους χριστιανούς πάσχουμε και από την πνευματική ασθένεια του «έτοιμου»....

Τι εννοώ: Τα θέλουμε όλα έτοιμα, ιδίως στην πνευματική ζωή, και χωρίς να κουρασθούμε και να αγωνισθούμε εμείς. Το ζω πολύ έντονα στην Άπω Ανατολή όπου αρκετοί επισκέπτες χριστιανοί παραπονούνται διότι δεν βρίσκουν τα «έτοιμα».

Παραδείγματα υπάρχουν πολλά.

Στην ενορία θέλουμε παπά δραστήριο, θαυματουργό και διορατικό... εμείς όμως στην οικογένεια θεωρούμε δυστύχημα ένα παιδί μας να ιερωθεί και βεβαίως ούτε κουβέντα να το οδηγήσουμε προς αυτή την κατεύθυνση....

Θέλουμε Ψάλτες με αγγελική φωνή να σολάρουν και να σείεται ο τόπος... σιγά μην μπούμε στην διαδικασία να συμψάλλουμε... τσάμπα παράσταση...

Θέλουμε να επισκεπτόμασθε Μοναστήρια και να θαυμάζουμε τα έργα των μοναχών... ούτε λόγος όμως να γίνουμε εμείς μοναχοί ή να αφήσουμε κάποιο παιδί μας να ακολουθήσει την μοναχική πολιτεία... μακριά από εμάς...

«Ενθρονίζουμε» στους ναούς μας αντίγραφα θαυματουργών εικόνων... ετοιματζίδικο και δοκιμασμένο... γιατί να κουρασθούμε να προσευχηθούμε εμείς μπροστά στις υπάρχουσες εικόνες του ναού; Γιατί να τις βαπτίσουμε εμείς με τα δάκρυα της μετανοίας μας και να τις καθαγιάσουμε με την ως θυμίαμα αναπεμπομένη θερμή προσευχή μας; Αγωνίσθηκαν άλλοι... Γιατί να κουρασθούμε εμείς;

Καμαρώνουμε για την χριστιανική μας ιδιότητα... σε λειτουργίες όμως δεν πατάμε, μετάνοια δεν έχουμε, ακούμε για εξομολόγηση και ανατριχιάζουμε, νομίζουμε ότι ο Θεός μας το χρωστάει να μας βάλει στον παράδεισο και μάλιστα πρώτο τραπέζι πίστα...

Ξεχνάμε, όμως, ότι δίχως λίγο έστω κόπο, θέση κοντά στον Χριστό δεν έχουμε... Θυμηθείτε μετά την ανάσταση το περιστατικό όπου οι μαθητές βγήκαν στην στεριά μετά από μια νύχτα ψαρέματος και συνάντησαν στην παραλία τον Ιησού... Είχε φτιάξει μια ωραία θράκα με αναμμένα κάρβουνα και μόλις τους είδε τους είπε: φέρατε κανά ψαράκι να ψήσουμε; Οι μαθητές απάντησαν ότι δεν έπιασαν τίποτα. Τους ξαναέστειλε ο Ιησούς και τώρα οι μαθητές έπιασαν πλήθος ιχθύων. Βγαίνουν για δεύτερη φορά στην στεριά και βλέπουν στην θράκα ένα ψάρι να ψήνεται και ψωμί. Κι ο Ιησούς τους λέγει: Φέρτε και από τα ψάρια που πιάσατε, να τα ψήσουμε και να γευματίσουμε όλοι μαζί...

Συμπέρασμα: Στην πνευματική ζωή «έτοιμο» δεν υπάρχει...

Νεκτάριος Τσίλης,

Μητροπολίτης Χόνγκ Κόνγκ.

Σάββατο 25 Απριλίου 2026

Εσύ πλάι μου...

Την αυγή, όταν ξυπνώ, οι πρώτες μου σκέψεις πετούν σε Εσένα· οι πρώτες κινήσεις της ψυχής απλώνονται προς το χαμόγελό Σου. Το πρώτο μου ψιθύρισμα – το όνομά Σου· η πρώτη μου έκπληξη – Εσύ πλάι μου...

Όπως το νήπιο, μετά από ένα φοβερό όνειρο, αγκαλιάζει τη μητέρα του και χαίρεται που το όνειρο δεν το χώρισε απ' αυτήν, έτσι και εγώ ξυπνώντας αγκαλιάζω Εσένα και χαίρομαι που το ταξίδι του ονείρου δεν με απομάκρυνε απ' το δικό Σου χέρι...

Πόσο αγενής είμαι απέναντί Σου, Αγάπη μου! Με τρώει η ντροπή, που είμαι τόσο αγενής απέναντί Σου. Και ενώ Εσύ δεν αποχωρίζεσαι εμένα ούτε λεπτό, εγώ στο όνειρο αποχωρίζομαι Εσένα ώρες ολόκληρες. Γι' αυτό καταριέμαι το όνειρο και τον ύπνο μου και θαυμάζω τις ουράνιες δυνάμεις, που δεν παίρνουν το βλέμμα τους από Εσένα ούτε νύχτα ούτε ημέρα.

Ο ύπνος με κουράζει, αλλά Εσύ με ξεκουράζεις. Δεν υπάρχει ανάπαυση στον κουρασμένο δίχως το δικό Σου κοίταγμα ούτε γλυκασμός στον πικραμένο δίχως την συζήτηση μαζί Σου ούτε υγεία στον άρρωστο δίχως το άγγιγμα των χεριών Σου ούτε κάθαρση στον ακάθαρτο δίχως το λούσιμο στην αγιότητά Σου.

Σπεύδω στον ναό Σου, μέσα από τους έρημους δρόμους σπεύδω και δεν συναντώ κανέναν στους έρημους δρόμους.

Όλοι κοιμούνται και στα όνειρά τους βασανίζονται που βρίσκονται τόσο μακριά Σου, αλλά Εσύ κάθεσαι σε κάθε προσκεφάλι και περιμένεις την επιστροφή των ψυχών από μακριά...

Η ντροπή με τρώει, Αγάπη μου! Πόσο αγενείς απέναντί Σου είναι οι ανθρώπινες ψυχές και πως για τόσο μεγάλα διαστήματα χωρίζουν από την Ζωή τους.

Και τα θηρία ξυπνούν την αυγή και Εσύ στέκεις δίπλα τους και τα ποιμαίνεις. Για την τροφή σκέφτονται τα θηρία του βουνού, για την τροφή σκέφτονται νωρίς το πρωί, όπως και εγώ. Δες· και εγώ σκέπτομαι για την τροφή μου πολύ νωρίς το πρωί και ξέρω πως μ' Εσένα μοναχά μπορεί η πείνα μου να κορεσθή. [...]

----------------▪︎-----------▪︎-----------------▪︎-------

Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,

"Προσευχές στην λίμνη" - Εκδόσεις Ορμύλια.

Τρίτη 21 Απριλίου 2026

Ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη της ψυχής μας...

Όταν ασπαζόμαστε την εικόνα «Η εις Άδου Κάθοδος», τότε στην Ανάσταση δεν γιορτάζουμε μόνο ένα γεγονός που συνέβη μια φορά κάποτε, τότε που κατέβηκε ο Χριστός στον Άδη. Γιορτάζουμε και πανηγυρίζουμε κάτι το οποίο συμβαίνει διαρκώς.

Ο Χριστός κατεβαίνει στον Άδη της ψυχής μας, του καθενός, και πριν καν εμείς συνειδητοποιήσουμε ότι έχουμε Άδη μέσα μας.

Και όταν κάποτε συνειδητοποιήσουμε ένα μικρό μέρος απ' αυτό τον Άδη, απ' αυτό το σκοτάδι, τρομοκρατούμαστε, αρχίζουμε τις δικαιολογίες, κλείνουμε την πόρτα να μην το δούμε,τρόποι δηλαδή που ο άνθρωπος πάει να ξεφύγει απ' την ενοχή και την ντροπή. Και ξεχνάμε ότι ο Χριστός είναι ήδη εκεί, τα' χει δει όλα, πριν τα δούμε εμείς.

Έ, αυτό και μόνο μας δίνει τη δύναμη να αντέξουμε οτιδήποτε δούμε μέσα μας, γιατί ο Χριστός μας αγαπάει έχοντας δει όλα αυτά, τον Άδη του καθενός μας.

----------------▪︎-------------▪︎--------------▪︎------▪︎

π. Βασιλειος Θερμός,

Άνθρωπος μόνος και μπερδεμένος ψάχνει- Εκδόσεις Αρμός 2009.

Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

Η περικοπή των Εμμαούς...

Η περικοπή των Εμμαούς (Λουκ. 24, 13–35) δεν αποτελεί απλώς μία από τις ωραιότερες μεταναστάσιμες αφηγήσεις του ευαγγελικού σώματος, αλλά συνιστά μία από τις βαθύτερες μυσταγωγικές συμπυκνώσεις της χριστιανικής αποκαλύψεως, ακριβώς επειδή εκεί η Ανάσταση δεν εμφανίζεται ως θριαμβική επιβολή της δόξης, αλλά ως λεπτή, σχεδόν αφανής παιδαγωγία της καρδίας.

Οι δύο μαθητές, καθ’ οδόν προς την «μικράν κώμην», δεν πορεύονται απλώς από ένα σημείο σε ένα άλλο. Διασχίζουν εκείνο το ενδιάμεσο οντολογικό πεδίο όπου η ανθρώπινη συνείδηση έχει ήδη τραυματισθεί από το γεγονός του Σταυρού, αλλά δεν έχει ακόμη καταστεί δεκτική της αναστασίμου αναγνωρίσεως. Η οδός προς Εμμαούς είναι, έτσι, η οδός της μεταβάσεως από την θραυσμένη ιστορική εμπειρία στην μυστική ερμηνεία του είναι, από την οδύνη της διαψεύσεως στην φλόγα της εσωτερικής καινοποιήσεως.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Λουκάς δεν δομεί το επεισόδιο ως απλή συνάντηση, αλλά ως πορεία, ως συνοδοιπορία, ως βραδεία εσωτερική ανασύνταξη του βλέμματος. Ο αναστημένος Χριστός δεν προσέρχεται εδώ για να συγκλονίσει αισθητά, αλλά για να ανασυνθέσει μυστικά το ρήγμα της υπάρξεως. Η Ανάσταση δεν εισβάλλει ως βία φωτός.

Έρχεται ως άσκηση αναγνώρισης.

Ακριβώς γι’ αυτό η φράση «ἐκρατοῦντο οἱ ὀφθαλμοὶ αὐτῶν τοῦ μὴ ἐπιγνῶναι αὐτόν» δεν περιγράφει μία απλή αμηχανία ούτε ένα φυσικό έλλειμμα αντιλήψεως, αλλά αποκαλύπτει μία βαθύτατη θεολογική αλήθεια: ότι ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει τον Αναστημένο με την αμεσότητα της φυσικής του οράσεως, επειδή η αλήθεια του Θεού δεν ανάγεται ποτέ σε αντικείμενο διαθέσιμο προς κατοχή. Η αναγνώριση του Χριστού δεν είναι πράξη κυριαρχίας του νου επί του φαινομένου, αλλά δωρεά της θείας συγκαταβάσεως, άνοιγμα του εσωτερικού ανθρώπου, άρση εκείνης της πνευματικής παχύτητος που καθιστά το βλέμμα ανίκανο να δει το παρόν ως φέρον υπερβατικό βάθος. Η μη αναγνώριση εδώ δεν είναι απουσία πληροφορίας. Είναι η ίδια η τραγική συνθήκη του πεπτωκότος ανθρώπου, ο οποίος μπορεί να συνομιλεί με την Αλήθεια και να μην την αναγνωρίζει, μπορεί να συνυπάρχει με την Παρουσία και να την εκλαμβάνει ως απλό συνοδοιπόρο. Η πορεία προς Εμμαούς είναι και ερμηνευτική σκηνή της ανθρωπίνης ιστορίας: ο Θεός περπατά μέσα στον κόσμο Του, και ο κόσμος Τον προσλαμβάνει ως ξένο.

Η οδός, επομένως, αποκτά εδώ βαρύτητα όχι απλώς συμβολική, αλλά οντολογική και εκκλησιολογική. Στην βιβλική και πατερική παράδοση, η οδός δεν δηλώνει μόνο μετακίνηση, αλλά τρόπο υπάρξεως, μορφή μαθητείας, τροπικότητα σχέσεως. Ο Χριστός είναι «ἡ ὁδός» όχι ως αφηρημένη αρχή ηθικής κατευθύνσεως, αλλά ως ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος εισέρχεται στην κοινωνία με τον Πατέρα. Στους Εμμαούς, λοιπόν, οι μαθητές βαδίζουν επάνω στην οδό και συγχρόνως αγνοούν ότι συνοδοιπορούν με την Οδό. Αυτό είναι το υπαρξιακό δράμα και η θεολογική δόξα του κειμένου. Δεν υπάρχει εδώ μία απλή μετάβαση από την άγνοια στη γνώση, αλλά μία μυστική αποκάλυψη ότι ο ίδιος ο δρόμος της υπάρξεως μπορεί να καταστεί τόπος θεοφανείας, εφόσον η καρδιά παιδαγωγηθεί στην δεκτικότητα του μυστηρίου. Ο άνθρωπος δεν σώζεται επειδή κατέχει την ορθή έννοια του Θεού, αλλά επειδή ο Θεός προσέρχεται και ερμηνεύει εκ των ένδον την ζωή του. Γι’ αυτό και ο Λουκάς εισάγει τον Αναστημένο ως ερμηνευτή της Γραφής: «καὶ ἀρξάμενος ἀπὸ Μωϋσέως καὶ ἀπὸ πάντων τῶν προφητῶν διηρμήνευεν αὐτοῖς». Η Ανάσταση φωτίζει αναδρομικά ολόκληρη την ιστορία της θείας οικονομίας· και συγχρόνως φωτίζει αναδρομικά και την προσωπική ιστορία του κάθε πιστού.

Αυτήν ακριβώς την αλήθεια συλλαμβάνει, με εξαιρετική λεπτότητα, ο Robert Zünd στο έργο του The Road to Emmaus (1877), όπου η εικαστική οικονομία δεν υπηρετεί τη δραματοποίηση ενός επεισοδίου, αλλά την απόδοση της σχεδόν ανεπίδεικτης θείας εγγύτητας. Οι ανθρώπινες μορφές δεν δεσπόζουν στον πίνακα, σχεδόν χάνονται μέσα στην απεραντοσύνη του φυσικού τοπίου, γεγονός που δεν πρέπει να εκληφθεί ως απλό αισθητικό μέτρο ή ως ρομαντική επιλογή, αλλά ως εικονολογική θεολογία της θείας διακριτικότητας. Το δάσος, το φως, η σιωπή της φύσεως, η ήπια διάχυση της ημέρας, όλα υποβάλλουν μία μορφή παρουσίας που δεν εξαναγκάζει το βλέμμα, αλλά υπομένει την βραδύτητα της αναγνωρίσεως. Ο Χριστός στον πίνακα του Zünd δεν θεαματοποιείται. Δεν εκρήγνυται ως υπερκόσμιο φως, δεν περιβάλλεται από έκτακτο μεγαλείο, αλλά ενσωματώνεται σχεδόν μέσα στην κοινότητα των πραγμάτων, λες και η αναστημένη δόξα διάλεξε να κατοικήσει μέσα στη σεμνότητα της κτίσεως, χωρίς να καταργήσει το μέτρο της.

Εδώ ακριβώς η ζωγραφική γίνεται ερμηνεία της περικοπής: ο Αναστημένος είναι παρών όχι εναντίον του κόσμου, αλλά εντός του κόσμου, όχι ως ρήξη θεαματική του φυσικού, αλλά ως ανακαίνιση του φυσικού εκ των έσω.

Ο δρόμος του Zünd, λουσμένος σε ένα φως που δεν τυφλώνει αλλά αργά αποκαλύπτει, γίνεται έτσι εικαστικό ανάλογο της αναστασίμου οικονομίας. Η αλήθεια δεν δίδεται ως ακαριαία κατάκτηση, αλλά ως διάβαση μέσα από την αμφιβολία, την συνομιλία, την κόπωση, την προσδοκία και τελικώς την κλάση του άρτου. Το φως, άλλωστε, σε αυτήν την σύνθεση δεν έχει απλώς φυσιογραφική λειτουργία. Προσλαμβάνει σχεδόν μυστηριακή ποιότητα. Δεν είναι ο ήλιος μόνον που φωτίζει, είναι η αδιόρατη υπόμνηση ότι η φύση, μετά την Ανάσταση, δεν είναι ουδέτερο σκηνικό της ιστορίας, αλλά πιθανός φορέας της δοξολογικής ενέργειας του Θεού. Εδώ θα μπορούσε κανείς να ανακαλέσει την μυστική κοσμολογία του Μαξίμου του Ομολογητού, για τον οποίο τα αισθητά δεν εξαντλούνται στην εμπειρική τους επιφάνεια, αλλά φέρουν λόγους, εσώτερες νοηματικές αρχές που παραπέμπουν στον ενυπόστατο Λόγο. Καθ’ αυτήν την έννοια, το τοπίο των Εμμαούς δεν είναι απλώς τοπίο. Είναι μυσταγωγικός χώρος, μία κτίση που ξαναγίνεται αναγνώσιμη υπό το φως του Αναστημένου.

Όμως το κέντρο της περικοπής δεν παραμένει ούτε στον δρόμο ούτε στην ερμηνεία των Γραφών. Συμπυκνώνεται στο τραπέζι, στο δείπνο, στην χειρονομία του άρτου. Ο Χριστός «λαβὼν τὸν ἄρτον εὐλόγησε, καὶ κλάσας ἐπεδίδου αὐτοῖς». Εδώ το επεισόδιο παύει να είναι απλώς οδοιπορική συνάντηση και εισέρχεται αποφασιστικά στο ευχαριστιακό του βάθος. Δεν είναι τυχαίο ότι η αναγνώριση δεν επέρχεται κατά την ερμηνεία των προφητειών, ούτε καν κατά την συναισθηματική θέρμη της συνομιλίας, αλλά ακριβώς στην κλάση του άρτου. Το μυστήριο της παρουσίας δεν ολοκληρώνεται στην εξήγηση, ολοκληρώνεται στην πράξη. Και η πράξη αυτή δεν είναι οποιαδήποτε πράξη, αλλά η πράξη της ευλογίας, της κλάσεως, της διανομής, δηλαδή εκείνη ακριβώς η λειτουργική χειρονομία που συγκροτεί την Εκκλησία ως σώμα Χριστού. Η Ευχαριστία δεν εμφανίζεται λοιπόν ως μεταγενέστερη λατρευτική ερμηνεία του ευαγγελίου, αλλά ως ο ίδιος ο τόπος της αναγνωρίσεως του Αναστημένου.

Το ρήμα «κλάω» εδώ φέρει μία συγκλονιστική θεολογική πυκνότητα. Ο Χριστός δεν γίνεται γνωστός μέσα στην ακεραιότητα ενός αυτάρκους φαινομένου, αλλά μέσα στο σπάσιμο, στην διάρρηξη, στην προσφερόμενη θραύση. Είναι σαν να δηλώνει το κείμενο ότι η θεία παρουσία δεν προσφέρεται ποτέ ως αυτάρκης κατοχή, αλλά ως δωρεά που διανέμεται, ως πληρότητα που αποκαλύπτεται εν μορφή θραύσεως. Πρόκειται για ένα από τα βαθύτερα παράδοξα της χριστιανικής θεολογίας: η ακεραιότητα του θείου γίνεται προσιτή όχι δια της επιβλητικής ολότητος, αλλά δια της κενώσεως. Ο άρτος σπάει και ακριβώς τότε ανοίγονται τα μάτια. Το σώμα προσφέρεται και ακριβώς τότε γίνεται αναγνωρίσιμη η Παρουσία. Δεν πρόκειται εδώ για αισθητική συγκίνηση απέναντι σε ένα όμορφο σύμβολο, αλλά για οντολογικό νόμο της θείας οικονομίας: ο Θεός γνωρίζεται εν τη κενώσει Αυτού. Γι’ αυτό και η κλάση του άρτου στους Εμμαούς συνομιλεί βαθύτατα με τον Σταυρό. Η Ανάσταση δεν καταργεί την σταυρική λογική· την δοξάζει.

Η πατερική παράδοση προσήλθε με ιδιαίτερη προσοχή σε αυτό το σημείο. Ο Αυγουστίνος, με την πυκνή του διατύπωση, σημειώνει ότι ο Χριστός αναγνωρίζεται in fractione panis, μέσα στην κλάση του άρτου, δηλαδή μέσα στην πράξη όπου η ύλη γίνεται φορέας κοινωνίας. Ο Γρηγόριος Νύσσης, από την άλλη, επιμένει στο ότι ο Λόγος ενεργεί δια των αισθητών, όχι επειδή υπόκειται στην υλικότητα, αλλά επειδή η αγάπη Του συγκαταβαίνει ώστε το ορατό να καταστεί διάφανο προς το άδηλο. Δεν είναι λοιπόν η ύλη που μειώνει το μυστήριο, αλλά η θεία φιλανθρωπία που καθιστά την ύλη φορέα μυστηρίου. Και ακριβώς εδώ ο άρτος αναδεικνύεται ως κατ’ εξοχήν ταπεινή ύλη: όχι κάτι εξωτικό, όχι κάτι έκτακτο, αλλά το καθημερινότερο στοιχείο της ανθρώπινης επιβιώσεως. Η ευχαριστιακή αναγνώριση του Χριστού συμβαίνει στο συνηθέστερο, ακριβώς για να φανερωθεί ότι η χάρη δεν χρειάζεται εξαιρετικές σκηνογραφίες για να κατοικήσει. Το μικρό, το κοινό, το υλικό, το βρώσιμο, το διανεμόμενο, εκεί ακριβώς η θεία παρουσία καθίσταται αφόρητα εγγύς.

Από αυτή την άποψη, η τροφή στον μεταναστάσιμο κύκλο δεν είναι λεπτομέρεια αφηγηματική, αλλά θεολογική γλώσσα υψίστης σημασίας. Στους Εμμαούς, ο άρτος δηλώνει την ευχαριστιακή παρουσία. Στην Ιερουσαλήμ, όπου ο Χριστός λαμβάνει «ἰχθύος ὀπτοῦ μέρος καὶ ἀπὸ μελισσίου κηρίου», η τροφή καθίσταται απόδειξη της πραγματικής σωματικότητας του Αναστημένου, εναντίον κάθε δοκητισμού ή πνευματοκρατικής εκκενώσεως του σώματος. Ο Κύριος τρώει όχι επειδή έχει ανάγκη τροφής, αλλά επειδή οφείλει να θεραπεύσει την ανθρώπινη αδυναμία να πιστεύσει σε μία Ανάσταση που δεν ακυρώνει την υλικότητα, αλλά την εισάγει στην αφθαρσία. Και στη Γαλιλαία, στην παραλία της Τιβεριάδος, ο άρτος και οι ιχθύες γίνονται όχι μόνο σημείο κοινωνίας, αλλά και αποστολής. Ο Αναστημένος προετοιμάζει τροφή για τους μαθητές Του όπως ο Θεός προετοίμαζε μάννα για τον λαό στην έρημο, μόνον που εδώ η νέα κοινότητα δεν συγκροτείται γύρω από μια απλή επιβίωση, αλλά γύρω από την αποστολική ευθύνη, την ποιμαντική μέριμνα, την εκκλησιαστική διακονία. Η τροφή γίνεται εκκλησιολογία.

Αυτή η τριπλή λειτουργία της τροφής, ευχαριστιακή, σωματική και κοινοτική, φανερώνει μία εξαιρετικά υψηλή ανθρωπολογία. Ο άνθρωπος δεν σώζεται έξω από την ύλη, ούτε παρά την ύλη, αλλά μέσα από μία ύλη που μεταμορφώνεται σε τόπο κοινωνίας. Ο άρτος, ο ιχθύς, το μέλι δεν είναι υλικότητες ενός συμβολικού θεάτρου. Είναι οι φέρουσες μορφές μιας θείας οικονομίας που δεν περιφρονεί τον κόσμο, αλλά τον εισάγει στην αναφορά προς τον Δημιουργό του. Το ψημένο ψάρι, το μελίσσιο κηρίον, η ευλογημένη κλάση του άρτου, όλα αυτά μαρτυρούν ότι η Ανάσταση δεν είναι θρίαμβος κατά της σαρκός, αλλά σωτηρία της. Και γι’ αυτό η εμπειρία του Αναστημένου δεν προσφέρεται ως εκτυφλωτική επιβολή υπερβατικότητας. Είναι, αντιθέτως, η αργή φανέρωση ότι το απλούστερο μπορεί να γίνει απροσμέτρητα πυκνό, ότι το καθημερινό μπορεί να φέρει άπειρο βάθος, ότι ακόμη και η τροφή μπορεί να μεταβληθεί σε φαινομενολογικό τόπο αποκαλύψεως.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το αποφατικό μεγαλείο της περικοπής. Γιατί ο Χριστός αναγνωρίζεται την ίδια στιγμή που γίνεται άφαντος. «Καὶ αὐτὸς ἄφαντος ἐγένετο ἀπ’ αὐτῶν». Τίποτε δεν θα μπορούσε να εκφράσει βαθύτερα την αλήθεια της θείας παρουσίας. Ο Θεός δεν γίνεται ποτέ αντικείμενο πλήρους κατοχής. Η αναγνώριση δεν καταλήγει σε έλεγχο. Η επιφάνεια δεν καταργεί το μυστήριο. Αντιθέτως, η στιγμή της αναγνωρίσεως συμπίπτει με την άρση κάθε δυνατότητας κατοχικής βεβαιότητος. Ο Χριστός αποκαλύπτεται και συγχρόνως διαφεύγει. Δεν λείπει· αλλά αρνείται να παγιδευθεί σε μία μορφή ιδιοποίησης. Η παρουσία Του είναι αληθινή, αλλά όχι διαθέσιμη. Είναι εγγύς, αλλά όχι χειραγωγήσιμη. Είναι φανερή, αλλά όχι αναλώσιμη. Πρόκειται για μία βαθιά παιδαγωγία κατά της ειδωλοποιήσεως. Ο Θεός δίδεται, αλλά δεν παραδίδεται στην κυριαρχία του βλέμματος.

Το μόνο που μένει στους μαθητές δεν είναι ένα απομεινάρι αισθητής βεβαιότητος, αλλά η μνήμη της χειρονομίας, η καύση της καρδίας, η εσωτερική ανάφλεξη του λόγου. «Οὐχὶ ἡ καρδία ἡμῶν καιομένη ἦν ἐν ἡμῖν;» Η αλήθεια, λοιπόν, μετά την εξαφάνιση, δεν γίνεται κενό, αλλά φωτιά. Η απουσία δεν γεννά απελπισία, αλλά εκκλησιαστική μνήμη. Η αναγνώριση του Αναστημένου εγκαθίσταται μέσα τους ως τρόπος νέας υπάρξεως, όχι ως κατοχή εξωτερικού αποδεικτικού στοιχείου. Εδώ ο Λουκάς αγγίζει μία από τις υψηλότερες κορυφές της χριστιανικής πνευματολογίας: ο Χριστός, αφού αναγνωρισθεί, δεν παραμένει ως θέαμα, αλλά ως φλόγα εσωτερική, ως μνήμη λειτουργική, ως παρόν που μορφοποιεί την καρδιά. Η Εκκλησία δεν ζει από την οπτική κατοχή του Χριστού, αλλά από την καιόμενη καρδία, από την ευχαριστιακή μνήμη, από την μυστική βεβαιότητα ότι Εκείνος υπήρξε, είναι και έρχεται.

Έτσι, η περικοπή των Εμμαούς, η εικαστική θεολογία του Zünd, οι πατερικές ερμηνείες και το μυστήριο της τροφής συγκλίνουν σε μία ενιαία και εξαιρετικά υψηλή θεολογική διαπίστωση: ότι η Ανάσταση δεν είναι ένα γεγονός ξένο προς την καθημερινότητα, αλλά η κρυμμένη αλήθεια της καθημερινότητας όταν αυτή φωτίζεται από την χάρη. Ο δρόμος, η συνομιλία, η κόπωση της ημέρας, το τραπέζι, ο άρτος, το ψάρι, το μέλι, όλα αυτά παύουν να είναι ουδέτερα δεδομένα και καθίστανται λειτουργικοί τόποι παρουσίας.

Δεν είναι πια απλώς πράγματα· είναι μορφές κοινωνίας. Δεν είναι απλώς υλικά.

Είναι φορείς νοήματος.

Δεν είναι απλώς στοιχεία ζωής. Είναι υπαινιγμοί Βασιλείας.

Ο Μάξιμος ο Ομολογητής, με την παγκόσμια λειτουργική του σύλληψη, θα μπορούσε πράγματι να συνοψίσει αυτό το μυστήριο με την βαθιά εκείνη προοπτική ότι ολόκληρος ο κόσμος δύναται να διαβασθεί ως ιερόν μυστήριον. Οι Εμμαούς δεν είναι ένα μακρινό επεισόδιο. Είναι η ίδια η κρυφή δομή της υπάρξεως.

Κάθε άνθρωπος, άλλωστε, πορεύεται κάπως προς μία δική του Εμμαούς. Πορεύεται με τις συντριβές του, με τις διαψεύσεις του, με την αδυναμία του να συνδέσει την υπόσχεση με την ιστορία, την αγάπη με την απώλεια, τον Θεό με την βουβή εμπειρία του πόνου. Και όμως, ακριβώς εκεί, μέσα στη φαινομενική καθυστέρηση του νοήματος, μέσα στη σιωπή του καθημερινού, μέσα στη δυσκολία της αναγνωρίσεως, ο Χριστός ίσως ήδη βαδίζει πλάι του.

Όχι ως καταναγκαστική επιφάνεια δόξης, αλλά ως πράος συνοδοιπόρος.

Όχι ως ιδέα, αλλά ως Παρουσία. Όχι ως θριαμβική απόδειξη, αλλά ως εκείνος που ερμηνεύει εκ νέου τις Γραφές, θερμαίνει την καρδιά, ευλογεί τον άρτο και, την στιγμή ακριβώς της αναγνωρίσεως, διαφεύγει για να εγκατασταθεί βαθύτερα: όχι μπροστά στα μάτια, αλλά μέσα στην ύπαρξη.

Αυτή είναι και η μεγάλη αναστάσιμη παιδαγωγία της περικοπής: ότι ο Θεός δεν επιβάλλεται στην όρασή μας, αλλά σιωπηλά υπομένει την τύφλωση του βλέμματός μας, έως ότου η καρδιά, μέσω της ευχαριστιακής μνήμης, καταστεί ικανή να δει πως ολόκληρη η ζωή ήταν εξαρχής συνοδοιπορία μαζί Του.

Μάνος Λαμπράκης 

Η Ανάσταση είναι...

Η Ανάσταση δεν είναι μια ωραία ιδέα.

Είναι εισβολή ζωής… εκεί που όλα αιμορραγούν.

Ο άνθρωπος κουβαλά μικρούς θανάτους.

Απώλειες.

Ρωγμές.

Ματαιώσεις.

Ασθένειες.

Πένθη.

Και μαθαίνει να ζει έτσι.

Λίγο πιο άδειος κάθε μέρα. Δίχως φως και χαρά.

Αλλά η Ανάσταση δεν σε αφήνει να συνηθίσεις.

Δεν σου λέει ότι όλα θα φτιάξουν.

Σου λέει: τίποτα δεν τελείωσε.

Εκεί που βλέπεις τέλος…

ο Θεός αρχίζει.

Εκεί που μέσα σου κάτι πέθανε…

ο Θεός το σηκώνει.

Η Ανάσταση είναι:

Είναι η δύναμη που σε κρατά όταν λύγισες.

Το φως που δεν σβήνει μέσα στο σκοτάδι.

Δεν σου παίρνει τον πόνο.

Αλλά δεν σε αφήνει μόνο μέσα σε αυτόν.

«Τί ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;

οὐκ ἔστιν ὧδε, ἀλλ’ ἠγέρθη.» (Λουκ. 24, 5-6)

Γιατί ο Χριστός αναστήθηκε.

Και ο θάνατος έπαψε να είναι τέλος κι έγινε αρχή.

Όχι πλέον προορισμός αλλά πέρασμα στην Αιωνιότητα.

— π. Λίβυος —