Κυριακή 31 Μαΐου 2026

Ποιου πνεύματος είστε;

Μεγαλώνουμε όλοι μας μέσα σ’ έναν κόσμο, ο οποίος μας μαθαίνει να φτιάχνουμε ένα «κάστρο προστασίας». Θέλουμε να περιφρουρήσουμε τον εαυτό μας. Φοβόμαστε να είμαστε εκτεθειμένοι. Σ’ ένα βαθμό αυτό είναι λογικό.

Όταν όμως φύγει απ’ τον λογικό βαθμό γίνεται ένα άγχος, το οποίο δεν μας αφήνει να συναντήσουμε κανέναν. Δεν συναντάμε ούτε τον εαυτό μας. Δεν τον γνωρίζουμε τον εαυτό μας. Φανταζόμαστε τις διαθέσεις τις εποχιακές, τις διαθέσεις της στιγμής, ή τις ηλικιακές ή την νοοτροπία την οποία σιγά-σιγά αποχτάμε (αποδεχόμενοι ένα σωρό μηνύματα από ένα περιβάλλον που δεν έχει καμμία σχέση με το θέλημα του Θεού και τον Χριστό) και που διαποτίζει κι εμάς, που θεωρητικά είμαστε χριστιανοί, και έτσι μπαίνουμε κι εμείς σ’ αυτό το κλουβί να περιφρουρήσουμε τον εαυτό μας. Και δεν τον γνωρίζουμε αφ’ ενός, και δεν γνωρίζουμε και τον απέναντι, γιατί το ’χουμε πει κι άλλες φορές, τον άλλον άνθρωπο που στέκεται απέναντί μας μπορούμε να τον γνωρίσουμε τόσο όσο έχουμε γνωρίσει τον εαυτό μας.

Είμαστε όλοι στον ίδιο παρονομαστή της κοινής ανθρώπινης φύσης. Άμα δουλέψω με τον εαυτό μου και γνωρίσω τον εαυτό μου, θα γνωρίσω κατά αναλογίαν κάθε άνθρωπο. Αν δεν δουλέψω με τον εαυτό μου και δεν γνωρίσω τον εαυτό μου, δεν θα γνωρίσω κανέναν άνθρωπο. Θα μένω στη λογική της γνωριμίας της εξωτερικής, και των αντιδράσεων στα ερεθίσματα ή στις εντυπώσεις. Μου είπε κάτι να το πω κι εγώ, έκανε κάτι να το επαναλάβω κι εγώ, είπε κάτι που μου άρεσε να το πω κι εγώ σαν παπαγάλος, και τελικά δεν υπάρχουμε στο τέλος.

Έρχεται η σημερινή γιορτή και μας λέει ότι θα πρέπει ακριβώς αυτό να κάνεις: «Να αρχίσεις να δουλεύεις με τον εαυτό σου πρώτα». Και επειδή αυτό είναι το δυσκολότερο απ’ όλα, (η αυτογνωσία είναι η δυσκολότερη διαδρομή) και ακόμη περισσότερο η συνειδητοποίηση των κενών και των προβλημάτων των εσωτερικών μας είναι το ακόμα δυσκολότερο, οι χριστιανοί έρχονται την Κυριακή της Πεντηκοστής να παρακαλέσουν τον Χριστό να συνειδητοποιήσουν αυτό που είπε στους μαθητές. Τι είπε στους μαθητές την προηγούμενη Πέμπτη της Αναλήψεως; Τους είπε: «Τώρα πηγαίνετε στα Ιεροσόλυμα και περιμένετε εκεί να έρθει Αυτός που θα παρηγορεί τις καρδιές σας. Να ’ρθεί ο Παράκλητος». Παράκλητος, που ονομάζει το Άγιο Πνεύμα, είναι αυτός που μπορεί να παρηγορήσει την ανθρώπινη καρδιά. Πότε παρηγοριέται μια ανθρώπινη καρδιά; Όταν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται. Όταν δεν ξέρει πού πατάει και πού βρίσκεται βουλιάζει στην αντισταθμιστική αγωνία ενός εγωισμού «εγώ, εγώ, εγώ». Ένας σιδηρόδρομος από ένα σωρό «εγώ», τα οποία εμποδίζουν και την αυτογνωσία και την επικοινωνία.

Το Πνεύμα του Θεού, όταν ήρθε στους Αποστόλους, τους έκανε, αυτούς οι οποίοι είχανε σκορπίσει, είχανε γεμίσει φόβο, είχαν φύγει κάτω απ’ τον Σταυρό, δεν ήξεραν ποιόν συνάντησαν καλά-καλά όταν Τον είδαν Αναστημένο, τους έκανε όλους αυτούς να γίνουν ένα σώμα, και όχι αυτό μονάχα. Τους βοήθησε να ξεκαθαρίσουν ότι χάριν Αυτού με τον οποίον ζήσανε μαζί τρία χρόνια και για τον οποίον είχαν πελαγώσει στο τέλος αυτής της τριετούς φάσεως, χάριν Αυτού να αποφασίσουν να πεθάνουν. Και πεθάνανε. Από τους δεκατρείς με τον Παύλο οι δώδεκα πεθάνανε χάριν του Χριστού. Εκτός από τον Ιωάννη οι υπόλοιποι όλοι, και ο Παύλος μαζί, μαρτύρησαν χάριν Αυτού τον οποίον αγαπούσαν.

Αδελφοί μου, έχουμε συνηθίσει αμέσως μετά την Λειτουργία της Πεντηκοστής να λέμε κάποιες προσευχές στο Άγιο Πνεύμα, στον Παράκλητο, για δύο πράγματα: «Να έρθει να φωτίσει τη δική μας συνείδηση, να δουλέψουμε σ’ αυτό το δύσκολο στάδιο της αυτογνωσίας, και να φωτίσει και τις καρδιές των ανθρώπων που έχουν πεθάνει να συνειδητοποιήσουν βαθύτερα τη σχέση τους με τον Χριστό και να γίνουν ευτυχέστεροι».

Οι προσευχές που θα πούμε, αμέσως μετά, είναι και γι’ αυτά τα δύο: Για μας, για να συνειδητοποιήσουμε και να ξεκινήσουμε αυτόν τον κόπο πορείας, και για τους νεκρούς μας, να συνειδητοποιήσουν τη σχέση τους με τον Θεό ούτως ώστε να γίνουν απ’ αυτή τη συνειδητοποίηση βαθύτερα ευτυχέστεροι. Για να γίνουν όλα αυτά θα ισχύσει αυτό που θα πούμε ακριβώς μετά από λίγο, όταν θα λέμε δεήσεις για να δεχθεί ο Χριστός τις προσευχές μας αυτές, που όσοι θα μπορούμε θα τις λέμε γονατιστά. Λέει μια προσευχή απ’ αυτές: «Γι’ αυτούς οι οποίοι γονατίζουν μπροστά Σου τις καρδιές και τα σώματά τους…». Βάζει ένα πελώριο άλλο θέμα: Ότι μπορεί εξωτερικά να τηρώ τύπους και εσωτερικά να μην ανταποκρίνονται αυτά στην ψυχική μου διάθεση. Πρώτα γονατίζει κανείς ψυχικά, με την καρδιά του, μπροστά στον Χριστό και μετά γονατίζει σωματικά εκφράζοντας αυτή τη διάθεση η οποία λέει: «Έλα, κάνε σκηνή Σου την καρδιά μου και άλλαξέ με», όπως λέει το τροπάριο που το έχουμε συνηθίσει «Βασιλεύ Ουράνιε» και απευθύνεται στον Παράκλητο, σ’ Αυτόν ο οποίος Τον έστειλε ο Χριστός να παρηγορήσει τις καρδιές μας.

π. Θεοδόσιος Μαρτζούχος 

Ἡ Ἁγία Πεντηκοστή

Ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι ἡ τέλεια καὶ ἐσχάτη ἑορτή πού ὁλοκληρώνει τὸν κύκλο τῆς θείας Οἰκονομίας, δηλαδὴ τοῦ ἔργου πού ἐπιτέλεσε ὁ Χριστὸς γιά τήν σωτηρίᾳ τοῦ κόσμου. Τὸ μυστήριο τῆς ἑορτῆς εἶναι μεγάλο καὶ τὸ χάρισμά της ἐκδηλώνεται μέ αὐτὸν τὸν ἀποστολικὸ πλατυσμὸ τῆς καρδίας.

Σήμερα συμπληρώθηκε τὸ ἔργο τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Πατέρα, τὸν Υἱὸ καὶ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Σήμερα ἐκπληρώθηκε ἐπίσης ἡ προσδοκία τῆς ἐπαγγελίας τοῦ Πατρός. Σήμερα τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἐπεδήμησε ὡς πύρινες γλῶσσες, ποὺ καθῖσαν «ἐφ’ ἕνα ἕκαστον τῶν μαθητῶν». Οἱ μαθητὲς ἔλαβαν τὸ χάρισμα τοῦ Παρακλήτου καὶ ὁ κάθε ἔνας ἔγινε μοναδικὴ ὑπόστάση ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ.

Ὅταν ἡ φωταγωγοῦσα καὶ δροσίζουσα φλόγα τοῦ Παρακλήτου ἀγγίξει τὴν καρδία, ἐνεργεῖ μέ διπλὸ τρόπο. Κατακαίει τὸν ῥύπο τῆς ἁμαρτίας, ἐνῶ παράλληλα φωτίζει τὴν καρδία μέ τὴν ἀληθινὴ θεογνωσία καὶ τήν θερμαίνει μέ τὸ πῦρ τῆς θείας ἀγάπης. Ἔτσι, σκορπᾶ τὴν πλάνη, μαρτυρεῖ γιά τήν θεότητα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ καὶ χαράσσει στά βάθη της τὴν ἁγία μορφὴ Του. Ἡ θέρμη τῆς ἀγάπης Του πλαταίνει τὴν καρδία, γιά νά περιπτυχθεῖ Οὐρανὸ καὶ γῆ. Ἡ προσευχὴ τοῦ ἀνθρώπού πού ἔχει συλλάβει στήν καρδία του Πνεῦμα Ἅγιο εἶναι: «Κύριε, σῶσον, ἁγίασον πάντας».

Τὸ χάρισμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὑπενθυμίζει καὶ διδάσκει τὰ ῥήματα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, τὴν ἀλήθειά Του, ποὺ «λύει τὰ δεσμὰ» τοῦ κόσμου καὶ τῶν παθῶν [Λουκ. 11,13].Ὅταν ἔλθει ὁ Βασιλεὺς τῶν ἀγαθῶν νά σκηνώσει στήν καρδία, μόνο τότε γνωρίζουμε τήν γνήσια, τὴν πνευματικὴ ἐλευθερία.

Κάθε Χριστιανὸς ἔχει ἐν δυνάμει τήν δυνατότητα νά ἐπαναλάβει τὴν Πεντηκοστὴ στήν ζωὴ του. Ὡστόσο, προϋπόθεση γι’ αὐτὸ εἶναι ἡ δίψα γιά τὸ «ὕδωρ τὸ ζῶν» πού προσφέρει ὁ Κύριος, καὶ ἡ εἴσοδος στό ὑπερῶο τῆς καρδίας, ὅπου μέ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ θὰ προσκαρτερήσει ὁ πιστός μέ τὴν ἐπίκληση τοῦ Ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἀναμονὴ τοῦ ἐρχομοῦ Του. Ἡ δωρεὰ τῆς Πεντηκοστῆς καθιστᾶ τὸν ἀνθρωπο ἱκανὸ νά ἐπικαλεῖται θεοπρεπῶς τὸ Ὄνομα τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, στό Ὁποῖο βρίσκεται ἡ χάρη τῆς σωτηρίας.

Ἂς προσεγγίσουμε αὐτὴ τήν μεγάλη καὶ τελευταία ἑορτὴ τῆς Πεντηκοστῆς μέ τὴν πίστη ὅτι καὶ ἐμᾶς ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς δέν θὰ μᾶς παρίδει, ἀλλὰ θὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ. Καὶ σὲ ἐμᾶς θὰ ἐξαποστείλει τὰ δόματα τῆς ἀγαθότητάς Του. Ὅπως λέει ὁ Ἴδιος στό Εὐαγγέλιό Του: «Εἰ οὖν ὑμεῖς, ὑπάρχοντες πονηροί, οἴδατε δόματα ἀγαθὰ διδόναι τοῖς τέκνοις ὑμῶν, πόσῳ μᾶλλον ὁ Πατὴρ ὁ ἐξ οὐρανοῦ δώσει Πνεῦμα ἀγαθὸν τοῖς αἰτοῦσιν αὐτὸν» [Λουκ. 11,13], ὥστε νά τοὺς ὁδηγήσει «ἐν τήν εὐθείᾳ γῇ» [Ψαλμ. 142, 10] τῆς σωτηρίας. Μὲ τὴν ὑπόσχεση τοῦ Κυρίου καὶ τὸν ἄψευστο λόγο Του ὡς «ἄγκυραν τῆς ψυχῆς ἀσφαλῆ τε καὶ βεβαίαν» [ Ἑβρ. 6,19], ἂς παραδοθοῦμε στόν συσσεισμὸ τῆς ἐνεργείας τοῦ Πνεύματός Του καὶ ἂς ἀποτινάξουμε ἀπὸ ἐπάνω μας τὰ λέπια τῆς ἁμαρτίας καὶ τήν φθορά τοῦ θανάτου, ὥστε μέ ὅλη μας τὴν καρδία στραμμένη πρὸς τὸν Κύριο νά δεχθοῦμε καὶ ἐμεῖς τὸ «φλογίζον καὶ ὑετίζον» χάρισμα τοῦ Μεγάλου Θεοῦ μας, τὸ ὁποῖο θὰ μᾶς μεταβιβάσει ἀπὸ τὰ ἐφήμερα καὶ ἀπατηλὰ στά αἰώνια καὶ ἀληθινά. Τότε θὰ γνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε παιδιὰ τοῦ Οὐρανίου Πατρός, καὶ τὸ Πνεῦμα μέσα στήν καρδία μας θὰ κράζει ἀκατάπαυστα, «Ἀββᾶ, ὁ Πατήρ». Γιά ἐμᾶς ἔχει ἑτοιμάσει μεγάλη κληρονομία, τήν Βασιλείᾳ τῶν Οὐρανῶν. Σὲ ἐμᾶς ἡ ἐπαγγελία [Πράξ.2, 39],τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. «Ἀμήν».

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Πεντηκοστή

 

Να προσφέρουμε στους κεκοιμημένους...

Τα μνημόσυνα δεν είναι απλώς μια ψυχολογική ανάμνηση των αγαπημένων μας ανθρώπων.

Δεν είναι μια ψυχολογική παρηγοριά για να αντέξουμε την απουσία τους.

Είναι πράξη αγάπης. Είναι σχέση που συνεχίζεται. Είναι μια γέφυρα προσευχής ανάμεσα στη γη και την αιωνιότητα.

Η Εκκλησία δεν πιστεύει ότι ο θάνατος καταργεί την κοινωνία των προσώπων. Πιστεύει ότι η αγάπη είναι πιο δυνατή από τον θάνατο. Γι’ αυτό προσευχόμαστε. Γι’ αυτό τελούμε μνημόσυνα. Γι’ αυτό γράφουμε ονόματα, προσφέρουμε κόλλυβα, ζητάμε Θεία Λειτουργία.

Όταν μια ψυχή φεύγει από αυτή τη ζωή και περιμένει «την κοινή ανάσταση των πάντων», εκείνο που τη χαροποιεί είναι η προσευχή της Εκκλησίας. Ένα «Κύριε, ελέησον». Ένα κεράκι που ανάβει με αγάπη. Ένα πρόσφορο. Μια Θεία Λειτουργία στο όνομά της.

Κανείς μας δεν γνωρίζει τα μυστήρια της άλλης ζωής. Γνωρίζουμε όμως κάτι πολύ σημαντικό: ότι η αγάπη που γίνεται προσευχή δεν χάνεται ποτέ.

Όπου βρει η προσευχή μας τον αγαπημένο μας άνθρωπο, τον αγγίζει. Τον αναπαύει. Τον παρηγορεί. Τον φωτίζει. Και αν ήδη βρίσκεται στο φως του Θεού, τότε η χαρά του γίνεται ακόμη μεγαλύτερη.

Ο Άγιος Παΐσιος έλεγε ότι η μεγαλύτερη βοήθεια που μπορούμε να προσφέρουμε στους κεκοιμημένους είναι η προσευχή και η Θεία Λειτουργία. Αυτά είναι τα δώρα που περνούν στην αιωνιότητα.

Γι’ αυτό μη σταματάς να μνημονεύεις τους ανθρώπους που αγάπησες.

Μη θεωρείς ότι έφυγαν και τελείωσε η σχέση σας.

Να τους μιλάς στην προσευχή σου.

Να τους γράφεις στα χαρτάκια της Λειτουργίας.

Να κάνεις μνημόσυνα.

Να ανάβεις ένα κερί.

Γιατί η αγάπη δεν μπαίνει στον τάφο.

Και ο Θεός δεν ξεχνά ποτέ κανέναν που αγαπήθηκε.

-π. Λίβυος-

Πέμπτη 28 Μαΐου 2026

Η αγάπη του Θεού κατακλύζει το πνεύμα μας...

Κάθε πνεύμα γίνεται ύλη. Η πλεονεξία γίνεται μόλυνση, το μίσος γίνεται αίμα, η ύβρις γίνεται ερείπια, η αγάπη γίνεται προσφορά. Έτσι, όταν ο Θεός θέλησε να κατέβει η αγάπη Του στη γη, έστειλε Εκείνον. Κι η αγάπη έγινε σώμα που αγκάλιαζε και γιάτρευε και παρηγορούσε, και τελικά μας προσφέρθηκε να το φάμε.
Αν Εκείνος ήταν οι δέκα εντολές που παρέλαβε ο Μωυσής, θα μπορούσαμε να Τον αντιληφθούμε μόνο με τη νόηση. Όμως είναι σώμα και Τον αντιλαμβανόμαστε με το σώμα μας. Κι όπως ο άρτος και ο οίνος κατακλύζουν το σώμα μας, έτσι και η αγάπη του Θεού κατακλύζει το πνεύμα μας.
Κι ενώ συνεχίζουμε να μιλάμε και να συνυπάρχουμε και να τρώμε και να δουλεύουμε, τα λόγια μας δεν είναι για κατάκριση αλλά για κατανόηση, και οι άλλοι δεν είναι ξένοι αλλά οικείοι, και το φαΐ δεν μας αφήνει πεινασμένους, αλλά μπορούμε ακόμη και να το μοιραστούμε, κι η δουλειά δεν είναι μαρτύριο αλλά ευχαρίστηση, κι η ζωή δεν είναι βάρος αλλά δώρο.
Όμως αυτό δεν συμβαίνει πάντοτε. Συχνά μεταλαμβά­νουμε την αγάπη και η αγάπη δεν εμφανίζεται κι εμείς πα­ραμένουμε αυτό που είμαστε.
Τότε έρχεται Εκείνος και διευκρινίζει: Αν αυτό που είσαστε δεν συντριβεί, η αγάπη δεν μπορεί να χωρέσει. Αν το πνεύμα σας δεν συντριβεί, το Πνεύμα του Θεού θα παραμεί­νει ακατάληπτο.
Τότε, σε όσους μετάνιωσαν για το κακό που προξένησαν, ο Θεός θα προσφέρει όλη τη δύναμη της αγάπης Του για να επανορθώσουν.
Και σε όσους Τον ευχαριστούν για ο,τιδήποτε οι άλλοι θεωρούν δεδομένο, σ' εκείνους θα αποκαλυφθεί.
 
Ελεωνόρα Σταθοπούλου,
Εκείνος.

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό...

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Έτσι θα καταφέρεις να μην μισείς κανέναν. Έτσι θα καταφέρεις να μην ζηλεύεις. Έτσι θα καταφέρεις να χαίρεσαι με την χαρά και να συμπάσχεις όταν πονάει ο αδελφός σου.

Έτσι θα καταφέρεις να μην κρίνεις. Ποιος άλλωστε τολμά να κρίνει έναν Θεό; Έτσι θα καταφέρεις να συγχωρείς και όποιες και αν είναι οι διαφορές, γρήγορα να μονοιάζεις.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Σκοπός μας σε τούτην εδώ τη γη, είναι η αγάπη. Όχι μια αγάπη που περιορίζεται σε συναισθηματισμούς και σε γλυκόλογα. Αλλά μια αγάπη που ξέρει να αντέχει, μια αγάπη που υπομένει, μια αγάπη που μπορεί και συγχωρεί.

Μια αγάπη που θέλει δουλειά για να ανθίσει.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα διαφωνείς στη πτώση του. Δεν σημαίνει ότι θα ανέχεσαι την κακοποίηση του… Όταν δεν καλλιεργεί Χριστό ο άνθρωπος, φουντώνει γρήγορα μέσα του το κακό και βγαίνει και προσπαθεί να πνίξει και τους έξω…

Όχι.

Αυτό να μην το ανέχεσαι. Ούτε για σένα ούτε για κανέναν. Αλλά ταυτόχρονα να μην τον καταδικάζεις μονομιάς… Να μην τον εξαντλείς τον άνθρωπο…

Ακόμα και μέσα στην «ασχήμια» του, εσύ να ψάχνεις στο πρόσωπό του, εκείνη τη μικρή γωνιά,που είναι ο Θεός κρυμμένος.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Καθένας μας, έχει και μια μικρή γωνία μέσα του, όπου ο Θεός κατοικεί αναπαυμένος…

Ελευθέριος Ελευθεριάδης 

Οι Άγιοι Πατέρες της Νικαίας...

«Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα».

Δεν υπάρχει στο κατά Ιωάννην άλλη φράση τόσο βαριά από θεία εγκατάλειψη και τόσο πλήρης από δόξα συγχρόνως. Η «ώρα» στον Ιωάννη δεν είναι χρονική στιγμή. Είναι το άνοιγμα της ίδιας της υπάρξεως προς την αλήθεια της. Είναι η στιγμή όπου ο Χριστός παύει πλέον να ομιλεί προς τα πλήθη και στρέφεται προς τον Πατέρα σαν να επιστρέφει σε μια προαιώνια οικειότητα: «δόξασόν σου τὸν υἱόν». Κι όμως, αυτή η δόξα δεν θα αποκαλυφθεί μέσα σε θρόνους, ούτε μέσα σε θριάμβους εξουσίας, αλλά μέσα στην ακραία απογύμνωση του Σταυρού. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σκάνδαλο του χριστιανισμού: ότι ο Θεός δεν σώζει διά της ισχύος, αλλά διά της εκθέσεως του εαυτού Του. Ο άγιος Αθανάσιος, πολεμώντας τον Άρειο, κατανοούσε πως αν ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός, τότε ο Σταυρός μετατρέπεται απλώς σε ηθικό παράδειγμα, δεν γίνεται νίκη κατά του θανάτου.

Γι’ αυτό και η Νίκαια δεν υπήρξε φιλοσοφική φιλονικία περί όρων, αλλά κραυγή σωτηρίας: «ὁμοούσιον τῷ Πατρί».

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε».

Ο Χριστός δεν ορίζει την αιώνια ζωή ως αθανασία, ούτε ως ανταμοιβή μετά θάνατον, αλλά ως γνώση του Θεού. Και η γνώση εδώ δεν είναι διανοητική κατοχή αλλά σχέση. Είναι αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν κοινωνία προσώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από φόβους και διαψεύσεις, οικοδομεί τον εαυτό του σαν φρούριο αυτάρκειας, πιστεύει πως σωτηρία σημαίνει να μη χρειάζεται κανέναν. Όμως το Ευαγγέλιο ανατρέπει αυτή την αυταπάτη. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει όταν χάνει τη δύναμή του. Πεθαίνει όταν παύει να απευθύνεται. Η μεγαλύτερη αστοχία του σύγχρονου υποκειμένου είναι η αδυναμία του να επιθυμήσει πραγματικά τον Άλλον. Και ο Χριστός εδώ φανερώνει ακριβώς αυτό: ότι η ζωή γεννιέται μόνο μέσα από την έξοδο από τον εαυτό.

Η αιώνια ζωή δεν είναι διάρκεια. Είναι σχέση που δεν τελειώνει.

«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις».

Στην βιβλική εμπειρία το όνομα δεν είναι ένας προσδιορισμός· είναι η ίδια η παρουσία. Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να μιλήσει περί Θεού, ήρθε να καταστήσει τον Θεό κατοικήσιμο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Γι’ αυτό και η Εκκλησία των Πατέρων επέμεινε με τέτοια αγωνία στο πρόσωπο του Χριστού. Εάν Εκείνος δεν προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση, τότε και ο άνθρωπος παραμένει αθεράπευτος μέσα στην τραγικότητά του. «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον», θα γράψει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο Χριστός δεν θεραπεύει αφηρημένα, θεραπεύει επειδή εισέρχεται μέχρι τέλους μέσα στο ανθρώπινο τραύμα. Γι’ αυτό το κατά Ιωάννην έχει πάντοτε αυτή τη νυχτερινή υφή: φως που εμφανίζεται μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος προτιμά το σκοτάδι, επειδή φοβάται την αλήθεια της σχέσεως.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί».

Υπάρχει εδώ μια συγκλονιστική μελαγχολία αποχωρισμού. Ο Χριστός μιλά ήδη σαν να αποσύρεται από τον κόσμο, αφήνοντας τους μαθητές εκτεθειμένους μέσα στην ιστορία. Και το αίτημά Του προς τον Πατέρα δεν είναι να τους κάνει ισχυρούς, ούτε αήττητους, αλλά «τήρησον αὐτούς». Να τους διαφυλάξεις μέσα στο όνομά Σου. Η Εκκλησία δεν σώζεται από την πολιτική επιρροή της, ούτε από τη διοικητική της συνοχή, αλλά από την πιστότητα σε αυτή την εύθραυστη σχέση. Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται περισσότερο από όλα την εξάρτηση, επειδή έχει μάθει να συγχέει την αγάπη με απώλεια ελέγχου. Όμως ο Χριστός δεν ζητεί αυτάρκεις μαθητές. Ζητεί πρόσωπα ικανά να παραμένουν ενωμένα μέσα στην κοινή τους αδυναμία.

«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς».

Αυτή είναι ίσως η πιο ακατανόητη φράση του Ευαγγελίου για τον σύγχρονο πολιτισμό. Ο κόσμος σήμερα οργανώνεται γύρω από τον ναρκισσισμό της ατομικότητας. Όλα ωθούν τον άνθρωπο να γίνει μοναδικός, αυτάρκης, αυτάρεσκος, απομονωμένος μέσα στην εικόνα του. Και όμως ο Χριστός προσεύχεται για ενότητα. Όχι όμως για ομοιομορφία, όχι για πειθαρχία, αλλά για εκείνη την κοινωνία όπου το πρόσωπο δεν καταργείται αλλά ολοκληρώνεται διά της αγάπης. Η Αγία Τριάδα δεν είναι θεολογική εξίσωση· είναι ο τρόπος υπάρξεως όπου κανείς δεν υπάρχει μόνος του. Και η Εκκλησία υπάρχει μόνο όταν γίνεται εικόνα αυτής της τριαδικής σχέσεως. Όταν παύει να είναι σώμα κοινωνίας και γίνεται μηχανισμός βεβαιοτήτων, τότε χάνει το ευαγγελικό της πρόσωπο.

Και η τελευταία λέξη αυτής της προσευχής είναι σχεδόν αδιανόητη: «ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς».

Λίγο πριν από τη Γεθσημανή, λίγο πριν από την προδοσία και την εγκατάλειψη, ο Χριστός μιλά ακόμη για χαρά. Η χαρά του Χριστού πηγάζει από την αδιάρρηκτη κοινωνία με τον Πατέρα. Είναι η χαρά εκείνου που γνωρίζει ότι ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να διαλύσει την αγάπη.

Οι Άγιοι Πατέρες της Νικαίας υπερασπίστηκαν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να μπορεί ο άνθρωπος να μετέχει πραγματικά στη ζωή του Θεού.

Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο εξαντλημένο από τον θόρυβο της αυτάρκειας, το Ευαγγέλιο ακούγεται ξανά σαν μια σχεδόν τρομακτική αποκάλυψη: ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο όταν παύει να ανήκει ολοκληρωτικά στον εαυτό του.

Μάνος Λαμπράκης