Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος Κατηχητήριος επί τη ενάρξει της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής (2026)

+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ

ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ,

ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,

ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

* * *

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί τέκνα ἐν Κυρίῳ εὐλογημένα,

Ἔμπλεοι ἱερᾶς συγκινήσεως, εἰσερχόμεθα καί ἐφέτος, Θείᾳ εὐδοκίᾳ, εἰς τήν Ἁγίαν καί Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, εἰς τό στάδιον τῶν ἀσκητικῶν ἀγώνων, τόν καιρόν τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας, τῆς ταπεινώσεως καί τῆς προσευχῆς, τῆς πνευματικῆς ἐγρηγόρσεως καί τῆς φιλαδελφίας, μέ τά ὄμματα τῆς καρδίας ἐστραμμένα πρός τόν ζωηφόρον Σταυρόν τοῦ Κυρίου, τόν ὁδηγοῦντα πάντας ἡμᾶς πρός τό Ἅγιον Πάσχα, τό διανοῖγον τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων τάς πύλας τοῦ Παραδείσου.

Ἡ ἀρχομένη εὐλογημένη περίοδος εἶναι εὐκαιρία διά νά συνειδητοποιήσωμεν ἐκ νέου τήν ἀλήθειαν τῆς κατά Χριστόν ἀσκήσεως καί τήν ἄρρηκτον σύνδεσίν της μέ τήν εὐχαριστιακήν πραγμάτωσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία εἰς ὅλας τάς ἐκφάνσεις καί διαστάσεις της καταυγάζεται ἀπό τό φῶς καί τήν χαράν τῆς Ἀναστάσεως. Τό πνεῦμα τοῦ ἀσκητισμοῦ οὐδόλως ἀποτελεῖ παρείσακτον στοιχεῖον εἰς τόν Χριστιανισμόν, οὔτε εἶναι ἀποτέλεσμα ἐπιρροῆς ἐξωεκκλησιαστικῶν δυαλιστικῶν ἰδεολογημάτων. Ἄσκησις εἶναι μία ἄλλη λέξις διά τόν χαρακτηρισμόν τῆς χριστιανικῆς ὑπάρξεως, συνδέουσα αὐτήν μέ τήν ἀπόλυτον ἐμπιστοσύνην εἰς τήν Θείαν πρόνοιαν, μέ τήν ἀνεξάντλητον πνευματικήν εὐφροσύνην τῆς ἀφιερωμένης εἰς τόν Χριστόν ζωῆς, μέ τήν αὐθυπέρβασιν καί τήν αὐτοπροσφοράν, τήν φιλάνθρωπον ἀγάπην, τόν σεβασμόν πρός τήν κτίσιν πᾶσαν.

Ἡ ἄσκησις δέν εἶναι ὑπόθεσις αὐτοβούλων ἐπιλογῶν καί ὑποκειμενικῶν ἰδιαιτεροτήτων, ἀλλά ὑποταγή εἰς τόν κανόνα καί τήν «καθολικήν πεῖραν» τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποτελεῖ, ὡς ἔχει λεχθῆ, «ἐκκλησιαστικόν», ὄχι «ἀτομικόν», γεγονός. Ἡ ἐν Ἐκκλησίᾳ ζωή εἶναι ἀδιαίρετος. Μετάνοια, προσευχή, ταπεινοφροσύνη, συγχωρητικότης, νηστεία, ἔργα εὐποιΐας, εἶναι ἀλληλένδετα καί ἀλληλοπεριχωρούμενα. Δέν ὑπάρχει εἰς τήν Ὀρθόδοξον παράδοσιν ἄσκησις ὡς αὐτοσκοπός, ἡ ὁποία πάντοτε ὁδηγεῖ εἰς ὑπερεκτίμησιν τῆς ἀτομικῆς προσπαθείας καί τροφοδοτεῖ τάσεις αὐτοδικαιώσεως. Ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι ὁ κατάλληλος χρόνος διά τήν βίωσιν τῆς Ἐκκλησίας ὡς τόπου καί τρόπου ἀποκαλύψεως τῶν δωρεῶν τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ, πάντοτε ὡς πρόγευσις τῆς χαρᾶς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ὡς τοῦ ἀκρογωνιαίου λίθου τῆς πίστεως ἡμῶν καί τοῦ ὁλοφώτου ὁρίζοντος τῆς «ἐν ἡμῖν ἐλπίδος». Θεοκινήτως ἡ Ἐκκλησία τιμᾷ κατά τό Σάββατον τῆς Τυροφάγου τήν πανίερον μνήμην τῶν ἐν ἀσκήσει λαμψάντων Ἁγίων ἀνδρῶν καί γυναικῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ ἀρωγοί καί συνοδοιπόροι τῶν πιστῶν εἰς τόν δόλιχον τῆς ἀσκήσεως. Εἰς τό στάδιον τῶν πνευματικῶν ἀγωνισμάτων ἔχομεν εὐδοκοῦντα τόν ἐν Τριάδι Θεόν, σκέπην τήν Παναγίαν Θεομήτορα καί Μητέρα πάν-των ἡμῶν, καί πρεσβευτάς τούς Ἁγίους καί τούς μάρτυρας τῆς πίστεως.

Ὁ ὑγιής χριστιανικός ἀσκητισμός εἶναι συμμετοχή τοῦ ὅλου ἀνθρώπου, ὡς πνευματικῆς, ψυχικῆς καί σωματικῆς ἑνότητος, εἰς τήν ἐν Χριστῷ ζωήν, ἄνευ ὑποτιμήσεως τῆς ὕλης καί τοῦ σώματος καί ἄνευ μανιχαϊζούσης συρρικνώσεως τῆς πνευματικότητος. Ὡς ἔχει γραφῆ, ἡ χριστιανική ἄσκησις εἶναι ἐν τέλει «ἀγώνας ὄχι κατά ἀλλά ὑπέρ τοῦ σώματος», συμφώνως καί πρός τό τοῦ Γεροντικοῦ: «Ἡμεῖς οὐκ ἐδιδάχθημεν σωματοκτόνοι, ἀλλά παθοκτόνοι».

Ἀτυχῶς καί ἀστόχως, ὁ χριστιανικός ἀσκητισμός ἐχαρακτηρίσθη ἀπό συγχρόνους διανοητάς ὡς ἄρνησις τῆς χαρᾶς τῆς ζωῆς καί ὡς περιστολή τῆς ἀνθρωπίνης δημιουργικότητος. Οὐδέν ἀναληθέστερον τούτου! Ἡ ἄσκησις, ὡς ἀπαλλαγή ἀπό τό ἔχειν καί τήν προσκόλλησιν εἰς τήν κατοχήν πραγμάτων καί, κατ᾿ ἐξοχήν, ὡς ἀπελευθέρωσις ἀπό τό ἐγώ, ἀπό τό «ζητεῖν τά ἑαυτοῦ», ἀπό τό «ἔχειν τοῦ εἶναι μας», εἶναι πηγή καί ἔκφρασις γνησίας ἐλευθερίας. Τί ἀληθέστερον ἀπό τήν ἔξοδον ἐκ τῆς εἱρκτῆς τοῦ «ἀτομικοῦ δικαιώματος» καί ἀπό τήν ἀνοικτοσύνην καί τήν ἀγάπην πρός τόν συνάνθρωπον, ἀπό τήν ἐσωτερικήν «καλήν ἀλλοίωσιν» καί τήν σταθερότητα εἰς τήν ἐφαρμογήν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ; Τί δημιουργικώτερον τῆς νηστείας, ὅταν αὐτή εἶναι ὁλιστική στάσις ζωῆς καί ἐκφράζῃ τό ἀσκητικόν καί εὐχαριστιακόν πνεῦμα τῆς Ἐκκλησίας, ὅταν εἶναι «κοινόν ἄθλημα» καί ὄχι ἀτομικόν ἀγώνισμα; Τί ὑπαρξιακῶς συγκλονιστικώτερον ἀπό τήν μετάνοιαν, τήν ἐσωτερικήν μεταστροφήν, ὡς ζωτικήν κατεύθυνσιν πρός τήν ἀλήθειαν, τήν ἐκ νέου ἀνακάλυψιν τῆς δυνάμεως τῆς Θείας Χάριτος, τοῦ βάθους τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καί τῆς ἐλπίδος ζωῆς αἰωνίου; Εἶναι ἐντυπωσιακόν τό γεγονός ὅτι, ὅταν ἀντικατεστάθη ὁ πρωτοχριστιανικός χαρακτήρ τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ὡς περιόδου προετοιμασίας διά τό Ἅγιον Βάπτισμα εἰς τήν Θείαν Λειτουργίαν τῆς Ἀναστάσεως, ἀπό τό «ἦθος τῆς μετανοίας», παρέμεινεν ἡ βίωσις αὐτῆς ὡς «δευτέρου βαπτίσματος». Διά τόν λόγον αὐτόν, ἡ περίοδος τῆς νηστείας καί τῆς μετανοίας δέν εἶναι σκυθρωπή. Ἡ ὑμνολογία μας ὁμιλεῖ διά τό «ἔαρ τῆς νηστείας» καί ἡ Θεολογία ἀποκαλεῖ τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστήν «πνευματικήν ἄνοιξιν» καί «περίοδον χαρᾶς καί φωτός». Ὅλα αὐτά ἀποκτοῦν ἰδιαιτέραν ἐπικαιρότητα καί ἀξίαν ἐνώπιον τῆς συγχρόνου ἀνθρωπολογικῆς συγχύσεως καί τῶν, πολιτισμικῆς προελεύσεως, νέων ἀλλοτριώσεων.

Μέ αὐτά τά αἰσθήματα καί τάς σκέψεις, ὑπενθυμίζοντες τοῖς ἐν ἁπάσῃ τῇ δεσποτείᾳ Κυρίου τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας ὅτι, κατά τήν ἡμέραν τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου θά κορυφωθοῦν οἱ ἑορτασμοί ἐπί τῇ συμπληρώσει 1400 ἐτῶν ἀπό τοῦ ἔτους 626, ὅτε, πρός ἔκφρασιν εὐγνωμοσύνης πρός τήν Θεοτόκον διά τήν διάσωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως ἀπό ἐπικίνδυνον πολιορκίαν, ἐψάλη «ὀρθοστάδην» εἰς τόν Ἱερόν Ναόν τῶν Βλαχερνῶν ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος, εὐχόμεθα πρός πάντας ὑμᾶς εὔδρομον τό στάδιον τῆς νηστείας, ἐν ἀσκήσει καί ὑπομονῇ, ἐν εὐχαριστίᾳ καί δοξολογίᾳ. Εἴθε, ἀληθεύοντες ἐν ἀγάπῃ καί ἁγιαζόμενοι ἐν Κυρίῳ, νά βαδίσωμεν τήν ὁδόν πρός τήν πεπληρωμένην χαράν τῆς λαμπροφόρου Ἀναστάσεως Αὐτοῦ.

Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή ͵βκςʹ

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Υπάρχουνε ακόμα καλόκαρδοι άνθρωποι...

«Όσο μεγάλη και να είναι η δυστυχία, υπάρχουνε ακόμα καλόκαρδοι άνθρωποι. Μια μέρα, όταν ήμουνα μικρή, κουβαλούσα ένα δεμάτι ξερόκλαδα – και έπεσα χάμω. Ένας γεροντάκος ήρθε και με σήκωσε, μου έδωσε, μάλιστα και μία πεντάρα. Το συλλογίστηκα πολλές φορές από τότε. Εκείνοι που δεν έχουνε ούτε να φάνε, δίνουνε πιο ανοιχτόκαρδα. Το δίχως άλλο, οι άνθρωποι θέλουν να δείχνουνε τι είναι άξιοι να κάνουν. Και τι καλύτερος τρόπος υπάρχει για να δείξουν την μπόρεσή τους, από το να κάνουνε καλοσύνες. Η κακία είναι ένα είδος ατζαμοσύνη. Οι κακοί είναι άπραγοι. Άμα τραγουδάς ένα τραγούδι ή φτιάχνεις μια μηχανή ή φυτεύεις ρύζι, αυτό κατά βάθος είναι η καλοσύνη. Κι εσείς είσαστε καλός...».

Από τον «Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν», στην μετάφραση του Πλωρίτη.

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Τυπολατρική ευσέβεια

Τούτο το είδος της τυπολατρικής ευσέβειας έχει την τάση να αυξάνεται και να μεταδίδεται. Αυτή η ανάπτυξη μπορεί εύκολα να εξηγηθεί αν λάβουμε υπόψη μας όλη τη δυστυχία, την εγκατάλειψη, την παραμέληση και την εξά­ντληση της ανθρώπινης ψυχής. Αυτή η ψυχή δεν ψάχνει για μια πρόκληση: φοβάται πως οποιαδήποτε πρόκληση είναι ένα βάρος πάνω απ' τις δυνάμεις της. Δεν μπορεί πλέ­ον ούτε να αναζητήσει κάτι ούτε να αντέξει την πιθανότητα να απομυθοποιηθεί. Ο αυστηρός και απόκρυφος αέρας της θυσιαστικής αγάπης είναι πέρα από τις δυνάμεις της.

Εάν η ζωή έχει περάσει χωρίς εξωτερική ευμάρεια, χωρίς εξωτερική σταθερότητα, τότε στρέφεται με ιδιαίτερο ζήλο προς μια εσωτερική ευμάρεια, προς τον απώτερο προσδιορισμό και τη γνησιότητα του εσωτερικού της κόσμου. Ρίχνει πάνω από το χάος ένα χοντρό κάλυμμα από σταθερές, από του τι είναι επιτρεπτό και τι όχι, και το χάος παύει να τη βασανί­ζει. Γνωρίζει την αποτελεσματικότητα των μαγικών επωδών, που συχνά εκφράζονται με ακατανόητες συλλαβές. Σαν τους δερβίσηδες, γνωρίζει τη δύναμη μιας κίνησης ή μιας στάσης. Αισθάνεται προστατευμένη και ήρεμη. Όλες αυτές οι ιδιαι­τερότητες της αυστηρά τυπολατρικής οδού καθορίζουν την ανάπτυξή της στην εποχή μας.
 
Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι μια περαιτέρω ανάπτυξη της αυστηρής τυπολατρείας στην εποχή μας μπορεί να προ­έλθει και από μια άλλη πλευρά. Μπορούμε σήμερα να δούμε μια σχεδόν παγκόσμια δίψα για σαφείς και συγκεκριμένες κατευθυντήριες εντολές κάποιου είδους: πώς να πιστεύουν, για τι να αγωνιστούν, πώς να συμπεριφέρονται, πώς να μιλά­νε, πώς να σκέφτονται. Βλέπουμε ότι ο κόσμος έχει μια δίψα για ηγέτες-αυθεντίες οι οποίοι να είναι ικανοί να σέρνουν από πίσω τους μια τυφλή και πιστή μάζα.
 
Αγία Μαρία των Παρισίων

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Καλό Τριώδιο!

Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, όπως παραδίδεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, δεν αποτελεί απλώς το πρώτο ευαγγελικό ανάγνωσμα του Τριωδίου, αλλά συνιστά θεολογικό θεμέλιο και ερμηνευτικό άξονα ολόκληρης της κατανυκτικής περιόδου.

Η Εκκλησία, με βαθιά λειτουργική και ανθρωπολογική επίγνωση, τοποθετεί την παραβολή αυτή στην απαρχή του εκκλησιαστικού αγώνα, όχι για να εισαγάγει μια ηθική κλίμακα συμπεριφορών, αλλά για να αποκαλύψει δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως ενώπιον του Θεού.
Το ερώτημα που τίθεται εξαρχής δεν αφορά το «τι πράττει» ο άνθρωπος, αλλά το «πώς στέκεται», με ποια εσωτερική διάταξη, με ποια αυτοσυνείδηση και με ποιον λόγο.
 
Ο Φαρισαίος ενσαρκώνει έναν τύπο θρησκευτικού υποκειμένου πλήρως εναρμονισμένου με τον νόμο, όπου η άσκηση, η ακρίβεια και η ευσέβεια έχουν εσωτερικευθεί ως σταθερή ταυτότητα. Η προσευχή του, ενώ εμφανίζεται τυπικά ορθή και θεολογικά άψογη, παραμένει ουσιαστικά κλειστή. Ο λόγος του δεν εκτίθεται, δεν ικετεύει, δεν διακινδυνεύει. Απαριθμεί, συγκρίνει, οργανώνει έναν ερμητικά σφραγισμένο κόσμο νοήματος, μέσα στον οποίο η αρετή λειτουργεί ως εγγύηση δικαίωσης. Η νηστεία και η τήρηση του νόμου δεν αποτελούν πλέον δρόμο σχέσεως, αλλά κεφάλαιο αυτονομιμοποίησης. 
 
Ο Θεός, σε αυτό το σχήμα, παύει να είναι ο απρόβλεπτος και ελεύθερος Άλλος και μετατρέπεται σε θεσμικό σημείο επικύρωσης μιας ήδη παγιωμένης αυτοεικόνας.
Η πνευματική αυτή αυτάρκεια δεν συνιστά απλώς ηθικό πρόβλημα, αλλά βαθύτατη θεολογική δυσλειτουργία. Εκεί όπου ο λόγος του ανθρώπου δεν αφήνει περιθώριο για ρήγμα, η χάρη καθίσταται περιττή. Η σωτηρία παύει να είναι γεγονός σχέσεως και μετατρέπεται σε ιδιοκτησία. Ο Φαρισαίος δεν απορρίπτεται επειδή ασκείται, αλλά επειδή η άσκηση έχει χάσει τον χαρακτήρα της κενώσεως και έχει μετατραπεί σε μηχανισμό σταθεροποίησης του εαυτού. Πρόκειται για μια πνευματικότητα χωρίς έλλειψη, χωρίς ρωγμή, χωρίς δυνατότητα μετασχηματισμού.
 
Απέναντί του, ο Τελώνης δεν παρουσιάζεται ως ηθικό αντίβαρο, αλλά ως θεολογικό γεγονός. Η στάση του σώματος, η απόσταση, η αδυναμία ανύψωσης του βλέμματος, συγκροτούν έναν λόγο σιωπηλό αλλά απολύτως αποκαλυπτικό. Η προσευχή του είναι ελλειπτική, σχεδόν αποσπασματική, και ακριβώς γι’ αυτό βαθύτατα αληθινή. Δεν επιχειρεί να οργανώσει αφήγηση περί του εαυτού του, δεν διαχειρίζεται την αμαρτία του ως υλικό αυτοβελτίωσης, δεν την εντάσσει σε σχήμα εξισορρόπησης. Την καταθέτει ως έχει, χωρίς επεξεργασία, χωρίς άμυνες. Η μετάνοια εδώ δεν συνιστά ηθική αναμόρφωση, αλλά αποδοχή της μη πληρότητας του ανθρώπου.
 
Σε αυτή την αποδοχή εγγράφεται μια βαθιά θεολογική αλήθεια: ο άνθρωπος συναντά τον Θεό όχι όταν παρουσιάζεται ολοκληρωμένος, αλλά όταν αντέχει να σταθεί ενώπιόν Του ως ασυνέχεια. Η ταπείνωση δεν είναι ψυχολογική αυτοϋποτίμηση ούτε ρητορική ενοχή, αλλά οντολογική μετατόπιση. Είναι η στιγμή κατά την οποία το υποκείμενο παύει να αυτοθεμελιώνεται και επιτρέπει στη σχέση να προηγηθεί της ταυτότητας.
Εκεί όπου ο λόγος λιγοστεύει και η εικόνα του εαυτού καταρρέει, ανοίγεται ο χώρος της χάριτος.
 
Η κρίση του Χριστού, ότι ο Τελώνης κατεβαίνει «δεδικαιωμένος», ανατρέπει κάθε θεολογία ανταπόδοσης και αποκαλύπτει έναν άλλο νόμο: τη δικαίωση ως γεγονός χάριτος και όχι ως αποτέλεσμα επιτεύγματος. Η σωτηρία δεν απονέμεται σε εκείνον που κατέχει τον νόμο, αλλά σε εκείνον που παραιτείται από τη φαντασίωση της επάρκειας. Ο Θεός δεν συναντά τον άνθρωπο εκεί όπου αυτός έχει τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά εκεί όπου αφήνει ανοιχτό το τραύμα της ύπαρξής του.
 
Μέσα σε αυτό το θεολογικό πλαίσιο θεμελιώνεται ολόκληρο το ήθος του Τριωδίου. Η Εκκλησία δεν καλεί τον άνθρωπο σε μια κλιμακωτή αύξηση πνευματικής απόδοσης, αλλά σε μια σταδιακή αποδόμηση της αυτάρκειας. Η νηστεία, η προσευχή και η άσκηση δεν λειτουργούν ως συσσώρευση αρετής, αλλά ως διαδικασίες απογύμνωσης.
Κάθε τι που στηρίζει την ψευδαίσθηση της πληρότητας τίθεται υπό κρίση, ώστε να αναδυθεί ο χώρος της αλήθειας. Το Τριώδιο δεν συγκροτεί ένα ισχυρό θρησκευτικό υποκείμενο, αλλά διαλύει, μεθοδικά και παιδαγωγικά, την ανάγκη του ανθρώπου να δικαιώνει τον εαυτό του.
 
Έτσι, η παραβολή δεν εξαντλείται σε διδακτική λειτουργία, αλλά συνεχίζει να δρα ως θεολογικό συμβάν εντός του εκκλησιαστικού χρόνου.
Υπόγεια, αλλά καθοριστικά, εισάγει τον άνθρωπο σε μια εμπειρία όπου η έλλειψη παύει να βιώνεται ως απειλή και μετασχηματίζεται σε τόπο σχέσεως. Εκεί όπου ο λόγος σιωπά και το υποκείμενο αδυνατεί να αυτοθεμελιωθεί, καθίσταται δυνατή η συνάντηση με τον Θεό. 
 
Και εδώ συναντάμε το βαθύτερο, δυσκολότερο και πλέον ριζοσπαστικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου: όχι τη σωτηρία ως επίτευγμα, αλλά τη σωτηρία ως άνοιγμα, ως έκθεση, ως εμπιστοσύνη στη χάρη που ενεργεί εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να είναι πλήρης και τολμά, επιτέλους, να είναι αληθινός.

Μάνος Λαμπράκης

Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες...

"(...) ο νόμος της αγάπης, της ισότητας, της ελευθερίας και της ειρήνης δεν έχει τίποτα κοινό με τον νόμο των ισχυρών κάθε εποχής. Ο Μέγας Βασίλειος γίνεται πολύ παραστατικός όταν θέλει να αναφερθεί στην αδικία και την αρπαγή του πλούτου από τους κοινωνικά δυνατούς, ανατρέποντας μάλιστα με τα λεγόμενά του τις κοινωνικά αποδεκτές αντιλήψεις περί κλοπής: "συνήθως" λέει χαρακτηρίζονται κλέφτες αυτοί που κλέβουν πορτοφόλια από τα λουτρά. Δεν είναι όμως αυτοί οι πραγματικοί κλέφτες... αλλά κάποιοι... που αποτελούν τις πολιτικές αρχές πόλεων και εθνών, (οι οποίοι) άλλα αφαιρούν κρυφά, άλλα παίρνουν φανερά με την βία... Κοινωνοί της κλοπής όμως γίνονται κι αυτοί που θεωρούνται άρχοντες της Εκκλησίας, όταν παίρνουν απ' αυτούς χρήματα...", για οποιουσδήποτε λόγους. Αντί να τους ελέγχουν και να τους νουθετούν... εύκολα τους απλώνουν το χέρι και τους μακαρίζουν... και τους αδύνατους τους μισούν για τις πράξεις αυτές ενώ τους άλλους που είναι μεγάλοι κλέφτες τους θαυμάζουν"

Ανδρέας Χ. Αργυρόπουλος, Τρεις Ιεράρχες Η Επανάσταση της Πίστης και της Δράσης, Εκδόσεις Αρμός, Αθήνα 2025, σελ. 33-34.

Τρίτη 20 Ιανουαρίου 2026

Να δραπετεύσει στο δρόμο που βάδισε ο Χριστός...

«Δεν πιστεύω στη σύγκρουση των θρησκειών. Ένας μύθος είναι. Οι θρησκείες δεν μπορούν, εάν λειτουργούν κατά φύσιν, να συγκρούονται. Συγκρούονται μόνον όταν παραδίνονται αμαχητί στις σειρήνες της εξουσιαστικότητας και στους πορνικούς εκφραστές τους. Ζούμε σε μια εποχή άγριου φονταμενταλισμού θρησκευτικού, πολιτικού, αθλητικού. Πιστεύω βαθειά πως η εκκλησία και ειδικά η ορθόδοξη μπορεί να αποτελέσει ένα κάποιο ανάχωμα. Μικρό, αλλά ικανό να φωτίσει από άλλη γωνία τη ζωή. Να φέρει στη δημόσια πλατεία χαμένα δομικά υλικά που συγκροτούν ερωτικά τη ζωή, την αλληλεγγύη, την αγάπη, τη θυσιαστικότητα, την ελευθερία, το σεβασμό στην ετερότητα, στον άλλον, τον ξένο, τον διαφορετικό. Θέλει βέβαια να βγει από την φυλακή και την κλείσανε και να γίνει αληταριό, να δραπετεύσει στο δρόμο που βάδισε ο Χριστός να ξαναβρεί την πόρνη, τον ληστή και την καινούργια της φάτνη...».

Χρυσόστομος Σταμούλης

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2026

Γι' αυτή την παγκόσμια Λειτουργία...

Πρέπει να προσφέρουμε την αναίμακτη θυσία, τη θυσία της αυτοθυσιαστικής αγάπης, όχι μόνο σ' ένα συγκεκριμένο μέρος, πάνω στο θυσιαστήριο ενός συγκεκριμένου ναού· ολόκληρος ο κόσμος γίνεται το μοναδικό θυσιαστήριο του μοναδικού ναού, και γι' αυτή την παγκόσμια Λειτουργία πρέπει να προσφέρουμε τις καρδιές μας, σαν ψωμί και κρασί, για να μεταμορφωθούν μέσα από την αγάπη του Χριστού, ώστε Εκείνος να γεννηθεί μέσα τους, κι οι καρδιές να γίνουν "θεανθρώπινες", και να δοθούν έτσι από το Χριστό σαν τροφή για τον κόσμο, ώστε να φέρει όλο τον κόσμο σε κοινωνία με τις καρδιές μας αυτές που τις έχουμε προσφέρει για να γίνουμε ένα μαζί Του, όχι για να ξαναζήσουμε αλλά για να ζήσει ο Χριστός μέσα μας, για να ενσαρκωθεί με τη σάρκα μας, να προσφέρει τη σάρκα μας πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, ανασταίνοντάς την, προσφέροντάς την σαν θυσία αγάπης για τις αμαρτίες του κόσμου, λαμβάνοντάς την από μας σαν μια θυσία αγάπης σε Εκείνον. Τότε αληθινά με όλους τους τρόπους ο Χριστός θα είναι εν πάσι.

Αγία Μαρία Σκομπτσόβα