Λουκ. 16,19–31
Στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από μια στοά, ένας ιερέας κάθεται δίπλα σε έναν άστεγο και του διαβάζει την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Ο άνθρωπος έχει ακουμπήσει τα πράγματά του σε μια πλαστική σακούλα. Δίπλα του ένα χάρτινο ποτήρι με λίγο καφέ, ένα παλιό μπουφάν, κάτι που μοιάζει με κουβέρτα. Οι περαστικοί διασχίζουν τη στοά, άλλοι βιαστικοί, άλλοι με εκείνη την επιτηδευμένη αδιαφορία που αποκτά κανείς όταν έχει συνηθίσει να βλέπει τη δυστυχία σε δημόσια θέα. Ο ιερέας διαβάζει: «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος». Ο άστεγος ακούει. Κανείς δεν γνωρίζει τι σκέφτεται. Ούτε αν πιστεύει. Ούτε αν επιθυμεί να ακούσει μια θρησκευτική ιστορία εκείνη την ώρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η παραβολή έχει ήδη αποκτήσει έναν ακροατή που γνωρίζει από πρώτο χέρι όσα οι υπόλοιποι θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν.
Θα μπορούσε να είναι μια απολύτως ευτυχισμένη ημέρα. Το τραπέζι στρωμένο, η πορφύρα πάνω στο σώμα, το σπίτι γεμάτο ανθρώπους που γνωρίζουν πότε πρέπει να γελάσουν και πότε να σωπάσουν. Κάποιος φροντίζει το κρασί, κάποιος άλλος την είσοδο. Έξω ένας άνθρωπος πεινάει. Το Ευαγγέλιο δεν πληροφορεί αν ακούγεται μουσική από το σπίτι, αν οι καλεσμένοι συζητούν πολιτικά, αν ο οικοδεσπότης θεωρεί τον εαυτό του ευσεβή. Πληροφορεί κάτι χειρότερο. «Εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». Κάθε ημέρα. Η ευτυχία έχει αποκτήσει πρόγραμμα. Και ο άνθρωπος έξω από την πόρτα αποτελεί μέρος αυτού του προγράμματος, όπως τα σκαλοπάτια, οι υπηρέτες, τα υπολείμματα του φαγητού. Τον βλέπουν τόσο συχνά ώστε δεν χρειάζεται πια να τον κοιτάζουν.
«Ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ». Το ρήμα αρκεί για να διακόψει την αφήγηση. Είχε ριχτεί. Ποιος τον έφερε; Ποιος αποφάσισε ότι αυτός είναι ο κατάλληλος τόπος για έναν άνθρωπο με ανοιχτές πληγές; Ο ευαγγελιστής δεν απαντά. Η απουσία προσώπου πίσω από την πράξη της εγκατάλειψης είναι ανατριχιαστικά οικεία. Κανείς δεν υπέγραψε την εξορία του Λαζάρου, κανείς δεν εμφανίζεται να αναλαμβάνει την ευθύνη της παρουσίας του εκεί. Βρέθηκε στον πυλώνα. Όπως βρίσκονται άνθρωποι έξω από νοσοκομεία, σε πεζοδρόμια, σε δωμάτια που δεν θερμαίνονται, σε δημόσιες υπηρεσίες όπου επιστρέφουν κρατώντας τον ίδιο φάκελο. Κάποια στιγμή η εγκατάλειψη παύει να χρειάζεται έναν αναγνωρίσιμο δράστη. Αρκεί να συνεχίζεται. Ο άνθρωπος της αθηναϊκής στοάς γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο να βρίσκεται κανείς κάπου και στο να έχει έναν τόπο όπου μπορεί να επιστρέψει.
Ο πλούσιος δεν έχει όνομα. Έχει ύφασμα. «Πορφύραν καὶ βύσσον». Η κοινωνία τον αναγνωρίζει από την επιφάνεια του σώματός του, από όσα μπορεί να αγοράσει για να το περιβάλει. Ο άλλος έχει έλκη. Και όνομα. Λάζαρος. Ελεάζαρ. «Ο Θεός βοήθησε». Παράξενο όνομα για έναν άνθρωπο που φαίνεται να μην έχει βοηθηθεί από κανέναν. Η ευαγγελική αφήγηση αρνείται να αποδεχθεί ότι η κοινωνική θέση αποτελεί την τελευταία αλήθεια ενός ανθρώπου. Ο πλούσιος μπορεί να εξασφαλίσει δημόσια αναγνώριση, αλλά παραμένει ανώνυμος μέσα στην παραβολή. Ο Λάζαρος, που δεν διαθέτει τίποτε, διασώζεται με το όνομά του. Στην αθηναϊκή στοά ο άστεγος έχει επίσης όνομα, ιστορία, πιθανότατα ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν διαφορετικά. Ο ιερέας θα μπορούσε να αρχίσει από εκεί. Να τον ρωτήσει πώς τον λένε. Να περιμένει την απάντηση, εφόσον εκείνος επιθυμεί να τη δώσει.
Και οι σκύλοι. «Ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ». Η λεπτομέρεια αντιστέκεται σε κάθε εύκολη εξιδανίκευση. Το πληγωμένο σώμα έχει μείνει εκτεθειμένο, διαθέσιμο ακόμη και στην επαφή των ζώων. Το Ευαγγέλιο επιμένει στη σάρκα, εκεί όπου η δημόσια γλώσσα προτιμά να αναφέρεται σε κοινωνικά ζητήματα, ανθρωπιστικές αξίες και ευγενείς προθέσεις. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους λόγους του για τον Λάζαρο, αντιμετωπίζει τη φτώχεια με την αυστηρότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι η ευσέβεια μπορεί να συνυπάρχει με την απανθρωπία. Η πείνα αφορά το ψωμί που λείπει από ένα συγκεκριμένο στόμα. Το σώμα του Λαζάρου πονάει. Και ο πόνος του δεν γίνεται λιγότερο πραγματικός επειδή κάποιος διαθέτει μια εξαιρετική θεολογία για να τον εξηγήσει. Ο άστεγος της στοάς δεν χρειάζεται να αποτελέσει παράδειγμα για να αποκτήσει η δυστυχία του θεολογική σημασία. Χρειάζεται να μπορεί να φάει, να κοιμηθεί με ασφάλεια, να πλυθεί, να μην αρρωστήσει αβοήθητος.
Η πολιτική έχει αποκτήσει μια σχεδόν ακαταμάχητη γλώσσα αναγκαιότητας. Προσαρμογή, εξορθολογισμός, δημοσιονομική πειθαρχία, ανάπτυξη, προσωρινές στερήσεις. Προσωρινές για ποιον; Για εκείνον που έχει ήδη στρωμένο τραπέζι ή για εκείνον που περιμένει τα ψίχουλα; Η γνώση της φτώχειας δεν συνιστά από μόνη της ανάληψη ευθύνης. Μια κυβέρνηση μπορεί να γνωρίζει με αξιοσημείωτη ακρίβεια πόσοι άνθρωποι στερούνται τα αναγκαία και να εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως διαχειριστικό μέγεθος. Μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει επιτυχίες, ενώ η κατοίκηση μετατρέπεται σε προνόμιο και η εργασία αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση. Το ερώτημα αφορά τις αποφάσεις που παράγουν ή συντηρούν αυτή την αντίφαση. Ο πλούσιος της παραβολής δεν χρειαζόταν να αρνηθεί την ύπαρξη του Λαζάρου. Του αρκούσε να μην αλλάξει τίποτε εξαιτίας της. Και μια κοινωνία μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά ποιοι άνθρωποι κοιμούνται στους δρόμους της, αρκεί να έχει αποφασίσει ότι η παρουσία τους δεν διαταράσσει την εικόνα της επιτυχίας της.
Πεθαίνουν και οι δύο. Ο Λουκάς γίνεται σχεδόν ανελέητα λιτός. Ο φτωχός παραλαμβάνεται από τους αγγέλους, ο πλούσιος πεθαίνει και θάβεται. Πόση κοινωνική ιστορία χωρά σε αυτό το «καὶ ἐτάφη»! Μια κανονική κηδεία, άνθρωποι που μιλούν για την επιτυχία του νεκρού, τη γενναιοδωρία του προς τους οικείους, την αξιοπρέπεια της οικογένειας. Τίποτε από αυτά δεν αναφέρεται στο Ευαγγέλιο. Ανήκουν στις γνώριμες συμβάσεις του δημόσιου επαίνου, που τόσο συχνά συνοδεύουν τον θάνατο των ισχυρών. Για τον Λάζαρο δεν αναφέρεται ταφή. Η αφήγηση ενδιαφέρεται για μια άλλη υποδοχή, την οποία κανένας κοινωνικός θεσμός δεν μπορούσε να οργανώσει. Οι άγγελοι παραλαμβάνουν εκείνον που η γη είχε αφήσει έξω από την πόρτα. Η αντιστροφή δεν εξαγιάζει την εξαθλίωση. Ο Θεός δεν χρειάζεται την ανθρώπινη δυστυχία για να αποκαλύψει τη δικαιοσύνη Του. Η παραβολή, ωστόσο, αφαιρεί από τις επίγειες ιεραρχίες το δικαίωμα να εμφανίζονται ως η τελική κρίση για την αξία ενός ανθρώπου.
Τώρα ο πλούσιος βλέπει. Από μακριά, αλλά βλέπει. «Πέμψον Λάζαρον». Τον ήξερε. Ήξερε πώς τον έλεγαν. Η παρουσία του Λαζάρου δεν ήταν άγνωστη και η δυστυχία του δεν ήταν αδύνατον να αναγνωρισθεί. Ακόμη και μέσα στην οδύνη, ο πλούσιος ζητεί να μετακινηθεί ο Λάζαρος, να βρέξει το δάχτυλό του, να προσφέρει ανακούφιση. Έπειτα να πάει στους πέντε αδελφούς του. Το ενδιαφέρον για την οικογένειά του παραμένει πραγματικό στοιχείο της αφήγησης. Αλλά ο Λάζαρος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που πρέπει να σταλεί. Η συνήθεια να θεωρείται διαθέσιμη η ζωή κάποιου άλλου μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν η εξουσία έχει απολέσει τα εξωτερικά της στηρίγματα. Στην αθηναϊκή στοά ο ιερέας εξακολουθεί να κρατά το Ευαγγέλιο. Ο άνθρωπος δίπλα του δεν έχει αναλάβει καμία υποχρέωση να τον ακούσει, να συγκινηθεί ή να επιβεβαιώσει την ποιμαντική του πρόθεση. Ακόμη και η καλοσύνη μπορεί να απαιτεί από τον άλλον έναν ρόλο που εκείνος δεν επέλεξε.
«Χάσμα μέγα ἐστήρικται». Η φράση δεν προσφέρεται για αυθαίρετες βεβαιότητες σχετικά με τον μεταθανάτιο προορισμό συγκεκριμένων ανθρώπων. Ούτε επιτρέπει να μεταβληθεί ο Θεός σε παντοδύναμο διαχειριστή βασανιστηρίων. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος έχει αφήσει μια δυσκολότερη θεολογική παρακαταθήκη για την αγάπη του Θεού και την οδύνη της ανθρώπινης αποξενώσεως. Το χάσμα παραμένει μέσα στην παραβολή και δεν μπορεί να εξουδετερωθεί. Κάτι από την ανθρώπινη ζωή αποκτά διάρκεια που υπερβαίνει την πρόσκαιρη αυτοδικαίωση. Οι σχέσεις που αρνήθηκε κανείς, οι άνθρωποι που χρησιμοποίησε, η αγάπη που ανέβαλε δεν εξαφανίζονται επειδή κάποτε αποφάσισε να παρουσιάσει διαφορετικά τον εαυτό του. Το εσχατολογικό χάσμα δεν ταυτίζεται απλώς με την κοινωνική απόσταση του πυλώνα. Η συνάφειά τους, ωστόσο, καθιστά φοβερή την ευθύνη του παρόντος. Όσο ο άνθρωπος ζει, η πόρτα μπορεί ακόμη να ανοίξει. Και η απόσταση που χωρίζει δύο ανθρώπους μπορεί ακόμη να διανυθεί.
Ο Χριστός απουσιάζει ως πρόσωπο από τη σκηνή που αφηγείται, ενώ είναι Εκείνος που την αφηγείται. Η λεπτομέρεια μεταβάλλει ολόκληρη την ανάγνωση. Ο Υιός του Θεού μιλά για έναν άνθρωπο που πεινούσε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ακούγεται το φοβερό «ἐμοὶ ἐποιήσατε». Η σχέση προς τον Χριστό συνδέεται με όσα πράττονται απέναντι στον ελάχιστο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να διατηρεί αυτή τη φράση στη λατρευτική της μνήμη και να θεωρεί δευτερεύουσα την πραγματική πείνα. Μια λειτουργία με λαμπρά άμφια, εξαίρετη ψαλμωδία και άρτια εκκλησιαστική τάξη δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη για τον άνθρωπο που περιμένει έξω. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν θα χρειαζόταν μια σύγχρονη θεωρία του κοινωνικού αποκλεισμού για να αναγνωρίσει το πρόβλημα. Θα ζητούσε να μάθει ποιος έφαγε σήμερα. Και ο ιερέας της στοάς, προτού συνεχίσει την ανάγνωση, θα μπορούσε να αφήσει το βιβλίο για λίγο στην άκρη και να ρωτήσει τον άνθρωπο δίπλα του τι χρειάζεται.
Στο τέλος ο πλούσιος ζητεί να επιστρέψει ένας νεκρός, να παρουσιασθεί στους πέντε αδελφούς και να τους προειδοποιήσει. «Οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται». Ο Χριστός αφηγείται μια ιστορία στην οποία ούτε η επιστροφή ενός νεκρού εγγυάται τη μετάνοια. Υπό το φως της δικής Του Αναστάσεως, η φράση αποκτά συγκλονιστική χριστολογική ένταση. Η θεία αποκάλυψη δεν εξαναγκάζει την ανθρώπινη ελευθερία. Κάποιος μπορεί να πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών και να μην έχει προσφέρει ποτέ ένα πιάτο φαγητό στον ζωντανό που βρίσκεται δίπλα του. Μπορεί να γνωρίζει ολόκληρη τη θεολογική ορολογία, να υπερασπίζεται την παράδοση, να επικαλείται τους Πατέρες και να περνά κάθε ημέρα από τον ίδιο πυλώνα. Ο ευαγγελιστής δεν πληροφορεί τι απέγιναν οι πέντε αδελφοί. Τους αφήνει ζωντανούς, μέσα στον χρόνο της αποφάσεως.
Η ανάγνωση τελειώνει. Η στοά εξακολουθεί να έχει κίνηση, τα καταστήματα λειτουργούν, οι άνθρωποι επιστρέφουν στις υποχρεώσεις τους. Ο ιερέας σηκώνεται ή παραμένει καθισμένος. Ο άστεγος εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Καμία ευαγγελική αφήγηση δεν καταργεί αυτομάτως την ανάγκη του για στέγη, τροφή, περίθαλψη, ανθρώπινη συντροφιά. Ο πλούσιος ζητούσε να επιστρέψει κάποιος από τους νεκρούς για να προειδοποιήσει τους ζωντανούς. Ο Χριστός είχε ήδη τοποθετήσει έναν ζωντανό μπροστά στην πόρτα του.
Τον έλεγαν Λάζαρο.
Και ο πλούσιος γνώριζε το όνομά του.





