Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2026

Απολογία ή δυσφήμηση της πίστης;

του Μητρ. Χονγκ Κονγκ Νεκταρίου

Στα social media αρκούν συχνά μια εικόνα αγίου στο προφίλ, μερικά εκκλησιαστικά αποφθέγματα και ένας καταγγελτικός τόνος για να εμφανιστεί κάποιος ως υπερασπιστής της Ορθοδοξίας. Μόνο που η χριστιανική ταυτότητα ενός λογαριασμού δεν εγγυάται ούτε τη γνώση ούτε τη διάκριση του διαχειριστή του. Και η ευκολία με την οποία δημοσιεύουμε δεν σημαίνει ότι έχουμε πάντοτε κάτι ωφέλιμο να πούμε.

Δεν είναι, βέβαια, όλοι ίδιοι. Υπάρχουν άνθρωποι που καταθέτουν υπεύθυνα τη γνώση τους, απαντούν με σεβασμό και παραδέχονται τα όριά τους. Το πρόβλημα αρχίζει όταν η απολογία της πίστης γίνεται προσωπικό βήμα αυθεντίας, εκτόνωσης ή επιβολής. Τότε, πίσω από τον υποτιθέμενο ζήλο, χάνεται ακριβώς εκείνο που θα έπρεπε να διακρίνει τον χριστιανικό λόγο: η αλήθεια μαζί με την αγάπη.

Μια χαρακτηριστική περίπτωση είναι οι λογαριασμοί που διακινούν ανεπιβεβαίωτα ή κατασκευασμένα «θαύματα» και «προφητείες». Δεν μπορούμε πάντοτε να γνωρίζουμε αν πίσω τους βρίσκεται ευπιστία, αναζήτηση δημοσιότητας, οικονομικό συμφέρον ή διάθεση εμπαιγμού. Μπορούμε, όμως, να κρίνουμε την ανευθυνότητα της διάδοσης. Όταν οι πιστοί αναπαράγουν άκριτα οτιδήποτε φαίνεται ευσεβές, κινδυνεύουν να γίνουν φορείς παραπλάνησης. Η προτροπή «πάντα δοκιμάζετε, τὸ καλὸν κατέχετε» δεν εξαιρεί όσα μας συγκινούν ή επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες μας (Α΄ Θεσσαλονικείς 5:21).

Υπάρχει και η απολογητική της ημιμάθειας. Κάποιος άκουσε ένα κήρυγμα, παρακολούθησε δύο ομιλίες ή διάβασε λίγα αποσπάσματα και αισθάνεται έτοιμος να απαντήσει σε κάθε θεολογικό ερώτημα. Άλλος κρατά σημειώσεις από αντιαιρετικές συναντήσεις, αλλά δυσκολεύεται να ακούσει τον συνομιλητή του και να καταλάβει τι πραγματικά ρωτά. Η μαθητεία είναι πολύτιμη· δεν αποτελεί, όμως, αυτόματη εξουσιοδότηση διδασκαλίας. Το «μὴ πολλοὶ διδάσκαλοι γίνεσθε» υπενθυμίζει την ευθύνη εκείνου που αναλαμβάνει να καθοδηγήσει άλλους (Ιακώβου 3:1).

Η γνώση, άλλωστε, δεν μετριέται μόνο με παραθέματα. Χρειάζεται να κατανοούμε το νόημα και τα συμφραζόμενά τους, να ξεχωρίζουμε τη διδασκαλία της Εκκλησίας από την προσωπική μας ερμηνεία και να μπορούμε να πούμε: «Δεν γνωρίζω· ας ρωτήσουμε κάποιον πιό αρμόδιο». Μια τέτοια παραδοχή δεν προδίδει την πίστη. Προστατεύει και τον συνομιλητή και εμάς από τη βεβαιότητα του λάθους.

Ακόμη πιο οδυνηρή είναι η χρήση ύβρεων, ειρωνείας και χυδαίας γλώσσας στο όνομα του Χριστού. Ο άλλος παύει να αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο και γίνεται στόχος που πρέπει να συντριβεί δημοσίως. Όμως η απολογία συνδέεται στην Αποστολική διδασκαλία με πραότητα και σεβασμό, όχι με λεκτική επικράτηση (Α΄ Πέτρου 3:15–16). Και η αποφυγή της φιλονικίας παρουσιάζεται ως ευθύνη του δούλου του Κυρίου, όχι ως ένδειξη αδυναμίας (Β΄ Τιμοθέου 2:23–25).

Στο ίδιο κλίμα εμφανίζεται και το αδιάκοπο κυνήγι «αιρετικών». Στο στόχαστρο μπαίνουν πλέον και άνθρωποι εντός της Εκκλησίας, ιδιαίτερα κληρικοί. Μια αποσπασματική φράση, μια φωτογραφία ή ακόμη και ένα «like» αντιμετωπίζονται σαν αδιαμφισβήτητα τεκμήρια ενοχής. Η θεμιτή κριτική, όμως, χρειάζεται στοιχεία, κατανόηση του πλαισίου και δίκαιη κρίση. Ούτε κάθε διαφωνία αποτελεί αίρεση ούτε μια διαδικτυακή αντίδραση αρκεί για να αποδώσουμε σε κάποιον ολόκληρο σύστημα πεποιθήσεων. Αυτό δεν καταργεί την κριτική στους κληρικούς· τη διαχωρίζει από τη διαπόμπευση.

Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι πόσους αποστομώσαμε, αλλά τι μαρτυρία δώσαμε. Ο λόγος μας οικοδομεί ή πληγώνει; Φωτίζει ή δημιουργεί σύγχυση; Το κριτήριο του ωφέλιμου λόγου υπάρχει ήδη στην εκκλησιαστική διδασκαλία (Εφεσίους 4:29). Δεν χρειάζεται να το αντικαταστήσουμε με τον αριθμό των κοινοποιήσεων και των επιδοκιμασιών.

Δεν κάνουν όλοι για όλα. Κανείς δεν υποχρεούται, επειδή είναι μέλος της Εκκλησίας, να γίνεται αυτόκλητος απολογητής στα social media. Μπορεί να ομολογεί την πίστη του με συνέπεια, καλοσύνη και ειλικρίνεια, χωρίς να αναλαμβάνει ρόλο ειδικού. Και όταν η ημιμάθεια και η άσχημη συμπεριφορά δυσφημούν όσα υποτίθεται ότι υπερασπιζόμαστε, η υπεύθυνη στάση δεν είναι να φωνάξουμε δυνατότερα. Είναι να σταματήσουμε, να μαθητεύσουμε και να διορθωθούμε.

Παρακολουθούσα μια Θεία Λειτουργία ζωντανά στο διαδίκτυο...

«Παρακολουθούσα μια Θεία Λειτουργία που μεταδιδόταν ζωντανά στο διαδίκτυο. Ο ιερέας λειτουργούσε, οι ψάλτες έψαλλαν και κάτω από την εικόνα περνούσαν αδιάκοπα ονόματα. «Υπέρ υγείας Μαρίας». «Υπέρ αναπαύσεως Γεωργίου». «Πάτερ, μνημόνευσε το παιδί μου». Άλλος έγραφε δέκα ονόματα, άλλος είκοσι. Και όσο προχωρούσε η ακολουθία, τόσο πλήθαιναν τα αιτήματα.

Στενοχωρήθηκα. Όχι με εκείνους που έγραφαν. Πολλοί είχαν πραγματικό πόνο. Μια μάνα παρακαλούσε για το άρρωστο παιδί της, ένας άνθρωπος για τον πατέρα που έχασε, κάποιος άλλος για τον αδελφό του που βρισκόταν στο νοσοκομείο. Ο Θεός γνώριζε την αγωνία τους πριν ακόμη εκείνοι την πληκτρολογήσουν. Στενοχωρήθηκα επειδή κανείς δεν τους είχε εξηγήσει πως το να γράφεις ένα όνομα κάτω από μια ψηφιακή μετάδοση δεν σημαίνει ότι το όνομα αυτό μνημονεύεται στην Προσκομιδή.

Παιδί μου, η Θεία Λειτουργία δεν είναι μια θρησκευτική εκπομπή στην οποία οι θεατές αποστέλλουν αιτήματα. Είναι η ευχαριστιακή σύναξη της Εκκλησίας, η αναφορά της κτίσεως στον Θεό διά του Χριστού, εν Αγίω Πνεύματι. «Τὰ σὰ ἐκ τῶν σῶν σοὶ προσφέρομεν κατὰ πάντα καὶ διὰ πάντα». Ο άνθρωπος εισέρχεται σε αυτή την προσφορά ως πρόσωπο, όχι ως ψηφιακή καταχώριση. Και η λειτουργική μνημόνευση δεν πραγματοποιείται επειδή ένα όνομα εμφανίσθηκε σε κάποια οθόνη.

Στην Προσκομιδή ο ιερέας προετοιμάζει τα Τίμια Δώρα, μνημονεύει ζώντες και κεκοιμημένους και εξάγει μερίδες από το πρόσφορο κατά την εκκλησιαστική τάξη. Τα ονόματα παραδίδονται στον λειτουργό, συνήθως γραμμένα σε χαρτί ή σε δίπτυχα, ή με άλλον τρόπο που έχει ορίσει επισήμως ο ναός. Χρειάζεται να τα έχει πράγματι παραλάβει. Ένα σχόλιο κάτω από τη μετάδοση δεν γίνεται αυτομάτως λειτουργικό δίπτυχο.

Και εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι βαθύτερο. Η μνημόνευση δεν είναι μια θρησκευτική υπηρεσία που ενεργοποιείται με την αποστολή ενός ονόματος. Είναι πράξη της προσευχόμενης Εκκλησίας. Ο Άγιος Νικόλαος Καβάσιλας, ερμηνεύοντας τη Θεία Λειτουργία, αναδεικνύει τον ευχαριστιακό χαρακτήρα της προσφοράς και τη σχέση της με ολόκληρο το Σώμα του Χριστού. Μέσα σε αυτό το μυστήριο η μνήμη των προσώπων δεν έχει τη σημασία μιας διοικητικής καταγραφής. Είναι εκκλησιαστική αναφορά τους ενώπιον του Θεού.

Γι’ αυτό δεν πρέπει να συγχέουμε την προσωπική προσευχή με τη λειτουργική μνημόνευση. Ο Θεός ακούει και τον κατάκοιτο που ψιθυρίζει το όνομα του παιδιού του. Ακούει και τη μάνα που προσεύχεται μόνη της στο νοσοκομείο. Η προσευχή δεν χρειάζεται σύνδεση στο διαδίκτυο. Αλλά η Προσκομιδή έχει τη δική της εκκλησιαστική τάξη, την οποία δεν μπορεί να υποκαταστήσει η τεχνολογία.

Η μετάδοση μιας ακολουθίας μπορεί να παρηγορήσει έναν ασθενή ή έναν άνθρωπο που αδυνατεί να εκκλησιασθεί. Ας ακούσει το Ευαγγέλιο, ας προσευχηθεί, ας αισθανθεί πως η Εκκλησία δεν τον λησμόνησε. Αλλά ας μην του καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι η παρακολούθηση μιας οθόνης ταυτίζεται με τη συμμετοχή στην ευχαριστιακή σύναξη.

Ο Χριστός δεν μας κάλεσε να γίνουμε θεατές της Εκκλησίας. Μας κάλεσε να γίνουμε μέλη του Σώματός Του.

Και θα ήθελα να παρακαλέσω τους κληρικούς μας να εξηγούν αυτά τα πράγματα με σαφήνεια. Όταν μεταδίδεται μια Θεία Λειτουργία, να ενημερώνονται οι πιστοί ότι τα δημόσια σχόλια δεν αποτελούν αιτήματα μνημονεύσεως που έχουν παραληφθεί από τον ιερέα. Όποιος επιθυμεί να μνημονευθούν οι οικείοι του, να επικοινωνεί με τον ναό και να ακολουθεί την προβλεπόμενη διαδικασία.

Διότι είναι μεγάλη αδικία να αφήνεις έναν άνθρωπο να πιστεύει πως ο ιερέας μνημονεύει κάθε πρωί το παιδί του, ενώ το όνομα δεν έφθασε ποτέ στα χέρια του.

Και σαν να μην έφθανε αυτή η σύγχυση, εμφανίσθηκε τώρα μια άλλη πνευματική αρρώστια. Γέμισε το διαδίκτυο με εικόνες του Χριστού, της Παναγίας και των Αγίων, πολλές φορές κατασκευασμένες με τεχνητή νοημοσύνη, που συνοδεύονται από παράξενες προσταγές. «Κοίταξε αυτή την εικόνα δέκα δευτερόλεπτα». «Γράψε Αμήν και θα λάβεις ευλογία». «Μην προσπεράσεις, γιατί θα χάσεις το θαύμα». «Κοινοποίησέ την σε δέκα ανθρώπους».

Τι είναι αυτά, παιδί μου;

Πότε έγινε η Χάρη του Θεού υπόθεση δευτερολέπτων; Πότε η προσευχή μεταβλήθηκε σε δοκιμασία πληκτρολογήσεως; Και ποιος έδωσε σε έναν άγνωστο διαχειριστή τη δυνατότητα να απειλεί τους ανθρώπους πως θα στερηθούν την ευλογία της Παναγίας αν δεν κοινοποιήσουν την ανάρτησή του;

Αυτή είναι η παλιά δεισιδαιμονία με καινούρια μηχανήματα.

Παλαιότερα ο άνθρωπος φοβόταν μήπως του συμβεί κάτι επειδή δεν ακολούθησε μια μαγική συνήθεια. Τώρα φοβάται μήπως χάσει μια ευλογία επειδή δεν πάτησε ένα κουμπί.

Άλλαξαν τα μέσα. Ο ίδιος φόβος έμεινε.

Και αυτός ο φόβος δεν έχει σχέση με την ελευθερία που χαρίζει ο Χριστός.

Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Οὗ δὲ τὸ Πνεῦμα Κυρίου, ἐκεῖ ἐλευθερία» (Β΄ Κορ. 3,17). Η Χάρη του Θεού δεν εκβιάζει τον άνθρωπο με απειλές. Δεν εξαρτάται από την αναπαραγωγή μιας εικόνας ούτε υπολογίζεται από τον αριθμό των αντιδράσεων που συγκέντρωσε μια δημοσίευση.

Η Ζ΄ Οικουμενική Σύνοδος δίδαξε πως η τιμή της εικόνας διαβαίνει στο πρωτότυπο. Η εικόνα μάς οδηγεί στο εικονιζόμενο πρόσωπο. Δεν αποτελεί αυτόνομη πηγή υπερφυσικής δυνάμεως, ούτε μηχανισμό που ενεργοποιείται με μια συγκεκριμένη κίνηση.

Όταν λοιπόν μια ψηφιακή παράσταση παρουσιάζεται ως εγγύηση θαύματος, η ευλάβεια εκτρέπεται προς τη μαγική αντίληψη της θρησκείας.

Και όταν μια εικόνα κατασκευασμένη με τεχνητή νοημοσύνη παρουσιάζεται ψευδώς ως θαυμαστή εμφάνιση ή ως αυθεντικό ιερό γεγονός, η παραπλάνηση γίνεται ακόμη σοβαρότερη.

Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε την τεχνολογία. Χρειάζεται να φοβόμαστε το ψεύδος που μπορεί να μεταδίδεται μέσα από αυτήν.

Βλέπω μερικές φορές τέτοιες παραστάσεις και αναρωτιέμαι τι επιδιώκουν εκείνοι που τις δημιουργούν. Βάζουν στον Χριστό υπερβολικά δάκρυα, στην Παναγία αφύσικο βλέμμα, γύρω από τους Αγίους φώτα που θυμίζουν θεατρικά τεχνάσματα. Και ύστερα ζητούν από τους ανθρώπους να γράψουν «Αμήν».

Μα το «Αμήν» δεν είναι ψηφιακό χειροκρότημα.

Είναι ομολογία πίστεως. Η συγκατάθεση του ανθρώπου στην αλήθεια του Θεού. Μέσα στη λατρεία εκφράζει την αποδοχή της προσευχής της Εκκλησίας. Δεν είναι λέξη που τη χρησιμοποιούμε για να αυξήσουμε την επισκεψιμότητα μιας σελίδας.

Ο Κύριος είπε: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι· Κύριε, Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν» (Ματθ. 7,21).

Και εμείς φθάσαμε να νομίζουμε πως, αν γράψουμε ένα «Αμήν» κάτω από μια κατασκευασμένη εικόνα, εκπληρώσαμε κάποιο πνευματικό καθήκον!

Προσέξτε όμως πού μπορεί να οδηγήσει αυτή η πλάνη.

Πίσω από τέτοιες αναρτήσεις εμφανίζονται κάποτε αιτήματα για χρήματα. Υπόσχονται μνημονεύσεις, άναμμα κεριών, προσευχές σε μοναστήρια, ακόμη και ιδιαίτερες ευλογίες. Χρησιμοποιούν φωτογραφίες Αγίων, ονόματα Μονών και εκκλησιαστικούς τίτλους, χωρίς να γνωρίζει κανείς ποιος πραγματικά διαχειρίζεται τον λογαριασμό.

Εδώ η Εκκλησία οφείλει να μιλήσει με αυστηρότητα.

Μη στέλνετε χρήματα σε άγνωστες ψηφιακές σελίδες που επικαλούνται τον Χριστό και την Παναγία. Μη δίνετε τραπεζικά στοιχεία σε λογαριασμούς που υπόσχονται μνημονεύσεις ή ευλογίες. Μη θεωρείτε πως μια θρησκευτική εικόνα αποδεικνύει την εκκλησιαστική υπόσταση εκείνου που ζητεί χρήματα.

Αν θέλετε να ενισχύσετε έναν ναό ή μια Μονή, επικοινωνήστε απευθείας μαζί τους. Ελέγξτε τα επίσημα στοιχεία τους. Μια πραγματική εκκλησιαστική κοινότητα μπορεί να δέχεται και ηλεκτρονικές δωρεές με ασφαλή, επαληθεύσιμο τρόπο. Αλλά η δωρεά είναι ελεύθερη προσφορά, όχι αντίτιμο της θείας ευλογίας.

Θυμηθείτε τον Σίμωνα τον μάγο, που θέλησε να αποκτήσει με χρήματα τη δωρεά του Αγίου Πνεύματος. Ο Απόστολος Πέτρος του απάντησε: «Τὸ ἀργύριόν σου σὺν σοὶ εἴη εἰς ἀπώλειαν» (Πράξ. 8,20).

Η Εκκλησία γνωρίζει πολύ καλά αυτόν τον πειρασμό. Γι’ αυτό και η εμπορευματοποίηση των πνευματικών δωρεών δεν είναι μια μικρή παρεκτροπή. Προσβάλλει την ίδια τη φύση της Χάριτος.

Και να προσέξουν ιδιαίτερα εκείνοι που εκμεταλλεύονται την αγωνία των ανθρώπων.

Άλλο είναι να ζητεί μια Μονή βοήθεια για πραγματικές ανάγκες και άλλο να χρησιμοποιεί κάποιος τον φόβο ενός αρρώστου, τον πόνο μιας μάνας ή το πένθος ενός ανθρώπου για να συγκεντρώνει χρήματα και διαδικτυακή απήχηση.

Ο άνθρωπος που πονά είναι ευάλωτος.

Και όποιος μετατρέπει αυτή την ευαλωτότητα σε μέσο κέρδους αναλαμβάνει μεγάλη ηθική ευθύνη.

Θα ήθελα λοιπόν οι επίσκοποι και οι εφημέριοι να αναλάβουν μια συστηματική κατήχηση γύρω από αυτά τα ζητήματα. Να εξηγούν την Προσκομιδή, τη σημασία της μνημονεύσεως, τη θεολογία της εικόνας, τη διάκριση ανάμεσα στην προσωπική προσευχή και στη λειτουργική πράξη.

Και να προειδοποιούν για τις ψεύτικες θρησκευτικές σελίδες.

Όχι για να φοβίσουν τους πιστούς, αλλά για να τους ελευθερώσουν από τον φόβο.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αντιμετώπισε με ποιμαντική αυστηρότητα τις δεισιδαιμονίες της εποχής του. Δεν θεωρούσε ασήμαντες τις συνήθειες που αλλοίωναν την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον Θεό. Η ορθόδοξη πίστη δεν έχει ανάγκη από μαγικές διαβεβαιώσεις. Έχει ανάγκη από μετάνοια, διάκριση και αλήθεια.

Και θα ήθελα να πω κάτι τελευταίο σε εκείνον που κάθεται μόνος του μπροστά σε μια οθόνη και γράφει το όνομα του παιδιού του.

Μην απογοητεύεσαι. Ο Θεός γνωρίζει την καρδιά σου. Αλλά μη στηρίζεις την ελπίδα σου σε ένα σχόλιο που μπορεί να μη διαβάσει ποτέ κανείς.

Επικοινώνησε με την ενορία σου. Παράδωσε τα ονόματα για μνημόνευση με τον τρόπο που έχει ορισθεί. Ζήτησε από τον ιερέα να προσευχηθεί. Και εσύ προσευχήσου με εμπιστοσύνη.

Αν δεν έχεις χρήματα να προσφέρεις, μη στενοχωριέσαι.

Η προσευχή της Εκκλησίας δεν πωλείται.

Και όταν δεις μια εικόνα που σε απειλεί πως θα χάσεις την ευλογία αν δεν γράψεις «Αμήν», προσπέρασέ την χωρίς φόβο.

Η Παναγία δεν περιμένει από εσένα μια ηλεκτρονική αντίδραση.

Ο Χριστός δεν ζητεί να αυξήσεις την επισκεψιμότητα της εικόνας Του.

Ζητεί να Του ανοίξεις την καρδιά σου.

Και αν θέλεις να πεις ένα αληθινό «Αμήν», θυμήσου τον λόγο της Θεοτόκου στην Κανά: «Ὅ,τι ἂν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε» (Ιω. 2,5).

Εκεί βρίσκεται η υπακοή της πίστεως.

Στην πράξη του λόγου του Χριστού.

Όχι στην υπακοή προς έναν άγνωστο διαχειριστή που χρησιμοποιεί το πρόσωπό Του για να συγκεντρώνει σχόλια.

Και ας το ακούσουν καλά όσοι εμπορεύονται τη θρησκευτική αγωνία των ανθρώπων: η Εκκλησία δεν σας έδωσε εξουσία να διαχειρίζεστε τη Χάρη του Θεού.

Η Παναγία δεν είναι ψηφιακό δόλωμα. Οι Άγιοι δεν είναι μηχανισμός επισκεψιμότητας. Τα ονόματα των ζωντανών και των κεκοιμημένων δεν είναι υλικό για την αύξηση της απήχησης μιας σελίδας.

Και ο Χριστός, που έδιωξε τους εμπόρους από τον Ναό, δεν έπαψε να είναι ο ίδιος Χριστός επειδή οι πάγκοι τους έγιναν ηλεκτρονικοί.»

μ. Θεόκτιστος ο Κρης

Δευτέρα 2 Νοεμβρίου 2026

Ακούω ανθρώπους να φωνάζουν ότι διώχνουν τον Χριστό από την Αγία Τράπεζα...

«Ακούω τον τελευταίο καιρό ανθρώπους να φωνάζουν ότι διώχνουν τον Χριστό από την Αγία Τράπεζα. Το λένε με τόση βεβαιότητα, ώστε ένας απλός πιστός μπορεί να νομίσει πως ο ιερέας που δεν τοποθετεί τον μεγάλο Εσταυρωμένο πίσω από το θυσιαστήριο αρνείται το Πάθος του Κυρίου.

Και στενοχωριέμαι.

Πώς φθάσαμε να μιλούμε τόσο απερίσκεπτα για τα άγια πράγματα; Πώς έγινε μια διαφορά λειτουργικής διατάξεως αφορμή να αμφισβητείται η ορθόδοξη πίστη κληρικών και θεολόγων; Ποιος μας έδωσε το δικαίωμα να μετρούμε την αγάπη ενός ανθρώπου προς τον Εσταυρωμένο από το ύψος και τη θέση ενός ξύλινου σταυρού;

Θα ήθελα να παρακαλέσω όσους αγωνιούν να κάνουν πρώτα κάτι απλό.

Να έρθουν στο Άγιον Όρος.

Να μπουν στα καθολικά των παλαιών μονών, να σταθούν με ευλάβεια μπροστά στο τέμπλο, να ζητήσουν να γνωρίσουν την ιστορία και τη διάταξη του Ιερού Βήματος. Να δουν πώς διαφυλάχθηκε η λειτουργική παράδοση μέσα σε αιώνες προσευχής.

Και όπου συναντήσουν διαφορετική διάταξη, να μην αρκεσθούν σε μια φωτογραφία. Να ρωτήσουν πότε διαμορφώθηκε, ποια μαρτυρία τη στηρίζει, ποια είναι η λειτουργική της σημασία.

Το Άγιον Όρος δεν είναι έκθεση εκκλησιαστικών επίπλων. Ούτε όλες οι μονές του έχουν απαράλλακτη ιστορία και διακόσμηση. Είναι όμως τόπος όπου η παράδοση μπορεί να μελετηθεί μέσα στη ζωντανή λατρεία, μακριά από τις κραυγές των διαδικτυακών αντιπαραθέσεων.

Εκεί θα καταλάβουμε και κάτι που αρκετοί αποφεύγουν να διακρίνουν.

Άλλο ο Τίμιος Σταυρός. Άλλο η εικόνα του Χριστού επάνω στον Σταυρό. Και άλλο η αξίωση να βρίσκεται υποχρεωτικά μια συγκεκριμένη εικονογραφική κατασκευή πίσω από κάθε Αγία Τράπεζα.

Δεν πρόκειται για σχολαστική λεπτομέρεια.

Όταν ο Άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δοξάζει τον Τίμιο Σταυρό, διδάσκει τη σωτηριολογική σημασία του Πάθους. Δεν συντάσσει οδηγίες για τη διακόσμηση του Ιερού Βήματος.

Όταν ο Απόστολος Παύλος καυχάται στον Σταυρό του Χριστού, δεν καθορίζει πού θα τοποθετηθεί μια συγκεκριμένη παράσταση της Σταυρώσεως.

Και όταν η Εκκλησία ψάλλει «Τὸν Σταυρόν σου προσκυνοῦμεν, Δέσποτα», ομολογεί τον Σταυρό του Κυρίου και δοξάζει την Ανάστασή Του. Η ομολογία αυτή δεν εξαρτάται από μία μοναδική αρχιτεκτονική διάταξη.

Ας διαβάσουμε επιτέλους τους Πατέρες χωρίς να τους αναγκάζουμε να απαντούν σε ερωτήματα που δεν τους τέθηκαν.

Ο Άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης περιγράφει πίσω από το θυσιαστήριο, προς ανατολάς, τον θείο Σταυρό. Και μάλιστα τον ερμηνεύει ως το όργανο της θυσίας του Χριστού, με το τετραμερές σχήμα του και τη βαθιά κοσμολογική και σωτηριολογική σημασία του.

Προσέξτε τι γράφει.

Σταυρός.

Δεν περιγράφει ρητώς τον μεγάλο Εσταυρωμένο της νεότερης ενοριακής διατάξεως.

Αυτό δεν σημαίνει ότι απορρίπτει την εικόνα του Εσταυρωμένου. Σημαίνει πως η συγκεκριμένη μαρτυρία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται ως απόδειξη για κάτι περισσότερο από όσα πράγματι λέγει.

Μα είναι δυνατόν να επικαλούμαστε έναν άγιο για να υπερασπισθούμε την παράδοση και να παραβλέπουμε τις ίδιες του τις λέξεις;

Θα αναφερθώ και σε μια παλαιότερη μαρτυρία, που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Στην Έκθεσιν τῆς Βασιλείου Τάξεως, το περίφημο έργο του Κωνσταντίνου Ζ΄ Πορφυρογεννήτου, περιγράφεται ο αυτοκράτορας να προσκυνεί τον Σταυρό κατά το τελετουργικό της αυλής.

Η διατύπωση είναι σαφής: «καὶ προσκυνήσας τὸν σταυρὸν ὁ βασιλεύς».

Εδώ μαρτυρείται η προσκύνηση του Σταυρού. Δεν περιγράφεται μεγάλος Εσταυρωμένος πίσω από την Αγία Τράπεζα. Ούτε όμως μπορούμε να συμπεράνουμε από αυτή τη σιωπή ότι κάθε σταυρός της εποχής ήταν απαραιτήτως χωρίς παράσταση του Χριστού.

Αυτό απαιτεί η ιστορική εντιμότητα.

Η βυζαντινή λατρεία γνώρισε σταυρούς λιτανευτικούς, ευλογίας, προσκυνήσεως και διαφορετικές εικονογραφικές μορφές. Η ιστορία τους δεν χωρά στις εύκολες βεβαιότητες όσων αναζητούν ένα πατερικό χωρίο για να τελειώσουν μια σύγχρονη διαφωνία.

Αλλά το βαθύτερο πρόβλημα βρίσκεται αλλού.

Όταν ένας άνθρωπος ακούει ότι απομακρύνθηκε ο Εσταυρωμένος από μια συγκεκριμένη θέση, μπορεί να αισθανθεί πραγματικό πόνο. Έχει προσευχηθεί μπροστά σε αυτή την εικόνα. Την έχει συνδέσει με τους γονείς του, με την παιδική του ηλικία, με τη Μεγάλη Παρασκευή. Δεν πρέπει να περιφρονούμε αυτή τη σχέση.

Ούτε όμως να την εκμεταλλευόμαστε.

Αν ο άνθρωπος αυτός πιστέψει πως ο Χριστός απουσιάζει από το θυσιαστήριο επειδή μετακινήθηκε μια εικόνα, τότε δεν τον βοηθήσαμε να κατανοήσει τη Θεία Ευχαριστία.

Τον αφήσαμε να συγχέει το σημείο με το Μυστήριο.

Και αυτό, αδελφοί μου, είναι πολύ σοβαρότερο από τη διαφωνία για τη θέση του Εσταυρωμένου.

Διότι επάνω στην Αγία Τράπεζα τελείται η Θεία Ευχαριστία.

Ο άρτος και ο οίνος προσφέρονται και καθαγιάζονται ως Σώμα και Αίμα Χριστού. Ο πιστός καλείται να κοινωνήσει τον ίδιο τον Κύριο. Η θυσία του Γολγοθά δεν επαναλαμβάνεται ως νέο ιστορικό γεγονός, αλλά η μία και ανεπανάληπτη θυσία του Χριστού γίνεται μυστηριακά παρούσα στη ζωή της Εκκλησίας.

Τι θα πούμε λοιπόν;

Ότι ο Χριστός απουσιάζει επειδή δεν βλέπουμε πίσω από την Αγία Τράπεζα τη συγκεκριμένη εικόνα Του;

Πόσο λίγο έχουμε κατανοήσει το Μυστήριο, αν τολμούμε να το υπονοήσουμε!

Και δεν αναφέρομαι εδώ στους απλούς ανθρώπους που αγωνιούν. Αναφέρομαι κυρίως σε εμάς που έχουμε την ευθύνη να τους διδάσκουμε.

Ένας ιερέας μπορεί να αγαπά βαθιά τον Εσταυρωμένο και να επιθυμεί τη διατήρησή Του στη γνωστή θέση. Άλλος μπορεί, για τεκμηριωμένους λειτουργικούς λόγους, να προκρίνει διαφορετική διάταξη.

Από πότε αυτή η διαφορά αρκεί για να χωρίσει τους δύο ανθρώπους σε ομολογητές και αρνητές του Χριστού;

Η Εκκλησία έχει κανόνες, ιεραρχική ευθύνη, λειτουργική συνέχεια. Καμία αυθαίρετη αλλαγή δεν δικαιώνεται απλώς επειδή παρουσιάζεται ως επιστροφή στην αρχαιότητα. Αλλά ούτε κάθε ιστορική διερεύνηση αποτελεί επίθεση στην πίστη.

Ο Άγιος Παΐσιος μάς δίδαξε με τη ζωή του πόσο εύκολα ο ζήλος, όταν χωρίζεται από τη διάκριση, μπορεί να πληγώσει τον άνθρωπο που υποτίθεται πως θέλουμε να βοηθήσουμε.

Σκέφτομαι συχνά πόσο θα μας ωφελούσε να μιλούσαμε λιγότερο για την ευσέβειά μας και να προσπαθούσαμε περισσότερο να αποκτήσουμε το πνεύμα των αγίων.

Γιατί είναι εύκολο να υπερασπίζεσαι τον Εσταυρωμένο με θυμό.

Δύσκολο να υπομείνεις την αδικία χωρίς να ανταποδώσεις.

Εύκολο να καταγγείλεις έναν θεολόγο.

Δύσκολο να μελετήσεις προσεκτικά το επιχείρημά του, να αναγνωρίσεις πού έχει δίκιο και να του απαντήσεις χωρίς να τον εξευτελίσεις.

Εύκολο να απαιτείς να παραμείνει ένας Εσταυρωμένος πίσω από την Αγία Τράπεζα.

Δύσκολο να δεχθείς πως ο άνθρωπος που σε στενοχώρησε είναι κι εκείνος εικόνα του ίδιου Εσταυρωμένου.

Και εδώ βρίσκεται ένας πειρασμός που με φοβίζει.

Να μετατρέψουμε την υπεράσπιση του Σταυρού σε αφορμή για να σταυρώνουμε με τα λόγια μας τους αδελφούς μας.

Δεν αγιάζει ο θυμός επειδή έχει θρησκευτικό αντικείμενο.

Ούτε αποκτά πατερικό κύρος μια κατηγορία επειδή συνοδεύεται από παραπομπές στη Μigne.

Αν κάποιος ισχυρίζεται ότι ο Εσταυρωμένος δεν υπήρξε ποτέ σε οποιαδήποτε θέση πίσω από την Αγία Τράπεζα, ας προσκομίσει την ιστορική τεκμηρίωση που απαιτεί μια τόσο απόλυτη διατύπωση.

Αν κάποιος άλλος ισχυρίζεται ότι ο σημερινός μεγάλος Εσταυρωμένος αποτελεί αμετάβλητη διάταξη από τους αποστολικούς χρόνους, ας αποδείξει και εκείνος τον ισχυρισμό του.

Η θεολογία δεν ωφελείται από καμία από τις δύο υπερβολές.

Και οι μοναχοί του Αγίου Όρους δεν έχουν ανάγκη να γίνουν όπλα στις αντιπαραθέσεις μας. Η λειτουργική τους παράδοση αξίζει να μελετηθεί με σοβαρότητα, όχι να χρησιμοποιηθεί επιλεκτικά ως επιχείρημα νίκης.

Θα ήθελα, λοιπόν, να ρωτήσω εκείνους που τόσο εύκολα καταδικάζουν.

Ποιος από εμάς προσευχήθηκε για τον ιερέα τον οποίο κατηγορεί;

Ποιος κάθισε να συζητήσει μαζί του χωρίς να έχει αποφασίσει από πριν ότι είναι εχθρός της παραδόσεως;

Ποιος εξήγησε στον λαό τη διαφορά ανάμεσα στον Σταυρό ως σημείο της νίκης του Χριστού, στην εικόνα της Σταυρώσεως και στη συγκεκριμένη λειτουργική τους τοποθέτηση;

Αντί γι’ αυτό, καλλιεργούμε τον φόβο.

Και ο φοβισμένος άνθρωπος, όταν στερείται θεολογικής παιδείας, μπορεί να οδηγηθεί σε μεγάλη πνευματική σύγχυση.

Θα αρχίσει να εξετάζει κάθε ναό με καχυποψία. Θα κοιτάζει πίσω από την Αγία Τράπεζα για να αποφασίσει αν ο ιερέας είναι ορθόδοξος. Θα θεωρεί ύποπτη κάθε διαφορετική συνήθεια, ακόμη κι όταν αυτή μαρτυρείται σε σεβάσμιους τόπους της εκκλησιαστικής παραδόσεως.

Και τελικά μπορεί να φθάσει στο σημείο να προσέρχεται στη Θεία Λειτουργία περισσότερο για να ελέγξει τον λειτουργό παρά για να μετανοήσει.

Τι κερδίσαμε τότε;

Του διδάξαμε τον Σταυρό ή του μάθαμε την καχυποψία;

Ο Σταυρός του Χριστού δεν είναι έμβλημα παρατάξεως.

Δεν παραδόθηκε στην Εκκλησία για να χωρίζουμε τους πιστούς σε στρατόπεδα ανάλογα με τις προτιμήσεις τους στη διάταξη του Ιερού Βήματος.

Είναι το σημείο της άκρας ταπεινώσεως του Κυρίου, της εκούσιας θυσίας Του, της αγάπης που φθάνει μέχρι τον θάνατο.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής έδειξε με ολόκληρο τον αγώνα του ότι η δογματική αλήθεια αξίζει κάθε θυσία. Αλλά ο αγώνας του αφορούσε την ίδια την ομολογία για τον Χριστό, όχι την αναγωγή κάθε λειτουργικής διαφοροποιήσεως σε δογματική αποστασία.

Ας μάθουμε επιτέλους να διακρίνουμε το μέγεθος των πραγμάτων.

Δεν είναι κάθε μεταβολή αθώα.

Δεν είναι όμως και κάθε μεταβολή αίρεση.

Και όποιος αγαπά την παράδοση οφείλει να γνωρίζει την ιστορία της, ακόμη κι όταν αυτή αποδεικνύεται πολυπλοκότερη από όσα είχε συνηθίσει να πιστεύει.

Ο Χριστός επάνω στον Γολγοθά δεν ζήτησε να υπερασπισθούν την τιμή Του καταστρέφοντας τους ανθρώπους που Τον σταύρωναν.

Προσευχήθηκε γι’ αυτούς.

«Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς» (Λουκ. 23,34).

Αυτή την προσευχή ας την έχουμε στον νου μας όταν μιλούμε για τον Εσταυρωμένο.

Και ας αφήσουμε τους λειτουργιολόγους να ερευνήσουν τις ιστορικές μαρτυρίες, τους επισκόπους να αναλάβουν την ευθύνη των λειτουργικών αποφάσεων και τους πιστούς να γνωρίσουν την αλήθεια χωρίς εκφοβισμό.

Η συζήτηση για τη θέση του Εσταυρωμένου μπορεί να γίνει με σεβασμό και τεκμηρίωση. Δεν χρειάζεται να αφαιρέσουμε από κανέναν την ορθόδοξη ταυτότητά του για να υπερασπισθούμε τη δική μας άποψη.

Και όταν κάποιος μας πει πως απομακρύνοντας μια συγκεκριμένη παράσταση διώχνουμε τον Χριστό από την Αγία Τράπεζα, ας τον παρακαλέσουμε να πλησιάσει με φόβο Θεού στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Εκεί θα καταλάβει γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να μετρά την παρουσία του Κυρίου με τις διαστάσεις μιας εικόνας.

Ας μη φθάσουμε να υπερασπιζόμαστε με τόσο πάθος την εικόνα του Εσταυρωμένου, ώστε να πληγώνουμε χωρίς τύψεις τον άνθρωπο για τον οποίο Εκείνος σταυρώθηκε.»

μ. Θεόκτιστος ο Κρης

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2026

Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει...

Όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας. Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για τη σωτηρία τους. Δεν αναζητούν τη θεία ζωή. Περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και τις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν «κατ’ εικόνα» του Απολύτου και «καθ’ ομοίωσίν» Του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει, η απουσία της μέριμνας για τη σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου...

Άγιος Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Ε΄ Λουκά...

 Λουκ. 16,19–31

Στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από μια στοά, ένας ιερέας κάθεται δίπλα σε έναν άστεγο και του διαβάζει την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Ο άνθρωπος έχει ακουμπήσει τα πράγματά του σε μια πλαστική σακούλα. Δίπλα του ένα χάρτινο ποτήρι με λίγο καφέ, ένα παλιό μπουφάν, κάτι που μοιάζει με κουβέρτα. Οι περαστικοί διασχίζουν τη στοά, άλλοι βιαστικοί, άλλοι με εκείνη την επιτηδευμένη αδιαφορία που αποκτά κανείς όταν έχει συνηθίσει να βλέπει τη δυστυχία σε δημόσια θέα. Ο ιερέας διαβάζει: «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος». Ο άστεγος ακούει. Κανείς δεν γνωρίζει τι σκέφτεται. Ούτε αν πιστεύει. Ούτε αν επιθυμεί να ακούσει μια θρησκευτική ιστορία εκείνη την ώρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η παραβολή έχει ήδη αποκτήσει έναν ακροατή που γνωρίζει από πρώτο χέρι όσα οι υπόλοιποι θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν.

Θα μπορούσε να είναι μια απολύτως ευτυχισμένη ημέρα. Το τραπέζι στρωμένο, η πορφύρα πάνω στο σώμα, το σπίτι γεμάτο ανθρώπους που γνωρίζουν πότε πρέπει να γελάσουν και πότε να σωπάσουν. Κάποιος φροντίζει το κρασί, κάποιος άλλος την είσοδο. Έξω ένας άνθρωπος πεινάει. Το Ευαγγέλιο δεν πληροφορεί αν ακούγεται μουσική από το σπίτι, αν οι καλεσμένοι συζητούν πολιτικά, αν ο οικοδεσπότης θεωρεί τον εαυτό του ευσεβή. Πληροφορεί κάτι χειρότερο. «Εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». Κάθε ημέρα. Η ευτυχία έχει αποκτήσει πρόγραμμα. Και ο άνθρωπος έξω από την πόρτα αποτελεί μέρος αυτού του προγράμματος, όπως τα σκαλοπάτια, οι υπηρέτες, τα υπολείμματα του φαγητού. Τον βλέπουν τόσο συχνά ώστε δεν χρειάζεται πια να τον κοιτάζουν.

«Ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ». Το ρήμα αρκεί για να διακόψει την αφήγηση. Είχε ριχτεί. Ποιος τον έφερε; Ποιος αποφάσισε ότι αυτός είναι ο κατάλληλος τόπος για έναν άνθρωπο με ανοιχτές πληγές; Ο ευαγγελιστής δεν απαντά. Η απουσία προσώπου πίσω από την πράξη της εγκατάλειψης είναι ανατριχιαστικά οικεία. Κανείς δεν υπέγραψε την εξορία του Λαζάρου, κανείς δεν εμφανίζεται να αναλαμβάνει την ευθύνη της παρουσίας του εκεί. Βρέθηκε στον πυλώνα. Όπως βρίσκονται άνθρωποι έξω από νοσοκομεία, σε πεζοδρόμια, σε δωμάτια που δεν θερμαίνονται, σε δημόσιες υπηρεσίες όπου επιστρέφουν κρατώντας τον ίδιο φάκελο. Κάποια στιγμή η εγκατάλειψη παύει να χρειάζεται έναν αναγνωρίσιμο δράστη. Αρκεί να συνεχίζεται. Ο άνθρωπος της αθηναϊκής στοάς γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο να βρίσκεται κανείς κάπου και στο να έχει έναν τόπο όπου μπορεί να επιστρέψει.

Ο πλούσιος δεν έχει όνομα. Έχει ύφασμα. «Πορφύραν καὶ βύσσον». Η κοινωνία τον αναγνωρίζει από την επιφάνεια του σώματός του, από όσα μπορεί να αγοράσει για να το περιβάλει. Ο άλλος έχει έλκη. Και όνομα. Λάζαρος. Ελεάζαρ. «Ο Θεός βοήθησε». Παράξενο όνομα για έναν άνθρωπο που φαίνεται να μην έχει βοηθηθεί από κανέναν. Η ευαγγελική αφήγηση αρνείται να αποδεχθεί ότι η κοινωνική θέση αποτελεί την τελευταία αλήθεια ενός ανθρώπου. Ο πλούσιος μπορεί να εξασφαλίσει δημόσια αναγνώριση, αλλά παραμένει ανώνυμος μέσα στην παραβολή. Ο Λάζαρος, που δεν διαθέτει τίποτε, διασώζεται με το όνομά του. Στην αθηναϊκή στοά ο άστεγος έχει επίσης όνομα, ιστορία, πιθανότατα ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν διαφορετικά. Ο ιερέας θα μπορούσε να αρχίσει από εκεί. Να τον ρωτήσει πώς τον λένε. Να περιμένει την απάντηση, εφόσον εκείνος επιθυμεί να τη δώσει.

Και οι σκύλοι. «Ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ». Η λεπτομέρεια αντιστέκεται σε κάθε εύκολη εξιδανίκευση. Το πληγωμένο σώμα έχει μείνει εκτεθειμένο, διαθέσιμο ακόμη και στην επαφή των ζώων. Το Ευαγγέλιο επιμένει στη σάρκα, εκεί όπου η δημόσια γλώσσα προτιμά να αναφέρεται σε κοινωνικά ζητήματα, ανθρωπιστικές αξίες και ευγενείς προθέσεις. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους λόγους του για τον Λάζαρο, αντιμετωπίζει τη φτώχεια με την αυστηρότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι η ευσέβεια μπορεί να συνυπάρχει με την απανθρωπία. Η πείνα αφορά το ψωμί που λείπει από ένα συγκεκριμένο στόμα. Το σώμα του Λαζάρου πονάει. Και ο πόνος του δεν γίνεται λιγότερο πραγματικός επειδή κάποιος διαθέτει μια εξαιρετική θεολογία για να τον εξηγήσει. Ο άστεγος της στοάς δεν χρειάζεται να αποτελέσει παράδειγμα για να αποκτήσει η δυστυχία του θεολογική σημασία. Χρειάζεται να μπορεί να φάει, να κοιμηθεί με ασφάλεια, να πλυθεί, να μην αρρωστήσει αβοήθητος.

Η πολιτική έχει αποκτήσει μια σχεδόν ακαταμάχητη γλώσσα αναγκαιότητας. Προσαρμογή, εξορθολογισμός, δημοσιονομική πειθαρχία, ανάπτυξη, προσωρινές στερήσεις. Προσωρινές για ποιον; Για εκείνον που έχει ήδη στρωμένο τραπέζι ή για εκείνον που περιμένει τα ψίχουλα; Η γνώση της φτώχειας δεν συνιστά από μόνη της ανάληψη ευθύνης. Μια κυβέρνηση μπορεί να γνωρίζει με αξιοσημείωτη ακρίβεια πόσοι άνθρωποι στερούνται τα αναγκαία και να εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως διαχειριστικό μέγεθος. Μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει επιτυχίες, ενώ η κατοίκηση μετατρέπεται σε προνόμιο και η εργασία αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση. Το ερώτημα αφορά τις αποφάσεις που παράγουν ή συντηρούν αυτή την αντίφαση. Ο πλούσιος της παραβολής δεν χρειαζόταν να αρνηθεί την ύπαρξη του Λαζάρου. Του αρκούσε να μην αλλάξει τίποτε εξαιτίας της. Και μια κοινωνία μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά ποιοι άνθρωποι κοιμούνται στους δρόμους της, αρκεί να έχει αποφασίσει ότι η παρουσία τους δεν διαταράσσει την εικόνα της επιτυχίας της.

Πεθαίνουν και οι δύο. Ο Λουκάς γίνεται σχεδόν ανελέητα λιτός. Ο φτωχός παραλαμβάνεται από τους αγγέλους, ο πλούσιος πεθαίνει και θάβεται. Πόση κοινωνική ιστορία χωρά σε αυτό το «καὶ ἐτάφη»! Μια κανονική κηδεία, άνθρωποι που μιλούν για την επιτυχία του νεκρού, τη γενναιοδωρία του προς τους οικείους, την αξιοπρέπεια της οικογένειας. Τίποτε από αυτά δεν αναφέρεται στο Ευαγγέλιο. Ανήκουν στις γνώριμες συμβάσεις του δημόσιου επαίνου, που τόσο συχνά συνοδεύουν τον θάνατο των ισχυρών. Για τον Λάζαρο δεν αναφέρεται ταφή. Η αφήγηση ενδιαφέρεται για μια άλλη υποδοχή, την οποία κανένας κοινωνικός θεσμός δεν μπορούσε να οργανώσει. Οι άγγελοι παραλαμβάνουν εκείνον που η γη είχε αφήσει έξω από την πόρτα. Η αντιστροφή δεν εξαγιάζει την εξαθλίωση. Ο Θεός δεν χρειάζεται την ανθρώπινη δυστυχία για να αποκαλύψει τη δικαιοσύνη Του. Η παραβολή, ωστόσο, αφαιρεί από τις επίγειες ιεραρχίες το δικαίωμα να εμφανίζονται ως η τελική κρίση για την αξία ενός ανθρώπου.

Τώρα ο πλούσιος βλέπει. Από μακριά, αλλά βλέπει. «Πέμψον Λάζαρον». Τον ήξερε. Ήξερε πώς τον έλεγαν. Η παρουσία του Λαζάρου δεν ήταν άγνωστη και η δυστυχία του δεν ήταν αδύνατον να αναγνωρισθεί. Ακόμη και μέσα στην οδύνη, ο πλούσιος ζητεί να μετακινηθεί ο Λάζαρος, να βρέξει το δάχτυλό του, να προσφέρει ανακούφιση. Έπειτα να πάει στους πέντε αδελφούς του. Το ενδιαφέρον για την οικογένειά του παραμένει πραγματικό στοιχείο της αφήγησης. Αλλά ο Λάζαρος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που πρέπει να σταλεί. Η συνήθεια να θεωρείται διαθέσιμη η ζωή κάποιου άλλου μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν η εξουσία έχει απολέσει τα εξωτερικά της στηρίγματα. Στην αθηναϊκή στοά ο ιερέας εξακολουθεί να κρατά το Ευαγγέλιο. Ο άνθρωπος δίπλα του δεν έχει αναλάβει καμία υποχρέωση να τον ακούσει, να συγκινηθεί ή να επιβεβαιώσει την ποιμαντική του πρόθεση. Ακόμη και η καλοσύνη μπορεί να απαιτεί από τον άλλον έναν ρόλο που εκείνος δεν επέλεξε.

«Χάσμα μέγα ἐστήρικται». Η φράση δεν προσφέρεται για αυθαίρετες βεβαιότητες σχετικά με τον μεταθανάτιο προορισμό συγκεκριμένων ανθρώπων. Ούτε επιτρέπει να μεταβληθεί ο Θεός σε παντοδύναμο διαχειριστή βασανιστηρίων. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος έχει αφήσει μια δυσκολότερη θεολογική παρακαταθήκη για την αγάπη του Θεού και την οδύνη της ανθρώπινης αποξενώσεως. Το χάσμα παραμένει μέσα στην παραβολή και δεν μπορεί να εξουδετερωθεί. Κάτι από την ανθρώπινη ζωή αποκτά διάρκεια που υπερβαίνει την πρόσκαιρη αυτοδικαίωση. Οι σχέσεις που αρνήθηκε κανείς, οι άνθρωποι που χρησιμοποίησε, η αγάπη που ανέβαλε δεν εξαφανίζονται επειδή κάποτε αποφάσισε να παρουσιάσει διαφορετικά τον εαυτό του. Το εσχατολογικό χάσμα δεν ταυτίζεται απλώς με την κοινωνική απόσταση του πυλώνα. Η συνάφειά τους, ωστόσο, καθιστά φοβερή την ευθύνη του παρόντος. Όσο ο άνθρωπος ζει, η πόρτα μπορεί ακόμη να ανοίξει. Και η απόσταση που χωρίζει δύο ανθρώπους μπορεί ακόμη να διανυθεί.

Ο Χριστός απουσιάζει ως πρόσωπο από τη σκηνή που αφηγείται, ενώ είναι Εκείνος που την αφηγείται. Η λεπτομέρεια μεταβάλλει ολόκληρη την ανάγνωση. Ο Υιός του Θεού μιλά για έναν άνθρωπο που πεινούσε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ακούγεται το φοβερό «ἐμοὶ ἐποιήσατε». Η σχέση προς τον Χριστό συνδέεται με όσα πράττονται απέναντι στον ελάχιστο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να διατηρεί αυτή τη φράση στη λατρευτική της μνήμη και να θεωρεί δευτερεύουσα την πραγματική πείνα. Μια λειτουργία με λαμπρά άμφια, εξαίρετη ψαλμωδία και άρτια εκκλησιαστική τάξη δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη για τον άνθρωπο που περιμένει έξω. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν θα χρειαζόταν μια σύγχρονη θεωρία του κοινωνικού αποκλεισμού για να αναγνωρίσει το πρόβλημα. Θα ζητούσε να μάθει ποιος έφαγε σήμερα. Και ο ιερέας της στοάς, προτού συνεχίσει την ανάγνωση, θα μπορούσε να αφήσει το βιβλίο για λίγο στην άκρη και να ρωτήσει τον άνθρωπο δίπλα του τι χρειάζεται.

Στο τέλος ο πλούσιος ζητεί να επιστρέψει ένας νεκρός, να παρουσιασθεί στους πέντε αδελφούς και να τους προειδοποιήσει. «Οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται». Ο Χριστός αφηγείται μια ιστορία στην οποία ούτε η επιστροφή ενός νεκρού εγγυάται τη μετάνοια. Υπό το φως της δικής Του Αναστάσεως, η φράση αποκτά συγκλονιστική χριστολογική ένταση. Η θεία αποκάλυψη δεν εξαναγκάζει την ανθρώπινη ελευθερία. Κάποιος μπορεί να πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών και να μην έχει προσφέρει ποτέ ένα πιάτο φαγητό στον ζωντανό που βρίσκεται δίπλα του. Μπορεί να γνωρίζει ολόκληρη τη θεολογική ορολογία, να υπερασπίζεται την παράδοση, να επικαλείται τους Πατέρες και να περνά κάθε ημέρα από τον ίδιο πυλώνα. Ο ευαγγελιστής δεν πληροφορεί τι απέγιναν οι πέντε αδελφοί. Τους αφήνει ζωντανούς, μέσα στον χρόνο της αποφάσεως.

Η ανάγνωση τελειώνει. Η στοά εξακολουθεί να έχει κίνηση, τα καταστήματα λειτουργούν, οι άνθρωποι επιστρέφουν στις υποχρεώσεις τους. Ο ιερέας σηκώνεται ή παραμένει καθισμένος. Ο άστεγος εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Καμία ευαγγελική αφήγηση δεν καταργεί αυτομάτως την ανάγκη του για στέγη, τροφή, περίθαλψη, ανθρώπινη συντροφιά. Ο πλούσιος ζητούσε να επιστρέψει κάποιος από τους νεκρούς για να προειδοποιήσει τους ζωντανούς. Ο Χριστός είχε ήδη τοποθετήσει έναν ζωντανό μπροστά στην πόρτα του.

Τον έλεγαν Λάζαρο.

Και ο πλούσιος γνώριζε το όνομά του.