Τρίτη 8 Σεπτεμβρίου 2026

Γιορτάζει ένα παιδί. Ένα κορίτσι...

Η Εκκλησία γιορτάζει ένα παιδί: τη γέννηση της Μαρίας, της Παναγίας. Πολύ πριν από τον Ευαγγελισμό. Πριν από το «γένοιτό μοι». Πριν από οτιδήποτε θα προσφέρει αργότερα.

Γιορτάζει ένα παιδί. Ένα κορίτσι.

Η αξία του δεν εξαρτάται από όσα θα γίνει, από όσα θα κατορθώσει, από όσα θα προσφέρει.

Είναι παιδί. Κι αυτό αρκεί για να είναι ιερό.

Ας αναρωτηθούμε, λοιπόν, τι θέση έχουν πραγματικά τα παιδιά μέσα στις κοινότητές μας. Και κυρίως τι συμβαίνει όταν η ασφάλεια ενός παιδιού έρχεται αντιμέτωπη με το κύρος ενός ενηλίκου.

Ο Χριστός υπήρξε συγκλονιστικά ξεκάθαρος. Όταν οι μαθητές του συζητούν ποιος είναι ο μεγαλύτερος, ανατρέπει τη λογική της εξουσίας: «Εἴ τις θέλει πρῶτος εἶναι, ἔσται πάντων ἔσχατος καὶ πάντων διάκονος». Και αμέσως μετά παίρνει ένα παιδί, το στήνει ανάμεσά τους, το αγκαλιάζει και λέει: «Ὃς ἂν ἓν τῶν τοιούτων παιδίων δέξηται ἐπὶ τῷ ὀνόματί μου, ἐμὲ δέχεται» (Μάρκ. 9,35-37).

Το παιδί στο μέσον.

Όχι ο ισχυρός.

Όχι ο λειτουργός.

Όχι το κύρος του θεσμού.

Ο Χριστός δεν έβαλε «ἐν μέσῳ» την υπόληψη του ενηλίκου. Έβαλε το παιδί.

Και δεν σταμάτησε εκεί.

Για εκείνον που θα «σκανδαλίσει» έναν από αυτούς τους μικρούς, ο λόγος του γίνεται φοβερά αυστηρός:

«Ὃς δ᾽ ἂν σκανδαλίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων… συμφέρει αὐτῷ ἵνα κρεμασθῇ μύλος ὀνικὸς περὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ καταποντισθῇ ἐν τῷ πελάγει τῆς θαλάσσης» (Ματθ. 18,6).

Δεν είναι λόγος που χαϊδεύει την ευθύνη του ενηλίκου.

Δεν ζητά πρώτα να προστατευθεί η υπόληψή του.

Είναι ένας λόγος τρομακτικής αυστηρότητας για την ευθύνη απέναντι στον μικρό και τον ευάλωτο.

Και ίσως χρειάζεται να θυμηθούμε τι σημαίνει εδώ «σκανδαλίζω». Όχι απλώς προκαλώ εντύπωση ή ενόχληση. Γίνομαι πρόσκομμα. Γίνομαι αιτία πτώσης. Τραυματίζω την εμπιστοσύνη του άλλου.

Αν λοιπόν ο ίδιος ο Χριστός μιλά με τέτοια αυστηρότητα για εκείνον που βλάπτει έναν μικρό, με ποιο δικαίωμα εμείς μετατρέπουμε την προστασία του παιδιού σε δευτερεύον ζήτημα για να διαφυλάξουμε το κύρος ενός ενηλίκου;

Και εδώ βρίσκεται αυτό που με βασανίζει: Τι ζητά η Εκκλησία από μια κοινότητα όταν υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ή μια καταγγελία ότι ένα παιδί μπορεί να έχει τραυματιστεί από έναν ενήλικο;

Να φυλάξει τη φήμη του ενηλίκου;

Να φοβηθεί μήπως «σκανδαλίσει» την κοινότητα;

Να σωπάσει για να μη βλαφθεί η εικόνα της Εκκλησίας;

Ή να φυλάξει το παιδί;

Για μένα η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία: Να φυλάξει το παιδί.

Να το ακούσει.

Να το προστατεύσει.

Να μη μετατρέψει την αγωνία του σε φήμη που κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα.

Να μην προδικάσει την ενοχή κανενός, αλλά και να μην κρύψει τίποτε κάτω από το χαλί.

Να ζητήσει θεσμική διερεύνηση από εκείνους που έχουν την αρμοδιότητα να την κάνουν.

Και, όταν υπάρχουν ενδείξεις πράξεων που ενδέχεται να είναι ποινικά κολάσιμες, να απευθυνθεί στις αρμόδιες αρχές. Η προστασία του παιδιού δεν μπορεί να εξαντλείται στην εσωτερική διαχείριση ενός θεσμού.

Γιατί άλλο η κατάκριση και άλλο η προστασία.

Άλλο η διαπόμπευση και άλλο η διερεύνηση.

Άλλο η χριστιανική συγχώρηση και άλλο η σιωπή απέναντι σε ένα πιθανό τραύμα.

Και όταν απέναντι σε έναν ενήλικο βρίσκεται ένα παιδί, η «μη κατάκριση» δεν μπορεί να μετατραπεί σε άλλοθι αδράνειας.

Ο ενήλικος έχει φωνή.

Έχει κοινωνική θέση.

Έχει τρόπους να υπερασπιστεί τον εαυτό του.

Κι αν είναι μάλιστα πρόσωπο κύρους ή πνευματικής εξουσίας, διαθέτει ακόμη περισσότερα μέσα.

Το παιδί συχνά δεν έχει τίποτε από αυτά.

Γι’ αυτό και η ευθύνη της κοινότητας γίνεται μεγαλύτερη.

Στο Γενέσιο της Θεοτόκου η Εκκλησία γιορτάζει μια ζωή που μόλις αρχίζει.

Και ίσως η σημερινή γιορτή μάς θυμίζει κάτι πολύ απλό, που οι μεγάλοι και οι θεσμοί καμιά φορά ξεχνούμε: κάθε παιδί που έρχεται στη ζωή είναι μια εμπιστοσύνη.

Δεν μας ανήκει.

Δεν υπάρχει για να προστατεύει τις βεβαιότητες, τις υπολήψεις και τις ισορροπίες των μεγάλων.

Εμείς οι μεγάλοι υπάρχουμε για να του εξασφαλίσουμε χώρο να μεγαλώσει χωρίς φόβο.

Και όταν ο Χριστός πήρε ένα παιδί και το έστησε «ἐν μέσῳ αὐτῶν», ίσως μας άφησε ένα κριτήριο πολύ πιο αυστηρό απ’ όσο θα θέλαμε: Όταν δεν ξέρουμε ποιον πρέπει να προστατεύσουμε πρώτα, ας κοιτάξουμε ποιον Εκείνος έβαλε στο κέντρο.

Συχνά όμως, συμβαίνει τούτο το παράξενο: για εκείνον που σκανδαλίζει τον μικρό ο Χριστός μιλά για μυλόπετρα· εμείς, όμως, συχνά φοβόμαστε περισσότερο μήπως «κατακρίνουμε» τον μεγάλο.

Ιωσήφ Βιβιλάκης 

Εικόνα: Γιώργος Κόρδης, Γεννέσιον της Θεοτόκου, Αυγοτέμπερα σε ξύλο, 40χ50 εκ. 2021.

Δευτέρα 7 Σεπτεμβρίου 2026

Μια γιορτή ελπίδας...

Η γιορτή της Γέννησης της Θεοτόκου. Μια γιορτή ελπίδας. Η Γέννηση της Παναγίας είναι αυτή που δίνει χαρά και ελπίδα στον Ιωακείμ και την Άννα. Είναι η έναρξη του σωτηριολογικού έργου του Θεού. Είναι το ξεκίνημα της σύμπραξης Θεού και ανθρώπου. Είναι η γέννηση της ελπίδας.

Και η ελπίδα είναι αυτό που χρειαζόμαστε όσο τίποτα άλλο. Ιδιαίτερα αυτόν τον καιρό που φαίνεται πως η μαυρίλα του πολέμου και του μίσους εξαπλώνεται όλο και περισσότερο στον κόσμο.

Όμως δε φτάνει μόνο η ελπίδα. Η ελπίδα πρέπει να μετουσιωθεί στη σύμπραξη Θεού και ανθρώπου. Όπως η Γέννηση της Θεοτόκου τελικά έφτασε στον Ευαγγελισμό.

Δε φτάνει να ελπίζουμε μόνο πως το φως θα κερδίσει το σκοτάδι. Πρέπει εμείς να γίνουμε οι φορείς του φωτός αυτού. Δε φτάνει να περιμένουμε η ειρήνη να επικρατήσει του πολέμου αλλά εμείς θα πρέπει να ζητήσουμε και να φέρουμε αυτή την ειρήνη. Δε φτάνει να προσευχόμαστε να γίνει το θέλημα του Θεού στη γη όπως στον ουρανό αλλά πρέπει να κάνουμε το θέλημά Του, θέλημά μας.

Όπως και να 'χει, σε σκοτεινές εποχές οι χριστιανοί δε χάνουν την ελπίδα τους. Αντιθέτως, βρίσκουν δύναμη από τον Χριστό, από την Παναγία, από τους αγίους και τις αγίες. Και οδηγούνται από το παράδειγμά τους, ώστε να γίνουν και πάλι το αλάτι της γης...

παπα - Κώστας Λαγός 

Η Μαρία δεν είναι ακόμη Θεοτόκος...

Η γέννηση της Θεοτόκου τοποθετεί μέσα στην Ιστορία κάτι που η Ιστορία δεν είναι ακόμη σε θέση να αναγνωρίσει. Δεν έχει προηγηθεί ο Ευαγγελισμός, δεν έχει ακουστεί το «γένοιτό μοι», ο Λόγος δεν έχει προσλάβει σάρκα και ο θάνατος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως το αδιαπραγμάτευτο τέλος κάθε ανθρώπινης ζωής.

Κι όμως η λειτουργική γλώσσα μιλά ήδη για χαρά ολόκληρης της οικουμένης και συνδέει τη γέννηση ενός παιδιού με την κατάργηση της κατάρας και του θανάτου.

Το παράδοξο δεν είναι ποιητική υπερβολή.

Φανερώνει έναν διαφορετικό τρόπο κατανοήσεως του χρόνου, όπου ένα γεγονός δεν σημαίνει μόνο αυτό που είναι τη στιγμή κατά την οποία συμβαίνει, αλλά και αυτό που καθίσταται δυνατό εξαιτίας του.

Η Μαρία δεν είναι ακόμη Θεοτόκος κατά την ιστορική πραγματοποίηση της θεομητορίας της, αλλά έχει ήδη εισέλθει στον κόσμο εκείνη από την οποία ο Υιός του Θεού θα λάβει ό,τι δεν είχε προαιωνίως: ανθρώπινη σάρκα, ανθρώπινη καταγωγή, ανθρώπινο χρόνο. Γι’ αυτό η παράδοση μπορούσε να ονομάσει τη γέννησή της «ἀρχὴ τῆς ἡμῶν σωτηρίας».

Αυτή η «αρχή» χρειάζεται να διαβαστεί με ακρίβεια. Η Μαρία δεν αποτελεί αυτοτελή σωτηριολογική αρχή δίπλα στον Χριστό, αλλά το πρόσωπο στο οποίο η ανθρωπότητα αρχίζει να προσλαμβάνει τη συγκεκριμένη ιστορική μορφή της προσφοράς της στον ερχόμενο Θεό. Η Ενανθρώπηση δεν είναι μεταμφίεση του Λόγου σε άνθρωπο ούτε προσωρινή επίσκεψη της θεότητας μέσα στην ύλη. Ο Χριστός προσλαμβάνει αληθινή ανθρώπινη φύση επειδή γεννιέται από αληθινή γυναίκα, και αυτή η γυναίκα έχει προηγουμένως γεννηθεί από άλλους ανθρώπους. Έχει γονείς, καταγωγή, σώμα και ιστορία. Η μαριολογία συναντά εδώ τον βαθύτερο πυρήνα της χριστολογίας: η Θεοτόκος βεβαιώνει με την ίδια τη σωματική της ύπαρξη ότι ο Θεός δεν έσωσε τον άνθρωπο παραμένοντας απέναντί του. Μπήκε στη γενεαλογία του.

Η επιμονή στη γενεαλογία προστατεύει συγχρόνως το μυστήριο από μια εύκολη εξιδανίκευση της Μαρίας. Η παλαιά παράδοση γνωρίζει τη γέννησή της ως υπέρβαση της στειρότητας του Ιωακείμ και της Άννας, αλλά δεν μετατρέπει αυτή την υπέρβαση σε κατάργηση της ανθρώπινης φύσεως. Η σύλληψή της περιγράφεται ως καρπός πραγματικής συζυγικής σχέσεως μετά τη λύση της ατεκνίας.

Η λεπτομέρεια είναι θεολογικά αποφασιστική, επειδή απομακρύνει κάθε ανάγκη να προστατευθεί η αγιότητα με την απομάκρυνση από το ανθρώπινο. Η χάρη δεν χρειάζεται μια λιγότερο ανθρώπινη Μαρία για να προετοιμάσει την Ενανθρώπηση. Χρειάζεται ακριβώς την ανθρώπινη φύση στην αλήθεια της, επειδή αυτήν πρόκειται να προσλάβει ο Λόγος και αυτήν, όχι κάποια εξαγνισμένη εναλλακτική εκδοχή της, πρόκειται να θεραπεύσει.

Η στειρότητα αποκτά έτσι μεγαλύτερο βάθος από τη δραματική λύση μιας οικογενειακής δυστυχίας. Στη βιβλική γλώσσα, από τη Σάρρα και την Άννα έως την Ελισάβετ, η κλειστή μήτρα δηλώνει το σημείο όπου η ανθρώπινη δυνατότητα συναντά το όριό της και ακριβώς εκεί ανακαλύπτει ότι το όριο δεν έχει τον τελευταίο λόγο. Δεν πρόκειται για περιφρόνηση της φύσεως αλλά για απελευθέρωσή της από την απαίτηση να είναι αυτάρκης. Η γέννηση της Μαρίας από τη στείρα Άννα μεταφέρει αυτή την παλαιά βιβλική γραμματική στο κατώφλι της Καινής Διαθήκης: εκεί όπου δεν αναμένεται πλέον καρπός, αρχίζει να σχηματίζεται η ιστορία από την οποία θα προέλθει «ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας» της Παρθένου. Γι’ αυτό και το Κοντάκιο της εορτής τοποθετεί στην ίδια πρόταση τον Ιωακείμ και την Άννα με τον Αδάμ και την Εύα: η ατεκνία των πρώτων και η φθορά των δεύτερων δεν είναι δύο άσχετες δυστυχίες αλλά δύο διαφορετικές μορφές ενός κόσμου που δεν μπορεί να παραγάγει μόνος του τη σωτηρία του.

Από εδώ αποκτά το πραγματικό της περιεχόμενο και η αρχαία αντιστοιχία Εύας και Μαρίας. Αν περιοριστεί στην αντίθεση ανυπακοής και υπακοής, κινδυνεύει να γίνει ένα σχήμα ηθικής παραδειγματολογίας, σχεδόν μια σύγκριση ανάμεσα σε μια κακή και μια καλή γυναίκα. Η πατερική σκέψη ζητά πολύ περισσότερα. Στην Εύα η ανθρώπινη ελευθερία δοκιμάζει την αυτάρκεια και ανακαλύπτει τη φθορά, ενώ στη Μαρία η ίδια ανθρώπινη ελευθερία θα μπορέσει να δεχθεί τον Άλλον χωρίς να συντριβεί από την παρουσία Του. Η νέα Εύα δεν αναιρεί την πρώτη σαν να διαγράφεται μια αποτυχημένη αρχή. Φανερώνει ότι η πτώση, όσο πραγματική και αν είναι, δεν εξαντλεί την αλήθεια της ανθρώπινης φύσεως. Η γέννηση της Μαρίας μπορεί γι’ αυτό να νοηθεί ως απαρχή της ανακαινίσεως της «παλαιωθείσης φύσεως», η οποία θα πραγματοποιηθεί εν Χριστώ.

Η κορύφωση αυτής της πορείας δεν βρίσκεται στη βιολογία της Μαρίας αλλά στην ελευθερία της. Μεταξύ της 8ης Σεπτεμβρίου και του Ευαγγελισμού παρεμβάλλεται μια απόσταση που δεν επιτρέπεται θεολογικά να εξαφανιστεί. Το παιδί που γεννιέται δεν είναι ένα προκατασκευασμένο όργανο της θείας βουλήσεως, προορισμένο να εκτελέσει αναγκαστικά έναν ρόλο. Αν ήταν έτσι, το «γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» δεν θα είχε πραγματικό περιεχόμενο. Η θεία Οικονομία φθάνει μέχρι την προετοιμασία της δυνατότητας, αλλά δεν μετατρέπει τη δυνατότητα σε καταναγκασμό. Ο Ευαγγελισμός θα απαιτήσει τη συγκατάθεση εκείνης που σήμερα γεννιέται. Και εδώ αποκαλύπτεται μια εξαιρετικά απαιτητική έννοια της θείας παντοδυναμίας: ο Θεός μπορεί να δημιουργήσει τον άνθρωπο χωρίς τον άνθρωπο, αλλά δεν θέλει να πραγματοποιήσει την κοινωνία μαζί του χωρίς την ελευθερία του.

Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το σώμα από το οποίο ο Χριστός λαμβάνει σώμα. Προσφέρει στον Λόγο μια ανθρώπινη φύση ήδη σημαδεμένη από την προσωπική συγκατάθεση. Η σάρκωση δεν πραγματοποιείται πάνω στον άνθρωπο αλλά μαζί με τον άνθρωπο. Το «γένοιτό μοι» δεν προκαλεί ασφαλώς την ενανθρώπηση ως ανθρώπινη αιτία, αλλά φανερώνει τον τρόπο της θείας Οικονομίας: η χάρη δεν καταργεί εκείνον που σώζει. Τον καθιστά συνεργό χωρίς να παύει να παραμένει χάρη. Έτσι η Θεοτόκος γίνεται το κατεξοχήν ανθρώπινο πρόσωπο όχι επειδή αποκτά μια δεύτερη, σχεδόν υπεράνθρωπη φύση, αλλά επειδή στο πρόσωπό της η ελευθερία παύει να νοείται ως αυτάρκεια και γίνεται δυνατότητα κοινωνίας.

Στο σημείο αυτό οι μαριακές εικόνες της πατερικής και υμνογραφικής γλώσσας παύουν να είναι διακοσμητικές. «Κλίμαξ», «πύλη», «γέφυρα»: και οι τρεις λέξεις δηλώνουν σχέση, διάβαση, μετάβαση. Η παράδοση της εορτής μπορεί να μιλήσει για «κλίμακα ουρανομήκη» και «έμψυχη γέφυρα», ακριβώς επειδή η Θεοτόκος δεν αποτελεί το τέρμα της κινήσεως αλλά τον ανθρώπινο τόπο όπου η απόσταση κτιστού και Ακτίστου παύει να σημαίνει ακοινωνησία. Δεν θεοποιείται η ανθρώπινη φύση μεταβαλλόμενη σε θεία φύση. Ούτε η θεία φύση υποβιβάζεται σε ανθρώπινη. Στον Υιό που θα γεννηθεί από τη Μαρία, το κτιστό και το Άκτιστο θα συναντηθούν χωρίς σύγχυση και χωρίς διαίρεση. Η μεγάλη μαριακή γλώσσα της Εκκλησίας είναι γι’ αυτό στην ουσία της χριστολογική: υψώνει τη Μητέρα επειδή θέλει να ομολογήσει χωρίς έκπτωση την πραγματικότητα του Υιού.

Το Γενέσιο αποκαλύπτει συγχρόνως κάτι που συχνά χάνεται όταν η αγιότητα παρουσιάζεται αποκλειστικά ως ηθική τελειότητα.

Η Θεοτόκος δεν φανερώνει πόσο λίγο ανθρώπινος πρέπει να γίνει κάποιος για να πλησιάσει τον Θεό, αλλά πόσο βαθιά μπορεί να πραγματοποιηθεί το ανθρώπινο όταν δέχεται τη χάρη. Η θέωση δεν είναι έξοδος από την ανθρωπότητα. Αν ήταν, η Ενανθρώπηση θα αποτελούσε το παράδοξο ενός Θεού που προσλαμβάνει κάτι το οποίο τελικά πρέπει να εγκαταλειφθεί. Η σωτηρία όμως κινείται προς την αντίθετη κατεύθυνση: ο Λόγος προσλαμβάνει την ανθρώπινη φύση για να την οδηγήσει στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό. Η προσφορά της Μαρίας συνδέεται ακριβώς με αυτή τη δυνατότητα της φύσεως να αγιαστεί από τη χάρη χωρίς να παύσει να είναι ανθρώπινη.

Έχει επομένως ιδιαίτερη θεολογική πυκνότητα το γεγονός ότι ο λειτουργικός χρόνος ανοίγει σχεδόν αμέσως με μια γέννηση. Η 1η Σεπτεμβρίου εγκαινιάζει τον εκκλησιαστικό ενιαυτό και στις 8 Σεπτεμβρίου η πρώτη μεγάλη εορτή του κύκλου δεν παρουσιάζει ακόμη τον Χριστό να διδάσκει, να θαυματουργεί ή να νικά τον θάνατο. Παρουσιάζει ένα παιδί για το οποίο κανείς μέσα στην κοινή ιστορία δεν θα μπορούσε ακόμη να γνωρίζει τι σημαίνει η ύπαρξή του. Η παλαιά θεολογική παράδοση παρατήρησε μάλιστα ότι η γέννηση της Θεοτόκου βρίσκεται στον πρώτο μήνα του εκκλησιαστικού έτους, ενώ η Κοίμησή της στον τελευταίο, ώστε ολόκληρος ο ενιαυτός να περιλαμβάνεται συμβολικά ανάμεσα στην είσοδο και την έξοδό της από την ιστορία.

Ο χρόνος ανάμεσά τους γίνεται ο τόπος όπου θα σαρκωθεί ο Άχρονος.

Το απολυτίκιο της εορτής διαθέτει μια θεολογική ακρίβεια που εύκολα χάνεται μέσα στην οικειότητα της επαναλήψεώς του. Δεν λέει απλώς ότι η γέννηση της Θεοτόκου προκάλεσε χαρά. Λέει ότι «χαρὰν ἐμήνυσε». Η γέννηση είναι μήνυμα, επειδή το πλήρες περιεχόμενό της βρίσκεται ακόμη μπροστά της: «ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν». Η Εκκλησία κοιτάζει το βρέφος και βλέπει ήδη προς τον Χριστό, κοιτάζει την αρχή και την ερμηνεύει από το τέλος, κοιτάζει μια ανθρώπινη γέννηση και αναγνωρίζει ότι η σωτηρία έχει αρχίσει να αποκτά ανθρώπινη ιστορία.

Το μεγάλο γεγονός της 8ης Σεπτεμβρίου δεν είναι ότι ο Θεός εμφανίστηκε ακόμη στον κόσμο.

Είναι κάτι λεπτότερο και, από μια άποψη, συγκλονιστικότερο:

μέσα στον κόσμο γεννήθηκε εκείνη η ανθρώπινη ελευθερία που θα Του επιτρέψει να έρθει χωρίς να παραβιάσει τον άνθρωπο.

Το Γενέσιον της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου και Αειπαρθένου Μαρίας

Ταύτης της Κυρίας ημών Θεοτόκου, ο μεν πατήρ Ιωακείμ είχε το γένος από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ· και επειδή παιδίον δεν εγέννα, αλλά ωνειδίζετο δια τούτο, τούτου χάριν δεν έπαυεν από το να προσφέρη εις τον Θεόν διπλά τα δώρα του, ως πλούσιος ων και φιλόθεος. Η δε μήτηρ αυτής Άννα, και αυτή παρομοίως εκατάγετο από το βασιλικόν γένος του Δαβίδ· όθεν ήτον και κατά το σώμα και κατά την ψυχήν ευγενεστάτη από όλας.

Επειδή λοιπόν και οι δύω ελυπούντο δια το όνειδος της απαιδίας, ο μεν Ιωακείμ, επήγεν εις το όρος· η δε Άννα, εμβήκεν εις το περιβόλιον. Και οι δύω ομού επαρακάλουν με δάκρυα τον Θεόν, δια να χαρίση εις αυτούς καρπόν κοιλίας. Δια τούτο και έτυχον του ποθουμένου, και εγέννησαν την Θεοτόκον Μαρίαν, την πάντων των Αγίων αγιωτέραν. Και ούτως απόκτησαν μίαν καλλιτεκνίαν ασύγκριτον και εξοχωτάτην, ήτις υπερείχεν όλας τας καλλιτεκνίας των ανθρώπων. Και μακάριοι όντες καθ’ εαυτούς δια την ενάρετον και θεοφιλή αυτών γνώμην, πολλώ μάλλον μακαριώτεροι έγιναν, δια την ασύγκριτον χάριν και θείαν τεκνογονίαν, οπού ηξιώθησαν. Επειδή από την εδικήν τους θυγατέρα, ήτοι την αειπάρθενον Μαριάμ, κατεδέχθη να γεννηθή ο Υιός του Θεού.

Με ποίον δε τρόπον η Άννα εκατάγετο από την βασιλικήν φυλήν του Δαβίδ, τώρα θέλει το φανερώσει ο λόγος με συντομίαν. Εικοστός τρίτος από το γένος του Δαβίδ ευρίσκεται ο Ματθάν, (ή ακριβέστερον ειπείν εικοστός έβδομος, κατά την γενεαλογίαν του Ευαγγελιστού Ματθαίου). Ούτος λοιπόν λαβών γυναίκα Μαρίαν την εκ της φυλής του Ιούδα καταγομένην, εγέννησεν υιόν τον Ιακώβ, τον πατέρα Ιωσήφ του Μνήστορος, και τρεις θυγατέρας, Μαρίαν, Σοβήν, και Άνναν. Και η μεν Μαρία, γεννά Σαλώμην την μαίαν· η δε Σοβή, γεννά την Ελισάβετ· η δε Άννα, γεννά την Θεοτόκον. Ώστε οπού η Σαλώμη, η Ελισάβετ, και η Θεοτόκος είναι, έγγοναι μεν του Ματθάν, και Μαρίας της γυναικός αυτού, πρώται δε εξάδελφαι αναμεταξύ των.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Σάββατο 5 Σεπτεμβρίου 2026

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα...

Χωρίς το Άγιο Πνεύμα, μπορεί κανείς να θρησκεύεται, αλλά δεν μπορεί να είναι απόστολος του Χριστού. Είναι δυνατό να έχει κανείς μια χρηστική ή ακόμη και καταχρηστική σχέση με τον Αναστημένο Ιησού, δηλαδή να θρησκεύεται χριστιανικά, αλλά δεν μπορεί να έχει τη δύναμη να γίνει μάρτυρας του Χριστού και της Αναστάσεώς Του εως εσχάτου της γής...

π. Αντώνιος Ρωμαίος

Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2026

Επέστη ο καιρός να παλαίψουμε για την ουσία...

Ως Εκκλησία χάσαμε το μέτρο και παραβιάσαμε τα όρια, υποκύψαμε στις εγωιστικές μας φαντασιώσεις. Ταυτίσαμε την επισκοποκεντρικότητα και την ιερωσύνη με την ασυδοσία. Υποκύψαμε στην αναξιοκρατία μη λογοδοτώντας σε κανέναν. Αναγορεύσαμε σε ισόβια μισθοδοτούμενους κληρικούς πρόσωπα παντελώς ακατάλληλα και για απλή κοινωνική σχέση.

Νομίσαμε ότι για πάντα θα ζούμε στον προστατευτικό ίσκιο της «κολοκύνθης» του κρατισμού. Απομυζήσαμε το νομισματοκοπείο της συνήθειας και της δεισιδαιμονίας του λαού. Ζήσαμε από τα «έτοιμα», από τις φαντασιώσεις του ένδοξου παρελθόντος. Κομίσαμε πολύ συχνά ψεύδος στον λόγο μας και ακόμη το ανασύρουμε με εκπληκτική ευκολία. Υποτιμήσαμε τη νοημοσύνη των ανθρώπων κατά το κήρυγμα.

Απολυτοποιήσαμε τα επουσιώδη και παροδικά της παράδοσης λησμονώντας τα ουσιώδη και μόνιμα. Όταν μάς κατηγορούν, αμυνόμαστε περιτυλιγμένοι στο ναρκισσιστικό μας κέλυφος. Εν ολίγοις, φτιάξαμε έναν οργανισμό που υπάρχει περισσότερο για τον εαυτό του και λιγώτερο για τους ανθρώπους. Σε πολλές εκδηλώσεις μας ζούμε ήδη μια Εκκλησία χωρίς Χριστό!

[...] Ενεργούμε ακόμη με αντανακλαστικά τουρκοκρατίας, όταν οι άνθρωποι ήταν αγράμματοι. Αλλά σήμερα η μόρφωση έχει γενικευθή εκπληκτικά, και στο κυριακάτικο εκκλησίασμα, ή ακόμη περισσότερο σ' ένα γάμο ή σε μια βάπτιση, παρευρίσκονται αρκετά μάστερ και διδακτορικά. Αλλά και πέρα από τη μόρφωση, υπάρχει και η καλλιέργεια. Ακόμη και άνθρωποι χωρίς πολλά τυπικά προσόντα διαβάζουν λογοτεχνία ή βλέπουν θέατρο και κινηματογράφο. Οι ευαισθησίες έχουν λεπτυνθή, κυρίως αυτές που αναφέρονται στην αυτογνωσία, στα συναισθήματα, στο αισθητικό κριτήριο.

Σε καιρούς δύσκολους, όπως ο τωρινός, αναδεικνύεται ακόμη εντονώτερη η χρόνια αντίφαση της Εκκλησίας μας, η οποία επιθυμεί μεν σφοδρά να ασκεί επιρροή σε ολόκληρο το κοινωνικό σώμα (και στην πολιτική του εκπροσώπηση), αδυνατεί δε ή δεν προθυμοποιείται να εργαστή σε ανάλογο βαθμό για την διαμόρφωση αυτής της επιρροής. Έτσι εμφανίζεται να ζητά την εν λόγῳ επιρροή πρωτίστως μέσω των θεσμικών παραμέτρων. «Και την πίττα σωστή και τον σκύλο χορτάτο».

Θέλει τα θρησκευτικά σύμβολα απείραχτα, αλλά δεν αντιλαμβάνεται πως εμείς οι ίδιοι γινόμαστε σύμβολα ευμάρειας. Ζήτησε και επέτυχε να γίνει ο εκκλησιαστικός γάμος ισόκυρος του πολιτικού, αλλά αδυνατεί να εμπνεύσει στους άγαμους κληρικούς της να τιμήσουν την βιοτή τους σαν «γάμο». Απαιτεί την κρατική μισθοδοσία των κληρικών, αλλά δεν πείθει ότι σέβεται το χρήμα του λαού όταν επιλέγει κληρικούς. Είναι φανερό, όμως, ότι τέτοιες θεμελιακές αντιφάσεις δεν γίνονται πλέον ανεκτές από την κοινωνία.

Με άλλα λόγια, έχω τη γνώμη ότι επέστη ο καιρός να παλαίψουμε για την ουσία και όχι για το νομικό κέλυφος. Να φτιάξουμε πιστούς αληθινούς που θα απαρτίζουν εκκλησιαστική κοινότητα και όχι μέλη μιας ιδεολογικής παράταξης οι οποίοι κατεβαίνουν στους δρόμους όταν μια άλλη ιδεολογική παράταξη τους απειλήσει. Να διαμορφώσουμε κληρικούς που γνωρίζουν πράγματι πώς να ποιμάνουν και όχι υπαλλήλους που εξυπηρετούν ανώνυμες θρησκευτικές ανάγκες και φολκλορικές «παραδόσεις». Διότι ο αποτελεσματικώτερος τρόπος να καταπολεμάς το σκοτάδι είναι να ανάβεις περισσότερο φως και ο άριστος τρόπος να αμύνεσαι απέναντι στην αρρώστια είναι να ενισχύεις την υγεία του οργανισμού.

Εννοείται ότι σε όλα τα παραπάνω θα υπάρξουν μεγάλες αντιστάσεις. Οποιαδήποτε ανανεωτική κίνηση στη σημερινή Εκκλησία προσκρούει είτε σε συντεχνίες συμφερόντων είτε σε συντεχνίες ιδεών. Ο λόγος της συντεχνίας είναι αμυντικός (για να υπερασπισθή τα κεκτημένα της) και γενικευτικός (για να απαλείψει τις διαφωνίες στους κόλπους της).

Ο λόγος της εκκλησιολογίας είναι ειλικρινής (διότι έχει αποβάλει τον φόβο) και προσωπικός (για να διασώζει τις αποχρώσεις που συμβάλλουν στην καθολικότητα της Αλήθειας). Η συντεχνία είναι στάση ζωής, άλλοτε αντανακλαστικό αυτοάμυνας της φύσης και άλλοτε «εκ του άρχοντος του κόσμου τούτου». Η εκκλησιολογία «τάξιν ἐπουρανίων ἐπέχει πραγμάτων», επειδή διαθέτει τη διαφάνεια της αγάπης και της ελευθερίας. Μεταξύ τους υφίσταται χάος, εκείνο ακριβώς που ο ενανθρωπήσας Λόγος ήλθε να γεφυρώσει.

-------------------▪︎-------------▪︎---------------▪︎------

π. Βασίλειος Θερμός 

Χαρά...