Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Όταν η Εκκλησία μιλά για Ανάσταση...

Το Πάσχα δεν είναι μια ευγενική ανταλλαγή ευχών, ούτε μια εθιμική ανάπαυλα μέσα στην εξάντληση των ίδιων παθολογιών που επιστρέφουν κάθε φορά με άλλο προσωπείο και με την ίδια βία.

Η Ανάσταση δεν έρχεται για να ευλογήσει τη συνήθεια της συναισθηματικής κακοποίησης, ούτε για να χρυσώσει με λίγη θρησκευτική συγκίνηση τις καθημερινές μας μορφές μικρού ή μεγάλου βασανισμού. Γι’ αυτό και η φετινή ευχή οφείλει να είναι σκληρότερη από τη συμβατική τρυφερότητα, ακριβώς επειδή είναι αληθινή: σταματήστε να τυραννάτε τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα σας με τα αθεράπευτα ναρκισσιστικά σας αιτήματα, με την αδηφάγο ανάγκη να σας υπηρετούν, να σας εξηγούν αδιαλείπτως την αγάπη τους, να πληρώνουν εκείνοι το κόστος των εσωτερικών σας ρηγμάτων, των συμπλεγμάτων, των ματαιώσεων, των ανεπεξέργαστων τραυμάτων σας.

Δεν είναι αγάπη η κατοχή, δεν είναι εγγύτητα η απομύζηση, δεν είναι σχέση η αδιάκοπη επιβολή ενοχής, φόβου, ψυχικού εκβιασμού. Όπου ο ένας υπάρχει μόνο για να απορροφά τις ελλείψεις του άλλου, εκεί δεν έχουμε ούτε κοινωνία ούτε οικειότητα, αλλά μια σκοτεινή οικονομία χρήσης του προσώπου. Και αυτό είναι το βαθύτερα αντίθετο προς το αναστάσιμο ήθος, γιατί η Ανάσταση του Χριστού δεν συνιστά θρίαμβο της εξουσίας επί του αδύναμου, αλλά συντριβή του καθεστώτος εκείνου που τρέφεται από τον φόβο, την εξάρτηση και την καθήλωση.

Αναστάσιμος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που μιλά περισσότερο για το φως, αλλά εκείνος που παύει να γίνεται σκοτάδι για τους άλλους.

Αναστάσιμη ζωή δεν είναι η επιβίωση μέσα στο ίδιο άρρωστο σχήμα, αλλά η ρήξη με ό,τι ευτελίζει την ψυχή, παραμορφώνει το σώμα, ακυρώνει τη χαρά, εξαντλεί την υπομονή, μεταβάλλει τον άνθρωπο σε δοχείο της ξένης αταξίας.

Γι’ αυτό εύχομαι αυτό το Πάσχα να γίνει για όλους μια αμείλικτη αλλά σωτήρια αποκάλυψη: να μάθουμε ότι η ευγένεια χωρίς αλήθεια γίνεται συνενοχή, ότι η ανοχή χωρίς διάκριση γίνεται αυτοεγκατάλειψη, ότι η αγάπη χωρίς όριο εκπίπτει συχνά σε πένθος πριν ακόμη επέλθει η απώλεια.

Και μαζί με αυτή την ευχή έρχεται και η άλλη, η εξίσου αναγκαία και ίσως δυσκολότερη: όσοι αναγνωρίζετε δίπλα σας τέτοιες καταστάσεις, φύγετε. Φύγετε χωρίς ενοχή, χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η δική σας αντοχή θα μεταμορφώσει αναγκαστικά τον άλλον, χωρίς τη θρησκευτικοφανή αυταπάτη ότι η παραμονή μέσα στην ψυχική συντριβή είναι πάντοτε σταυρική αρετή.

Δεν είναι κάθε παραμονή μαρτύριο με σωτηριολογικό περιεχόμενο. Πολλές φορές είναι απλώς παράδοση του εαυτού σε έναν αργό αφανισμό.

Υπάρχει ένα σημείο όπου η παρατεταμένη υπομονή παύει να είναι αρετή και γίνεται συνεκφορά θανάτου.

Υπάρχει μια ώρα όπου το να βάλεις όριο δεν είναι εγωισμός, αλλά ύστατη πράξη ευθύνης προς το πρόσωπο που σου εμπιστεύθηκε ο Θεός, δηλαδή προς τον ίδιο σου τον εαυτό.

Το όριο είναι βαθιά πνευματική πράξη, γιατί δηλώνει ότι ο θάνατος δεν θα είναι το πρώτο αληθινό σύνορο της ζωής μας.

Το όριο οφείλει να προηγηθεί του νεκρού σημείου.

Να μη φθάνει ο άνθρωπος να καταρρεύσει για να νομιμοποιήσει την έξοδό του.

Να μη χρειάζεται να σαπίσει εσωτερικά για να του επιτραπεί να φύγει.

Να μη θεωρείται αγάπη η διαρκής διαθεσιμότητα προς εκείνον που σε θρυμματίζει.

Αυτή είναι, σε μια πολύ ουσιαστική έννοια, η Ανάσταση: η έξοδος από τον τάφο πριν ο τάφος αποκτήσει μέσα μας μόνιμη κατοικία.

Η άρνηση να παραμείνουμε εκεί όπου η ψυχή ασφυκτιά, όπου η φωνή μικραίνει, όπου το σώμα νοσεί από τη βία που δεν ονομάστηκε ποτέ βία επειδή φορούσε το προσωπείο του έρωτα, της οικογένειας, της φιλίας, της εξουσίας ή ακόμη και της δήθεν φροντίδας.

Εύχομαι, λοιπόν, αυτό το Πάσχα να φέρει σε όλους όχι απλώς συγκίνηση, αλλά διάκριση, όχι απλώς ανακουφιστικό λόγο, αλλά απόφαση, όχι απλώς την ανάμνηση ενός κενού μνήματος, αλλά το θάρρος μιας πραγματικής εξόδου.

Να αγαπάτε αληθινά, αλλά να φεύγετε από όπου η αγάπη έχει μετατραπεί σε μηχανισμό φθοράς.

Να συγχωρείτε, αλλά να μην επιστρέφετε αδιακρίτως εκεί όπου το κακό ανακυκλώνεται ως οικειότητα.

Να βάζετε όριο παντού, ώστε το μόνο όριο να μην είναι ο θάνατος. Και αυτή ακριβώς ας είναι η πιο ακριβής, η πιο δύσκολη, η πιο αναστάσιμη ευχή.

Και κάτι ακόμη, ουσιώδες, αδιαπραγμάτευτο, το οποίο λησμονούμε όλο και συχνότερα μέσα στην ευκολία των συναισθηματικών μεταφορών: όταν η Εκκλησία μιλά για Ανάσταση, δεν μιλά μόνο για μια ψυχική ανάταση, για μια ηθική επανεκκίνηση, για μια ποιητική εικόνα εσωτερικής αναδημιουργίας, όσο αληθινά και αν είναι και αυτά σε ένα δεύτερο επίπεδο.

Μιλά πρωτίστως και αμετακίνητα για την Ανάσταση των νεκρών.

Μιλά για το σώμα που δεν εγκαταλείπεται αιωνίως στη φθορά, για το πρόσωπο που δεν καταπίνεται οριστικά από τη γη, για την ύλη του ανθρώπου που δεν θεωρείται από τον Θεό ένα προσωρινό περίβλημα προς απόρριψη, αλλά τόπος κλήσεως, σχέσεως και αιωνίου προορισμού.

Γι’ αυτό και η αναστάσιμη πίστη είναι τόσο φοβερή και τόσο παρηγορητική μαζί: δεν υπόσχεται απλώς ότι θα αισθανθούμε καλύτερα, αλλά ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο πάνω σε εκείνους που αγαπήσαμε, πάνω σε εκείνους που θάψαμε, πάνω σε εκείνους που κλάψαμε, πάνω στο δικό μας σώμα που γερνά, νοσεί, ταπεινώνεται και κάποτε θα πέσει στη γη.

Η Ανάσταση νεκρών είναι το μέγα σκάνδαλο της χριστιανικής πίστεως και μαζί η μόνη απάντηση που δεν εξευτελίζει το ανθρώπινο πένθος σε ψυχολογική διαχείριση.

Γιατί αν δεν ανασταίνονται οι νεκροί, τότε και η αγάπη μένει μετέωρη, η μνήμη γίνεται απλώς επιμήκυνση της απουσίας και το Πάσχα καταντά υψηλή συγκίνηση χωρίς οντολογικό αντίκρισμα. Ενώ τώρα, ακριβώς επειδή προσδοκούμε «ἀνάστασιν νεκρῶν», κάθε αληθινή αναστάσιμη ευχή οφείλει να κουβαλά μέσα της και αυτή τη φοβερή ελπίδα: ότι κανείς από όσους ετάφησαν εν Κυρίω δεν χάθηκε στο τίποτε, ότι κανένα αγαπημένο σώμα δεν παραδόθηκε οριστικά στην ανυπαρξία, ότι το τελευταίο όριο δεν είναι ο τάφος, αλλά ο Θεός που θα καλέσει και πάλι τα πάντα στην αφθαρσία της ζωής.

Χριστός ανέστη!

Αληθώς ανέστη!

Μάνος Λαμπράκης

Τους ανέστησε στην υπόστασή Του...

Όπου δεν τους σήκωσε απλώς από το βαθύ σκοτάδι του Θανάτου, αλλά τους ανέστησε στην υπόστασή Του, τους αγκάλιασε, τους πήρε στον κόρφο του, τους εγκολπώθηκε η ίδια η Ζωή για να είναι σε κοινωνία αγάπης με όλα.

Κι ο Κόσμος ο μικρός, ο μέγας, ο λειψός, ολόκληρος είδε φως αληθινό και πήρε χαρά καλή όπου Χριστός ανέστη εκ νεκρών και έδωσε στην ανθρωπότητα την Ανάσταση και τρόπο και δρόμο να ζει κι όχι απλώς συνταγή να αποφεύγει το θάνατο...

Γιώργος Κόρδης: Ανάσταση, Ψηφιακή ζωγραφική, 2022.

Επικράνθη!

Η Καθημερινή, 11–12 Απριλίου 2026 (Κυριακή του Πάσχα)

Στην ιστορία των θρησκειών μαρτυρούνται αμέτρητες περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν προσωπική, μυστική εμπειρία στη σχέση τους με τον Θεό, έξω από τα όρια της λογικής, και απείρως περισσότερες έχουν μείνει αμάρτυρες. Στην ιστορία του χριστιανισμού ισχυρότερη είναι η αφετηριακή του αποστόλου Παύλου, που ανηρπάγη έως τρίτου ουρανού, άγνωστο και στον ίδιο αν εν σώματι ή εκτός σώματος (2Κορ 12: 2-4). Η Σιμόν Βέιλ, στον εικοστό αιώνα, βεβαίωνε ότι μια μέρα, απαγγέλοντας το ποίημα «Love» του Τζωρτζ Χέρμπερτ, «ο ίδιος ο Χριστός κατέβηκε και με πήρε». Ενώ δεν έχω καμία δυσκολία να τα πιστέψω όλα αυτά ή, σε κάθε περίπτωση, να αναγνωρίσω ότι ανήκουν στη σφαίρα του δυνατού, θα προσθέσω ότι η χριστιανική παράδοση στέκεται πολύ επιφυλακτική έως αρνητική απέναντι σε τέτοια φαινόμενα (οράματα, οπτασίες και τα συναφή), και τα θεωρεί κατά κανόνα παγίδες του Πονηρού. Όταν ρώτησαν κάποτε έναν σπουδαίο αββά της ερήμου τι είναι μοναχός, εκείνος, αντί οποιασδήποτε υψιπετούς απαντήσεως, είπε μονολεκτικά: κόπος (Γεροντικό, Ιωάννης Κολοβός, λζ΄). Κόπος είναι και η ζωή του χριστιανού, διαρκής κόπος, ανάμικτος όμως με πολλή χαρά. Κατεξοχήν τόπος αυτής της χαράς είναι η κοινή λατρεία του Θεού. Μη έχοντας λοιπόν ζήσει προσωπικά καμία απολύτως υπερφυσική εμπειρία, ούτε οράματα ούτε θάματα, θα μιλήσω για το μόνο που έχω γευτεί -και αυτό όχι πάντα-, τη χαρά της κοινής λατρείας, μέσα σε έναν Ορθόδοξο ναό.

     Μέρες που είναι δεν μπορώ παρά να αναφερθώ, για άλλη μια φορά, στον όρθρο και τη λειτουργία της Κυριακής του Πάσχα. Παλιά, όταν ήμουν παιδί, οι περισσότεροι, πριν καλά καλά τελειώσει η μικρή ακολουθία που τελείται στην εξέδρα, μετά τα πρώτα «Χριστός ανέστη», αφού αντάλλασσαν ασπασμούς, έτρεχαν σπίτι τους για να προλάβουν τη μαγειρίτσα ζεστή. Στην εκκλησία μέναμε λίγοι. Εδώ και κάμποσα χρόνια αυτό έχει αλλάξει, μένουμε όλο και περισσότεροι. Όταν οι θρησκείες χάνουν σε έκταση, κερδίζουν καμιά φορά σε ένταση.

     Ο αναστάσιμος κανόνας του όρθρου, αρχαίο ποίημα του Ιωάννη Δαμασκηνού -με τους ειρμούς του μάλιστα ακόμη αρχαιότερους-, είναι μια έκρηξη νικητήριας χαράς! Το ίδιο και η λειτουργία του Χρυσοστόμου, με τα ιδιαίτερα γνωρίσματα που έχει τη μέρα αυτή. Ο επινίκιος ύμνος «Χριστός ανέστη» διαλαλείται δεκάδες φορές. Η ξεχωριστή αυτή ακολουθία έχει πράγματι τη δύναμη να σε συμπαρασέρνει και να σε παίρνει μαζί της στην ελπίδα που τη διαπνέει, ότι ο Άδης δεν θα είναι ο τελικός νικητής. Θα σταθώ σε μία μόνο στιγμή της, στη συνομιλία του εκκλησιάσματος με τον ιερέα, κατά την ανάγνωση του Κατηχητικού Λόγου. Ο διάλογος αυτός γίνεται σε τρία σημεία του Λόγου. Θα μείνω στο πρώτο. Διαβάζει ο ιερέας: «Εσκύλευσε τον Άδην ο κατελθών εις τον Άδην. Επίκρανεν αυτόν, γευσάμενον της σαρκός αυτού. Και τούτο προλαβών Ησαΐας εβόησεν· Ο Άδης, φησίν, επικράνθη συναντήσας σοι κάτω», και ο λαός διακόπτει εδώ τη ροή της ανάγνωσης, βεβαιώνοντας με δυνατή φωνή: «Επικράνθη»! Αυτό το «επικράνθη» θα αντηχήσει μέσα στον ναό άλλες τέσσερεις φορές, σε καθέναν από τους επόμενους στίχους, ολοένα και πιο δυνατά: «Επικράνθη· και γαρ κατηργήθη. Επικράνθη· και γαρ ενεπαίχθη. Επικράνθη· και γαρ καθηρέθη. Επικράνθη· και γαρ εδεσμεύθη». Μου αρέσει να βλέπω και να ακούω ακόμη και τους λιγότερο εκδηλωτικούς ανθρώπους, τους συνεσταλμένους, τους ντροπαλούς, να παίρνουν θάρρος και να φωνάζουν και αυτοί με παιδική χαρά το «επικράνθη»!

     Μα ξεγελιέται ποτέ ο Άδης; Αλυσοδένεται; Μόνο ο άνθρωπος πικραίνεται, ο Άδης μένει πάντα απίκραντος. Ποιο το νόημα επομένως αυτής της συλλογικής κραυγής που τόσο με συγκινεί; Έκφραση μιας στιγμιαίας ψευδαίσθησης; Θα το έλεγα διαφορετικά: έκφραση μιας βαθιάς ελπίδας υπέρ της ζωής, της πιο θεμελιακής μορφής ελπίδας, που υπάρχει ανεπίγνωστα μέσα στον καθένα, ότι η ζωή δεν θα νικηθεί από το κακό, ότι η ζωή δεν θα χαθεί, ότι το αγαθό τελικά θα επικρατήσει! Αλλιώς πώς να συνεχίσεις να ζεις;

     Έχω εορτάσει το Πάσχα και σε άλλους τόπους, και σε μοναστήρια και στο Άγιο Όρος. Πουθενά αλλού δεν έχω νιώσει τη χαρά της κοινής λατρείας του Θεού όσο στην ενορία μου, την ενορία των παιδικών μου χρόνων, την ενορία του πατέρα μου, της αδερφής μου, της μάνας μου. Ειδικά, τούτη τη Νύχτα, οψέ των σαββάτων, τη επιφωσκούση, που είμαστε όλοι εκεί μαζί!

Σταύρος Ζουμπουλάκης 

Σάββατο 11 Απριλίου 2026

Πατριαρχική Ἀπόδειξις ἐπί τῷ Ἁγίῳ Πάσχα 2026

 † Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ – ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ

ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ EΛΕΟΣ

ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝΔΟΞΩΣ ΑΝΑΣΤΑΝΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

* * *

Τιμιώτατοι ἀδελφοί Ἱεράρχαι καί εὐλογημένα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Φθάσαντες ἐν νηστείᾳ, προσευχῇ καί κατανύξει τήν λαμπροφόρον καί πανέορ-τον ἡμέραν τοῦ Ἁγίου Πάσχα, ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν τήν κοσμοσωτήριον Ἔγερσιν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία σηματοδοτεῖ τήν περιφανῆ νίκην τῆς ζωῆς ἐπί τοῦ θανάτου, καινοποιεῖ τήν κτίσιν πᾶσαν καί διανοίγει εἰς τόν ἄνθρωπον τήν ὁδόν τῆς θεώσεως κατά χάριν. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ διασώζει τήν πασχάλιον ἐμπειρίαν εἰς τήν λειτουργικήν ζωήν, εἰς τούς ἄθλους τῶν Ἁγίων καί τῶν Μαρτύρων τῆς πίστεως, εἰς τήν ἐσχατολογικήν ὁρμήν τοῦ μοναχισμοῦ, εἰς τήν ἐξαγγελίαν τοῦ Εὐαγγελίου «ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς», εἰς τήν θεολογίαν καί τήν δοξολογικήν τέχνην, εἰς τήν καλήν μαρτυρίαν τῶν πιστῶν ἐν τῷ κόσμῳ, εἰς τόν πολιτισμόν τῆς ἀγάπης καί τῆς ἀλληλεγγύης, εἰς τήν ἀμετακίνητον βεβαιότητα ὅτι τό κακόν δέν ἔχει τόν τελευταῖον λόγον ἐν τῇ ἱστορίᾳ. 

Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου βιοῦται ὡς χριστοδώρητος ἐλευθερία, ἡ ὁποία ἐμπνέει, τροφοδοτεῖ καί ἐνισχύει τάς δημιουργικάς δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου, τόν ἀγῶνα τόν καλόν δι᾿ «ὅσα ἐστὶν ἀληθῆ, ὅσα σεμνά, ὅσα δίκαια, ὅσα ἁγνά, ὅσα προσφιλῆ, ὅσα εὔφημα»[1], ὑπενθυμίζουσα εἰς πάντας ἡμᾶς ὅτι ἡ πορεία πρός τήν Ἀνάστασιν εἶναι ἀδιαρρήκτως συνδεδεμένη μέ τόν Σταυρόν. Ἡ σταυροαναστάσιμος εὐφροσύνη ἔσωζε τόν λαόν τοῦ Θεοῦ ἀπό ταυτίσεις μέ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου τούτου, καί ἐν ταὐτῷ τόν προεφύλαττεν ἀπό τήν ἄγονον κλειστότητα καί μίαν πνευματικότητα ἄνευ δυναμισμοῦ καί ἐλπιδοφόρου πνοῆς. Ἡ ζωή τῶν πιστῶν, ἐν Χριστῷ σταυρωθέντι καί ἀναστάντι δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους, ἀκυρώνει καί σήμερον ὅλα τά ἀνοίκεια ἀφηγήματα περί τοῦ χριστιανικοῦ ἤθους ὡς «ἠθικῆς τῶν ἀδυνάτων», τῆς δῆθεν ἐκπροσωπουμένης ὑπό τῆς ταπεινοφροσύνης, τῆς συγχωρητικότητος, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης, τοῦ ἀσκητισμοῦ, τοῦ Κυριακοῦ «ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν μὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ»[2] καί ἄλλων ἀρχῶν καί στάσεων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τόν πυρῆνα τῆς ταυτότητός μας. Οὐδέν ἀναληθέστερον αὐτῆς τῆς προσεγγίσεως τοῦ ἤθους τῆς Χριστιανοσύνης, τῆς «οὐ ζητούσης τὰ ἑαυτῆς» θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς συνυφασμένης μέ γενναιότητα, θάρρος καί ὑπαρκτικήν αὐθεντικότητα. Τό Πάσχα εἶναι  ὕμνος εἰς αὐτήν τήν ἐλευθερίαν, τήν «δι᾿ ἀγάπης ἐνεργουμένην»[3] πίστιν, ἡ ὁποία δέν εἶναι ἰδικόν μας κατόρθωμα, ἀλλά χάρις καί ἄνωθεν δωρεά καί βιοῦται εἰς τά ἅγια μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας καί εἰς τό «μυστήριον» τῆς διακονίας τοῦ πλησίον. Ὄντως, «ἡ εἰς Θεὸν ἀγάπη, τοῦ εἰς ἄνθρωπον μίσους παντελῶς οὐκ ἀνέχεται»[4].   

Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, τό «ἅλας τῆς γῆς», τό «φῶς τοῦ κόσμου», ἡ πόλις, «ἡ ἐπάνω ὄρους κειμένη», ὁ λύχνος, ὁ «ἐπὶ τῆν λυχνίαν»[5], δίδει ἐμπράκτως ἐν τῷ κόσμῳ ἐνώπιον τῶν σημείων τῶν καιρῶν τήν μαρτυρίαν περί τῆς ἐλθούσης χάριτος καί «τῆς ἐν ἡμῖν ἐλπίδος»[6]. Ὁ λόγος τοῦ Σταυροῦ καί τῆς Ἀναστάσεως ἠχεῖ σήμερον ὡς Εὐαγγέλιον εἰρήνης, καταλλαγῆς καί δικαιοσύνης. Ὁ πόλεμος, τό μῖσος καί ἡ ἀδικία ἀντιστρατεύονται τάς θεμελιώδεις χριστιανικάς ἀρχάς, διά τήν πραγμάτωσιν καί ἑδραίωσιν τῶν ὁποίων προσεύχεται καί ἐργάζεται καθ᾿ ἡμέραν ὁ λαός τοῦ Θεοῦ. Ἐν τῷ φωτί τῆς Ἁναστάσεως, δεόμεθα τοῦ Κυρίου ὑπέρ τῶν θυμάτων τῆς πολεμικῆς βίας, τῶν ὀρφανῶν, τῶν θρηνουσῶν τά τέκνα των μητέρων, ὑπέρ πάντων ὅσων φέρουν εἰς τό σῶμα καί τήν ψυχήν των τά ἐνεργήματα τῆς ἀνθρωπίνης σκληρότητος καί ἀναλγησίας. Τό «Χριστὸς Ἀνέστη» εἶναι ἄρνησις καί καταδίκη τῆς βίας καί τοῦ φόβου καί πρόσκλησις εἰς βίον εἰρηνικόν. Ὁ πόλεμος παράγει ὀδυρμόν καί θάνατον· ἡ Ἀνάστασις νικᾷ τόν θάνατον καί χαρίζεται ἀφθαρσίαν. 

Ἐνώπιον τῶν καθημερινῶν εἰκόνων τῆς βαρβαρότητος τοῦ πολέμου, ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει γεγονυίᾳ τῇ φωνῇ τήν ἱερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου τοῦ κάθε συγκεκριμένου ἀνθρώπου ὅπου γῆς, καί τό χρέος τοῦ ἀπολύτου σεβασμοῦ της, καί καλεῖ ὅπως «γνωρίσωμεν ἡμῶν τὸ ἀξίωμα, τιμήσωμεν τὸ ἀρχέτυπον, γνῶμεν τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν καὶ ὑπὲρ τίνος Χριστὸς ἀπέθανε»[7]. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι ἀποκατάστασις τοῦ ἀνθρώπου εἰς τήν προαιώνιον κλίσιν του. Ὡς «ἀπαρχὴ ἄλλης βιοτῆς αἰωνίου» θεραπεύει τάς ἀλλοτριωτικάς σχέσεις καί ἐγκαθιδρύει τήν εἰρήνην «τὴν ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν»[8], ἡ ὁποία ἐμπερικλείει τήν ἐγκόσμιον καταλλαγήν καί εἰρήνευσιν. 

Θεοκινήτως ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Σύνοδος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, τήν συμπλήρωσιν δεκαετίας ἀπό τῆς συγκλήσεως τῆς ὁποίας τιμῶμεν ἐφέτος, ὑπεγράμμισε τό καθῆκον τῆς Ἐκκλησίας «νά ἐπικροτῇ πᾶν ὅ,τι ἐξυπηρετεῖ πράγματι τήν εἰρήνην (Ρωμ. ιδ’, 9) καί ἀνοίγει τήν ὁδόν πρός τήν δικαιοσύνην, τήν ἀδελφοσύνην, τήν ἀληθῆ ἐλευθερίαν καί τήν ἀμοιβαίαν ἀγάπην μεταξύ ὅλων τῶν τέκνων τοῦ ἑνός οὐρανίου Πατρός, ὡς καί μεταξύ ὅλων τῶν λαῶν τῶν ἀποτελούντων τήν ἑνιαίαν ἀνθρωπίνην οἰκογένειαν»[9].

Τό Ἅγιον Πάσχα εἶναι ὁλόκληρος ὁ πνευματικός πολιτισμός μας, ὁ πυρήν τῆς εὐσεβείας μας. Ἡ Ἀνάστασις τοῦ Κυρίου εἶναι καί ἡ ἰδική μας Ἀνάστασις ἐν τῷ νῦν αἰῶνι, προτύπωσις δέ καί πρόγευσις τῆς «κοινῆς τῶν ἀνθρώπων ἀναστάσεως» καί τῆς ἀνακαινίσεως ὁλοκλήρου τῆς δημιουργίας. Κατηυγασμένοι ὑπό τοῦ ὑπερλάμπρου φωτός τοῦ προσώπου τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ καί δοξάζοντες ἐν ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ᾠδαῖς πνευματικαῖς τό ὑπεράγιον ὄνομα Αὐτοῦ, τοῦ Ἄρχοντος τῆς εἰρήνης, τοῦ ὄντος μεθ᾿ ἡμῶν «πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[10], εὐχόμεθα «Καλήν Ἀνάστασιν», πλήρη θείων δωρημάτων ὁλόκληρον τήν πασχάλιον περίοδον καί πάσας τάς ἡμέρας τῆς ζωῆς ὑμῶν, ἀναφωνοῦντες τό κοσμοχαρμόσυνον «Χριστὸς Ἀνέστη! Ἀληθῶς Ἀνέστη ὁ Κύριος!» 

Φανάριον, Ἅγιον Πάσχα ,βκς´

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος

διάπυρος πρός Χριστόν Ἀναστάντα

εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

 

 

__________

1. Φιλιπ. δ’ 8.

2. Ματθ. ε’, 39.

3. Γαλ. ε’, 6.

4. Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης, PG 90, 964.

5. Ματθ. ε’, 13-15.

6. Α’ Πέτρ. γ’, 15.

7. Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, Λόγος Α’, Εἰς τὸ ἅγιον Πάσχα καὶ εἰς τὴν βραδυτῆτα, PG 35, 397.

8. Φιλιπ. δ’, 7.

9. Ἡ ἀποστολή τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας εἰς τόν σύγχρονον κόσμον, Γ’, 5.

10. Ματθ. κη’, 20.

Πέμπτη 9 Απριλίου 2026

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι...

Η Μεγάλη Εβδομάδα που διανύουμε, δεν έχει ως κέντρο μια συγκινησιακή κάμψη της λατρείας πριν από την αναστάσιμη έκρηξη, αλλά μια φοβερή εκκλησιαστική συγκατάβαση στο βάθος του μυστηρίου. Η Εκκλησία γνωρίζει απολύτως ότι ο τάφος δεν θα κρατήσει τον Χριστό. Γνωρίζει ότι το τέλος δεν είναι η σφράγιση, αλλά η ανατροπή της σφραγίσεως, όχι η νίκη του θανάτου, αλλά η εξάντληση της κυριότητάς του. Και όμως, δεν επιτρέπει στον εαυτό της να περάσει βιαστικά προς το φως, σαν να επρόκειτο η πίστη για μια μεταφυσική συντόμευση του πραγματικού. Επιμένει να παραμείνει μέσα στη νύκτα των γεγονότων, μέσα στη βραδύτητα των ωρών, μέσα στην ασήκωτη πυκνότητα της προδοσίας, της εγκατάλειψης, της αδυναμίας των φίλων, της δικανικής στρέβλωσης, της πολιτικής δειλίας, της δημόσιας χλεύης, της σιωπής του Θεού. Γιατί ο χριστιανισμός δεν είναι διδασκαλία ευτυχούς εκβάσεως, αλλά αποκάλυψη ότι η σωτηρία εισέρχεται μέχρι το έσχατο σημείο της ανθρώπινης κατάρρευσης, χωρίς να παρακάμπτει τίποτε, χωρίς να διασώζει τον άνθρωπο αφηρημένα, χωρίς να τον απαλλάσσει μαγικά από το κόστος της ύπαρξης. Εδώ δεν θεραπεύεται το υποκείμενο επειδή του προσφέρεται μια έτοιμη πληρότητα, αλλά επειδή μαθαίνει να μη συντρίβεται από το ρήγμα, να μη μετατρέπει την απουσία σε μηδέν, να μη συγχέει την πληγή με την ανυπαρξία. Η Εκκλησία, με άλλα λόγια, δεν μας οδηγεί προς την Ανάσταση παρακάμπτοντας το κενό, αλλά μετασχηματίζοντας το κενό σε τόπο θεοφανείας.

Γι’ αυτό και η λειτουργική αναπαράσταση του Πάθους δεν είναι ιερό θέατρο με παιδευτική πρόθεση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το γεγονός της σωτηρίας εγγράφεται ξανά στο σώμα της κοινότητας και στο σώμα του πιστού. Δεν αρκεί να γνωρίζω ότι ο Χριστός ανέστη, όπως δεν αρκεί να γνωρίζω θεωρητικά ότι ο θάνατος κατηργήθη. Η γνώση αυτή, μεταπίπτει εύκολα σε ιδεολογία θριάμβου, σε θρησκευτική αυτάρκεια, σε ευσέβεια που προσπερνά το τραύμα δίχως να το αγγίξει. Η Εκκλησία το αρνείται αυτό. Επιμένει να με περάσει από τον Μυστικό Δείπνο, όχι ως σκηνή γαλήνης αλλά ως πρόλογο σχισμής από τη Γεθσημανή, όπου ο Υιός δεν παίζει τον άνθρωπο αλλά φανερώνει την αληθινή ανθρώπινη αγωνία μπροστά στο ποτήριο, από την εγκατάλειψη των μαθητών, για να μάθω ότι ακόμη και η οικειότητα με τον Διδάσκαλο δεν καταργεί αυτομάτως τον φόβο, από το συνέδριο, από τον Πιλάτο, από τη μεταβίβαση ευθυνών, από την κινητικότητα ενός πλήθους που σήμερα επευφημεί και αύριο απαιτεί αίμα, ώστε να αντιληφθώ ότι το Πάθος δεν είναι η υπόθεση «των άλλων», αλλά η αποκάλυψη των μορφών με τις οποίες η πτώση εργάζεται μέσα στην ιστορία.

Η πατερική παράδοση γνωρίζει βαθύτατα ότι ο άνθρωπος φοβάται την αλήθεια του Θεού ακριβώς επειδή αυτή η αλήθεια απογυμνώνει τη φαντασίωση της αυτοθεμελίωσης.

Ο Αδάμ κρύπτεται.

Ο Κάιν μεταθέτει.

Ο λαός ζητεί σημείο αλλά δεν αντέχει την αποκάλυψη που συντρίβει την ειδωλική εικόνα του Μεσσία.

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η επαναφορά αυτού του δράματος όχι ως αφηρημένου συμβολισμού, αλλά ως υπαρξιακής κρίσης.

Εδώ πρέπει να ειπωθεί και κάτι ιδιαίτερα σοβαρό για την Ιερουσαλήμ, για τον Ισραήλ και για την οικονομία της απορρίψεως του Μεσσία. Ο Χριστός δεν σταυρώνεται σε έναν θρησκευτικά ουδέτερο χώρο. Έρχεται «εἰς τὰ ἴδια», εισέρχεται στον λαό της Επαγγελίας, στον λαό της Διαθήκης, στον λαό της λατρείας, του Νόμου, των προφητών, της μεσσιανικής αναμονής. Το δράμα, επομένως, είναι βαθύτερο ακριβώς επειδή είναι ενδοδιαθηκικό: ο αναμενόμενος αναγνωρίζεται ανεπαρκώς ή απορρίπτεται από εκεί όπου, κατά την ιστορία της οικονομίας, θα ανέμενε κανείς την υποδοχή. Αυτό είναι φοβερό μυστήριο.

Όχι όμως για να θεμελιωθεί μίσος εναντίον των Εβραίων, αλλά για να φανεί ότι η θρησκευτική εγγύτητα προς τον Θεό δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την αναγνώριση του Θεού όταν Εκείνος έρχεται κατά τρόπο ασύμμετρο προς τις προσδοκίες μας.

Ο Χριστός συναντά την αντίσταση όχι απλώς της αθεΐας, αλλά της θρησκευτικότητας όταν αυτή έχει παγώσει σε καθεστώς αυτάρκειας. Οι αρχές του λαού, τμήματα του πλήθους, οι ερμηνευτές του Νόμου, οι θεματοφύλακες μιας λατρευτικής τάξεως δεν αντέχουν τον Μεσσία που δεν επιβεβαιώνει την εικόνα ισχύος, καθαρότητας και ελέγχου που έχουν οικοδομήσει. Αυτό ακριβώς είναι το πνευματικά τρομακτικό σημείο: η απόρριψη του Χριστού δεν έρχεται μόνο από την εξωτερική βία, αλλά και από μια θρησκευτική συνείδηση που προτιμά την ασφάλεια του κλειστού συστήματος από την αποκαλυπτική ασυμμετρία του ζώντος Θεού.

Οι Πατέρες το γνωρίζουν καλά αυτό, όταν μιλούν για τη σκλήρυνση, για το γράμμα που νεκρώνει, για την αδυναμία του ανθρώπου να περάσει από τη νομική κατοχή στην υπαρξιακή μέθεξη.

Ενώ το ιστορικό γεγονός εκτυλίσσεται μέσα στο συγκεκριμένο πεδίο της Ιουδαίας, η σωτηριολογική αλήθεια υπερβαίνει κάθε εθνοτική κατανομή ενοχής: στον Σταυρό αποκαλύπτεται η πτώση του ανθρώπου ως ανθρώπου. Και έτσι εκείνο που φαινομενικά ανήκει σε μία πόλη, σε μία διοίκηση, σε μία θρησκευτική τάξη, γίνεται καθρέφτης της οικουμενικής μας άρνησης.

Αυτό εξηγεί γιατί η Εκκλησία έχει ανάγκη να διασχίσει λειτουργικά το Πάθος. Γιατί η Ανάσταση χωρίς την οδό που οδηγεί σε αυτήν θα κατέληγε σε μια ψευδή θεολογία της ακύρωσης του τραύματος.

Όμως ο Αναστάς δεν είναι ένας άλλος από τον Εσταυρωμένο. Είναι ο ίδιος, φέρων τα στίγματα, όχι ως υπόλειμμα ήττας αλλά ως δόξα της αγάπης που δεν αποσύρθηκε όταν προδόθηκε.

Εδώ κρύβεται όλο το σκάνδαλο της χριστιανικής αλήθειας. Η παντοδυναμία του Θεού δεν επιβεβαιώνεται πρώτα ως ικανότητα επιβολής, αλλά ως ελευθερία κένωσης.

Δεν είναι τυχαίο ότι η πατερική γλώσσα, όταν γίνεται υψηλή, φθάνει στα όρια του παραδόξου: ο απαθής πάσχει, ο αθάνατος γεύεται θάνατο, ο ασώματος κατά θεότητα παραδίδεται στο τραύμα κατά την ανθρωπότητα, ο Κύριος της δόξης υβρίζεται από τα πλάσματά Του. Αυτά είναι ο μόνος τρόπος να ειπωθεί η αδιανόητη κίνηση του Θεού προς την πλευρά του ανθρώπου.

Ο άνθρωπος επιθυμεί πάντοτε έναν πατέρα που εγγυάται, προστατεύει, αποτρέπει την έλλειψη, κλείνει το άνοιγμα. Ο Θεός όμως του Ευαγγελίου δεν σώζει έτσι. Δεν προσφέρεται ως εγγυητής φαντασιακής πληρότητας. Επιτρέπει τη διάβαση από το κενό, όχι για να μας παραδώσει στο μηδέν, αλλά για να μεταστοιχειώσει την έλλειψη σε σχέση, την ορφάνια σε υιοθεσία, τον θάνατο σε πέρασμα.

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι λοιπόν το αντίθετο κάθε πνευματικής νάρκωσης: μας υποχρεώνει να σταθούμε ενώπιον της αβύσσου χωρίς να κατασκευάσουμε γρήγορα υποκατάστατα.

Το βαθύτερο σημείο αυτής της πορείας βρίσκεται στο Μέγα Σάββατο, εκεί όπου η λατρεία αγγίζει μια σχεδόν αβάστακτη ακινησία. Εκεί ο κόσμος βλέπει τέλος, παύση, αποτυχία, σιωπή, ενώ η Εκκλησία, χωρίς ακόμη να πανηγυρίζει, αρχίζει να υποψιάζεται ότι η θεία ενέργεια εργάζεται ακριβώς μέσα στο απροσπέλαστο. Οι Πατέρες θα μιλήσουν για κάθοδο στον Άδη, για τη συντριβή των πυλών, για την αναζήτηση του Αδάμ στα έγκατα της αποξενώσεως.

Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν σώζει τον άνθρωπο από απόσταση, ούτε από επάνω, ούτε με διαταγή εξουσίας, αλλά εισερχόμενος στον τόπο όπου ο άνθρωπος είναι ο πλέον αβοήθητος, ο πλέον έρημος, ο πλέον αδύνατος να φωνάξει. Εάν το λάβουμε υπαρξιακά, αυτό σημαίνει ότι η χάρη φθάνει στον άνθρωπο όχι μόνον όταν εκείνος βρίσκεται σε θρησκευτική ευεξία, αλλά ακριβώς όταν έχει εξαντληθεί κάθε φαντασίωση αυτάρκειας.

Η Εκκλησία μάς κρατά αυτές τις ημέρες κοντά στο μυστήριο αυτό, καθώς γνωρίζει πόσο εύκολα ο άνθρωπος επιθυμεί μιαν Ανάσταση, ως εαρινό σύμβολο, ως ευγενή ψυχολογική ανόρθωση.

Ενώ η Ανάσταση είναι κάτι ασυγκρίτως πιο φοβερό: είναι η ανατροπή της ίδιας της οντολογίας του θανάτου, η εισβολή της ακτίστου ζωής μέσα στην εσχατολογική αδυναμία του κτιστού.

Γι’ αυτό η λειτουργική επιμονή της Μεγάλης Εβδομάδας δεν υπηρετεί μια θρησκευτική αισθηματοποίηση του πόνου, ούτε μιαν έξη σε ενοχικά ανακλαστικά. Υπηρετεί την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετάσχει της Αναστάσεως παρά μόνον εάν αποδεχθεί ότι η σωτηρία του δεν είναι αυτοδικαίωση, δεν είναι ιδεολογική ταύτιση με ένα ευτυχές τέλος, δεν είναι ψυχικό αναισθητικό.

Είναι συνάντηση με τον Εσταυρωμένο, ο οποίος φανερώνει ότι η αγάπη δεν σώζει επειδή αποφεύγει το κόστος, αλλά επειδή το αναλαμβάνει μέχρι τέλους χωρίς να αποσύρει τη δωρεά της. Ανάμεσα στους υπαινιγμούς των Πατέρων, στα ευαγγελικά ρήγματα, στη λειτουργική σκηνοθεσία των ημερών, διακρίνεται πάντοτε η ίδια κίνηση: ο άνθρωπος καλείται να εξέλθει από την ψευδαίσθηση ενός Θεού χρήσιμου και να εισέλθει στη σχέση με τον Θεό που προσφέρει τον εαυτό Του. Και αυτή η μετάβαση είναι πάντοτε οδυνηρή, όχι γιατί ο Θεός απολαμβάνει τη συντριβή, αλλά γιατί το εγώ αντιστέκεται μέχρι τέλους στην απώλεια της φαντασιακής του κυριαρχίας.

Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ακριβώς η λειτουργική αποδόμηση αυτής της κυριαρχίας. Εκεί μαθαίνουμε ότι η αλήθεια δεν χαρίζεται ως επίτευγμα, αλλά ως δωρεά που περνά από τη συντριβή των ειδώλων μας.

Έτσι, το ερώτημα γιατί χρειάζεται η αναπαράσταση του Πάθους ενώ γνωρίζουμε ήδη την Ανάσταση, λαμβάνει μια πολύ αυστηρή απάντηση.

Χρειάζεται, γιατί αλλιώς δεν θα γνωρίζαμε πραγματικά τι είναι Ανάσταση. Θα την εκλαμβάναμε ως βελτίωση της ζωής, ως μεταφυσική επιτυχία, ως θρησκευτικό happy end, ως επικύρωση των προσδοκιών μας. Ενώ η Ανάσταση είναι η έλευση μιας ζωής που φέρει ακόμη τις πληγές, η δόξα ενός σώματος που δεν ακυρώνει τη μνήμη του τραύματος, η δικαίωση της αγάπης που πέρασε από το απόλυτο άδειασμα.

Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν μας αφήνει να ψάλλουμε «Χριστός ανέστη» σαν να πρόκειται για σύνθημα. Μας παιδαγωγεί μέσα από την αργή, σχεδόν ασήκωτη διάβαση των ημερών, ώστε ο αναστάσιμος λόγος να μην είναι λεκτική κατάφαση αλλά εμπειρία μεταστοιχείωσης.

Και τότε καταλαβαίνουμε ότι ο Σταυρός δεν είναι το δυσάρεστο προοίμιο ενός ευτυχούς τέλους, αλλά ο τόπος όπου η αγάπη του Θεού φανερώνει την ακρότατη μορφή της και ότι η Ανάσταση δεν είναι αναίρεση αυτού του τόπου, αλλά η άφθαρτη σφράγισή του.

Μάνος Λαμπράκης 

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

"Δεν παραγγείλαμε!"

Μια μαρτυρία:

«Χτύπησε τὸ τηλέφωνο καὶ ζήτησαν ἀπ’ τὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Ἁκτίου τὸν Δεσπότη Πρεβέζης Μελέτιο, Μεγάλη Πέμπτη 28 Ἁπριλίου, μεσημέρι, τοῦ ἔτους 1994. Ἤθελαν νὰ τὸν ἐνημερώσουν

ὅτι προτίθενται νὰ φέρουν τό… ἅγιο φῶς καὶ στὴν Μητρόπολη Πρεβέζης! Ὁ μακαρίτης ὁ γέροντας ἔβαλε τὶς μουστάκες του στὸ στόμα (ὅπως ἔκανε ὅταν ἐκνευριζόταν) καὶ εἶπε ἀπότομα στὸν τηλεφωνοῦντα: "Δὲν παραγγείλαμε!". Ὅταν ὁ ἄλλος πῆγε νὰ ἀρθρώσει ἐπεξηγηματικὲς ἀντιρρήσεις, ὁ Δεσπότης συνέχισε: "Δὲν χρειαζόμαστε, σᾶς εἶπα!… 'Φτιάχνουν' δικό τους οἱ παπάδες σὲ κάθε ἐνορία!"».

Αυτό, το 1994, ήδη δηλαδή πριν από τριανταδύο χρόνια. Εδώ λοιπόν θα κάνω μια επισήμανση για την σημερινή ατμόσφαιρα γύρω από την απαράδεκτη (πρώτα απ' όλα: απαράδεκτη από πλευράς της ίδιας της χριστιανικής πίστης) υπόθεση του "αγίου φωτός":

Μαίνονται τοποθετήσεις κάθε λογής και ουσιαστικά έγιναν ηχηρές οι κουβέντες που είχε αρχίσει να παίρνει χαμπάρι ο δημόσιος χώρο το 2019 (με το βιβλίο του Δημήτρη Αλικάκου, "Λύτρωση: περί του Αγίου Φωτός"). Η σημερινή ατμόσφαιρα τρέφει από ένα χτικιό στα σπλάχνα καθενός από τους δύο χώρους: και του εκκλησιαστικού οργανισμού, και της αντιθρησκευτικής σκέψης:

1) Η εκκλησιαστική ηγεσία δεν λέει ξεκάθαρα ότι για τον εορτασμό της Ανάστασης σε κάθε εκκλησία οι λαμπάδες της Ανάστασης ανάβουν κανονικότατα και παραδοσιακότατα από το καντήλι της αγίας τράπεζας (το οποίο πάντα ανάβει με σπίρτα ή αναπτήρα), για να συμβολίσει την νίκη την οποία κομίζει η Ανάσταση του Χριστού επί του σκότους. Η εκκλησιαστική ηγεσία δεν κόβει έμπρακτα και ρητά την διαβρωτική της εκκλησιαστικής συνείδησης πρακτική του εισαγομένου "αγίου φωτός" που συνοδεύεται από τον συνειρμό περί... ορθόδοξου Feng-Shui το οποίο αναδίδει θετική ενέργεια και vibes σωτηρίας. Τα μισόλογα δεν λείπουν: οι ευφυείς εκ των κληρικών υποδέχονται μεν το "άγιο φως", αλλά ταυτοχρόνως δηλώνουν ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφορά κλπ κλπ. Κι έτσι, η μαγική θρησκευτικότητα (η μολυσματική στρέβλωση της εκκλησιαστικότητας) σαρώνει, αλλά ταυτόχρονα στήνεται και το άλλοθι ότι το σωστό έχει λεχθεί. Όμως... Σε περιπτώσεις θολούρας, ένα πράγμα χρειάζεται: ανεμιστήρας που θα διώξει την θολούρα (κι όχι να κρατάς την θολούρα, με βούρκο και λιβάδι ταυτόχρονα μέσα της, κι όπου πέσει ο καθένας...).

2) Διάφορα ρεύματα αντιθρησκευτικής σκέψης, από την άλλη, διαπρέπουν σε άλλη αθλιότητα: Αποσιωπούν (πράγμα πρόστυχο) ή αγνοούν (πράγμα ασύγγνωστης αγραμματοσύνης όσων καμώνονται τα "δημόσια πρόσωπα" ή τους λόγιους) ότι φωνές του θεολογικού και του εκκλησιαστικού χώρου παλεύουν εδώ και δεκαετίες εναντίον της μαγικής θρησκευτικότητας. Τα εν λόγω αντιθρησκευτικά σκουξίματα αποσιωπούν την θεμελιώδη διάκριση μεταξύ μαγείας και χριστιανικής πίστης. Δεν χρειάζεται να είσαι πιστός για να κάνεις νηφάλια αυτή την διάκριση! Χρειάζεται μόνο να είσαι έντιμος και (αφού θέλεις να μιλάς δημόσια) στοιχειωδώς διαβασμένος. Έτσι, το κυρίαρχο στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, είναι ένα πραγματικό πάρτι, με περφόρμερ την θολούρα και ντι-τζέι τον αναλφαβητισμό. Οι αντιθρησκευτικοί τζιχαντιστές από τη μια και οι θρησκόληπτοι σαμάνοι από την άλλη, χρειάζονται τρελά οι μεν τους δε - κι ας εμφανίζονται να πλακώνονται στο ξύλο!

Το απόσπασμα με το οποίο ξεκίνησα την ανάρτηση είναι από το κείμενο «Η αλογόμυγα», του π. Θεοδόσιου Μαρτζούχου, πρωτογραμμένο το 2018 και αναδημοσιευμένο στην "Σύναξη" το 2023, στο πρώτο από τα δύο τεύχη του αφιερώματός μας στην "Μαγική Εκκλησιαστικότητα" (αρ. 167 και 168).

Καλή Μεγαλοβδομάδα να 'χουμε, και Καλή Α ν ά σ τ α σ η !

Θ.Ν.Π. / 3-4-2026

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2026

Θέλων ο Χριστός...

Η εξουσία πάνω στον άλλο, δηλαδή πάνω στον ασθενέστερο, δεν μπορεί να χα­ρακτηρίζει όσους θέλουν να είναι μαθητές του Χριστού, για τον απλούστατο λόγο ότι κάτι τέτοιο τους εξομοιώνει με τα έθνη, τους κάνει ειδωλολάτρες. Οι χριστιανοί που κατεξουσιάζουν και κατακυριεύουν των άλλων δεν δια­πράττουν απλώς μια αμαρτία, αλλά γίνονται ειδωλολάτρες, ὁμοιοῦνται τοῖς ἔθνεσι, θύουν στο είδωλο της εξουσίας, αρνούνται τελικά τον Χριστό, που ήρθε ακριβώς για να καταργήσει τα είδωλα. Γιατί όμως το κατεξουσιάζειν είναι ειδωλολατρία; Η απάντηση βρίσκεται στο ότι συνιστά αυτό το οποίο ο Μάξιμος ο Ομολογητής ονομάζει άγνοια, που είναι η άγνοια του αληθινού Θεού, η άγνοια δηλαδή του Θεού ως Θεού της κενώσεως, της αυτοπαραιτήσεως, πάει να πει, από τη δύναμη της επιβολής. Η δυνάστευση των ασθενέστερων σημαίνει, με άλλα λόγια, άρνηση της ενσάρκωσης και του σταυρικού θανάτου του Χριστού.

Την Κυριακή των Βαΐων το πρωί η Εκκλησία εορτάζει τη δεσποτική εορτή της εισόδου του Χριστού στα Ιεροσόλυμα ως βασιλέως, πραέος καί σώζοντος καί ἐπιβεβηκότος ἐπί πῶλον ὄνου, ναι, αλλά πάντως βασιλέως, ενώ από το βράδυ, που αρχίζει η Μεγάλη Εβδομάδα, θα παρακολουθήσουμε την αντίστροφη πορεία της εξόδου του Χριστού από τη βασιλική ιδιότητα, την προϊούσα πορεία απέκδυσης ή απόκρυψης της βασιλικής δυνάμεως, πορεία που θα κορυφωθεί πάνω στον Σταυρό, επί του οποίου θέλων ο Χριστός ανήλθε. Ο Χριστός, διδάσκοντας λοιπόν προ του Πάθους τούς μαθητές του τά τελεώτατα φρονεῖν, τους δίνει ως υπογραμμό τον εαυτό του, που θέλων υπάρχει πτωχός, που διακόνησε αντί να διακονηθεί. Η πορεία επομένως όσων θέλουν να ακολουθήσουν τα χνάρια του πρέπει να είναι πορεία παραίτησης από την εξουσιαστική επιθυμία, πορεία διακονίας, πτωχεύσεως και κενώσεως. Το κριτήριο της πνευματικής προόδου των ανθρώπων, όπως το ορίζει η χριστιανική διδασκαλία, είναι ένα και μόνο: ο βαθμός παραίτησης από τη θέληση για δύναμη, παραίτηση που αποτελεί άλλωστε και την προϋπόθεση για το ενέργημα της αγάπης.

Σταύρος Ζουμπουλάκης,

Ανθοδέσμη για τη Μεγάλη Εβδομάδα.

Άρτος Ζωής