Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό...

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Έτσι θα καταφέρεις να μην μισείς κανέναν. Έτσι θα καταφέρεις να μην ζηλεύεις. Έτσι θα καταφέρεις να χαίρεσαι με την χαρά και να συμπάσχεις όταν πονάει ο αδελφός σου.

Έτσι θα καταφέρεις να μην κρίνεις. Ποιος άλλωστε τολμά να κρίνει έναν Θεό; Έτσι θα καταφέρεις να συγχωρείς και όποιες και αν είναι οι διαφορές, γρήγορα να μονοιάζεις.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Σκοπός μας σε τούτην εδώ τη γη, είναι η αγάπη. Όχι μια αγάπη που περιορίζεται σε συναισθηματισμούς και σε γλυκόλογα. Αλλά μια αγάπη που ξέρει να αντέχει, μια αγάπη που υπομένει, μια αγάπη που μπορεί και συγχωρεί.

Μια αγάπη που θέλει δουλειά για να ανθίσει.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν θα διαφωνείς στη πτώση του. Δεν σημαίνει ότι θα ανέχεσαι την κακοποίηση του… Όταν δεν καλλιεργεί Χριστό ο άνθρωπος, φουντώνει γρήγορα μέσα του το κακό και βγαίνει και προσπαθεί να πνίξει και τους έξω…

Όχι.

Αυτό να μην το ανέχεσαι. Ούτε για σένα ούτε για κανέναν. Αλλά ταυτόχρονα να μην τον καταδικάζεις μονομιάς… Να μην τον εξαντλείς τον άνθρωπο…

Ακόμα και μέσα στην «ασχήμια» του, εσύ να ψάχνεις στο πρόσωπό του, εκείνη τη μικρή γωνιά,που είναι ο Θεός κρυμμένος.

Να βλέπεις στο πρόσωπο του άλλου, τον ίδιο τον Θεό.

Καθένας μας, έχει και μια μικρή γωνία μέσα του, όπου ο Θεός κατοικεί αναπαυμένος…

Ελευθέριος Ελευθεριάδης 

Οι Άγιοι Πατέρες της Νικαίας...

«Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα».

Δεν υπάρχει στο κατά Ιωάννην άλλη φράση τόσο βαριά από θεία εγκατάλειψη και τόσο πλήρης από δόξα συγχρόνως. Η «ώρα» στον Ιωάννη δεν είναι χρονική στιγμή. Είναι το άνοιγμα της ίδιας της υπάρξεως προς την αλήθεια της. Είναι η στιγμή όπου ο Χριστός παύει πλέον να ομιλεί προς τα πλήθη και στρέφεται προς τον Πατέρα σαν να επιστρέφει σε μια προαιώνια οικειότητα: «δόξασόν σου τὸν υἱόν». Κι όμως, αυτή η δόξα δεν θα αποκαλυφθεί μέσα σε θρόνους, ούτε μέσα σε θριάμβους εξουσίας, αλλά μέσα στην ακραία απογύμνωση του Σταυρού. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σκάνδαλο του χριστιανισμού: ότι ο Θεός δεν σώζει διά της ισχύος, αλλά διά της εκθέσεως του εαυτού Του. Ο άγιος Αθανάσιος, πολεμώντας τον Άρειο, κατανοούσε πως αν ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός, τότε ο Σταυρός μετατρέπεται απλώς σε ηθικό παράδειγμα, δεν γίνεται νίκη κατά του θανάτου.

Γι’ αυτό και η Νίκαια δεν υπήρξε φιλοσοφική φιλονικία περί όρων, αλλά κραυγή σωτηρίας: «ὁμοούσιον τῷ Πατρί».

«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε».

Ο Χριστός δεν ορίζει την αιώνια ζωή ως αθανασία, ούτε ως ανταμοιβή μετά θάνατον, αλλά ως γνώση του Θεού. Και η γνώση εδώ δεν είναι διανοητική κατοχή αλλά σχέση. Είναι αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν κοινωνία προσώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από φόβους και διαψεύσεις, οικοδομεί τον εαυτό του σαν φρούριο αυτάρκειας, πιστεύει πως σωτηρία σημαίνει να μη χρειάζεται κανέναν. Όμως το Ευαγγέλιο ανατρέπει αυτή την αυταπάτη. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει όταν χάνει τη δύναμή του. Πεθαίνει όταν παύει να απευθύνεται. Η μεγαλύτερη αστοχία του σύγχρονου υποκειμένου είναι η αδυναμία του να επιθυμήσει πραγματικά τον Άλλον. Και ο Χριστός εδώ φανερώνει ακριβώς αυτό: ότι η ζωή γεννιέται μόνο μέσα από την έξοδο από τον εαυτό.

Η αιώνια ζωή δεν είναι διάρκεια. Είναι σχέση που δεν τελειώνει.

«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις».

Στην βιβλική εμπειρία το όνομα δεν είναι ένας προσδιορισμός· είναι η ίδια η παρουσία. Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να μιλήσει περί Θεού, ήρθε να καταστήσει τον Θεό κατοικήσιμο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Γι’ αυτό και η Εκκλησία των Πατέρων επέμεινε με τέτοια αγωνία στο πρόσωπο του Χριστού. Εάν Εκείνος δεν προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση, τότε και ο άνθρωπος παραμένει αθεράπευτος μέσα στην τραγικότητά του. «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον», θα γράψει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο Χριστός δεν θεραπεύει αφηρημένα, θεραπεύει επειδή εισέρχεται μέχρι τέλους μέσα στο ανθρώπινο τραύμα. Γι’ αυτό το κατά Ιωάννην έχει πάντοτε αυτή τη νυχτερινή υφή: φως που εμφανίζεται μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος προτιμά το σκοτάδι, επειδή φοβάται την αλήθεια της σχέσεως.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί».

Υπάρχει εδώ μια συγκλονιστική μελαγχολία αποχωρισμού. Ο Χριστός μιλά ήδη σαν να αποσύρεται από τον κόσμο, αφήνοντας τους μαθητές εκτεθειμένους μέσα στην ιστορία. Και το αίτημά Του προς τον Πατέρα δεν είναι να τους κάνει ισχυρούς, ούτε αήττητους, αλλά «τήρησον αὐτούς». Να τους διαφυλάξεις μέσα στο όνομά Σου. Η Εκκλησία δεν σώζεται από την πολιτική επιρροή της, ούτε από τη διοικητική της συνοχή, αλλά από την πιστότητα σε αυτή την εύθραυστη σχέση. Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται περισσότερο από όλα την εξάρτηση, επειδή έχει μάθει να συγχέει την αγάπη με απώλεια ελέγχου. Όμως ο Χριστός δεν ζητεί αυτάρκεις μαθητές. Ζητεί πρόσωπα ικανά να παραμένουν ενωμένα μέσα στην κοινή τους αδυναμία.

«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς».

Αυτή είναι ίσως η πιο ακατανόητη φράση του Ευαγγελίου για τον σύγχρονο πολιτισμό. Ο κόσμος σήμερα οργανώνεται γύρω από τον ναρκισσισμό της ατομικότητας. Όλα ωθούν τον άνθρωπο να γίνει μοναδικός, αυτάρκης, αυτάρεσκος, απομονωμένος μέσα στην εικόνα του. Και όμως ο Χριστός προσεύχεται για ενότητα. Όχι όμως για ομοιομορφία, όχι για πειθαρχία, αλλά για εκείνη την κοινωνία όπου το πρόσωπο δεν καταργείται αλλά ολοκληρώνεται διά της αγάπης. Η Αγία Τριάδα δεν είναι θεολογική εξίσωση· είναι ο τρόπος υπάρξεως όπου κανείς δεν υπάρχει μόνος του. Και η Εκκλησία υπάρχει μόνο όταν γίνεται εικόνα αυτής της τριαδικής σχέσεως. Όταν παύει να είναι σώμα κοινωνίας και γίνεται μηχανισμός βεβαιοτήτων, τότε χάνει το ευαγγελικό της πρόσωπο.

Και η τελευταία λέξη αυτής της προσευχής είναι σχεδόν αδιανόητη: «ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς».

Λίγο πριν από τη Γεθσημανή, λίγο πριν από την προδοσία και την εγκατάλειψη, ο Χριστός μιλά ακόμη για χαρά. Η χαρά του Χριστού πηγάζει από την αδιάρρηκτη κοινωνία με τον Πατέρα. Είναι η χαρά εκείνου που γνωρίζει ότι ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να διαλύσει την αγάπη.

Οι Άγιοι Πατέρες της Νικαίας υπερασπίστηκαν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να μπορεί ο άνθρωπος να μετέχει πραγματικά στη ζωή του Θεού.

Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο εξαντλημένο από τον θόρυβο της αυτάρκειας, το Ευαγγέλιο ακούγεται ξανά σαν μια σχεδόν τρομακτική αποκάλυψη: ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο όταν παύει να ανήκει ολοκληρωτικά στον εαυτό του.

Μάνος Λαμπράκης 

Πέμπτη 21 Μαΐου 2026

Μεταμορφώνοντας την καθημερινότητα σε σχέση με τον Θεό

Είμαστε οι κληρονόμοι μιας μεγαλειώδους και πολύτι­μης παραδόσεως. Από τους Πατέρες μας διδαχθήκαμε πώς να υπερνικούμε τις καθημερινές μικρότητες: κάθε γήινη ενέργειά μας την μεταβάλλουμε με την προσευχή σε πνευματική κοινωνία με τον Θεό.

Ξυπνώντας, προσευχόμαστε στον Θεό: «Ανάστησέ με με τη δύναμή Σου, με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος στην πνευματική εργασία, έτσι ώστε κα­νένα πράγμα να μην αλλοιώσει την αίσθηση που έχω για σένα, τον Θεό μου!...» (Ψαλμ. 40,11). Αρχίζουμε να ντυνόμαστε και λέ­με: «Κύριε, Συ βλέπεις ότι είμαι γυμνός από κάθε γνώση της αληθείας Σου. Δέομαί Σου, μη με εγκαταλείψεις γυμνό, αλλά ένδυσέ με με το φως της γνώσεώς Σου, Εσύ που ζεις σε φως απρόσιτο!». Αρχίζουμε να πλενόμαστε: «Κύριε, απόπλυνε κάθε μολυσμό από όλο το γήινο σώμα μου στον κόσμο αυτό». Πλένουμε τα μάτια και λέμε: «Χάρισέ μου οφθαλμούς, για να βλέπω τη Βασιλεία Σου, το Φως Σου». Ανοίγουμε την πόρτα και προφέρουμε: «Άνοιξόν μοι την θύρα της μετανοίας, Ζωοδότα. Ορθρίζει το πνεύμα μου προς Σε, ο Θεός». Και ούτω καθεξής.

Σε αυτό έγκειται το μικρό μας έργο. Ωστόσο, με αυτό το «μικρό έργο» μπορούμε να δημιουργήσουμε αδιάλειπτη κοινωνία με τον Θεό, που είναι Πνεύμα. Με αυτό τον τρόπο μεταμορφώνεται βαθμηδόν η καθημερινότητά μας, που είναι γεμάτη κόπο, κούραση, πλήξη, ακηδία, πόνο, παρεξηγήσεις, παθήματα. Το κυριότερο βέβαια από τα παθήματα είναι η άγνοια. «Εκείνο που βλέπω δεν είναι το Φως της Θεότητος... Εσύ όμως δώσε μου το Φως της γνώσεώς Σου!»

Άγιος Σωφρόνιος (Σαχάρωφ)

Δεν είναι ένας αποχαιρετισμός...

Η Ανάληψη δεν είναι ένας αποχαιρετισμός.

Δεν είναι ο Χριστός που φεύγει αφήνοντας μας πίσω ορφανούς.

Ο Χριστός «κρύβεται» για να Τον αναζητούμε βαθύτερα.

Φεύγει για λίγο για να μείνει μαζί μας αιώνια.

Όχι όπως κρύβεται κάποιος που εγκαταλείπει, αλλά όπως κρύβεται η αγάπη για να γεννηθεί η δίψα της παρουσίας.

Σου λέει ο Θεός " θα κρυφτώ για να μάθεις να με ψάχνεις" και "θα σου φανερώνομαι κάθε φορά που αληθινά και με δίψα θα με ζητάς".

Αναλαμβάνει την ανθρώπινη φύση μας και την φέρνει εκεί απ’ όπου ξεκινήσαμε και για το οποίο πλαστήκαμε. Στην κοινωνία με τον Θεό. Στην Βασιλεία Του.

Παίρνει την σάρκα μας στον ουρανό και την κάνει αιώνια δυνατότητα κοινωνίας με τον Πατέρα.

Γι’ αυτό και δεν αποχαιρετά τους μαθητές.

Τους ευλογεί.

Δεν λέει «τελείωσε».

Λέει «Είμαι μαζί σας». Αλλά πλέον με άλλον τρόπο.

Δια του Αγίου Πνεύματος.

«Δεν θα σας αφήσω μόνους».

Θα έλθει ο Παράκλητος.

Το Πνεύμα της Αλήθειας.

Της παρηγοριάς.

Της ζωής.

Της πίστης και της χαράς.

Ο Χριστός δεν αφήνει κενό πίσω Του.

Έρχεται το Άγιο Πνεύμα.

Οι μαθητές περιμένουν. Προσεύχονται. Νηστεύουν.

Ανοίγουν την καρδιά τους για να γίνει τόπος κατοίκησης του Αγίου Πνεύματος.

Όπως αναφέρει και ο Γέροντας Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης:

«Όλοι μπορούμε να έχουμε το Άγιο Πνεύμα μέσα μας, αρκεί να το ζητούμε. Ας ζούμε λοιπόν για το Άγιο Πνεύμα. Ας μην ξεχνιόμαστε. Το κάθε τι που περνάμε, δυσκολία, πρόβλημα, αγωνία, πειρασμό, αμαρτία, αρρώστια, πάθος, να μην το βλέπουμε ως εχθρικές πύλες, αλλά ως πύλες του Κυρίου».

Ίσως τελικά η Ανάληψη να μην είναι η απουσία του Χριστού…

αλλά η αλλαγή του τρόπου με τον οποίο Τον συναντάμε.

π. Λίβυος

Τετάρτη 20 Μαΐου 2026

Η Ανάληψη του Χριστού...

Η Ανάληψη του Χριστού αποτελεί ίσως το πιο ακατανόητο και συνάμα το πιο παραγνωρισμένο γεγονός της χριστιανικής εμπειρίας, καθώς η ανθρώπινη σκέψη έμαθε να συγκινείται περισσότερο από τον θάνατο παρά από τον προορισμό της.

Η Εκκλησία όμως δεν στέκεται ενώπιον της Αναλήψεως σαν μπροστά σε μία «αποχώρηση» του Θεού από τον κόσμο, αλλά σαν μπροστά στην φοβερή στιγμή κατά την οποία η ανθρώπινη φύση εισέρχεται οριστικά μέσα στη ζωή της Αγίας Τριάδος.

«Ἀνελήφθη ἐν δόξῃ» (Α΄ Τιμ. 3,16). Αυτή η μικρή φράση του αποστόλου Παύλου περιέχει ολόκληρη τη μεταβολή της ανθρώπινης μοίρας.

Εκείνο που αναλαμβάνεται δεν είναι μια αφηρημένη ιδέα ανθρώπου, αλλά η τραυματισμένη σάρκα του Αδάμ, το σώμα που γνώρισε τον ιδρώτα, τον τρόμο, τη μοναξιά, την εγκατάλειψη και τον θάνατο.

Γι’ αυτό ο άγιος Αθανάσιος θα γράψει: «Αὐτὸς γὰρ ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν».

Και ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος θα επιμείνει: «τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον καὶ ἀθεράπευτον». Ο Χριστός δεν θεραπεύει τον άνθρωπο εξωτερικά. Προσλαμβάνει μέχρι τέλους την ανθρώπινη κατάσταση, ώστε να την οδηγήσει μέσα στην άκτιστη ζωή.

Η Ανάληψη είναι επομένως η τελική άρνηση της χριστιανικής πίστεως να αποδεχθεί ότι ο άνθρωπος είναι προορισμένος μόνο για βιολογική φθορά.

Και όμως, οι μαθητές, την ώρα της Αναλήψεως, εξακολουθούν να σκέφτονται με όρους εξουσίας. «Κύριε, εἰ ἐν τῷ χρόνῳ τούτῳ ἀποκαθιστάνεις τὴν βασιλείαν τῷ Ἰσραήλ;» (Πράξ. 1,6).

Είναι συγκλονιστικό ότι ακόμη και μετά την Ανάσταση, ακόμη και μπροστά στο άνοιγμα του ουρανού, ο άνθρωπος δυσκολεύεται να εγκαταλείψει τη φαντασίωση της κυριαρχίας. Θέλει πάντοτε έναν Θεό που να εγγυάται δύναμη, έλεγχο, θρίαμβο, ιστορική επιβολή.

Ο Χριστός όμως αναλαμβάνεται χωρίς να αφήσει πίσω Του ούτε στρατό ούτε κρατικό μηχανισμό ούτε αυτοκρατορικό σύστημα. Αφήνει μόνο ένα Σώμα και ένα Πνεύμα.

Αφήνει την Εκκλησία ως τρόπο υπάρξεως και όχι ως σύστημα κυριαρχίας.

Γι’ αυτό και υπενθυμίζει στους μαθητές Του: «ἐγὼ δὲ ἐν μέσῳ ὑμῶν εἰμι ὡς ὁ διακονῶν» (Λουκ. 22,27).

Η Ανάληψη καταστρέφει κάθε θρησκευτική ιδεολογία ισχύος.

Ο αναληφθείς Χριστός ανεβαίνει κρατώντας ακόμη τα σημάδια των ήλων.

Η σάρκα που κάθεται «ἐκ δεξιῶν τοῦ Θεοῦ» (Μάρκ. 16,19) είναι η ίδια σάρκα που σταυρώθηκε.

Και εδώ κρύβεται όλη η τραγική αλήθεια της σωτηρίας: ο άνθρωπος δεν θεώνεται διαφεύγοντας το τραύμα του, αλλά μεταμορφώνοντάς το σε σχέση αγάπης.

Το βαθύτερο όμως μυστήριο της Αναλήψεως βρίσκεται αλλού: στην εμπειρία της απουσίας. «Συμφέρει ὑμῖν ἵνα ἐγὼ ἀπέλθω» (Ιω. 16,7).

Η φράση αυτή παραμένει σχεδόν αφόρητη για την ανθρώπινη ψυχή.

Πώς είναι δυνατόν η απομάκρυνση του αγαπώμενου προσώπου να αποτελεί προϋπόθεση πληρότητας;

Κι όμως, εδώ βρίσκεται ο πυρήνας της πνευματικής ενηλικιώσεως.

Όσο ο Χριστός παραμένει απλώς ένα ορατό υποκείμενο βεβαιότητας, η σχέση μαζί Του κινδυνεύει να παραμείνει εξάρτηση.

Η Ανάληψη μετατρέπει την πίστη από κατοχή σε επιθυμία, από βεβαιότητα αφής σε εσωτερική κοινωνία.

Οι μαθητές «ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξ. 1,10), σαν παιδιά που βλέπουν να αποσύρεται το πρόσωπο που εγγυόταν την ασφάλειά τους.

Και τότε ακούγεται σχεδόν σκληρά η αγγελική φωνή: «τί ἑστήκατε βλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν;» (Πράξ. 1,11).

Δηλαδή: σταματήστε να αναζητάτε τον Θεό ως αντικείμενο οπτικής κατοχής.

Η αληθινή παρουσία Του θα είναι πλέον πνευματική, μυστηριακή, ευχαριστιακή.

Ο άνθρωπος που δεν αντέχει την απουσία, δεν μπορεί να γνωρίσει ούτε την αγάπη ούτε τον Θεό.

Η Εκκλησία βιώνει ακριβώς αυτή τη νέα μορφή παρουσίας μέσα στο μυστήριο του Παρακλήτου.

Ο αναληφθείς Χριστός δεν εγκαταλείπει τον κόσμο αφού επιστρέφει «ἐν ἑτέρᾳ μορφῇ». Το Άγιο Πνεύμα δεν έρχεται να αντικαταστήσει τον Υιό, αλλά να καταστήσει δυνατή την προσωπική κοινωνία όλων με Εκείνον.

Η Πεντηκοστή θα είναι η εσωτερική συνέχιση της Αναλήψεως. «Τὴν ὑπὲρ ἡμῶν πληρώσας οἰκονομίαν, καὶ τὰ ἐπὶ γῆς ἑνώσας τοῖς οὐρανίοις, ἀνελήφθης ἐν δόξῃ Χριστὲ ὁ Θεός».

Το κοντάκιο της εορτής δεν μιλά ποιητικά μόνο, αλλά διατυπώνει οντολογία. Ο Χριστός ενώνει «τὰ ἐπὶ γῆς τοῖς οὐρανίοις».

Δηλαδή η δημιουργία παύει να είναι κλειστό σύστημα θνητότητας.

Η Εκκλησία γίνεται πλέον ο χώρος όπου ο χρόνος διαπερνάται από τα έσχατα, όπου ο άνθρωπος κοινωνεί ήδη από τώρα τη ζωή της Βασιλείας.

Γι’ αυτό ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος αναφωνεί: «Σήμερον τὸ ἡμέτερον φύραμα ὑπεράνω ἀγγέλων γέγονεν».

Δεν δοξάζεται απλώς ο Χριστός.

Δοξάζεται η ανθρώπινη φύση μέσα Του.

Η γη αποκτά πλέον θέση μέσα στον ουρανό.

Και εδώ αποκαλύπτεται η βαθύτερη ασθένεια του σύγχρονου ανθρώπου: η απώλεια της εσχατολογικής επιθυμίας.

Ο πολιτισμός μας έμαθε να φοβάται τον ουρανό και να λατρεύει τη διαχείριση της επιβίωσης.

Έμαθε να μετατρέπει τον άνθρωπο σε ψυχολογική λειτουργία, σε παραγωγική μονάδα, σε βιολογικό μηχανισμό που ζητά λίγη απόλαυση πριν από το τέλος.

Γι’ αυτό και η Ανάληψη ακούγεται σχεδόν παράλογη στη σύγχρονη συνείδηση, καθώς μιλά για κάτι που ο κόσμος έχει λησμονήσει: για τον τελικό προορισμό της ανθρώπινης ύπαρξης.

Ο άνθρωπος δεν δημιουργήθηκε για να αυτοσυντηρείται επ’ άπειρον μέσα στην αγωνία του θανάτου.

Δημιουργήθηκε για κοινωνία με το άκτιστο φως.

Κάθε ανθρώπινος έρωτας, κάθε απελπισμένη αναζήτηση αναγνώρισης, κάθε δίψα εξουσίας, ακόμη και κάθε υπαρξιακή κατάρρευση, κρύβει στο βάθος της μία παραμορφωμένη νοσταλγία Αναλήψεως.

Ο άνθρωπος νοσταλγεί έναν ουρανό που δεν θυμάται πια συνειδητά. Και γι’ αυτό τίποτε εγκόσμιο δεν τον αναπαύει πραγματικά.

Η μεγάλη εορτή της Αναλήψεως είναι επομένως η οριστική κατάργηση κάθε απελπισίας.

Πλέον μέσα στον ίδιο τον θρόνο της Θεότητας υπάρχει αιώνια η ανθρώπινη σάρκα. «Συνεκάθισεν ἐν τοῖς ἐπουρανίοις» (Εφ. 2,6). Από εκεί και πέρα ο ουρανός δεν είναι ένας ξένος τόπος ούτε μια αφηρημένη μεταφυσική ιδέα. Έχει ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Χριστός ανέρχεται ώστε να καταστεί αιώνιος μεσίτης του ανθρώπου ενώπιον του Πατρός: «οὐδεὶς ἔρχεται πρὸς τὸν Πατέρα εἰ μὴ δι’ ἐμοῦ» (Ιω. 14,6). Και έτσι η Ανάληψη γίνεται η πλήρωση ολόκληρης της Θείας Οικονομίας.

Όχι το τέλος της παρουσίας του Θεού στον κόσμο, αλλά η αρχή μιας νέας μορφής υπάρξεως, όπου ο άνθρωπος καλείται ελεύθερα να μεταμορφώσει ακόμη και τον θάνατό του σε πέρασμα κοινωνίας.

Ο αναληφθείς Χριστός δεν εγκατέλειψε τη γη.

Την πήρε μυστικά μαζί Του.

Μάνος Λαμπράκης 

Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΙΑ ΤΩΝ ΚΑΙΡΩΝ ΜΑΣ

Μοιάζει ευεξήγητη, αν και στην πραγματικότητα είναι ακατανόητη η βία των καιρών μας. Παιδιά που δεν έχουν αναγνώριση από το σπίτι, που οι γονείς τα δίνουν όλα, χωρίς εκείνα να χρειαστεί να κοπιάσουν για κάτι ή για να στερηθούν, παιδιά με αδύναμο χαρακτήρα που παρασύρονται από τις παρέες τους, παιδιά που μιμούνται συμπεριφορές, που αισθάνονται σπουδαία όταν βιντεοσκοπούν και ανεβάζουν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης τα κατορθώματά τους, παιδιά χωρίς όρια που συναντούνε άλλα παιδιά εξίσου χωρίς όρια ή παιδιά αδύναμα, στα οποία μπορούν να κάνουν επίδειξη δύναμης. Παιδιά που δεν έχουν σχέση με τον Θεό, ακόμη κι αν δεν είναι άθεα, παιδιά που δεν νιώθουν τη σημασία των πνευματικών αξιών, της ανθρωπιάς, της αγάπης, της αλήθειας ως κλειδιών για τη ζωή τους, διότι και οι μεγάλοι εξίσου δεν νιώθουν, ώστε να πιαστούν και να ελπίσουν.

Κι όμως, είναι ακατανόητη η βία όταν έχουμε να κάνουμε με εικόνες Θεού. Όταν οι άνθρωποι γνωρίζουμε καλώς ότι έχουμε πλαστεί σύμφωνα με τον Δημιουργό μας και μας δόθηκε ως σκοπός το να Του μοιάσουμε, κι όμως διαλέγουμε την οδό της σκληρότητας, της απανθρωπιάς, του ελλείμματος της αγάπης, σαν να μην έχουμε φωνή Θεού μέσα μας, είναι ένας δρόμος που μοιάζει χωρίς προορισμό, χωρίς ερμηνεία, χωρίς ελπίδα. Είναι η αυτοθέωσή μας η αιτία που μας κάνει να μην πονάμε μ’ αυτόν που πονά; Είναι ο εγωισμός μας που μας κάνει να θέτουμε τη δόξα και την εξουσία πιο πάνω από τον πλησίον; Πάντως, αλλαγή δεν θα έρθει αν δεν θελήσουμε να ξαναβρούμε τον αυθεντικό μας προορισμό.

Είναι θέμα παιδείας αυτή η διαδρομή; Όσο κι αν η εποχή μας θέλει να είναι αισιόδοξη, είναι δεδομένο ότι η εκπαίδευση δεν αρκεί. Όπως δεν είναι αρκετό ένα μάθημα Θρησκευτικών για να πιστέψουν τα παιδιά στον Θεό, έτσι δεν είναι αρκετό ένα μάθημα ανοχής, συμπερίληψης, διαμεσολάβησης, για να κατανοήσουν και να ζήσουν τα παιδιά τη συνύπαρξη. Αν το εγώ κυριαρχεί άμεσα, με τη δύναμη και τη φιλοδοξία, ή έμμεσα, με την ανάγκη για αυτοβεβαίωση, ώστε να υπερβούμε την αυτολύπηση και την απόγνωση για αυτό που πιστεύουμε ότι δεν είμαστε, όσο μαθήματα κι αν παρακολουθήσουμε, δεν θα αλλάξει κάτι στη ζωή μας. Όση αγάπη κι αν πάρουμε, όσες ευκαιρίες κι αν μας δοθούν, εμείς θα επιμένουμε πεισματικά στον θρίαμβο του «εγώ» μας, που συχνά γίνεται καταστροφικό. Γιατί η βία είναι καταστροφή, όχι μόνο για τους άλλους, αλλά και για εμάς, όταν εκπορεύεται από εμάς. Ό,τι έχει να κάνει με εξουσία, άλλωστε, στην πραγματικότητα μπορεί να ικανοποιεί, αλλά δεν ομορφαίνει αληθινά τη ζωή, διότι ο εξουσιαστής ικανοποιεί το εγώ του, λησμονεί όμως ότι η αναγνώριση από τους άλλους έρχεται όταν μας αγαπούνε, όχι όταν μας φοβούνται. Διότι ο φόβος γεννά μνήμες και υπαγορεύει συμπεριφορές, δεν φέρνει όμως χαρά, που είναι η προϋπόθεση της ευτυχίας.

Η βία των καιρών μας, ενδοσχολική, οικογενειακή, πολεμική, κοινωνική, ψυχολογική, δεν γιατρεύεται δίχως αγάπη. Δίχως την επίγνωση ότι η πίστη έχει τη δύναμη να αλλάξει την πορεία της καρδιάς μας, διότι όποιος πιστεύει κάνει ένα βήμα πιο πέρα από το εγώ και γι’ αυτό δεν νικιέται από τον πειρασμό της επικράτησης. Ακόμη κι αν χάνει, οργανώνεται, υπερασπίζεται ό,τι αληθινό, προσπαθεί και πάλι να κερδίσει με τη χαρά του παιχνιδιού που κάθε σχέση συνεπιφέρει, με τη χαρά της μίμησης του Χριστού που αντέχει, συγχωρεί, επιμένει, δείχνοντας ότι η αγάπη είναι το κλειδί.

π. Θεμιστοκλής Μουρτζανός

Αναζητούσε λίγη δροσιά...

Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατά­νια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έ­ναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.

Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγε­λος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θά­νατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέ­στη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βι­βλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φως. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνα­τός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.

Δεν ή­ταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ο­μορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βα­βούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.

Christian Bobin