Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, όταν προσεγγίζεται μέσα από την αυστηρή λιτότητα των ευαγγελικών κειμένων, αποκαλύπτεται ως μυστήριο ασύλληπτης πυκνότητας. Η αφήγηση δεν επιδιώκει να ικανοποιήσει την ανθρώπινη περιέργεια, ούτε να εξαντλήσει το γεγονός με περιγραφικές λεπτομέρειες. Αντιθέτως, αφήνει το μυστήριο να σταθεί με τη γυμνή του δύναμη: ο λόγος του αγγέλου, η ταραχή της Παρθένου, η απορία της, η βεβαίωση ότι «Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σέ», και τέλος η άκρα συγκατάθεσή της, το «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου».
Εδώ δεν έχουμε απλώς μια ανακοίνωση μέλλοντος γεγονότος. Έχουμε τη στιγμή κατά την οποία η ιστορία του ανθρώπου παύει να είναι κλειστή μέσα στον θάνατο και γίνεται δεκτική της θείας εισόδου. Ο Ευαγγελισμός, έτσι, δεν είναι μόνο αρχή της κυήσεως του Χριστού, αλλά αρχή της νέας κτίσεως, η στιγμή κατά την οποία η ανθρώπινη φύση, στο πρόσωπο της Παρθένου, παύει να αντιστέκεται και γίνεται χώρα του Αχωρήτου.
Αυτή ακριβώς η ευαγγελική λιτότητα είναι και η μεγάλη θεολογική της αλήθεια. Το μυστήριο δεν προσφέρεται στη διάθεση της φαντασίας, αλλά ζητεί υπακοή, σιγή και εσωτερική καθαρότητα.
Το Ευαγγέλιο δεν επιθυμεί να μας δείξει πώς ακριβώς φαίνεται το άρρητο, αλλά να μας φέρει στο σημείο όπου το άρρητο γίνεται δεκτό. Γι’ αυτό και ο λόγος του είναι τόσο μετρημένος.
Η αλήθεια της ενανθρωπήσεως δεν χρειάζεται αφηγηματική αφθονία. Χρειάζεται μόνο τον χώρο της πίστεως. Εκεί όπου ο άνθρωπος θα ζητούσε περισσότερες εικόνες, περισσότερες εξηγήσεις, περισσότερα συναισθηματικά στηρίγματα, η Γραφή απαντά με μια σχεδόν ασκητική οικονομία λόγου, επειδή το αληθινό μυστήριο δεν παραδίδεται στην περιγραφική κατοχή, αλλά στην εκκλησιαστική εμπειρία.
Όταν όμως το ίδιο γεγονός περνά στην απόκρυφη παράδοση, βλέπει κανείς να ενεργείται μία ουσιώδης μετατόπιση. Όχι στο περιεχόμενο του μυστηρίου, αλλά στον τρόπο με τον οποίο το πλησιάζει η θρησκευτική συνείδηση. Η απόκρυφη αφήγηση γεννιέται από μια σχεδόν αναπόφευκτη επιθυμία: να πληρωθούν τα κενά, να φωτιστούν οι σιωπές, να επεκταθεί η ιερή σκηνή, να αποκτήσει το γεγονός προοίμιο, περιβάλλον, δραματουργία, αισθητή μορφή. Εκεί που το κανονικό Ευαγγέλιο αρκείται στο απολύτως αναγκαίο για τη σωτηρία, το απόκρυφο κείμενο επιθυμεί να δώσει μορφή στο πλεόνασμα της ευσεβείας. Θέλει να γνωρίσει τη ζωή της Παρθένου πριν από τον Ευαγγελισμό, να την τοποθετήσει σε ναό, σε αφιέρωση, σε προετοιμασία, σε αγγελική συναναστροφή. Θέλει να επεκτείνει το μυστήριο προς τα πίσω, σαν να μην αρκεί η στιγμή της θείας επισκέψεως, αν δεν προηγηθεί μια ολόκληρη ιερή ιστορία που να την δικαιώνει αφηγηματικά.
Έτσι, ο Ευαγγελισμός από γεγονός καθαρής σωτηριολογικής αποκαλύψεως γίνεται, στα απόκρυφα, και γεγονός ιερής δραματοποίησης. Ο άγγελος δεν αρκεί πλέον να φέρει τον λόγο. Περιβάλλεται από δόξα, από μυσταγωγικά στοιχεία, από παραδόξως λειτουργικές χειρονομίες, από εικόνες που θέλουν να αποδώσουν αισθητά το άρρητο. Η Παρθένος δεν είναι μόνο η Κεχαριτωμένη που ακούει και αποκρίνεται, αλλά και η προκαθαρμένη, η εκλεκτή από βρέφους, η τρεφομένη υπό αγγέλου, η προορισμένη από μακράς οικονομίας.
Εδώ ακριβώς αποκαλύπτεται μια βαθιά ανθρώπινη ανάγκη: επειδή το μυστήριο της ενανθρωπήσεως είναι τόσο μεγάλο, η ανθρώπινη ψυχή δυσκολεύεται να μείνει ενώπιον της λιτότητας του Ευαγγελίου και επιζητεί να το περιβάλει με αφηγηματική δόξα, με εικόνες, με θαυμαστά σημεία, με περισσότερη αισθητή ύλη.
Αυτό το πέρασμα έχει, βεβαίως, και ένα αληθινό πνευματικό ενδιαφέρον. Δείχνει ότι η ευσέβεια της Εκκλησίας δεν άντεξε να παραμείνει αδιάφορη μπροστά στη σιωπή των κανονικών κειμένων. Η καρδιά των πιστών θέλησε να επεκτείνει με αγάπη αυτό που η θεία σοφία είχε αφήσει λιτό.
Και όμως, εδώ βρίσκεται και το όριο. Γιατί όσο η αφήγηση πληθαίνει, τόσο υπάρχει ο κίνδυνος το μυστήριο να μεταβληθεί από τόπο προσκύνησης σε τόπο ευσεβούς περιέργειας. Η υπερπλήρωση μπορεί να εκφράζει πόθο, μπορεί να τρέφει τη λαϊκή ευσέβεια, μπορεί να εμπνέει την υμνογραφία και την τέχνη, αλλά δεν έχει την ίδια θεολογική αυστηρότητα με το ευαγγελικό κείμενο. Το Ευαγγέλιο σώζει με την αφαίρεσή του. Το απόκρυφο συγκινεί με την προσθήκη του. Το πρώτο μας διδάσκει την αλήθεια του γεγονότος. Το δεύτερο μας φανερώνει κυρίως την αδημονία του ανθρώπου μπροστά σε αυτή την αλήθεια.
Γι’ αυτό, ενόψει της αυριανής εορτής, ίσως το ουσιώδες δεν είναι να αναζητήσουμε όλο και περισσότερες λεπτομέρειες γύρω από το γεγονός, αλλά να μαθητεύσουμε πνευματικά στην ίδια τη μορφή με την οποία η Εκκλησία μάς το παραδίδει.
Ο Ευαγγελισμός δεν είναι ένα θρησκευτικό επεισόδιο της ιερής ιστορίας.
Είναι η άκρα ταπείνωση του Θεού και η άκρα καθαρότητα της ανθρώπινης συγκατάθεσης.
Είναι η στιγμή κατά την οποία ο ουρανός δεν συντρίβει τη γη, αλλά την παρακαλεί.
Η σωτηρία ζητείται. Και η ανθρωπότητα, στο πρόσωπο μιας Παρθένου, απαντά ελεύθερα. Αυτό είναι το ασύλληπτο βάθος του μυστηρίου: ότι η σάρκωση του Λόγου δεν αρχίζει όχι με θόρυβο, αλλά με εκείνη τη λεπτή και φοβερή σιωπή μέσα στην οποία μια κόρη της Ναζαρέτ γίνεται η πύλη της σωτηρίας του κόσμου.
Έτσι, όταν ο Ευαγγελισμός μένει στην ευαγγελική του λιτότητα, φανερώνεται ως καθαρό γεγονός θείας αλήθειας. Όταν περνά στην απόκρυφη αφηγηματική υπερπλήρωση, αποκαλύπτεται και ως αντικείμενο ιερού πόθου, ως μυστήριο που ο άνθρωπος δεν παύει να περιβάλλει με λόγο, εικόνα και συγκίνηση.
Το πρώτο μας διδάσκει πώς ενεργεί ο Θεός.
Το δεύτερο μαρτυρεί πώς νοσταλγεί ο άνθρωπος αυτό που ο Θεός ενεργεί.
Αλλά η τελική αλήθεια ανήκει στη σιωπηλή δύναμη του Ευαγγελίου: εκεί όπου ο λόγος λιγοστεύει, όχι επειδή το μυστήριο είναι μικρό, αλλά επειδή είναι άπειρο.
Μάνος Λαμπράκης