Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2026

Κυριακή Ε΄ Λουκά...

 Λουκ. 16,19–31

Στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από μια στοά, ένας ιερέας κάθεται δίπλα σε έναν άστεγο και του διαβάζει την παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Ο άνθρωπος έχει ακουμπήσει τα πράγματά του σε μια πλαστική σακούλα. Δίπλα του ένα χάρτινο ποτήρι με λίγο καφέ, ένα παλιό μπουφάν, κάτι που μοιάζει με κουβέρτα. Οι περαστικοί διασχίζουν τη στοά, άλλοι βιαστικοί, άλλοι με εκείνη την επιτηδευμένη αδιαφορία που αποκτά κανείς όταν έχει συνηθίσει να βλέπει τη δυστυχία σε δημόσια θέα. Ο ιερέας διαβάζει: «Ἄνθρωπός τις ἦν πλούσιος». Ο άστεγος ακούει. Κανείς δεν γνωρίζει τι σκέφτεται. Ούτε αν πιστεύει. Ούτε αν επιθυμεί να ακούσει μια θρησκευτική ιστορία εκείνη την ώρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η παραβολή έχει ήδη αποκτήσει έναν ακροατή που γνωρίζει από πρώτο χέρι όσα οι υπόλοιποι θα επιχειρήσουν να ερμηνεύσουν.

Θα μπορούσε να είναι μια απολύτως ευτυχισμένη ημέρα. Το τραπέζι στρωμένο, η πορφύρα πάνω στο σώμα, το σπίτι γεμάτο ανθρώπους που γνωρίζουν πότε πρέπει να γελάσουν και πότε να σωπάσουν. Κάποιος φροντίζει το κρασί, κάποιος άλλος την είσοδο. Έξω ένας άνθρωπος πεινάει. Το Ευαγγέλιο δεν πληροφορεί αν ακούγεται μουσική από το σπίτι, αν οι καλεσμένοι συζητούν πολιτικά, αν ο οικοδεσπότης θεωρεί τον εαυτό του ευσεβή. Πληροφορεί κάτι χειρότερο. «Εὐφραινόμενος καθ᾿ ἡμέραν λαμπρῶς». Κάθε ημέρα. Η ευτυχία έχει αποκτήσει πρόγραμμα. Και ο άνθρωπος έξω από την πόρτα αποτελεί μέρος αυτού του προγράμματος, όπως τα σκαλοπάτια, οι υπηρέτες, τα υπολείμματα του φαγητού. Τον βλέπουν τόσο συχνά ώστε δεν χρειάζεται πια να τον κοιτάζουν.

«Ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ». Το ρήμα αρκεί για να διακόψει την αφήγηση. Είχε ριχτεί. Ποιος τον έφερε; Ποιος αποφάσισε ότι αυτός είναι ο κατάλληλος τόπος για έναν άνθρωπο με ανοιχτές πληγές; Ο ευαγγελιστής δεν απαντά. Η απουσία προσώπου πίσω από την πράξη της εγκατάλειψης είναι ανατριχιαστικά οικεία. Κανείς δεν υπέγραψε την εξορία του Λαζάρου, κανείς δεν εμφανίζεται να αναλαμβάνει την ευθύνη της παρουσίας του εκεί. Βρέθηκε στον πυλώνα. Όπως βρίσκονται άνθρωποι έξω από νοσοκομεία, σε πεζοδρόμια, σε δωμάτια που δεν θερμαίνονται, σε δημόσιες υπηρεσίες όπου επιστρέφουν κρατώντας τον ίδιο φάκελο. Κάποια στιγμή η εγκατάλειψη παύει να χρειάζεται έναν αναγνωρίσιμο δράστη. Αρκεί να συνεχίζεται. Ο άνθρωπος της αθηναϊκής στοάς γνωρίζει τη διαφορά ανάμεσα στο να βρίσκεται κανείς κάπου και στο να έχει έναν τόπο όπου μπορεί να επιστρέψει.

Ο πλούσιος δεν έχει όνομα. Έχει ύφασμα. «Πορφύραν καὶ βύσσον». Η κοινωνία τον αναγνωρίζει από την επιφάνεια του σώματός του, από όσα μπορεί να αγοράσει για να το περιβάλει. Ο άλλος έχει έλκη. Και όνομα. Λάζαρος. Ελεάζαρ. «Ο Θεός βοήθησε». Παράξενο όνομα για έναν άνθρωπο που φαίνεται να μην έχει βοηθηθεί από κανέναν. Η ευαγγελική αφήγηση αρνείται να αποδεχθεί ότι η κοινωνική θέση αποτελεί την τελευταία αλήθεια ενός ανθρώπου. Ο πλούσιος μπορεί να εξασφαλίσει δημόσια αναγνώριση, αλλά παραμένει ανώνυμος μέσα στην παραβολή. Ο Λάζαρος, που δεν διαθέτει τίποτε, διασώζεται με το όνομά του. Στην αθηναϊκή στοά ο άστεγος έχει επίσης όνομα, ιστορία, πιθανότατα ανθρώπους που κάποτε τον γνώριζαν διαφορετικά. Ο ιερέας θα μπορούσε να αρχίσει από εκεί. Να τον ρωτήσει πώς τον λένε. Να περιμένει την απάντηση, εφόσον εκείνος επιθυμεί να τη δώσει.

Και οι σκύλοι. «Ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ». Η λεπτομέρεια αντιστέκεται σε κάθε εύκολη εξιδανίκευση. Το πληγωμένο σώμα έχει μείνει εκτεθειμένο, διαθέσιμο ακόμη και στην επαφή των ζώων. Το Ευαγγέλιο επιμένει στη σάρκα, εκεί όπου η δημόσια γλώσσα προτιμά να αναφέρεται σε κοινωνικά ζητήματα, ανθρωπιστικές αξίες και ευγενείς προθέσεις. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, στους λόγους του για τον Λάζαρο, αντιμετωπίζει τη φτώχεια με την αυστηρότητα ενός ανθρώπου που γνωρίζει ότι η ευσέβεια μπορεί να συνυπάρχει με την απανθρωπία. Η πείνα αφορά το ψωμί που λείπει από ένα συγκεκριμένο στόμα. Το σώμα του Λαζάρου πονάει. Και ο πόνος του δεν γίνεται λιγότερο πραγματικός επειδή κάποιος διαθέτει μια εξαιρετική θεολογία για να τον εξηγήσει. Ο άστεγος της στοάς δεν χρειάζεται να αποτελέσει παράδειγμα για να αποκτήσει η δυστυχία του θεολογική σημασία. Χρειάζεται να μπορεί να φάει, να κοιμηθεί με ασφάλεια, να πλυθεί, να μην αρρωστήσει αβοήθητος.

Η πολιτική έχει αποκτήσει μια σχεδόν ακαταμάχητη γλώσσα αναγκαιότητας. Προσαρμογή, εξορθολογισμός, δημοσιονομική πειθαρχία, ανάπτυξη, προσωρινές στερήσεις. Προσωρινές για ποιον; Για εκείνον που έχει ήδη στρωμένο τραπέζι ή για εκείνον που περιμένει τα ψίχουλα; Η γνώση της φτώχειας δεν συνιστά από μόνη της ανάληψη ευθύνης. Μια κυβέρνηση μπορεί να γνωρίζει με αξιοσημείωτη ακρίβεια πόσοι άνθρωποι στερούνται τα αναγκαία και να εξακολουθεί να τους αντιμετωπίζει ως διαχειριστικό μέγεθος. Μια οικονομία μπορεί να παρουσιάζει επιτυχίες, ενώ η κατοίκηση μετατρέπεται σε προνόμιο και η εργασία αδυνατεί να εξασφαλίσει αξιοπρεπή διαβίωση. Το ερώτημα αφορά τις αποφάσεις που παράγουν ή συντηρούν αυτή την αντίφαση. Ο πλούσιος της παραβολής δεν χρειαζόταν να αρνηθεί την ύπαρξη του Λαζάρου. Του αρκούσε να μην αλλάξει τίποτε εξαιτίας της. Και μια κοινωνία μπορεί να γνωρίζει πολύ καλά ποιοι άνθρωποι κοιμούνται στους δρόμους της, αρκεί να έχει αποφασίσει ότι η παρουσία τους δεν διαταράσσει την εικόνα της επιτυχίας της.

Πεθαίνουν και οι δύο. Ο Λουκάς γίνεται σχεδόν ανελέητα λιτός. Ο φτωχός παραλαμβάνεται από τους αγγέλους, ο πλούσιος πεθαίνει και θάβεται. Πόση κοινωνική ιστορία χωρά σε αυτό το «καὶ ἐτάφη»! Μια κανονική κηδεία, άνθρωποι που μιλούν για την επιτυχία του νεκρού, τη γενναιοδωρία του προς τους οικείους, την αξιοπρέπεια της οικογένειας. Τίποτε από αυτά δεν αναφέρεται στο Ευαγγέλιο. Ανήκουν στις γνώριμες συμβάσεις του δημόσιου επαίνου, που τόσο συχνά συνοδεύουν τον θάνατο των ισχυρών. Για τον Λάζαρο δεν αναφέρεται ταφή. Η αφήγηση ενδιαφέρεται για μια άλλη υποδοχή, την οποία κανένας κοινωνικός θεσμός δεν μπορούσε να οργανώσει. Οι άγγελοι παραλαμβάνουν εκείνον που η γη είχε αφήσει έξω από την πόρτα. Η αντιστροφή δεν εξαγιάζει την εξαθλίωση. Ο Θεός δεν χρειάζεται την ανθρώπινη δυστυχία για να αποκαλύψει τη δικαιοσύνη Του. Η παραβολή, ωστόσο, αφαιρεί από τις επίγειες ιεραρχίες το δικαίωμα να εμφανίζονται ως η τελική κρίση για την αξία ενός ανθρώπου.

Τώρα ο πλούσιος βλέπει. Από μακριά, αλλά βλέπει. «Πέμψον Λάζαρον». Τον ήξερε. Ήξερε πώς τον έλεγαν. Η παρουσία του Λαζάρου δεν ήταν άγνωστη και η δυστυχία του δεν ήταν αδύνατον να αναγνωρισθεί. Ακόμη και μέσα στην οδύνη, ο πλούσιος ζητεί να μετακινηθεί ο Λάζαρος, να βρέξει το δάχτυλό του, να προσφέρει ανακούφιση. Έπειτα να πάει στους πέντε αδελφούς του. Το ενδιαφέρον για την οικογένειά του παραμένει πραγματικό στοιχείο της αφήγησης. Αλλά ο Λάζαρος εξακολουθεί να εμφανίζεται ως ο άνθρωπος που πρέπει να σταλεί. Η συνήθεια να θεωρείται διαθέσιμη η ζωή κάποιου άλλου μπορεί να επιβιώνει ακόμη και όταν η εξουσία έχει απολέσει τα εξωτερικά της στηρίγματα. Στην αθηναϊκή στοά ο ιερέας εξακολουθεί να κρατά το Ευαγγέλιο. Ο άνθρωπος δίπλα του δεν έχει αναλάβει καμία υποχρέωση να τον ακούσει, να συγκινηθεί ή να επιβεβαιώσει την ποιμαντική του πρόθεση. Ακόμη και η καλοσύνη μπορεί να απαιτεί από τον άλλον έναν ρόλο που εκείνος δεν επέλεξε.

«Χάσμα μέγα ἐστήρικται». Η φράση δεν προσφέρεται για αυθαίρετες βεβαιότητες σχετικά με τον μεταθανάτιο προορισμό συγκεκριμένων ανθρώπων. Ούτε επιτρέπει να μεταβληθεί ο Θεός σε παντοδύναμο διαχειριστή βασανιστηρίων. Ο Άγιος Ισαάκ ο Σύρος έχει αφήσει μια δυσκολότερη θεολογική παρακαταθήκη για την αγάπη του Θεού και την οδύνη της ανθρώπινης αποξενώσεως. Το χάσμα παραμένει μέσα στην παραβολή και δεν μπορεί να εξουδετερωθεί. Κάτι από την ανθρώπινη ζωή αποκτά διάρκεια που υπερβαίνει την πρόσκαιρη αυτοδικαίωση. Οι σχέσεις που αρνήθηκε κανείς, οι άνθρωποι που χρησιμοποίησε, η αγάπη που ανέβαλε δεν εξαφανίζονται επειδή κάποτε αποφάσισε να παρουσιάσει διαφορετικά τον εαυτό του. Το εσχατολογικό χάσμα δεν ταυτίζεται απλώς με την κοινωνική απόσταση του πυλώνα. Η συνάφειά τους, ωστόσο, καθιστά φοβερή την ευθύνη του παρόντος. Όσο ο άνθρωπος ζει, η πόρτα μπορεί ακόμη να ανοίξει. Και η απόσταση που χωρίζει δύο ανθρώπους μπορεί ακόμη να διανυθεί.

Ο Χριστός απουσιάζει ως πρόσωπο από τη σκηνή που αφηγείται, ενώ είναι Εκείνος που την αφηγείται. Η λεπτομέρεια μεταβάλλει ολόκληρη την ανάγνωση. Ο Υιός του Θεού μιλά για έναν άνθρωπο που πεινούσε μπροστά σε μια κλειστή πόρτα. Στο κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο ακούγεται το φοβερό «ἐμοὶ ἐποιήσατε». Η σχέση προς τον Χριστό συνδέεται με όσα πράττονται απέναντι στον ελάχιστο. Η Εκκλησία δεν μπορεί να διατηρεί αυτή τη φράση στη λατρευτική της μνήμη και να θεωρεί δευτερεύουσα την πραγματική πείνα. Μια λειτουργία με λαμπρά άμφια, εξαίρετη ψαλμωδία και άρτια εκκλησιαστική τάξη δεν απαλλάσσει κανέναν από την ευθύνη για τον άνθρωπο που περιμένει έξω. Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος δεν θα χρειαζόταν μια σύγχρονη θεωρία του κοινωνικού αποκλεισμού για να αναγνωρίσει το πρόβλημα. Θα ζητούσε να μάθει ποιος έφαγε σήμερα. Και ο ιερέας της στοάς, προτού συνεχίσει την ανάγνωση, θα μπορούσε να αφήσει το βιβλίο για λίγο στην άκρη και να ρωτήσει τον άνθρωπο δίπλα του τι χρειάζεται.

Στο τέλος ο πλούσιος ζητεί να επιστρέψει ένας νεκρός, να παρουσιασθεί στους πέντε αδελφούς και να τους προειδοποιήσει. «Οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται». Ο Χριστός αφηγείται μια ιστορία στην οποία ούτε η επιστροφή ενός νεκρού εγγυάται τη μετάνοια. Υπό το φως της δικής Του Αναστάσεως, η φράση αποκτά συγκλονιστική χριστολογική ένταση. Η θεία αποκάλυψη δεν εξαναγκάζει την ανθρώπινη ελευθερία. Κάποιος μπορεί να πιστεύει στην ανάσταση των νεκρών και να μην έχει προσφέρει ποτέ ένα πιάτο φαγητό στον ζωντανό που βρίσκεται δίπλα του. Μπορεί να γνωρίζει ολόκληρη τη θεολογική ορολογία, να υπερασπίζεται την παράδοση, να επικαλείται τους Πατέρες και να περνά κάθε ημέρα από τον ίδιο πυλώνα. Ο ευαγγελιστής δεν πληροφορεί τι απέγιναν οι πέντε αδελφοί. Τους αφήνει ζωντανούς, μέσα στον χρόνο της αποφάσεως.

Η ανάγνωση τελειώνει. Η στοά εξακολουθεί να έχει κίνηση, τα καταστήματα λειτουργούν, οι άνθρωποι επιστρέφουν στις υποχρεώσεις τους. Ο ιερέας σηκώνεται ή παραμένει καθισμένος. Ο άστεγος εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί. Καμία ευαγγελική αφήγηση δεν καταργεί αυτομάτως την ανάγκη του για στέγη, τροφή, περίθαλψη, ανθρώπινη συντροφιά. Ο πλούσιος ζητούσε να επιστρέψει κάποιος από τους νεκρούς για να προειδοποιήσει τους ζωντανούς. Ο Χριστός είχε ήδη τοποθετήσει έναν ζωντανό μπροστά στην πόρτα του.

Τον έλεγαν Λάζαρο.

Και ο πλούσιος γνώριζε το όνομά του.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2026

Δώσε, Κύριε...

Ξημέρωσε ήλιο, διαβατάρικα σύννεφα, διάφανες μισοτελειωμένες λύπες, ολόκληρες κεκραμένες χαρές, ανέμελα ντυμένα ελπίδα παιδιά, όνειρα απλήρωτα και άλλα πεπληρωμένα, άνθρώπους ιπτάμενους σε έβδομο ουρανό, ανθρώπους σκυμένους σε ανάγκη ταπεινωτική.

Ξημέρωσε όπως κάθε μέρα μια προσευχή.

Κάνε, Κύριε, της ζωής να διέλθω αεράκι ήσυχο ανάμεσα στους ανθρώπους και σήμερα εγώ. Να χαϊδέψω πονέμενες ψυχές, τσακισμένα ν᾽ αλαφρώσω απ᾽τη βέβηλη μοναξιά κορμιά.

Δώσε, Κύριε, νάχω δύναμη ικανή να μην δω τον κόσμο εταστικά. Πταίσματα και ασχήμιες του κόσμου να σκεπάσω με θωπευτική ματιά, να συγχωρήσω με "λερωμένους" και "καθαρούς". Κάνε Κύριε κανένα να μη διακρίνω, από κανένα να μη διακριθώ. Σκυμένος στό τάμα της ζωής, κάνε Κύριε, τη μέρα να πορευτώ φέροντας αγόγγυστα αλλότρια βάρη, κερνώντας, κι ας μην την κατέχω πολλή, απλόχερα χαρά.

Κάνε, Κύριε της ειρήνης, αεράκι ήμερο την σήμερον ημέρα να διαβώ, κι αν είναι, ας νυχτώσω με φοβερές στα στήθια μου αναβλύζουσες στάλες ελπίδας πληγές...

Γιώργος Κόρδης

Τῆς αὐτολατρείας...

«Ἐπέστη ὁ καιρὸς τῆς αὐτολατρείας καὶ πᾶσαι αἱ ἄλλαι θρησκεῖαι κατηργήθησαν...».

[Αλ. Παπαδιαμάντης, Η ωραία Αυγούστα]

Μας αρέσει όταν η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής συζητιέται...

Υπάρχουν έννοιες στην Ορθοδοξία που ελκύουν την καρδιά μας αλλά δεν μας είναι πάντοτε ξεκάθαρες, δεν μας αποκαλύπτονται μέχρι τέλους. Μας αρέσει όταν η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής συζητιέται, αλλά λίγοι άνθρωποι κατανοούν τι σημαίνει. Πράγματι, πρέπει να συμμετέχουμε σ' όλες τις Ακολουθίες για να εκκλησιαστικοποιήσουμε τη ζωή μας; Η να κρεμάσουμε μίαν εικόνα σε κάθε δωμάτιο και να καίμε μπροστά της ένα καντήλι; Όχι, η εκκλησιαστικοποίηση της ζωής είναι η αίσθηση του κόσμου όλου σαν μια εκκλησία, στολισμένη με εικόνες που θα πρέπει να ευλαβούμαστε, να τιμούμε και ν' αγαπούμε, γιατί αυτές οι εικόνες είναι αληθινές εικόνες του Θεού που έχουν την αγιότητα του ζωντανού Θεού πάνω τους. Είναι οι γύρω μας άνθρωποι... Αυτοί που ενδεχομένως μας στέλνει ο Θεός κάθε μέρα στη ζωή μας...

ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΡΙΣΙΩΝ (ΣΚΟΜΠΤΣΟΒΑ)

Παρασκευή 23 Οκτωβρίου 2026

Μικρό χρονικό...

Μνήμη Ανακομιδής των ιερών λειψάνων του Πολιούχου μας Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου, «του εν Ιωαννίνοις αθλήσαντος».

Τῇ ΚΣΤ' τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ ἀνάμνησις τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Νεομάρτυρος Γεωργίου τοῦ ἐξ Ἰωαννίνων, γενομένης ἐν ἔτει 1971.

Ἐκ γῆς τὰ ὀστέα σου οἷάπερ ἄνθη,

Γεώργιε ὤφθησαν ἀθανασίας.

Εἰκάδι ἕκτῃ Γεωργίου φαάνθησαν ὀστᾶ γῆθεν...

Εικόνα Πρώτη: Το προοίμιον...

«Την 25η Οκτωβρίου 1971… πραγματοποιήθηκε η ανακόμιση των τιμίων λειψάνων του Νεομάρτυρος Γεωργίου.

Ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Σεραφείμ (1958 - 1974, είτα Αθηνών) “θεία νεύσει” και από ιδιαίτερη προς το νεομάρτυρα ευλάβεια κινούμενος, απεφάσισε, μετά από πολλή σκέψη και προσευχή, να προχωρήσει στην ανακομιδή των λειψάνων του αγίου.

Προσκάλεσε τότε το χριστεπώνυμο πλήρωμα και όλους τους Μητροπολίτες των θεοσώστων επαρχιών της Ηπείρου (Νικοπόλεως και Πρεβέζης Στυλιανό, Άρτης Ιγνάτιο, Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανής και Κονίτσης Σεβαστιανό Παραμυθίας, Φιλιατών και Γηρομερίου Παύλο, Γρεβενών Χρυσόστομο και τον Κερκύρας Πολύκαρπο… να παραστούν στις τελετές της ανακομιδής των λειψάνων του νεομάρτυρα…

Τα ανακομιζόμενα, ως άνθη εαρινά, οστά του μάρτυρος ο Πρωτοσύγκελος -ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Θεόκλητος- παρέδιδε στους παρεστώτας εν κατανύξει αρχιερείς, οι οποίοι τα παρέδιδαν στον Ιωαννίνων Σεραφείμ. Ο οικείος Μητροπολίτης ένδακρυς παρελάμβανε αυτά…

Βαθεία συγκίνηση προκλήθηκε, όταν ο Πρωτοσύγκελος ανεκόμισε με φόβο και ευλάβεια την τιμία κάρα του αγίου, την οποία, αφού ασπάστηκε εν συντριβή, παρέδωσε στον Μητροπολίτη του…» (Κ. Π. Βλάχος, «Βίος του αγίου ενδόξου νεομάρτυρος Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις» - Ιωάννινα 2000).

«Ο εκ Τερόβου των Ιωαννίνων Άγιος Ιωάννης, ο Επίσκοπος Φαναρίου Σεραφείμ, ο εκ Μετσόβου Άγιος Νικόλαος, ο Σαμαριναίος Μοναχός Δημήτριος, ο εκ της επαρχίας Γρεβενών Άγιος Γεώργιος και εν Ιωαννίνοις μαρτυρήσας, υπήρξαν οι πολύεδροι αδάμαντες, οίτινες συνέθεσαν το περιδέραιον των ινδαλμάτων του Γένους και της Εκκλησίας, με αποκορύφωμα αγώνων και διδαχής τον Άγιον Κοσμάν...» (Απόσπασμα από το Αντί Προλόγου σημείωμα του μακαριστού Μητροπολίτου Ιωαννίνων Σεραφείμ (και μετέπειτα Αρχιεπισκόπου Αθηνών) στο βιβλίο του Δημ. Β. Σιωμόπουλου «ΟΙ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΑΙ Η ΕΘΝΙΚΗ ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ», έκδοση της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων).

Εικόνα Δεύτερη: Η έντονη ανησυχία και οι φόβοι του Σεραφείμ...

Είχαν περάσει εκατόν τριάντα τρία χρόνια από το «δι’ αγχόνης» φρικτό μαρτύριο του Αγίου μας, στις 17 Γενάρη του 1838, όταν ο μακαριστός -από Άρτης- Μητροπολίτης Ιωαννίνων (και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος) κυρός Σεραφείμ Τίκας αποφάσισε να προβεί στην ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Νεομάρτυρα Γεωργίου, γεννημένου στο χωριό Τζούρχλι των Γρεβενών το 1808.

Με φόβο Θεού, μεγάλη αγάπη στον άγιο Γεώργιο και βαθύ αίσθημα ποιμαντικής ευθύνης, απευθύνεται τότε στο εμπιστευθέν του ποίμνιο:

«Συνέχει βαθεία συγκίνησις την καρδίαν μου και πληροί την ψυχήν μου δέος και φόβος ιερός, διότι επεφύλαξεν εις εμέ την μεγάλην αυτήν τιμήν ο Ύψιστος, να ψαύσω ο ελάχιστος εγώ και να αποθέσω ο ανάξιος δούλος του, τα Ιερά Λείψανα εκ του τάφου εις τη οικείαν θέσιν των…», έγραφε σε εγκύκλιο επιστολή του προς το «χριστεπώνυμον πλήρωμα της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων», με ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1971.

Και ο Ιωαννίνων Σεραφείμ, συνέχιζε:

«Στηρίξατέ με τεκνά μου εν Κυρίω αγαπητά και ενισχύσατέ με εις το μέγα τόλμημα, όπερ επιχειρώ, της εκταφής του Πολιούχου ημών, δια των θερμών προσευχών σας…».

Τελικά, ο Θεός, με τις πρεσβείες του Αγίου, αξίωσε το μακαριστό ιεράρχη, επί της αρχιερατείας του να ανακομισθούν τα ιερά λείψανα του Πολιούχου μας Αγίου Γεωργίου, τέτοιες μέρες, στις 26 Οκτωβρίου του 1971...

Εικόνα Τρίτη: Ο Πρωτοσύγκελος Θεόκλητος...

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Θεόκλητος (1975 - 2014), ως Πρωτοσύγκελος της Ι. Μ. Ιωαννίνων, από το 1968 ως την εκλογή του, ήταν εκείνος που εισήλθε στον τάφο και πραγματοποίησε -χάριτι Θεού- την Ανακομιδή των ιερών λειψάνων του Νεομάρτυρα Αγίου Γεωργίου, την 26η Οκτωβρίου του 1971, εκατόν τριάντα τρία χρόνια από τη 17η Γενάρη του 1838, όταν ο Γεώργιος άφησε την τελευταία του πνοή.

Είναι δε χαρακτηριστική η ιστορική φωτοστιγμή, που αποτύπωσε αυτή την ιερή πράξη του Πρωτοσυγκέλου, με τον ίδιο να κρατά στα χέρια του την κάρα του Αγίου Γεωργίου και να την ασπάζεται με ευλάβεια και συντριβή:

«Τελουμένης δε της εκταφής ταις του Πρωτοσυγκέλου χερσίν, ου η κλήσις Θεόκλητος... μετά πολυχρόνιον ταφήν, τα σα λείψανα τα σεπτά, οσίαις χερσίν ανακομισθέντα εκ λαγόνων της γης, χαράς έπλησαν πάντας…

Βαθεία συγκίνηση προκλήθηκε, όταν ο Πρωτοσύγκελος ανεκόμισε με φόβο και ευλάβεια την τιμία κάρα του αγίου, την οποία, αφού ασπάστηκε εν συντριβή, παρέδωσε στον Μητροπολίτη του…» (Κ. Π. Βλάχος, «Βίος του αγίου ενδόξου νεομάρτυρος Γεωργίου του εν Ιωαννίνοις», 2000).

Πολλά χρόνια μετά, το 1991, ο μακαριστός δεσπότης μας αναμιμνησκόμενος των μεγαλειωδών στιγμών που ο Άγιός μας του επέτρεψε να βιώσει τη Μεγάλη εκείνη νύχτα, αποτύπωνε με ενάργεια τις μνήμες του στο χαρτί:

«Επιφωσκούσης της εικοστής έκτης Οκτωβρίου, πάσα η πόλις των Ιωαννίνων… προσπελάζοντας τον Τάφο του Νεομάρτυρα Γεωργίου, του εν Ιωανίννοις αθλήσαντος, για να αναλάβει εξ’ αυτού τα καθαγιασθέντα λείψανα του τιμίου σκηνώματος του πολιούχου της… και να αποδώσει την προσήκουσαν τιμήν στα λείψανα του προστάτη της Αγίου, να εκφράσει το θαυμασμό και το δέος, να καταθέσει ικεσίαν εκτενή, για να κερδίσει την πρεσβεία Του, ώστε να καταξιωθεί της, έστω και για ελάχιστα, προσπέλασης στο χώρο του Αγίου και της Θεότητας…» (Λεύκωμα της Ανακομιδής, μια έκδοση του Ι. Ν. Αγίου Αθανασίου («της Μητροπόλεως») Ιωαννίνων.

Εικόνα τέταρτη: Η Λιτανεία...

Τα χαριτόβρυτα λείψανα του Νεομάρτυρα λιτανεύονται σε μια πάνδημη λιτανεία, που όμοιά της δεν είχε και δεν έχει πραγματοποιηθεί, την 26η Οκτωβρίου του 1971 στην πόλη που έζησε, εργάστηκε, αγάπησε και μαρτύρησε. Η ευλογία τους διάχυτη στους πλημμυρισμένους από κόσμο δρόμους των Ιωαννίνων, από τον άγιο Αθανάσιο (της Μητρόπολης) ως το νεόδμητο προσκυνηματικό ναό του αγίου Γεωργίου στην πλατεία Πάργας και η εναπόθεσή τους εκεί, όπου βρίσκονται και προσκυνούνται μέχρι σήμερα.