Δευτέρα 13 Ιουλίου 2026

Μνήμη Φώτη Κόντογλου (+13-7-1965)

«ΑΥΣΤΗΡΟΙ ΚΑΙ ΠΙΚΡΟΙ ΣΤΟΧΑΣΜΟΙ»

«Χρόνια τώρα κάνω ὑπομονή, γιὰ νὰ ἀποθρασύνουνται ὁλοένα αὐτὰ τὰ φουσκωμένα χαρτοφάναρα. Ἡ Ἑλλάδα εἶναι ἐκεινοῦ ποὺ δωρίζει σ' αὐτὴ ἔργα τιμημένα, καμωμένα μὲ αἷμα καὶ μὲ ὑπομονή, ἔργα ποὺ τὰ κάνει μονάχα ἡ ἀγάπη. Δὲν ἔχει κανένα δικαίωμα ἀπάνω στὴν Ἑλλάδα ὁ «γυμνοσάλιαγκας», ποὺ τὸν καθίζει στὴν «ἕδρα» κάποιος ἀσήμαντος πολιτικός. Αὐτὰ τὰ πρόσωπα ποὺ λέγω, τὰ πήρανε δὲν ξέρω ποιοὶ ἀπὸ τὶς ἐπαρχίες, κάτι δασκαλάκια φοβισμένα, καὶ τὰ θρονιάσανε στὰ ὑπουργεῖα, στὰ Πανεπιστήμια καὶ στ᾿ ἄλλα πόστα τῆς πολιτείας, καὶ γινήκανε, αὐτὰ τὰ ψοφήμια, θηρία ἀνήμερα, νὰ καταξεσκίσουν κάθε ἄξιον ἐργάτη.
Λοιπὸν σήμερα, ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸ χαροπάλεμα, στέκομαι ἐδῶ ὁλόρθος, γιατὶ ἔδωσα πολλὰ στὸν τόπο μου, καὶ φωνάζω δυνατά: Καθαρίσετε ἀπὸ τὴν πνευματικὴ πανούκλα τὴ δυστυχισμένη τὴν Ἑλλάδα, γιὰ νὰ μπορέσουνε να δουλέψουνε οἱ ἄξιοι δουλευτάδες. Τὰ σκουλήκια ποὺ εἶπα, γιὰ νὰ σώσουνε τὴν τιποτένια ὕπαρξή τους, δὲν ἀφήνουνε καμμιὰ ἄξια ψυχὴ νὰ ὀρθοπηδήσει, ἀπὸ συμφέρον κι ἀπὸ φθόνο. Ὅλοι τοῦτοι οἱ πνευματικοὶ σαλταδόροι ἔχουνε πιάσει τὰ πόστα, ὅλα τὰ πόστα, κι ἡ δύναμή τους εἶναι ἡ ἱερὴ συμμαχία ποὺ ἔχουνε κάνει μεταξύ τους, ἐνῶ ὁ καθένας εἶναι σὰν μιὰ μυτζήθρα, ποὺ παριστάνει τὸ κάστρο. ᾿Αλλὰ εἶναι δεμένοι μεταξύ τους, ὅπως εἶναι οἱ κάμπιες κολλημένες ἡ μιὰ στὸν πισινὸ τῆς ἄλλης. Μόλις τὶς χωρίσει κανένας ψοφάνε. Ἔτσι πρέπει νὰ γίνει καὶ μὲ τὶς ἀνθρωποκάμπιες ποὺ μαραζώνουνε τὸ πνευματικὸ ὁλόδροσο δέντρο τῆς φυλῆς μας.
Φωνάζω δυνατά, γιατὶ εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἀπόχτησα τὴν τιμὴ καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ λαοῦ μας, μὲ τὴν ἀφοσίωση ποὺ ἐπιδόθηκα σὲ ἐκεῖνα ποὺ πίστεψα καὶ ποὺ δὲν τ᾿ ἀρνήθηκα ποτέ. Μήτε ἀξιώματα, μήτε θέσεις, μήτε σιχαμερὲς πρωτοκαθεδρίες παραδέχτηκα. ᾿Αλλὰ ὅμως, τοὺς φοβήθηκα αὐτοὺς τοὺς μυρμηγκοφάγους ποὺ φωλιάζουνε μέσα στὰ χαρτιά, στὰ ὑπουργεῖα καὶ στ᾿ ἄλλα γραφεῖα.
Σήμερα ποὺ ἔφθασα «μέχρι τῶν πυλῶν τοῦ θανάτου», τοὺς καταγγέλλω στὸν λαό μας, ἀπὸ πόνο βαθύ. Εἶναι νεκροθάφτες τῆς κάθε ἀξίας. Πῶς, λοιπόν, παραδόθηκε ἡ Ἑλλάδα σ' αὐτούς; Ας φαντασθεῖ κανεὶς μοναχὰ πὼς τὰ ἔργα τῆς ἁγιογραφίας, γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησα, στερήθηκα, κοπίασα, πέθανα, τὰ κρίνουν σήμερα ἄνθρωποι ποὺ ξέρουνε ἀπὸ βυζαντινή τέχνη ὅσο γνωρίζω ἐγὼ κινέζικα. Καὶ μοιράζουνε «τὶς δουλειές», ἐκεῖ ποὺ θέλει τὸ κέφι τους, δίχως νὰ ρωτήσουν κανέναν.
Τίμια ἀδέρφια μου, Ἕλληνες καθαρογεννημένοι, ξερριζῶστε αὐτὰ τὰ φαρμακερὰ βρωμοχόρταρα!»
 
[Μυστικὰ ῎Ανθη, σ. 337-338. Εκδόσεις Αστέρος, 1977]

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου