«Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα».
Δεν υπάρχει στο κατά Ιωάννην άλλη φράση τόσο βαριά από θεία εγκατάλειψη και τόσο πλήρης από δόξα συγχρόνως. Η «ώρα» στον Ιωάννη δεν είναι χρονική στιγμή. Είναι το άνοιγμα της ίδιας της υπάρξεως προς την αλήθεια της. Είναι η στιγμή όπου ο Χριστός παύει πλέον να ομιλεί προς τα πλήθη και στρέφεται προς τον Πατέρα σαν να επιστρέφει σε μια προαιώνια οικειότητα: «δόξασόν σου τὸν υἱόν». Κι όμως, αυτή η δόξα δεν θα αποκαλυφθεί μέσα σε θρόνους, ούτε μέσα σε θριάμβους εξουσίας, αλλά μέσα στην ακραία απογύμνωση του Σταυρού. Εδώ ακριβώς βρίσκεται το σκάνδαλο του χριστιανισμού: ότι ο Θεός δεν σώζει διά της ισχύος, αλλά διά της εκθέσεως του εαυτού Του. Ο άγιος Αθανάσιος, πολεμώντας τον Άρειο, κατανοούσε πως αν ο Χριστός δεν είναι αληθινός Θεός, τότε ο Σταυρός μετατρέπεται απλώς σε ηθικό παράδειγμα, δεν γίνεται νίκη κατά του θανάτου.
Γι’ αυτό και η Νίκαια δεν υπήρξε φιλοσοφική φιλονικία περί όρων, αλλά κραυγή σωτηρίας: «ὁμοούσιον τῷ Πατρί».
«Αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε».
Ο Χριστός δεν ορίζει την αιώνια ζωή ως αθανασία, ούτε ως ανταμοιβή μετά θάνατον, αλλά ως γνώση του Θεού. Και η γνώση εδώ δεν είναι διανοητική κατοχή αλλά σχέση. Είναι αυτό που οι Πατέρες ονομάζουν κοινωνία προσώπων. Ο σύγχρονος άνθρωπος, κουρασμένος από φόβους και διαψεύσεις, οικοδομεί τον εαυτό του σαν φρούριο αυτάρκειας, πιστεύει πως σωτηρία σημαίνει να μη χρειάζεται κανέναν. Όμως το Ευαγγέλιο ανατρέπει αυτή την αυταπάτη. Ο άνθρωπος δεν πεθαίνει όταν χάνει τη δύναμή του. Πεθαίνει όταν παύει να απευθύνεται. Η μεγαλύτερη αστοχία του σύγχρονου υποκειμένου είναι η αδυναμία του να επιθυμήσει πραγματικά τον Άλλον. Και ο Χριστός εδώ φανερώνει ακριβώς αυτό: ότι η ζωή γεννιέται μόνο μέσα από την έξοδο από τον εαυτό.
Η αιώνια ζωή δεν είναι διάρκεια. Είναι σχέση που δεν τελειώνει.
«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις».
Στην βιβλική εμπειρία το όνομα δεν είναι ένας προσδιορισμός· είναι η ίδια η παρουσία. Ο Χριστός δεν ήρθε απλώς να μιλήσει περί Θεού, ήρθε να καταστήσει τον Θεό κατοικήσιμο μέσα στην ανθρώπινη ιστορία. Γι’ αυτό και η Εκκλησία των Πατέρων επέμεινε με τέτοια αγωνία στο πρόσωπο του Χριστού. Εάν Εκείνος δεν προσέλαβε πραγματικά την ανθρώπινη φύση, τότε και ο άνθρωπος παραμένει αθεράπευτος μέσα στην τραγικότητά του. «Τὸ γὰρ ἀπρόσληπτον, ἀθεράπευτον», θα γράψει ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος. Ο Χριστός δεν θεραπεύει αφηρημένα, θεραπεύει επειδή εισέρχεται μέχρι τέλους μέσα στο ανθρώπινο τραύμα. Γι’ αυτό το κατά Ιωάννην έχει πάντοτε αυτή τη νυχτερινή υφή: φως που εμφανίζεται μέσα σε έναν κόσμο ο οποίος προτιμά το σκοτάδι, επειδή φοβάται την αλήθεια της σχέσεως.
«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί».
Υπάρχει εδώ μια συγκλονιστική μελαγχολία αποχωρισμού. Ο Χριστός μιλά ήδη σαν να αποσύρεται από τον κόσμο, αφήνοντας τους μαθητές εκτεθειμένους μέσα στην ιστορία. Και το αίτημά Του προς τον Πατέρα δεν είναι να τους κάνει ισχυρούς, ούτε αήττητους, αλλά «τήρησον αὐτούς». Να τους διαφυλάξεις μέσα στο όνομά Σου. Η Εκκλησία δεν σώζεται από την πολιτική επιρροή της, ούτε από τη διοικητική της συνοχή, αλλά από την πιστότητα σε αυτή την εύθραυστη σχέση. Ο άνθρωπος της εποχής μας φοβάται περισσότερο από όλα την εξάρτηση, επειδή έχει μάθει να συγχέει την αγάπη με απώλεια ελέγχου. Όμως ο Χριστός δεν ζητεί αυτάρκεις μαθητές. Ζητεί πρόσωπα ικανά να παραμένουν ενωμένα μέσα στην κοινή τους αδυναμία.
«Ἵνα ὦσιν ἓν καθὼς ἡμεῖς».
Αυτή είναι ίσως η πιο ακατανόητη φράση του Ευαγγελίου για τον σύγχρονο πολιτισμό. Ο κόσμος σήμερα οργανώνεται γύρω από τον ναρκισσισμό της ατομικότητας. Όλα ωθούν τον άνθρωπο να γίνει μοναδικός, αυτάρκης, αυτάρεσκος, απομονωμένος μέσα στην εικόνα του. Και όμως ο Χριστός προσεύχεται για ενότητα. Όχι όμως για ομοιομορφία, όχι για πειθαρχία, αλλά για εκείνη την κοινωνία όπου το πρόσωπο δεν καταργείται αλλά ολοκληρώνεται διά της αγάπης. Η Αγία Τριάδα δεν είναι θεολογική εξίσωση· είναι ο τρόπος υπάρξεως όπου κανείς δεν υπάρχει μόνος του. Και η Εκκλησία υπάρχει μόνο όταν γίνεται εικόνα αυτής της τριαδικής σχέσεως. Όταν παύει να είναι σώμα κοινωνίας και γίνεται μηχανισμός βεβαιοτήτων, τότε χάνει το ευαγγελικό της πρόσωπο.
Και η τελευταία λέξη αυτής της προσευχής είναι σχεδόν αδιανόητη: «ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς».
Λίγο πριν από τη Γεθσημανή, λίγο πριν από την προδοσία και την εγκατάλειψη, ο Χριστός μιλά ακόμη για χαρά. Η χαρά του Χριστού πηγάζει από την αδιάρρηκτη κοινωνία με τον Πατέρα. Είναι η χαρά εκείνου που γνωρίζει ότι ακόμη και ο θάνατος δεν μπορεί να διαλύσει την αγάπη.
Οι Άγιοι Πατέρες της Νικαίας υπερασπίστηκαν ακριβώς αυτή τη δυνατότητα: να μπορεί ο άνθρωπος να μετέχει πραγματικά στη ζωή του Θεού.
Σήμερα, μέσα σε έναν κόσμο εξαντλημένο από τον θόρυβο της αυτάρκειας, το Ευαγγέλιο ακούγεται ξανά σαν μια σχεδόν τρομακτική αποκάλυψη: ότι ο άνθρωπος σώζεται μόνο όταν παύει να ανήκει ολοκληρωτικά στον εαυτό του.
Μάνος Λαμπράκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου