Σήμερα το πρωί, στη λεωφόρο, ο θάνατός μου περπατούσε δίπλα μου, κάτω από τα πλατάνια. Όπως κι εγώ, αναζητούσε λίγη δροσιά. Έφτασε απροειδοποίητα: ξαφνικά, δεν είχα πια καμιά όρεξη για ζωή. Αυτό δεν ήταν ορατό. Έτσι κι αλλιώς δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερο. Αν με κοίταζε κανείς, δεν θα έβλεπε παρά έναν άνδρα, λίγο βαρύ, να πορεύεται στη σκιά των δέντρων, να ταχυδρομεί δύο γράμματα και μετά να ανεβαίνει στο αυτοκίνητό του για να πάει να γευματίσει στους γονείς του.
Εκεί, είμαστε πέντε στο τραπέζι: ο πατέρας μου και πίσω απ' αυτόν, σαν καμπουριασμένος άγγελος, η απελπισία της απώλειας μέσα στα γεράματα. Η μητέρα μου ήταν μόνη με τον εαυτό της. Ο θάνατός μου έμεινε στα γόνατά μου σε όλη τη διάρκεια του φαγητού. Μπορούμε κάλλιστα να μη θέλουμε πια να ζούμε και συγχρόνως να τρώμε κρέας με πατάτες σωτέ. Γύρισα σπίτι μου, ξάπλωσα στο κρεβάτι, ο θάνατός μου έμοιαζε εξουθενωμένος από τη ζέστη, κι εγώ το ίδιο. Πέρασαν μερικά λεπτά. Σηκώθηκα, έφτιαξα καφέ και άνοιξα ένα βιβλίο με ποιήματα. Από το βιβλίο βγήκε φώς. Νομίζω ότι εκείνη ήταν η στιγμή που ο θάνατός μου έφυγε από το διαμέρισμα περνώντας απ' την πόρτα χωρίς να κάνει θόρυβο.
Δεν ήταν η ώρα του, ή ίσως ξαφνικά τον έθλιψε η ομορφιά κάποιων λέξεων, ναι, ίσως ο θάνατός μου δεν αντέχει τα βιβλία και προτιμάει τη βαβούρα των ραδιοφώνων και των τηλεοράσεων.
Christian Bobin
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου