Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ - ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΝΑΓΙΑ - ΚΟΙΜΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 14 Αυγούστου 2026

Δεκαπενταύγουστος: Γλέντι ή τίποτα!

Του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Αν. Καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδηµίας Αθήνας, Διευθυντή του περιοδικού «Σύναξη»

 

«Φέρε να πιω για να μου φύγει το βάρος,

γιατί απόψε θα πεθάνει ο χάρος».

 

Έτσι τραγούδησε η Σωτηρία Μπέλλου στα «Ρεμπέτικά της» τους στίχους του Κώστα Βίρβου. Τι έκανε εδώ ο Βίρβος; Αποτύπωσε μια πολυχρονεμένη λαϊκή ιαχή, που ξεστομίζεται στεντόρια σε γλέντια. Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει (ή δεν έχουμε κραυγάσει οι ίδιοι) πλάι στα κάρβουνα, μέσα στον χορό, αγκαλιά με το κρασοπότηρο, «Να πεθάνει ο χάρος!»;  Ωστόσο, καταγράφοντας την λαϊκή ψυχή ο Βίρβος, έκανε μαζί της ένα βήμα παραπέρα: Η φράση «να πεθάνει ο χάρος» είναι ευχή. Πόθος δηλαδή για να συμβεί κάποτε κάτι όμορφο. Μα ο Βίρβος το έκανε βεβαιότητα. Το «να» το έκανε «θα»!

 

Όμως, γίνεται άραγε να υπάρχει βεβαιότητα για το μέλλον; Η απάντηση είναι εύκολη: Δεν γίνεται. Το μέλλον είναι το ακόμη ανύπαρκτο.

 

Οπότε, τι λογής είναι αυτό το «θα» του ρεμπέτικου;

 

Είναι το «θα» της πίστης. Είναι το «θα» το οραματικό, εκείνων που δεν νοούν το μέλλον απλώς ως προέκταση του παρόντος, αλλά το λαχταρούν ως έκπληξη, ως δημιουργία, ως ερχομό της ομορφιάς που δεν υπάρχει τώρα. Στην ιαχή των γλεντοκόπων ο λόγος είναι για ομορφιά: για θανάτωση του θανάτου, για ημερομηνία λήξης αυτού το οποίο σήμερα βάζει ημερομηνία λήξης στα πάντα και στους πάντες (το τονίζω αυτό, γιατί υπάρχουν και οραματιστές της ασχήμιας, της νίκης κάθε λογής θανάτου πάνω στη ζωή). Και το ξαναλέω: Θάνατος είναι κάθε σάπισμα, κάθε σβήσιμο του ανθρώπου: είναι το βιολογικό ξεψύχισμα, μα είναι και η μιασαλλοδοξία, η εκμετάλλευση, ο ναρκισσισμός…

 

Αυτό το ατίθασο οραματικό της πίστης, η ταλάντωση ανάμεσα στο «να» και στο «θα», εκρήγνυται πανηγυρικά και πανηγυριώτικα τον Δεκαπενταύγουστο. Και παράδοξα˙ περίπου αντιφατικά! Πώς γίνεται, γλέντι σε μια κηδεία; Πώς γίνεται, ξέσπασμα χαράς την ώρα πένθους; Γιατί αυτό γιορτάζεται στις 15 Αυγούστου: ο θάνατος της Παναγίας. Μα γιορτάζεται με ξεφάντωμα!

 

Τίποτα δεν είναι αυτονόητο, ούτε και τα νοήματα είναι πάντα διαυγή. Η συνήθεια, το κιτς και η εμπορευματοποίηση δεν χαμπαριάζουν από νοήματα, κι έτσι συχνά δεν απομένει παρά το κέλυφος των νοημάτων, δηλαδή έθιμα δίχως βάθος. Ωστόσο, μπορεί αυτό το κέλυφος να είναι μια υπόμνηση, μια πρόσκληση, ας πούμε, για όποιον ζει το ρεμπέτικο (και δεν το καταναλώνει απλώς) – όπως και για όποιον ζει τους ύμνους της Εκκλησίας (και δεν τους έχει για ξόρκια).

 

Η ονομασία της γιορτής είναι «Κοίμηση» της Θεοτόκου. Να το κέλυφος που στέκει σαν εκκωφαντικός σιωπηλός μάρτυρας του νοήματος! «Κοίμηση» σημαίνει ύπνο, σημαίνει αναμονή ξυπνήματος, προσδοκία ανταμώματος. Υπάρχει μήπως χαρά χωρίς αντάμωμα; Με δυο λόγια, λέγοντας «Κοίμηση» παραπέμπουμε όχι στην αποσύνθεση, αλλά στην Ανάσταση! Και ακριβώς γι’ αυτό έχουμε και παραέχουμε λόγο, να κάνουμε γλέντι σ’ αυτή την κηδεία!

 

Κι έχουμε λόγο, γιατί η υπόθεση αυτή δεν αφορά ένα είδωλο απέναντι κι απόμακρα από τους φανς του. Αφορά την καθεμιά και τον καθένα, πάντα ως πρόσκληση της πίστης, ως τάνυσμα ανάμεσα στο «να» και στο «θα». Και μας αφορά για δύο λόγους:

 

Η Ανάσταση είναι για όλους. Στη χριστιανική αντίληψη, η Ανάσταση του Χριστού δεν ήταν απλώς η ατομική νίκη του μπάτμαν. Ήταν το ξεκίνημα αυτού που θα χαριστεί σε όλους. Οπότε, η γιορτή του Δεκαπενταύγουστου είναι σαν τρέιλερ που φανερώνει το μελλοντικό έργο, την υπόσχεση για ολόκληρο το σύμπαν.

Η Παναγία είναι πρότυπο όλων. Όχι μόνο των μανάδων, όπως συχνά λένε διάφοροι πανάσχετοι. Και είναι πρότυπο όλων (κάθε φύλου, σε γάμο και χωρίς γάμο, με παιδιά και χωρίς παιδιά) διότι είναι το πρότυπο της ανθρώπινης ελευθερίας και ευθύνης. Η Παναγία σηματοδοτεί την ιλιγγιώδη σπουδαιότητα καθενός και καθεμιάς. Κατέχει εξαιρετική θέση στη χριστιανική οπτική, διότι το ότι γέννησε τον Θεό δεν της «συνέβη» (σαν η ίδια να ήταν ένας παθητικός σωλήνας παροχέτευσης του Θεού), αλλά πραγματο-ποιήθηκε με τη δική της συμμετοχή. Αν η ίδια δεν έλεγε «συμφωνώ» κατά τον Ευαγγελισμό της (αν δηλαδή δεν έλεγε «συμφωνώ» στον άγγελο που, κατά την αφήγηση του ευαγγελίου, της ανακοίνωσε ποιον θα γεννούσε), τότε ο Θεός δεν θα μπορούσε να γίνει άνθρωπος. Το ελεύθερο «ναι» ή το ελεύθερο «όχι» θα επέτρεπε στον Θεό ή θα εμπόδιζε τον Θεό να γίνει άνθρωπος.

 

Ξέρω ότι πολλοί θρησκευόμενοι θα δυσανασχετήσουν μ’ αυτές τις φράσεις. Και θα δυσανασχετήσουν, διότι δίνουν έμφαση στην παντοδυναμία του Θεού, ενώ ο ίδιος –πώς να το κάνουμε;– δίνει έμφαση στην αγάπη του. Και η αγάπη δεν επιβάλλει. Η αγάπη περιστέλλει την δύναμη, ώστε να αναδυθεί αλώβητο το πρόσωπο του άλλου. Ναι, ο παντοδύναμος φέρνει τον εαυτό του σε κατάσταση αδυναμίας, επειδή ζητά την καρδιά – όχι την καθυπόταξη. Έρωτα θυμίζει αυτό, και πάντως όχι «Θεό – αφέντη»! Και για όσους παρόλα αυτά συνεχίζουν να δυσανασχετούν, ηρεμώ τη συνείδησή τους πληροφορώντας τους ότι τα σχετικά με το «συμφωνώ» της Παναγίας τα έχουν πει Πατέρες της Εκκλησίας, όπως για παράδειγμα ο Θεσσαλονικιός άγιος Νικόλαος Καβάσιλας τον 14ον αιώνα.

 

Η Παναγία έχει εκατοντάδες ονομασίες. Κάποιες δηλώνουν απλώς τόπο (όπως Προυσιώτισσα), πολλές όμως δηλώνουν ιδιότητα, σε έναν ρόλο πανανθρώπινης και συνανθρώπινης αλληλεγγύης (όπως Ελευθερώτρια, Ελπίδα των απελπισμένων, Ελεούσα, Καρδιοβαστάζουσα κ.ά.). Κέντημα αληθινό, για μια ζωντανή παρουσία. Όχι για μια ανάμνηση. Το καίριο εδώ είναι ότι η πλειονότητα αυτών των ονομασιών δεν έχει δοθεί επισήμως (όπως δόθηκε π.χ. η ονομασία Θεοτόκος), αλλά είναι αυθόρμητη δημιουργία της λαϊκής ψυχής. Εκφράζουν ακριβώς την αίσθηση της εγγύτητας μαζί της, εγγύτητα βιωμένη στη χαρά και στην οδύνη. Και παραπέμπουν τρυφερά στο όραμα της απελευθέρωσης από κάθε θανατίλα. «Φέρε να τα πιω [και μαζί: φέρε να τα πω] για να μου φύγει το βάρος».

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2026

Για την Κοίμηση της Θεοτόκου και το έσχατο όριο της ανθρώπινης ελπίδας

Η Εκκλησία φθάνει στον Δεκαπενταύγουστο ενώπιον ενός νεκρού σώματος και τολμά να ονομάσει αυτή την ημέρα εορτή. Εδώ αρχίζει το σκάνδαλο της Κοιμήσεως. Όχι από την ωραιότητα των εγκωμίων, ούτε από την οικειότητα μιας εορτής που ο ελληνικός κόσμος έμαθε να αποκαλεί «Πάσχα του καλοκαιριού», αλλά από το αδιαπραγμάτευτο γεγονός ότι η Μητέρα του Ζώντος Θεού πεθαίνει.

Η Εκκλησία δεν αποσύρει τη Θεοτόκο από τη θνητότητα προκειμένου να διαφυλάξει το μεγαλείο της. Αντιθέτως, την αφήνει να φθάσει μέχρι το έσχατο όριο της κοινής ανθρώπινης μοίρας.

Ο Μέγας Αθανάσιος είναι αφοπλιστικός: «θνητὴ γὰρ ἦν ἡ ἁγία Μαρία, ἐξ ἧς καὶ τὸ σῶμα». Η Θεοτόκος πεθαίνει επειδή είναι αληθινά άνθρωπος. Και ακριβώς επειδή πεθαίνει, η Κοίμησή της δεν αποτελεί ευσεβή εξαίρεση από το ανθρώπινο δράμα, αλλά αποκάλυψη της καινής δυνατότητας του ανθρώπου μετά την Ανάσταση του Χριστού. Ο θάνατος φθάνει μέχρι εκείνη, αλλά δεν μπορεί πλέον να ολοκληρώσει επάνω της την κυριαρχία του. Δέχεται το σώμα, όχι όμως για να το κρατήσει. Ανοίγει ο τάφος, όχι για να θεμελιώσει μια αιώνια απουσία, αλλά για να φανερωθεί ακόμη μία φορά ότι μετά το Πάσχα του Χριστού ο θάνατος εξακολουθεί να συμβαίνει, έχει όμως χάσει το δικαίωμα της τελευταίας λέξεως.

Η Μαρία άλλωστε είχε συναντήσει τον θάνατο πολύ πριν από τη δική της Κοίμηση. Τον είχε αντικρίσει επάνω στο σώμα του Υιού της. Η προφητεία του Συμεών, «καὶ σοῦ δὲ αὐτῆς τὴν ψυχὴν διελεύσεται ῥομφαία», δεν αποτελεί ποιητική προαναγγελία μιας αόριστης οδύνης. Αποκτά το πλήρες και τρομακτικό περιεχόμενό της στον Γολγοθά. Εκεί η Θεοτόκος δεν στέκεται ως υπερβατική μορφή που γνωρίζει ήδη το τέλος της ιστορίας και επομένως υποφέρει λιγότερο.

Στέκεται ως Μητέρα.

Η ίδια η ευαγγελική παράδοση, όπως υπογραμμίζεται και στη μελέτη, διατηρεί αυτή τη ριζικά μητρική παρουσία της μέχρι τον Σταυρό. Το παιδί που κάποτε αναπαύθηκε στην αγκαλιά της βρίσκεται τώρα καρφωμένο μπροστά στα μάτια της.

Εκείνη που άκουσε το «Χαῖρε, κεχαριτωμένη» πρέπει τώρα να ακούσει τον επιθανάτιο λόγο του Υιού.

Εκείνη που έδωσε στον Λόγο το αίμα και τη σάρκα της βλέπει αυτή τη σάρκα πληγωμένη και αυτό το αίμα να χύνεται.

Δεν κατανοείται η Κοίμηση χωρίς τον Γολγοθά, επειδή η Θεοτόκος δεν εισέρχεται στον δικό της θάνατο ως κάποια που αγνοεί τι σημαίνει απώλεια.

Έχει ήδη περάσει μέσα από την πιο αφύσικη τάξη του πένθους, εκείνη κατά την οποία η μητέρα παραμένει ζωντανή μπροστά στο νεκρό παιδί της.

Από τον Ευαγγελισμό μέχρι την Κοίμηση, ο βίος της Θεοτόκου μπορεί έτσι να αναγνωσθεί ως η τρομακτική συνέπεια ενός «γένοιτό μοι». «Ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου».

Η φράση αυτή επαναλαμβάνεται τόσο συχνά ώστε κινδυνεύσαμε να λησμονήσουμε το βάρος της. Είναι η ελεύθερη παράδοση μιας ανθρώπινης υπάρξεως σε μια θεία βουλή της οποίας τις συνέπειες η Μαρία δεν μπορούσε ακόμη να γνωρίζει.

Το «γένοιτό μοι» περιέχει ήδη τη Βηθλεέμ, τη φυγή, την προφητεία της ρομφαίας, την Κανά, την απομάκρυνση του Υιού προς τη δημόσια αποστολή Του, τον Γολγοθά, την αποστολική κοινότητα και τελικά τη Γεθσημανή.

Αυτό είναι το μεγαλείο της Θεοτόκου.

Όχι ότι κατανόησε εκ των προτέρων τα πάντα, αλλά ότι δεν ανακάλεσε ποτέ τη συγκατάθεσή της.

Η ελευθερία της δεν εκμηδενίζεται από τη χάρη. Φθάνει μέσα στη χάρη στην πληρέστερη έκφρασή της.

Γι’ αυτό η Θεοτόκος δεν είναι απλώς το βιολογικό πέρασμα της Ενανθρωπήσεως.

Είναι το ανθρώπινο «ναι» χωρίς το οποίο το μυστήριο της θείας συγκαταβάσεως δεν θα είχε προσλάβει αυτή τη συγκεκριμένη ιστορική σάρκα.

Και το «ναι» εκείνο δεν τελειώνει όταν γεννιέται ο Χριστός. Συνεχίζεται μέχρι τη στιγμή κατά την οποία η ίδια κλείνει τα μάτια της.

Τότε συντελείται μία από τις συγκλονιστικότερες αντιστροφές ολόκληρης της χριστιανικής εικονολογίας.

Στη Βηθλεέμ η Μητέρα κρατά τον Υιό ως βρέφος.

Στη Γεθσημανή ο Υιός κρατά τη Μητέρα ως βρέφος.

Η εικόνα της Κοιμήσεως δεν εικονογραφεί απλώς έναν θάνατο.

Ερμηνεύει θεολογικά ολόκληρο τον βίο της Θεοτόκου.

Στο κέντρο κείται το σώμα της. Πίσω από την κλίνη στέκεται ο Χριστός και κρατά στα χέρια Του την ψυχή της Μητέρας Του, εικονισμένη ως σπαργανωμένο παιδί.

Η αντιστροφή είναι συγκλονιστική.

Εκείνη που Τον εβάστασε βαστάζεται.

Εκείνη που προσέφερε στον Λόγο σώμα παραδίδει τώρα το σώμα της στον Λόγο.

Εκείνη μέσα στην οποία ο ἀχώρητος Θεός συγκαταβαίνει να χωρηθεί παραλαμβάνεται τώρα από Εκείνον προς τη ζωή που δεν γνωρίζει εσπέρα.

Πρόκειται εδώ για συμπυκνωμένη χριστολογία.

Η αρχή και το τέλος του θεομητορικού βίου συναντώνται. Η Ενανθρώπηση και η Κοίμηση αντικρίζονται ως δύο αντίστροφες κινήσεις της ίδιας σχέσεως.

Στην πρώτη, ο Θεός κατέρχεται προς τον άνθρωπο διά της Μαρίας.

Στη δεύτερη, η Μαρία ανέρχεται προς τον Θεό διά του Χριστού.

Γι’ αυτό και η Γεθσημανή δεν μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από το Πάσχα.

Η αρχαία παράδοση γνωρίζει τον τάφο της Θεοτόκου ως πρόσκαιρο τάφο, ενώ ήδη κατά τον πέμπτο αιώνα έχει διαμορφωθεί η παράδοση της Κοιμήσεως και της Μεταστάσεως.

Και εδώ χρειάζεται θεολογική ακρίβεια.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν χρειάζεται να αφαιρέσει από τη Μαρία τον πραγματικό θάνατο για να τιμήσει τη θεομητρότητά της.

Το ακριβώς αντίθετο.

Το σώμα της εισέρχεται στον τάφο.

Η παράδοση όμως αρνείται ότι το σώμα εκείνο, από το οποίο ο Λόγος προσέλαβε την ανθρώπινη φύση Του, μπορεί να εγκαταλειφθεί στην τελική αποσύνθεση.

Στην Ευθυμιακή Ιστορία, την οποία παραδίδει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, όταν ανοίγεται ο τάφος, οι Απόστολοι δεν βρίσκουν «τὸ σῶμα αὐτῆς τὸ πανύμνητον», αλλά μόνον τα εντάφια.

Και στον Ψευδο-Ιωάννη η υπόσχεση διατυπώνεται με μία σχεδόν σωματική βιαιότητα απέναντι στη φθορά: «Οὐ μὴ ἴδῃ διαφθορὰν τὸ ὅσιον καὶ τίμιόν σου σῶμα».

Η Κοίμηση λοιπόν δεν καταργεί τον τάφο.

Καταργεί την αξίωσή του να αποτελεί τον οριστικό τόπο του ανθρώπινου σώματος.

Ο Ιωάννης Δαμασκηνός θα οδηγήσει αυτή τη θεολογία στην πιο τολμηρή της διατύπωση. Οι ομιλίες του, εκφωνημένες κατά την παράδοση στον ναό της Γεθσημανής κατά την εορτή της Κοιμήσεως, παραλληλίζουν την ταφή και τη μετάσταση της Θεοτόκου με το πασχάλιο μυστήριο του Χριστού.

Και εδώ ακριβώς πρέπει να αποφύγουμε μια συνηθισμένη παρανόηση.

Η Παναγία δεν καθίσταται ένας δεύτερος Χριστός.

Δεν διαθέτει αφ’ εαυτής νίκη επί του θανάτου.

Ό,τι συμβαίνει στην Κοίμησή της είναι καρπός του Πάσχα του Υιού της.

Η δική της μετάσταση είναι χριστολογική, όχι αυτόνομη.

Είναι η πρώτη εκθαμβωτική φανέρωση μέσα σε συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο του προορισμού που άνοιξε η Ανάσταση για ολόκληρη την κτίση.

Η Εκκλησία δεν μιλά για τη Θεοτόκο για να απομακρυνθεί από τον Χριστό.

Μιλά για εκείνη ακριβώς για να φανερώσει τι μπορεί να κάνει ο Χριστός στον άνθρωπο.

Η Παναγία είναι η εσχατολογική εικόνα του ανθρώπου που δεν διασώζεται ως ψυχή εγκαταλείποντας το σώμα του, αλλά προσδοκάται ακέραιος, σώμα και ψυχή, μέσα στην αφθαρσία της Βασιλείας.

Κανένας άνθρωπος που αγάπησε πραγματικά δεν έχει συμφιλιωθεί με τον θάνατο.

Μπορούμε να μάθουμε να ζούμε μετά από μια απώλεια. Μπορούμε να επιστρέψουμε στην εργασία μας, να μιλήσουμε, να γελάσουμε, να καθίσουμε ξανά σε τραπέζια, να συνεχίσουμε την καθημερινότητά μας.

Κάτι όμως μέσα μας γνωρίζει ότι ο θάνατος παραμένει σκανδαλώδης.

Όχι επειδή δεν αποτελεί φυσικό γεγονός, αλλά επειδή η αγάπη αρνείται να αναγνωρίσει ως φυσικό το γεγονός ότι ένας μοναδικός άνθρωπος μπορεί να μεταβληθεί σε απουσία.

Η Εκκλησία δεν θεραπεύει αυτή την αντίφαση με ωραίες λέξεις. Ούτε μας καλεί να επιδείξουμε μια ευσεβή αταραξία μπροστά στο φέρετρο.

Ο ίδιος ο Χριστός «ἐδάκρυσεν» ενώπιον του Λαζάρου.

Η ίδια η Θεοτόκος πέρασε από τη ρομφαία του Γολγοθά.

Η πίστη που δεν επιτρέπει στον άνθρωπο να πενθήσει δεν είναι πίστη στην Ανάσταση, αλλά άρνηση της Ενανθρωπήσεως. Γιατί ο Χριστιανισμός δεν σώζει κάποια αφηρημένη πνευματική αρχή μέσα μας.

Σώζει αυτόν τον άνθρωπο, με αυτό το πρόσωπο, αυτό το σώμα, αυτή τη φωνή, αυτά τα χέρια, αυτή τη μοναδική και ανεπανάληπτη ύπαρξη που κάποτε αγαπήσαμε και κάποτε θα κληθούμε να παραδώσουμε στον τάφο.

Γι’ αυτό η εορτή της Κοιμήσεως είναι μια εορτή για το σώμα. Για το σώμα που γεννά, που αγκαλιάζει, που πονά, που γερνά, που ασθενεί, που νεκρώνεται και παραδίδεται στη γη.

Ο χριστιανικός Θεός δεν σώζει τον άνθρωπο από το σώμα του. Σώζει και το σώμα.

Και αυτή η λεπτομέρεια αλλάζει τα πάντα.

Εάν το σώμα ήταν ένα προσωρινό περίβλημα, ο θάνατος δεν θα αποτελούσε μεγάλη θεολογική τραγωδία.

Θα ήταν απλώς απελευθέρωση. Αλλά η Εκκλησία δεν πιστεύει στην απελευθέρωση από το σώμα.

Πιστεύει στην «ἀνάστασιν νεκρῶν».

Γι’ αυτό περιβάλλει το νεκρό σώμα με θυμίαμα, το ασπάζεται, το ψάλλει, το ενταφιάζει στραμμένο προς την Ανάσταση. Και γι’ αυτό η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκτά τέτοια δογματική πυκνότητα.

Το σώμα που προσέφερε τη σάρκα στον Λόγο δεν απορρίπτεται ως κενό περίβλημα μιας ψυχής που αναχώρησε.

Η σωτηρία δεν ολοκληρώνεται με την εγκατάλειψη της ύλης.

Η ύλη καλείται στη δόξα.

Η σάρκα καλείται στην αφθαρσία.

Ο άνθρωπος καλείται ολόκληρος.

Και όταν φθάσουμε σε αυτό το σημείο, μπορούμε να καταλάβουμε γιατί η Εκκλησία επιμένει να λέει «Κοίμηση» χωρίς να αρνείται ούτε για μία στιγμή τον θάνατο.

Είναι εσχατολογική γλώσσα. Κοιμάται εκείνος που πρόκειται να εγερθεί.

Η λέξη περιέχει ήδη μέσα της την προσδοκία του πρωινού.

Γι’ αυτό και μπροστά στην κλίνη της Θεοτόκου η Εκκλησία δεν πανηγυρίζει επειδή μία Μητέρα πέθανε, αλλά επειδή ο θάνατός της φανερώνει τι απέγινε ο θάνατος μετά τον Χριστό. Παραμένει οδυνηρός.

Παραμένει αποχωρισμός. Παραμένει ο τελευταίος εχθρός. Δεν είναι όμως πλέον κύριος.

Και όταν κάποτε έρθει η δική μας ώρα να σταθούμε δίπλα σε ένα κρεβάτι που σε λίγο θα αδειάσει, να κρατήσουμε ένα χέρι που δεν θα μπορέσει πια να σφίξει το δικό μας, να φιλήσουμε ένα μέτωπο για τελευταία φορά και ύστερα να ακούσουμε εκείνον τον ανυπόφορο ήχο του χώματος επάνω στο φέρετρο, η Εκκλησία δεν θα μας ζητήσει να μην κλάψουμε.

Θα μας ζητήσει κάτι πολύ δυσκολότερο.

Να κλάψουμε και συγχρόνως να μην παραχωρήσουμε στον τάφο την κυριότητα εκείνου που αγαπήσαμε.

Να δεχθούμε τον θάνατο ως γεγονός και να τον αρνηθούμε ως έσχατη αλήθεια.

Γιατί αυτό είναι το μυστήριο της Γεθσημανής.

Η Μητέρα που κάποτε κράτησε τον Θεό στην αγκαλιά της κλείνει τα μάτια της και αφήνεται πλέον ολόκληρη στα χέρια Του.

Και η Εκκλησία, κοιτάζοντας αυτή την εικόνα, τολμά να ελπίζει το ίδιο για κάθε άνθρωπο.

Ότι όταν θα έχουν χαλαρώσει τα δικά μας χέρια και δεν θα μπορούμε πλέον να κρατηθούμε από κανέναν και από τίποτε, δεν θα πέσουμε στο κενό. Θα πέσουμε στα χέρια Εκείνου.

Μ. Λ.

Ο ασπασμός της Παναγίας

Πλησιάζει ξανά η μνήμη της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Όλοι οι πιστοί ετοιμάζονται να πανηγυρίσουν λαμπρά τη μεγάλη θεομητορική πανήγυρη. Η μνήμη της είναι ιερή, θαυμαστή, εξαίσια και συγκινητική. Εορτή θαυμάσια, δοξασμένη, υπέροχη και λαοφίλητη. Οι πιστοί χαίρονται, παρότι πρόκειται για την κοίμηση της Θεοτόκου, για μετάσταση αγαπητού προσώπου. Χαίρονται που η προστάτισσά τους, η μητέρα του Θεού και των ανθρώπων, ανέρχεται στους ουρανούς για να πρεσβεύει διηνεκώς υπέρ σύμπασας της πάσχουσας ανθρωπότητος.
Φαίνεται αντιφατικό το σχήμα. Χαρά στη νεκρώσιμη έξοδο; Πρόκειται για χαροποιό πένθος και χαρμολύπη, για την ασκητική και νηπτική γραμματεία. Οι λυπητεροί ύμνοι γίνονται χαροποιοί. Η κηδεία μετατρέπεται σε πανηγυρική εορτή. Φαίνεται παράδοξο εξωτερικά και με πρώτη ματιά. Αν εμβαθύνει κανείς, θα παρατηρήσει ότι πρόκειται για θεϊκή ενέργεια, για θαυματουργό γεγονός. Ο Υιός της Αειπαρθένου Μαρίας με τον θάνατό του νίκησε τον θάνατο. Τα δάκρυα του πένθους, της θλίψης και της στενοχώριας μεταβλήθηκαν σε δάκρυα χαράς, ευφροσύνης, αγαλλιάσεως και ελπίδος. Παραμυθεί η Θεοτόκος τους φίλους της, τους χαρίζει ωραίους λογισμούς, αισιόδοξη σκέψη, γλυκιά παρηγοριά. Η Παναγία μετέβη σε καλύτερη, ανώτερη και ωραιότερη ζωή.
Ήταν αδύνατο ο σκοτεινός Άδης να φυλακίσει την Πανυπέραγνη μητέρα του Εμμανουήλ, τη γεννήσασα τον Φωτοδότη Χριστό, τον ήλιο της δικαιοσύνης, τον εωθινό αστέρα. Έτσι ο θάνατός της έγινε πύλη της ζωής και του φωτός. Οι πιστοί προσκυνώντας με ευλάβεια τις θαυματουργές θεομητορικές εικόνες λαμβάνουν χάρη και χαρά, κουράγιο και άνεση, ενίσχυση και δύναμη. Τα δάκρυα των πιστών είναι καρδιακά, άκοπα, γλυκά. Δάκρυα χάρης και χαράς, ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης, παρακλήσεως και θερμής ικεσίας. Ο ελληνικός λαός είναι θεοτοκοφιλής. Οι λυπηρές εξαιρέσεις παντού και πάντοτε υπάρχουν.
Οι ταπεινοί και ευλογημένοι προσκυνητές των εικόνων της Παντάνασσας καταθέτουν τον πόνο τους, το πρόβλημά τους, το αίτημά τους, τη δυσκολία τους. Η πονεμένη μητέρα Παναγία τους δέχεται όλους, τους ακούει, τους παρηγορεί, τους σφουγγίζει ιδρώτες και δάκρυα, τους ασπάζεται, τους εγκαρδιώνει. Πόνεσε η Πανάχραντη πολύ και γνωρίζει να συμπονά, να συντρέχει, να δέεται συνεχώς. Μονές, εκκλησίες, εκκλησάκια, προσκυνητάρια, θυμίζουν τη χάρη της. Άπειρα τα αφιερώματα δεήσεων. Πλούσια τα δώρα ευχαριστιών. Εικόνες μουλιασμένες στο δάκρυ των ευλαβών προσκυνητών. Κάποτε δακρύζει και η ίδια η εικονιζόμενη Μεσίτρια και Πρέσβειρα όλων των πιστών. Η κάθε εικόνα της έχει μια ιδιαίτερη ιστορία κι ένα ξεχωριστό, χαρακτηριστικό όνομα.
Η μορφή της Παναγίας μένει πάντοτε σεμνή, σοβαρή, σιωπηλή, συνετή και σεβάσμια. Μιλά όμως κι έτσι, με την πλούσια χάρη της, την καθαρότητά της, την ταπείνωσή της. Κρύβει στο ιερό πρόσωπό της ένα υπέροχο ήθος. Δίνει χαρά δίχως να γελά και να αστειεύεται, κηρύττει δίχως λόγια, αλλά με το βιωμένο της παράδειγμα, διδάσκει με την ίδια την ωραία ζωή της. Δίνει αυτό που έχει: αγάπη, υπομονή, υπακοή και καλοσύνη. Νομίζει ο προσκυνητής ότι κάτι του λέει προσωπικό η εικόνα. Αισθάνεται μέσα του να σκιρτά η λησμονημένη αθωότητα, η παιδική λιτότητα, η καρτερικότητα στους πόνους. Ένας άλλος τρόπος ζωής που ανέθρεψε πολλές γενιές με μεγάλες δυσκολίες. Στον εφετινό εορτασμό της ας ασπασθεί όλους τους προσκυνητές της, για να μην αποκάμουν και απογοητευθούν.
 
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης

Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας στον ύμνο “Απόστολοι εκ περάτων”

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου

Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ

Μέσα στην εκκλησιαστική περίοδο του δεκαπενταύγουστου ιδιαί­τερη θεολογική σημασία παρουσιάζει η φράση «Ἀπόστολοι ἐκ πε­ράτων», με την οποία ξεκινάει το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως της Θε­ο­τό­κου. Η εικό­να των Αποστόλων που συγκεντρώνονται από τα «πέρατα» της οικουμένης για να παρευρεθούν στην Κοίμηση και την ταφή της Θεοτό­κου σηματοδοτεί την καθολικότητα και την οικουμενικότητα της Ορθοδό­ξου Εκκλησίας. Οι Απόστολοι κατά την εκκλησιαστική παράδοση βρίσκο­νταν διασκορπισμένοι στα διάφορα μέρη του κόσμου, επιτελώντας το ιερα­πο­στο­λικό τους χρέος για τη μετάδοση του Ευαγγελικού μη­νύματος κατά το: «πορευθέντες μαθη­­τεύ­σατε πά­ντα τα έθνη, βαπτίζοντες αὐ­τοῦς εἰς τό ὄνομα τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ καί ἁγίου πνεύματος, διδά­σκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνε­τει­λάμην ὑμῖν». (Ματθ. 28,16-20).

Η φράση αυτή «Ἀπόστολοι ἐκ πε­ράτων», αναδεικνύει την πα­γκο­σμι­­ό­τητα της Εκκλησίας, η οποία δεν απευθύνεται σε έναν συγκε­κρι­μένο λαό, σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή σε μία συ­γκε­κρι­μένη κοινω­νι­κή ομάδα. Το Ευαγγελικό μήνυμα έχει καθολικό και εσχατολογικό χαρα­κτή­ρα και απευθύνε­ται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Καί κη­ρυχ­θή­­σεται τοῦτο τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκου­μέ­νῃ εἰς μαρτύ­ριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν καί τότε ἥξει τό τέλος» (Ματθ. 24,14). Υποτίμηση η αναστολή του χρέους της προ­σω­πικής αυτής μαρ­τυ­ρίας θα σήμαινε ουσιαστική άρνη­ση του Ευαγγελίου. Η Εκκλησία είναι οικουμενική επειδή συγκεντρώνει σε ένα Σώμα ανθρώπους διαφορετικούς ως προς την καταγωγή, το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινωνική τους προέλευση. Η ενό­τη­τα της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στην ομοιομορφία των ανθρώπων, αλ­λά στην ποικιλομορφία και στην κοινή συμμετοχή τους στο Σώμα του Χρι­στού. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα των Αποστόλων που έρχονται από δι­α­φορετικά μέρη αποτελεί εικόνα μιας ενότητας εν τη ποικιλία των διατυ­πώ­σεων, εθνικών, φυλετικών, κοινωνικών και πολιτισμικών.

Το αυθεντικό νόημα της Εκκλησίας εξάγεται από την ίδια τη ση­μασία της λέξης προ­σαρ­μοσμένη στα νέα συμφραζόμενα, δηλ. «εκ­κλη­σία» σημαίνει «κλήση προς τα έξω για συνάθροιση του λαού του Θεού». Τα «πέρατα» δεν δηλώνουν μόνο την απόσταση από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραπέμπουν σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία καλείται να συμμετά­σχει στο γεγονός της Σωτηρίας. Επιπλέον, η Σύναξη των Αποστόλων γύ­ρω από την Θεοτόκο μπορεί να θεωρηθεί ως προτύπωση της καθολικής Εκ­κλησίας, η οποία συνέρχεται γύρω από τον Χριστό και ζει την ενότητα της πίστεως κατά το «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιωάν. 17,21).

Προσέτι, η οικουμενικότητα της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την έννοια της αποστολικότητας. Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί πως η Εκκλη­σία είναι Αποστολική όχι ασφαλώς μόνο με την έννοια της αποστολικής διαδοχής, αλλά και την έννοια της συνέχισης του έργου των Αποστόλων, το οποίο πρέπει να επεκτείνεται και να μετα­δί­δεται με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο έως εσχάτου της γης, με κάθε έννοια γεωγραφική, χρο­νική, πο­λιτιστική και κοινωνική. Οι Απόστολοι λοιπόν εμπνεόμενοι από την προσ­δο­κία έλευσης της Βα­σι­λείας του Θε­ού, δηλαδή ενός νέου κόσμου αγάπης και δικαι­οσύ­νης, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου αλληλο­σε­βα­σμού και αλληλο­ϋπο­­στήριξης και ελευθερίας, ανέδειξαν με το λόγο και τη ζωή τους το δι­αχρονικό «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωαν. 1,46) του Αποστόλου Φιλίππου προς τον οποι­ονδή­πο­τε καλοπροαίρετο Ναθαναήλ. Εξάλλου, ο Θεός της αγάπης δεν επιβάλλει ή δεν απαιτεί την ε­λευ­θερία μας, αλλά την «επαιτεί» και την περιμένει μέσα από την αγάπη μας, καθώς χωρίς την ελευθερία ο άνθρω­πος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Δαμα­σκη­νός: «η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέ­ψεις του μέσα σε έναν περιορισμένο κύκλο, όπου θα περι­εστρέ­φετο. Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ΄ αυτόν, θα α­γνο­ούσε τι είναι αισχρό, τι κακό, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσία αυτε­νεργείας, δυ­νατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένο κύκλο των έμφυτων ορ­μών».

Οι Α­πόστολοι λοιπόν, α­πευ­θύνθηκαν προς όλους τους ανθρώπους περί της Σωτηριολογικής δι­ά­στασης του χριστιανικού ιδε­ώδους, χωρίς να υ­πο­­χρε­ώσουν κανέναν για τον ενστερνισμό αυτού και το αυτό διδάσκουν και προς εμάς να συνεχίσουμε αυτήν την ιεραποστολή η οποία πρέπει να τείνει προς μια διαλεκτική σχέση, προς μια δυναμική διαδικασία αλληλε­πίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία ενώνει χωρίς να ισοπεδώνει. Οι περίοδοι αποστολικής αδράνειας και ποιμαντικής αδιαφορίας για τη Σωτηρία του κόσμου και των ανθρώπων φανερώνουν, χωρίς αμφι­βολία, αλλοτρίωση και εκκοσμίκευση. Η Εκ­κλησία δεν αποτελείται μόνο από τα πιστά μέλη της, αντιθέτως ως μέλη της θεωρούνται οι πι­στοί που υπήρ­ξαν, είναι και θα γίνουν· «οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί καί ὄντες καί γε­νόμενοι καί ἐσόμενοι».

Περισσότερο αδικημένοι στην εποχή μας, είχε διατυπώσει εμφαντι­κά ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, είναι όσοι στε­ρή­­θη­καν τον Θείο Λόγο, «όχι γιατί οι ίδιοι αρνήθηκαν να τον ακούσουν, αλλά γιατί εκείνοι που επί αιώνες τον κατέχουν αδιαφόρησαν να τους τον γνω­ρί­σουν».  Ο Ευαγγελισμός λοιπόν στα πέρατα της γης δεν είναι ευκαιριακή, πε­ριθωριακή υπό­θε­­ση της Εκκλησίας, την οποία θα μπορούσε και να παρα­μελήσει ή να πα­ραλείψει ο άνθρωπος σήμερα αλλά έκφραση της αγάπης του Χριστού. Ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης αναφέρει χαρακτη­ρι­στι­κά πε­ρί της συνέχισης της διαδόσεως του Ευαγγελίου της αγάπης του Χρι­στού στα πέρατα του κόσμου: «Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα  πέρατα της γης. Παντού σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια αμαρτίες, για να δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί να τους αλλάξει, να τους μετα­μορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα».

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2026

Η Παναγία φανερώνει τον άνθρωπο όπως τον θέλησε ο Θεός

Του π. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ

Η Κοίμηση της Θεοτόκου αποκαλύπτει το αληθινό μέτρο του ανθρώπου. Η Εκκλησία υμνεί την Παναγία για τη μετάστασή της προς τη ζωή και συγχρόνως αντικρίζει στο πρόσωπό της την ωραιότερη απάντηση που έδωσε ποτέ ο άνθρωπος στην αγάπη του Θεού. Γι' αυτό ο Δεκαπενταύγουστος αποτελεί πολύ περισσότερα από μία μεγάλη θεομητορική εορτή. Αποτελεί μια φανέρωση του ίδιου του ανθρώπου, όπως τον οραματίσθηκε ο Δημιουργός του.

Η Παναγία κατέχει μοναδική θέση στην ιστορία της σωτηρίας, καθώς αξιώθηκε να γίνει η Μητέρα του σαρκωμένου Λόγου. Η μοναδικότητά της, όμως, φωτίζει μια αλήθεια που αφορά ολόκληρη την ανθρωπότητα. Ο Θεός πλάθει πρόσωπα και χαρίζει στον καθένα μια ξεχωριστή κλήση, έναν ανεπανάληπτο τρόπο να αγαπήσει, να δημιουργήσει, να διακονήσει και να δοξάσει τον Δημιουργό του. Στην Εκκλησία κάθε άνθρωπος αποτελεί ένα μοναδικό γεγονός της θείας αγάπης.

Η Παναγία αγκάλιασε αυτή την κλήση με ολόκληρη την ύπαρξή της. Το «Γένοιτό μοι κατὰ τὸ ῥῆμά σου» υπήρξε ο μυστικός ρυθμός όλης της ζωής της. Η Βηθλεέμ, η Ναζαρέτ, ο Γολγοθάς, η χαρά της Αναστάσεως και το φως της Πεντηκοστής ενώνονται σε μια αδιάκοπη πορεία εμπιστοσύνης προς τον Θεό. Η Κοίμησή της έρχεται ως η ευλογημένη ολοκλήρωση αυτής της πορείας, ως η είσοδος της ανθρώπινης υπάρξεως στην πληρότητα της κοινωνίας με τον Θεό.

Ο άγιος Νικόλαος Καβάσιλας διατυπώνει μία από τις βαθύτερες αλήθειες της πατερικής θεολογίας, όταν γράφει ότι η Ενανθρώπηση υπήρξε έργο της Αγίας Τριάδος, αλλά συγχρόνως και έργο «τῆς θελήσεως καὶ τῆς πίστεως τῆς Παρθένου». Ο Θεός τίμησε την ανθρώπινη ελευθερία και η Παναγία πρόσφερε την ελεύθερη συγκατάθεσή της. Η θεία χάρη και η ανθρώπινη ανταπόκριση συναντήθηκαν, ώστε «ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο».

Αυτή η συνάντηση συνεχίζεται μέσα στην Εκκλησία. Ο Θεός απευθύνει σε κάθε άνθρωπο μια προσωπική πρόσκληση. Χαρίζει ιδιαίτερα χαρίσματα, ανοίγει δρόμους διακονίας, εμπιστεύεται στον καθένα μια αποστολή που δίνει νόημα στη ζωή του. Η αγιότητα ανθίζει, όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει το κάλεσμα του Θεού και το μετατρέπει σε καθημερινή ευχαριστία. Τότε ακόμη και οι πιο απλές πράξεις αποκτούν βάθος, γίνονται φορείς αγάπης και φωτίζονται από την παρουσία της θείας χάριτος.

Ο μακαριστός Μητροπολίτης Κάλλιστος Ware παρατηρεί εύστοχα ότι η Παναγία αποτελεί το πρότυπο κάθε ανθρώπου, γιατί ο καθένας έχει λάβει από τον Θεό μια ανεπανάληπτη κλήση και μια ιδιαίτερη αποστολή μέσα στην ιστορία. Με τον λόγο αυτό εκφράζεται σύγχρονα η διαρκής εμπειρία της Εκκλησίας: η Θεοτόκος φανερώνει τον προορισμό του ανθρώπου.

Γι' αυτό η Εκκλησία την υμνεί με τόση αγάπη. Στο πρόσωπό της βλέπει την ανθρώπινη φύση πλημμυρισμένη από τη χάρη, την ελευθερία να συναντά την αγάπη του Θεού και τη γη να προσφέρει τον ωραιότερο καρπό της στον ουρανό.

Κάθε προσκύνημα στην εικόνα της Παναγίας γίνεται και ένα προσκύνημα στον αληθινό προορισμό του ανθρώπου. Η μορφή της μάς καλεί να εμπιστευθούμε τον Θεό, να ανακαλύψουμε το προσωπικό χάρισμα που Εκείνος κατέθεσε μέσα μας και να το προσφέρουμε με αγάπη στην Εκκλησία και στον κόσμο. Έτσι γεννιέται καθημερινά το δικό μας «γένοιτό μοι». Έτσι αρχίζει να φανερώνεται μέσα στην ιστορία ο άνθρωπος όπως τον θέλησε ο Θεός.

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2025

«ΤΑΦΟΣ ΚΑΙ ΝΕΚΡΩΣΙΣ ΟΥΚ ΕΚΡΑΤΗΣΕΝ, ΑΛΛ’ ΩΣ ΖΩΗΣ ΜΗΤΕΡΑ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΖΩΗΝ ΜΕΤΕΣΤΗΣΕΝ Ο ΜΗΤΡΑΝ ΟΙΚΗΣΑΣ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΝ»

ΟΜΙΛΙΑ

Τοῦ πρωτ/ρου Λάμπρου Χ. Τσιάρα

Ἀγαπητοί ἀναγνῶστες.

Ἡ εἲσοδός μας, σύν Θεῷ, στήν εὐλογημένη περίοδο τοῦ Δεκαπενταγούστου ἀποτελεῖ μιά καλή εὐκαιρία νά ἀναφερθοῦμε στό περιεχόμενο τῆς πάνσεπτης ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως καί τῆς εἰς οὐρανούς Μεταστάσεως τῆς παναχράντου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας.

Μιά γυναίκα, λοιπόν, στήν ἀρχή τοῦ κόσμου, μέ τήν παρακοή της στόν Θεό, ἒριξε τό γένος μας στόν θάνατο. Μιά ἂλλη γυναίκα, τώρα, ἀξιώνεται νά γίνει «μήτηρ τῆς ζωῆς» τουτέστι μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά καί «γέφυρα μετάγουσα τούς ἐκ γῆς πρός οὐρανόν».

Καθώς ὁ τίτλος μαρτυρεῖ, ἡ παναγία καί ἀειπάρθενος κόρη, πού γεννήθηκε θαυματουργικά ἀπό ἂτεκνους καί ὑπερήλικες γονεῖς, καί πού ἀξιώθηκε νά γεννήσει τόν Υἱόν καί Λόγον τοῦ Θεοῦ ἀδιαφθόρως, σήκωσε λοιπόν καί αὐτή τίς συνέπειες τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων: ἐκπλήρωσε καί αὐτή τό κοινόν χρέος· ἀπέθανε δηλ. καί ἐτάφη. Ὃμως, καθώς ψάλλει ὁ ὑμνωδός καί ἀγάλλεται ἡ Ἐκκλησία, «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησεν, ἀλλ΄ ὡς ζωῆς μητέρα πρός τήν ζωήν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον» (Κοντάκιο τῆς ἑορτῆς).

Τά περί τῆς Μαρίας ὡς παρθένου μητρός τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ, μᾶς εἶναι γνωστά ἀπό τίς ὑπάρχουσες στήν Καινή Διαθήκη μαρτυρίες. Ὡστόσο, πέραν τῶν μαρτυριῶν αὐτῶν, ἡ εἰκόνα τῆς Θεομήτορος συμπληρώνεται καί μέ ἂλλες ἀκόμα πληροφορίες, προερχόμενες ἀπό τήν ζῶσα προφορική παράδοση τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας, ἀκόμη δέ καί ἀπό τά “ἀπόκρυφα” λεγόμενα βιβλία, ὃπως π.χ. τό «πρωτευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου», τό ὁποῖο, βεβαίως, οὒτε εὐαγγέλιο εἶναι, οὒτε ἀπό ἀπόστολο Ἰάκωβο ἐγράφη, ἀφοῦ πρόκειται γιά κείμενο πού ἐμφανίσθηκε στά μισά τοῦ δεύτερου ἀιῶνα. Τέλος πάντων, ἡ Ἐκκλησία, βασιζόμενη κυρίως στήν ἀπ’ αρχῆς παραδοθεῖσα ὑγιαίνουσα διδασκαλία, ἀξιοποίησε στή ζωή καί στή λατρεία της ἀρκετά στοιχεῖα κι ἀπό τά ἀπόκρυφα συγγράμματα. Ὡστόσο, ἀπέρριψε ὃσα μυθώδη ἢ ἀφελῆ καί παιδαριώδη περιέχονταν σέ αὐτά, καί ἀπέβλεπαν στόν ἐντυπωσιασμό τῶν πιστῶν μέ ἀχρείαστες - ἐνίοτε καί ἐπικίνδυνες – ὑπερβολές…

Ὑπάρχει στήν ἀρχαία παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μιά ἐξαιρετικά σοφή καί πειστική ἀρχή -κριτήριο- , σχετικῶς μέ τό τί κρατοῦμε καί τί ἀπορρίπτουμε στήν Ἐκκλησία ὡς παράδοση, ἡ ἑξῆς: Γίνεται ἀποδεκτό «ὃ,τι πάντοτε, πανταχοῦ καί ὑπό πάντων ἐπιστεύθη». Κρατοῦμε δηλ. ὃ,τι ἀπ’ ὃλους πιστεύεται ὡς κοινή πίστη καί λατρεία καί παράδοση, καί βιώνεται ἀπ’ ἀρχῆς στήν καθολική ἐκκλησιαστική συνείδηση. Τό κριτήριο αὐτό ἲσχυσε καί στήν θέσπιση ἑορτῶν, ὃπως τῆς Γεννήσεως, τῶν Εἰσοδίων καί τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού καθιερώθηκαν μέ βάση τίς ὑπάρχουσες στά “ἀπόκρυφα” συγγράμματα πληρφορίες. Τό ὃτι το πλήρωμα τῆς ἀρχαίας Ἐκκλησίας ἀποδέχτηκε ὁμοθύμως τά στοιχεῖα αὐτά, εἶναι –ἐτοῦτο- ἓνα σοβαρό κριτήριο ὑπέρ τῆς ἀλήθείας.

Ἀφήνουμε τώρα τήν ἀναφορά στήν ἐξόδια πομπή, μέ τούς ἀγγέλους τοῦ οὐρανοῦ νά παίρνουν μέρος, τούς μαθητές καί ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ νά ἒρχονται ἀπό τά πέρατα τῆς γῆς, «ὑπό νεφῶν μεταρσίως αἰρόμενοι», τά πλήθη τοῦ λαοῦ νά συρρέουν, τά σημεῖα πού ἒγιναν σέ πιστούς καί ἀπίστους κατά τήν νεκρώσιμη ἐκείνη τελετή, καί τόν ἐνταφιασμό τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου· γιατί ἐκεῖνο πού μᾶς ἐνδιαφέρει νά τονίσουμε ἐδῶ εἶναι α) ὃτι ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος ἀπέθανε καί ἐτάφη, καί β) ὃτι μετά ταῦτα, μετέστη στούς οὐρανούς, γιά νά ’ναι μέ τόν Υἱό της ἀχώριστη «εἰς τό παντελές».

Ἡ διδασκαλία αὐτή, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες, περί τῆς Κοιμήσεως καί τῆς μεταστάσεως τῆς Θεοτόκου, ἀποτελεῖ τήν καθολική πίστη τῶν ὀρθοδόξων Πατέρων, καί, κατ’ ἐπέκταση, τήν πίστη τοῦ ὀρθοδόξου πληρώματος τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Διά τοῦ λόγου τό ἀσφαλές, παραθέτουμε στή συνέχεια σύντομες μαρτυρίες τριῶν ἐκ τῶν κορυφαίων πατέρων καί θεολόγων τῆς Ἐκκλησίας μας:

α) ὁ ἱερός Νικ. Καβάσιλας, στόν λόγο του «Εἰς τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου», γράφει: «Ἒπρεπε ἡ πανάγια ἐκείνη ψυχή νά χωρισθεῖ ἀπό τό πανάγιο σῶμα. Καί χωρίζεται βέβαια, καί ἑνώνεται μέ τήν ψυχή τοῦ Υἱοῦ της… Καί τό σῶμα, ἀφοῦ ἒμεινε γιά λίγο στή γῆ,(στόν τάφο), ἀναχώρησε κι αὐτό μαζί μέ τήν ψυχή. Γιατί ἒπρεπε νά περάσει ἀπ’ὃλους τούς δρόμους, ἀπό τούς ὁποίους πέρασε ὁ Σωτήρας, νά λάμψει καί στούς ζωντανούς καί στούς νεκρούς· νά ἁγιάσει διά μέσου ὃλων τήν ἀνθρώπινη φύση καί νά λάβει-ἀμέσως μετά- τόν τόπο πού τῆς ἁρμόζει. Ἒτσι ὁ τάφος φιλοξένησε γιά λίγο (τρεῖς ἡμέρες) τό πανάγιο σῶμα της· τό παρέλαβε ἒπειτα ὁ οὐρανός… Ξαναδόθηκε ἒτσι ὁ θρόνος(=ἡ Θεοτόκος) στόν Βασιλέα (=Χριστό),… ἡ μητέρα στόν Υἱό, ἂξια καθ’ ὃλα ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους».

β) Ὁ ἃγ.Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τό αὐτό λέγει: «Διά τοῦτο τό γεννῆσαν εἰκότως σῶμα(τῆς Παναγίας) συνδοξάζεται τῶ γεννήματι (μέ τόν Υἱό της) δόξῃ θεοπρεπεῖ καί συνανίσταται». Κι ὃταν φθάνει στίς λεπτομέρειες περιγράφει τό πῶς: «ὃπως στόν τάφο τοῦ Χριστοῦ», λέγει, «ἒτσι καί στόν τάφο τῆς Παρθένου, οἱ μαθητές δέν βρῆκαν παρά μόνο “τάς σινδόνας καί τά ἐντάφια”» (Λόγος εἰς τήν Κοίμησιν).

γ) Ὁ ἃγ. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός στίς τρεῖς ὁμιλίες του «εἰς τήν Κοίμησιν» εἶναι ἰδιαίτερα σαφής. Ρωτάει π.χ. στή β’ ὁμιλία του, ἀπευθυνόμενος πρός τόν τάφο τῆς Παναγίας, σάν σέ πρόσωπο: «Σύ δέ, ὦ τάφων ἱερῶν ἱερώτατε, μετά τόν ζωαρχικόν τοῦ Δεσπότου τάφον…, ποῦ ἡ ζωοτόκος πηγή; Ποῦ τό πολυπόθητον σῶμα τῆς Θεοτόκου καί πολυέραστον;». Καί ὁ τάφος ἀπαντᾶ: «τί ζητεῖτε ἐν τάφῳ τήν πρός τά οὐράνια μετεωρισθεῖσαν σκηνώματα;… Οὒ μοι δύναμις τοῖς θείοις ἀντιτείνειν κελεύσμασι. Τάς σινδόνας καταλιπόν τό σῶμα τό ἱερόν τε καί ἃγιον… ἀνάρπαστον οἲχεται, δορυφορούντων Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων καί πασῶν τῶν οὐρανίων δυνάμεων» (Β’ ὁμιλία).

Πόσο μακρυά, ἀγαπητοί ἀναγνῶστες, ἀπό τις ἀλήθειες αὐτές βρίσκονται οἱ νεώτερες αἱρετικές δοξασίες τῆς Ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας περί τῆς ἀσπίλου συλλήψεως τῆς Παναγίας μας, ὃτι, τάχα, ἡ σύλληψη καί ἡ γέννηση τῆς Θεοτόκου ἀπό τους ἁγίους γονεῖς της Ἰωακείμ καί Ἂννα εἶναι ἂσπιλη, δηλ. χωρίς τό προπατορικό ἁμάρτημα. Ὃμως αὐτή ἡ ἀντίληψη ξεχωρίζει τήν Παναγία ἀπό τούς γονεῖς της, τούς προγόνους της, κι ἀπ’ ὃλο τό γένος τῶν ἁνθρώπων κατά τρόπο αὐθαίρετο· καί… τό χειρότερο· διακυβεύεται ἐδῶ ὁ σκοπός τῆς ἐνσάρκωσης τοῦ Θεοῦ καί ἡ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστός ἦρθε στόν κόσμο, γιά νά σώσει τον πεσμένο καί τσακισμένο ἂνθρωπο· νά θεραπεύσει τήν αἰτία τῆς ἀρρώστειας μας, πού ‘ναι ἡ ἁμαρτία: ἡ κληρονομηθεῖσα καί ἡ προσωπική. Ἡ Παναγία εἶναι ἡ μόνη ἂσπιλη καί ἀμόλυντη ἀπό κάθε προσωπικό ἁμάρτημα, ὂχι ὃμως κι ἀπό τήν ἁμαρτητική κληρονομιά πού μᾶς μετέδωκαν οἱ πρωτόπλαστοι.

Ἡ ἐξαίρεση τῆς Θεοτόκου ἀπό τήν κληρονομικότητα τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος ὑπονομεύει τήν ἀλήθεια περί τοῦ σκοποῦ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο. Ἂν ἡ Παναγία δέν βρίσκότανε κάτω ἀπό τίς συνέπειες τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος, πῶς, λοιπόν, πέθανε, ἀφοῦ ὁ θάνατος ἒρχεται ὡς συνέπεια τοῦ προπατορικοῦ ἁμαρτήματος; Γι’ αὐτό καί τό νεώτερο “δόγμα” τοῦ Βατικανοῦ περί ἐνσωμάτου ἀναλήψεως στόν οὐρανό ἀποσιωπᾶ ἐντελῶς τό ἂν πράγματι ἀπέθανε ἢ ὂχι ἡ Παναγία. Ἐδῶ ὑπάρχει μεγάλη αντιφαση· διότι ἐνῶ ἡ ἀρχαία πίστη καί παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, ὃτι τό σῶμα τῆς Παναγίας ἀνελήφθη στούς οὐρανούς -ἀφοῦ ὃμως πέθανε καί τό σῶμα της ἐνταφιάσθηκε στή γῆ- ἡ “Βούλλα” τοῦ πάπα ἀναγκάζεται νά ἀποσιωπήσει τό θέμα τοῦ θανάτου, διότι τήν δεσμεύει τό προηγούμενο “δόγμα” περί τῆς ἀσπίλου συλλήψεως, ἐκτός κι ἂν θελήσουν καί ἐδῶ οἱ “σοφοί” καί οἱ “ἀλάθητοι” τοῦ Βατικανοῦ νά εἰποῦν, ὃτι καί τῆς Παναγίας ὁ θάνατος εἶναι “λυτρωτικός” καί η Παναγία “λυτρώτρια” ἢ “συλλυτρώτρια”, ὃπως ἢδη λέγουν καί γράφουν καί κινοῦνται οἱ σύγχρονες τάσεις τῆς Ρωμαιοκαθολικής “Μαριολογίας” (Σχόλιο τοῦ π. Ἀθαν. Γιέβτιτς· πρβλ Ι.Καλογήρου, ΘΗΕ, λ. Μαρία). Αὐτό θά εἶναι «ἡ ἐσχάτη πλάνη, χείρων τῆς πρώτης…».

Δέν μειώνεται, ἀδελφοί, καθόλου δέν μειώνεται, ἡ καθαρότητα τῆς Παρθένου, μέ τό νά φέρει καί αὐτή τό “φορτίον” τῆς παρακοῆς τῶν πρωτοπλάστων. Ἂν καί ἒφερε τίς συνέπειες ἐκείνης τής ἀμαρτίας, κατάφερε, μέ τήν ἂσπιλη καί ἀμόλυντη διαγωγή της, τήν σταθερή θέληση καί τήν ὑπακοή της, νά ἐπισπάσει ἀπάνω της τό βλέμμα τοῦ Θεοῦ, ὣστε νά τήν ἐπιλέξει, ὂχι ἁπλῶς ὡς τήν καλύτερη (συγκριτικῶς), ἀλλʼ ὡς τήν ἀπόλυτα καλύτερη, ἒτσι πού νά τοῦ ταιριάζει νά γίνει “κατοικία” του, Μητέρα του, καί να γεννηθεῖ ἀπ’ αὐτήν ὡς ἂνθρωπος στόν κόσμο! Δέν εἶναι ἂβουλη ἡ Παρθένος, ὂπως ἡ γῆ, πού… χρησιμοποιήθηκε ἀπό τόν Δημιουργό ὡς ὓλη, καί, ἁπλῶς, ἒγινε ὃ,τι ἒγινε, χωρίς τήν δική της θέληση και συνεργία. Ἡ μεγάλη βουλή τοῦ Θεοῦ, γιά τήν ὁποία ὁμιλεῖ ὁ Ἠσαΐας, περί τῆς ἐνανθρωπήσεως δηλ. τοῦ Λόγου, τήν ἀνήγγειλε βεβαίως ὁ Θεός, τήν “ἐπικύρωσε” ὃμως, μέ τήν συγκατάθεσή της, η Παρθένος (Νικ. Καβάσιλας).

Ἒτσι, ἡ σάρκωση τοῦ Λόγου ἦταν ἒργο ὂχι μόνο τοῦ Πατρός πού «εὐδόκησε», καί τῆς Δυνάμεώς του, πού «ἐπεσκίασε», καί τοῦ Πνεύματος πού «ἐπεδήμησε», ἀλλά καί τῆς θελήσεως καί τῆς πίστεως τῆς Παρθένου… (ὃ. π.). Ἀφοῦ, λοιπόν, ἡ ἂμωμη κόρη τῆς Ναζαρέτ ρώτησε, ἂκουσε καί πληροφορήθηκε, πίστεψε καί ἀπάντησε στόν Ἀρχάγγελο μέ τό «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου»· νά γίνει ὃπως τό λές… Μέ τήν ἀπάντηση αὐτή ἒντυσε ἀπό ἐκείνη τή στιγμή, «ἐξ ἂκρας συλλήψεως», τόν Υἱόν τοῦ Θεοῦ, ὂχι μόνο μέ σάρκα καί αἷμα, ἀλλά καί μέ νοῦ καί θέληση καί ἐνέργεια ἀνθρώπινη…

Ἀειπάρθενε, εὐλογημένη Θεοτόκε·

Δόξα καί τιμή καί προσκύνηση σ’ Ἐκεῖνον, πού σέ ἐπισκίασε μέ τή Χάρη του, καί σέ ἒκαμε «ὑπέρ λόγον καί ἒννοιαν» Μητέρα του. Δόξα πρέπει καί σ’ ἐσένα, πού ἀξιώθηκες τῆς ὓψιστης τιμῆς, νά γίνεις καί νά μένεις Μητέρα του «εἰς τό διηνεκές»… Κάνε, μέ τη χάρη σου, ν’ ἀξιωθοῦμε κι ἐμεῖς νά γίνουμε «Θεοῦ κατοικητήρια».

ΑΜΗΝ.