Πέμπτη 11 Απριλίου 2019

«Η ποίηση του Ακαθίστου Ύμνου…»



Η ποίηση στην ζωή μας είναι μία δωρεά που αφορά σε λίγους. Η πλειονοψηφία των ανθρώπων έχει σχέση μαζί της μόνο μέσω των τραγουδιών και της μουσικής. Και δεν είναι βέβαιο κατά πόσον μπορεί να εκτιμήσει το περιεχόμενό της, τα γλωσσικά σχήματα, το κάλλος που αναδύεται, ακόμη και από τα πιο σκοτεινά ρήματά της. Διότι είναι κάλλος να μπορεί κάποιος να εκφράζει τα βαθύτερα συναισθήματά του έναντι του κόσμου, του ανθρώπου, της ζωής, έναντι του ίδιου του εαυτού του. Το κάλλος απολυτοποιείται ως αξία και περιεχόμενο όταν ο άνθρωπος προσπαθεί μέσα από την ποίηση να συναντήσει τον Θεό, την Υπεραγία Θεοτόκο, του Αγίους. Εκεί η ομορφιά είναι απόπειρα αποτύπωσης του αιώνιου, του υπερβατικού, αυτού που δεν έχει όριο. Ο ποιητής ο οποίος δεν έχει θεώσει τον εαυτό του, αλλά με ταπείνωση παρακαλεί και προσεύχεται στον Θεό να του δώσει λόγο, γεννά έργα ανεκτίμητης αξίας και καθιστά την παράδοση, στην οποία συμμετέχει, ζωή. Και όσοι, μέσα από την εκκλησιαστική παράδοση, όπως αυτή εκφράζεται στις ιερές ακολουθίες, καταφέρνουν να γίνουν, έστω και κατ’ ολίγον, μέτοχοι της συγκίνησης, δηλαδή αφήσουν την ύπαρξή τους να κινηθεί με τον λόγο προς τον Θεό, τότε δεν είναι απλώς πιστοί, αλλά μύστες!
«Χαίρε ακτίς νοητού ηλίου, χαίρε βολίς του αδύτου φέγγους». Η ποίηση του Ακαθίστου Ύμνου είναι αριστουργηματική. Ο υμνογράφος χαιρετίζει την Υπεραγία Θεοτόκο ως ακτίνα του νοητού ηλίου. Ο αισθητός ήλιος, με τις ακτίνες του, θερμαίνει τον κόσμο, δίνει ζωή, φωτίζει βοηθώντας τους ανθρώπους να συναντηθούν μεταξύ τους, να δημιουργήσουν πολιτισμό, να χτίσουν σχέσεις. Το φως βοηθά τους ανθρώπους να αποκτήσουν και αυτό που ονομάζουμε στην γλώσσα της θεολογίας «φυσική θεωρία», να καταλάβουν δηλαδή ότι «πάντα εν σοφία εποιήθησαν παρά Θεού». Ο νοητός ήλιος, δηλαδή ο Χριστός, φωτίζει εμάς τους ανθρώπους και τον κόσμο να καταλάβουμε ότι η ζωή έχει νόημα μαζί Του, μας δίνει την ζωή της Βασιλείας δια του Σταυρού και της Αναστάσεως και μας θερμαίνει, τραβώντας μας έξω από το σκοτάδι και την παγωνιά της αμαρτίας! Και είναι η Υπεραγία Θεοτόκος η ακτίνα αυτού του νοητού ηλίου, ο φορέας της κοινωνίας με τον Χριστό, διότι αυτή την κυοφόρησε στην ύπαρξή της, δίδοντάς Του σάρκα ανθρώπινη, είναι αυτή που πρώτη αναπλάσθηκε μέσα από την σχέση μαζί Του και νίκησε δι’ Αυτού τον θάνατο, καθώς μετέστη προς την ζωήν, είναι αυτή που μας δίνει ελπίδα όταν προσευχόμαστε για να βγούμε από την απόγνωση της αμαρτίας και του θανάτου, αγκαλιάζοντάς μας ως Μητέρα του κόσμου!


Ο υμνογράφος χαιρετίζει την Υπεραγία Θεοτόκο ως «βολίδα του αδύτου φέγγους». Βολίδα είναι ένα αστέρι που ταξιδεύει με πολύ μεγάλη ταχύτητα, έχοντας αναπόφευκτο αποτέλεσμα την δύση του. Εδώ ο υμνογράφος επιλέγει την ταχύτητα, αλλά αρνείται το βασίλεμα, γεννώντας ένα σχήμα ανατρεπτικό. Τρέχει με μεγάλη ταχύτητα η Υπεραγία Θεοτόκος προς τον Θεό και προς τον άνθρωπο, διότι αυτός που αγαπά κινείται προς τον άλλο συνεχώς και με όλη του την ύπαρξη, Τρέχει, διότι η αγάπη είναι ολοκληρωτική, πληρωματική και όχι μίζερη, φτωχή, ιδιότροπη. Τρέχει διότι δεν έχει μέσα της αμφιβολία για την αποστολή της. Εφόσον είπε ΝΑΙ στη κλήση του Θεού, δεν υπάρχει αναβολή πλέον στην υπακοή, αλλά δόσιμο. Το ίδιο και έναντι του συνανθρώπου. Τρέχει η Παναγία για να μεταφέρει τις προσευχές μας, τις ανάγκες μας, τις αγωνίες μας στο Υιό και Θεό της, με την στοργή και την παράκληση που η καρδιά της Μάνας γνωρίζει και βιώνει. Και δεν σβήνει η Παναγία στο πέρασμα του χρόνου, αλλά το φως που εκπέμπει είναι άδυτο. Δεν αναλώνεται δηλαδή, όπως οι άνθρωποι, όπως οι διάττοντες αστέρες, που έχουν όριο στην αντοχή τους και ό,τι δίνουν τους αφαιρείται από ενέργεια και ζωή. Στην Παναγία τα πάντα είναι αναφαίρετα, όπως στην αγάπη. Αυτός που αγαπά αληθινά, δίνοντας, πληρούται. Προσφέρει και δεν εξαντλείται. Ως «εσθιόμενος και μη δαπανώμενος».
Η ποίηση της Εκκλησίας μας δείχνει την οδό της σχέσης με τον Χριστό, την οδό της αγάπης που γίνεται σωτηρία. Η Υπεραγία Θεοτόκος είναι ο οδοδείκτης αυτής της ποίησης που μας ανοίγει στο αιώνιο. Ας συνομολογήσουμε λοιπόν εκ της καρδίας μας αυτό το λαμπρό «Χαίρε» και ας το αφήσουμε να βγει από τα βάθη της δικής μας καρδιάς που χαίρεται για την Μητέρα όλων!

Τετάρτη 10 Απριλίου 2019

«Ποίημα Ανδρέου Κρήτης»



«Καί ἐρχόμεθα στό περιεχόμενο τοῦ μεγάλου Κανόνος. Δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά ἕνα κύκνειο ᾆσμα, ἕνας θρῆνος προθανάτιος, ἕνας θρηνητικός μονόλογος. Ὁ ποιητής βρίσκεται στό τέλος τῆς ζωῆς του. Αἰσθάνεται ὅτι οἱ ἡμέρες του εἶναι πιά ὀλίγες, ὁ βίος του ἔχει περάσει. Ἀναλογίζεται τόν θάνατο καί τήν κρίσι τοῦ δικαίου Κριτοῦ, πού τόν ἀναμένει. Καί ἔρχεται νά κάμῃ μία ἀναδρομή, μία ἀνασκόπησι τοῦ πνευματικοῦ του κόσμου. Κάθεται νά συζητήσῃ μέ τήν ψυχή του. Ὁ ἀπολογισμός ὅμως δέν εἶναι ἐνθαρρυντικός. Ὁ βαρύς κλοιός τῆς ἁμαρτίας τόν συμπνίγει. Ἡ συνείδησις τόν ἐλέγχει. Καί ὁ ποιητής θρηνεῖ διαρκῶς γιά τήν ἄβυσσο τῶν κακῶν του πράξεων.Στόν θρῆνο αὐτό συμπλέκεται ἡ ἀναδρομή στήν Ἁγία Γραφή.

Αὐτό κυρίως δίδει τήν μεγάλη ἔκταση στό ποίημα. Ὁ σύνδεσμος ὅμως τοῦ θρήνου μέ τήν Ἁγία Γραφή εἶναι πολύ φυσικός. Σάν ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ ὁ ποιητής ἀνοίγει τό βιβλίο τοῦ Θεοῦ γιά νά ἀξιολογήσῃ τά πεπραγμένα του. Ἐξετάζει ἕνα πρός ἕνα τά παραδείγματα τοῦ ἱεροῦ βιβλίου. Τό ἀποτέλεσμα τῆς συγκρίσεως εἶναι κάθε φορά τρομερό καί αἰτία νέων θρήνων. Ἔχει μιμηθῆ ὅλες τίς κακές πράξεις τῶν ἡρώων τῆς ἱερᾶς ἱστορίας, ὄχι ὅμως καί τίς καλές πράξεις τῶν Ἁγίων. Δέν τοῦ μένει παρά ἡ μετάνοια, ἡ συντριβή καί ἡ καταφυγή στό ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀνοίγει ἡ αἰσιόδοξος προοπτική τοῦ ποιητοῦ. Βρῆκε τήν θύρα τοῦ Παραδείσου, τήν μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δέν ἔχει νά παρουσιάσῃ·προσφέρει ὅμως στόν Θεό τή συντετριμένη του καρδιά καί τήν πνευματική του πτωχεία.

Τά βιβλικά παραδείγματα τοῦ Δαυίδ, τοῦ τελώνου, τῆς πόρνης καί τοῦ ληστοῦ τόν ἐνθαρρύνουν, Ὁ Κριτής θά εὐσπλαγχνισθῇ καί αὐτόν, πού ἁμάρτησε πιό πολύ ἀπό ὅλους τούς ἀνθρώπους».

I. Φουντούλης, «Λογική Λατρεία».

Τρίτη 9 Απριλίου 2019

« O Μέγας Κανών»



Τη Πέμπτη της πέμπτης εβδομάδος, κατά την αρχαίαν παράδοσιν, ψάλλομεν και την ακολουθίαν του Μεγάλου Κανόνος τον οποίον τούτον Μέγαν Κανόνα, ο εν Αγίοις Πατήρ ημών Ανδρέας ο Κρήτης, άριστα και τεχνικώτατα εσύνθεσεν. Οστις οσίως και θεοφιλώς πολιτευόμενος, πολλά μεν και άλλα συγγράμματα ψυχωφελέστατα, λόγους δηλαδή και κανόνας πανηγυρικούς, εις την Εκκλησίαν άφησε του Θεού, κοντά δε εις όλα τα άλλα, και τον παρόντα Μέγαν Κανόνα εποίησεν’ εις τον οποίον μέσα, συνήθροισε και έβαλεν όλας τας ιστορίας της Παλαιάς και Νέας Διαθήκης, αρχινώντας από Αδάμ έως εις αυτήν την Ανάληψιν του Χριστού, και του αποστολικού κηρύγματος, προσαρμόζοντας εις αυτάς το μέλος τούτο, με το οποίον τας ψάλλομεν. Παρακινεί λοιπόν με τούτον ο θείος Πατήρ κάθε ψυχήν τας μέν καλάς ιστορίας να μιμήται, όσον δύναται, τας δέ φαύλας, ήτοι τα κακά διηγήματα, να τα αποφεύγη, και προς τον Θεόν πάντοτε να ανατρέχη δια μετανοίας και δακρύων και πάσης αγαθής πράξεως. Τόσον δέ επιτήδεια συνήρμοσε και εμελούργησε τα θεία ταύτα νοήματα, ώστε όπου ημπορούν να μαλάξουν και την πλέον σκληράν καρδίαν, και να παρακινήσουν εις κατόρθωσιν αρετής, μόνον αν ίσως οι ψάλλοντες ή οι ακούοντες βάλουν ολίγην προσοχήν, και με ταπείνωσιν ψυχής κατανοούν τα ψαλλόμενα.


Τούτον τον Μέγαν Κανόνα έφερε πρώτος εις την Κωνσταντινούπολιν αυτός ούτος ο ποιητής αυτού, όταν υπό Θεοδώρου Πατριάρχου Ιεροσολύμων, έτι μοναχός ών, εστάλη δια να ευρεθή εκ προσώπου του εις την έκτην Σύνοδον, όπου τότε εκεί εσυναθροίζετο κατά της αιρέσεως των Μονοθελητών. Αντάμα δε με τον Μέγαν τούτον Κανόνα, έφερε και τον βίον της Οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας, τον οποίον προλαβών είχε συγγράψει ο εν Αγίοις μέγας Πατήρ ημών, Σωφρόνιος ο Ιεροσολύμων. Επειδή λοιπόν οι μεταγενέστεροι θείοι Πατέρες, εγνώρισαν ότι και τα δύο ταύτα είδη είναι ψυχωφελέστατα, διέταξαν, ώστε κατ’ αυτήν την ημέραν, και ο Μέγας Κανών να ψάλληται, και ο θαυμάσιος βίος της Οσίας Μαρίας να αναγινώσκηται, ότι και εκείνος και ούτος, δύνανται να διαθερμάνουν και να διεγείρουν εις μετάνοιαν και διόρθωσιν βίου τους ραθυμοτέρους και αμελεστέρους. Ο μέν γάρ θείος Ανδρέας, ωσάν ένας άριστος στρατηγός, με τας ιστορίας του Μεγάλου Κανόνος διηγούμενος την αρετήν των μεγάλων ανδρών, και εκ του εναντίου, των φαύλων την εκτροπήν, γενναιότερους κατασταίνει τους αγωνιζόμενους και τους κάνει να επεκτείνονται ανδρικώς εις τα έμπροσθεν ο δέ ιερός Σωφρόνιος με την διήγησιν της υπέρ φύσιν πολιτείας της Οσίας Μαρίας, κατασταίνει μάλλον σώφρονας και προς Θεόν διεγείρει, και δέν αφίνει τους ανθρώπους να καταπίπτουν και να απελπίζωνται, ώς άνθρωποι αμαρτάνοντες. Όση γάρ η του Θεού φιλανθρωπία και ευσπλαγχνία, η διήγησις της Οσίας ταύτης παρίστησι.


Λέγεται δε Μέγας Κανών ίσως και δια τα νοήματα, πολλά τε όντα και υψηλά όμως το αληθέστερον είναι διατί ο αριθμός των τροπαρίων του αναβαίνει εις διακόσια και πεντήκοντα, από τα οποία καθ’ ένα, ηδονήν αποστάζει άρρητον. Αρμοδίως λοιπόν και πρεπόντως ο Μέγας ούτος Κανών, ωσάν οπού μεγάλην κατάνυξιν δύναται να προξενήση, εδιωρίσθη να ψάλληται και εις την Μεγάλην Τεσσαρακοστήν, και μάλιστα προς το τέλος αυτής, όταν οι άνθρωποι ακολούθως συνηθίζουν να αποκάνουν. Λέγεται δέ και περί του θείου τούτου Πατρός ότι διατρίβων εν Κωνσταντινουπόλει, ετάχθη εις τον κλήρον της Εκκλησίας και πρώτον μεν εχειροτονήθη διάκονος και ορφανοτρόφος εψηφίσθη, και μετά μικρόν, εγένετο και της Κρήτης αρχιεπίσκοπος. Είτα, κινήσας διά να καταβή εις την επαρχίαν του, φθάσας εις Μυτιλήνην, εις την πόλιν την καλουμένην Ερεσσόν, εκεί προς Κύριον εξεδήμησεν. Αυτού Αγίαις πρεσβείαις ο Θεός, ελέησον ημάς.
Αμήν.

Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης

Δευτέρα 8 Απριλίου 2019

«Να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους…»



«Και οι δίκαιοι κατά τη Θεία Γραφή πόσοι είναι; Και συλλογίζοντας αυτό, επαίξανε τα μάτια μου στα χέρια μου οπού ήτανε απιθωμένα στο φιλιατρό. Και θέλοντας να μετρήσω με τα δάχτυλα τους δίκαιους, ασήκωσα από το φιλιατρό το χέρι μου το ζερβί, και κοιτώντας τα δάχτυλα του δεξιού, είπα: “Τάχα να είναι πολλά;”...».

Από τη «Γυναίκα της Ζάκυθος»,
του Διονυσίου Σολωμού |8.4.1798 - 9.2.1857|. 

«Η εικόνα Θεού…»



«Να μη συγχέεις ένα άνθρωπο με την αμαρτία που έπεσε. Η αληθινή φύση του ανθρώπου, η εικόνα Θεού, πάντοτε παραμένει...».

Άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης

Κυριακή 7 Απριλίου 2019

«Σε πάει στη Ζωή!!!...»


 

«Του αγίου Ιωάννη του Σιναΐτη σήμερα.
Έτσι τον φαντάστηκα... Υψηλό, να πηγαίνει προς τον ουρανό, για να βλέπει καλύτερα όλη την ανθρωπότητα και να προσεύχεται για όλους.
Διακριτικά φέροντας συμβουλές, για όσους τις ζητούν, βγαλμένες από την πείρα της ζωής του και από τη Χάρη του Θεού.
Συστρεφόμενος, για να μας συναντήσει αγαπητικά κι όχι ατάραχος, σε μια υπερβατική μακαριότητα.
Ειρηνικά εναγώνιος, να μας ψάχνει με τα καθαρά μάτια του.
Ακροπατώντας μέσα στην ολοζώντανη ερημιά της άσκησής του, γιατί διαβάτες είμαστε όλοι, από ετούτη τη γης.
Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος, που σε πάει στη Ζωή!!!...».

Γεώργιος Κόρδης

Σάββατο 6 Απριλίου 2019

Για την Τέταρτη Κυριακή των Νηστειών...



Ο αιδεσιμολογιώτατος πρωτοπρεσβύτερος π. Σέργιος Μαρνέλλος, Δρ. Θεολογίας και Εφημέριος του Ιερού Ναού Αγίου Αθανασίου «της Μητρόπολης», γράφει για την Κλίμακα του Αγίου Ιωάννου:

«Η τέταρτη Κυριακή των νηστειών είναι αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στα πλαίσια της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, που μας οδηγεί στη Μεγάλη Εβδομάδα, στα Θεία Πάθη και την Ανάσταση του Χριστού. Στην ομιλία αυτή θα σταθούμε στο βιβλίο της Κλίμακας του Ιωάννου του Σιναΐτου, ώστε να επιχειρήσουμε κατά το δυνατόν μια προσέγγιση σε αυτό που λέμε “χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος”.
          Με την ονομασία “Κλίμαξ” είναι ευρύτερα γνωστή η απαντητική επιστολή του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, καθηγουμένου των μοναχών του όρους Σινά προς τον Αββά Ιωάννη καθηγούμενο της Ραϊθούς, ο οποίος είχε ζητήσει από τον Άγιο ως μέγας και πραγματικός διδάσκαλος που είναι, να υποδείξει το δρόμο, την κλίμακα, δηλαδή τη σκάλα, που φτάνει στις πύλες του ουρανού...».

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο, πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο, από παλαιότερη ανάρτηση στο ιστολόγιό μας: