Σάββατο 20 Ιουνίου 2026

Τρίτη Κυριακή του Ματθαίου...

Η περικοπή (Ματθαίος 6:22-33) αποτελεί μέρος της Επί του Όρους Ομιλίας και φανερώνει το ήθος της Βασιλείας του Θεού. Ο Χριστός δεν δίνει απλώς ηθικές συμβουλές για μια πιο ήρεμη ζωή, αλλά αποκαλύπτει έναν νέο τρόπο υπάρξεως, όπου ο άνθρωπος καλείται να στραφεί ολοκληρωτικά προς τον Θεό και να ελευθερωθεί από τη διάσπαση, τη δουλεία και τη μέριμνα.

Η αρχή της περικοπής αναφέρεται στον «ὀφθαλμό» ως «λύχνο τοῦ σώματος». Ο οφθαλμός εδώ δεν δηλώνει μόνο τη σωματική όραση, αλλά κυρίως το εσωτερικό βλέμμα της ψυχής, τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος βλέπει τον Θεό, τον κόσμο και τον πλησίον. Όταν ο οφθαλμός είναι «ἁπλοῦς», δηλαδή καθαρός, ακέραιος, αμέριστος και απαλλαγμένος από δολιότητα, τότε όλη η ύπαρξη φωτίζεται. Αντίθετα, όταν είναι «πονηρός», σκοτισμένος από φιλαυτία, πλεονεξία και εμπάθεια, τότε όλος ο άνθρωπος βυθίζεται στο πνευματικό σκοτάδι. Ο Χριστός, λοιπόν, στρέφει την προσοχή μας στην εσωτερική κατάσταση της καρδιάς. Από εκεί ξεκινά είτε ο φωτισμός είτε η πτώση.

Στη συνέχεια, ο Κύριος διακηρύσσει ότι «οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν». Η φράση αυτή αποκαλύπτει τη ριζική ασυμβατότητα ανάμεσα στον Θεό και στον «μαμωνᾶ», δηλαδή στον πλούτο όταν αυτός γίνεται αντικείμενο εμπιστοσύνης, λατρείας και απόλυτης προσκολλήσεως. Δεν καταδικάζεται η χρήση των υλικών αγαθών καθ’ εαυτήν, αλλά η υποδούλωση της καρδιάς σε αυτά. Ο άνθρωπος δεν μπορεί να έχει διχασμένο κέντρο. Ή θα ζει με αναφορά στον Θεό ή θα παραδοθεί στη δύναμη της εγωιστικής αυτάρκειας, της κατοχής και του φόβου απώλειας. Η πνευματική ζωή απαιτεί ενότητα προσανατολισμού. Η καρδιά που ανήκει στον Θεό δεν μπορεί συγχρόνως να λατρεύει την ασφάλεια που υπόσχεται ο πλούτος.

Από αυτή την αλήθεια περνά ο Χριστός στο θέμα της μέριμνας. «Μὴ μεριμνᾶτε» λέγει, όχι για να ενθαρρύνει αδιαφορία ή αργία, αλλά για να θεραπεύσει την αγωνιώδη εσωτερική ταραχή που γεννά η έλλειψη εμπιστοσύνης στον Θεό. Η μέριμνα, στην ευαγγελική αυτή περικοπή, δεν είναι η υπεύθυνη φροντίδα για τη ζωή, αλλά η τυραννική ανησυχία που καταλαμβάνει την ψυχή και την κάνει να ζει σαν να είναι μόνη στον κόσμο, χωρίς Πατέρα. Γι’ αυτό ο Χριστός παραπέμπει στα πετεινά του ουρανού και στα κρίνα του αγρού. Η κτίση ολόκληρη μαρτυρεί τη θεία πρόνοια. Ο Θεός τρέφει, ντύνει, συντηρεί. Και αν αυτό ισχύει για τα μικρότερα και φθαρτά στοιχεία της δημιουργίας, πολύ περισσότερο ισχύει για τον άνθρωπο, που είναι πλασμένος κατ’ εικόνα Θεού.

Η αναφορά στους «ὀλιγοπίστους» δείχνει ότι η ρίζα της μέριμνας είναι η αδύναμη πίστη. Ο άνθρωπος γνωρίζει θεωρητικά τον Θεό, αλλά δυσκολεύεται να Του εμπιστευθεί έμπρακτα τη ζωή του. Έτσι, αντί να ζει ως υιός, ζει ως ορφανός· αντί να ευχαριστεί, αγωνιά· αντί να ελπίζει, προσκολλάται στα υλικά πράγματα. Ο Χριστός δεν αρνείται τις βιοτικές ανάγκες. Αντίθετα, βεβαιώνει ότι «οἶδε ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων». Το πρόβλημα δεν είναι η ανάγκη, αλλά η προτεραιότητα.

Γι’ αυτό η περικοπή κορυφώνεται στην εντολή: «ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ». Πρώτο ζητούμενο για τον πιστό δεν είναι η εξασφάλιση των υλικών όρων της ζωής, αλλά η κοινωνία με τον Θεό, η υπακοή στο θέλημά Του, η ζωή της δικαιοσύνης, της αγάπης και της αγιότητας. Όταν η Βασιλεία γίνεται το κέντρο της υπάρξεως, τότε όλα τα υπόλοιπα βρίσκουν τη σωστή τους θέση. Δεν εξαφανίζονται οι δυσκολίες, αλλά παύουν να είναι ο κύριος άξονας της ζωής. Ο άνθρωπος μαθαίνει να ζει με εμπιστοσύνη, ευχαριστία και εσωτερική ελευθερία.

Η περικοπή αυτή είναι, τελικά, πρόσκληση σε μετάνοια του νου και της καρδιάς. Ο Χριστός καλεί τον άνθρωπο να αποκτήσει καθαρό βλέμμα, ακέραιη καρδιά και ακλόνητη εμπιστοσύνη στον ουράνιο Πατέρα. Μόνον έτσι η ζωή φωτίζεται, η μέριμνα νικιέται και ο άνθρωπος εισέρχεται ήδη από τώρα στη χαρά της Βασιλείας.

Επίσκοπος Νεκτάριος Τσίλης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου