Η παραβολή του Τελώνου και του Φαρισαίου, όπως παραδίδεται στο Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο, δεν αποτελεί απλώς το πρώτο ευαγγελικό ανάγνωσμα του Τριωδίου, αλλά συνιστά θεολογικό θεμέλιο και ερμηνευτικό άξονα ολόκληρης της κατανυκτικής περιόδου.
Η Εκκλησία, με βαθιά λειτουργική και ανθρωπολογική επίγνωση, τοποθετεί την παραβολή αυτή στην απαρχή του εκκλησιαστικού αγώνα, όχι για να εισαγάγει μια ηθική κλίμακα συμπεριφορών, αλλά για να αποκαλύψει δύο ριζικά διαφορετικούς τρόπους υπάρξεως ενώπιον του Θεού.
Το ερώτημα που τίθεται εξαρχής δεν αφορά το «τι πράττει» ο άνθρωπος, αλλά το «πώς στέκεται», με ποια εσωτερική διάταξη, με ποια αυτοσυνείδηση και με ποιον λόγο.
Ο Φαρισαίος ενσαρκώνει έναν τύπο θρησκευτικού υποκειμένου πλήρως εναρμονισμένου με τον νόμο, όπου η άσκηση, η ακρίβεια και η ευσέβεια έχουν εσωτερικευθεί ως σταθερή ταυτότητα. Η προσευχή του, ενώ εμφανίζεται τυπικά ορθή και θεολογικά άψογη, παραμένει ουσιαστικά κλειστή. Ο λόγος του δεν εκτίθεται, δεν ικετεύει, δεν διακινδυνεύει. Απαριθμεί, συγκρίνει, οργανώνει έναν ερμητικά σφραγισμένο κόσμο νοήματος, μέσα στον οποίο η αρετή λειτουργεί ως εγγύηση δικαίωσης. Η νηστεία και η τήρηση του νόμου δεν αποτελούν πλέον δρόμο σχέσεως, αλλά κεφάλαιο αυτονομιμοποίησης.
Ο Θεός, σε αυτό το σχήμα, παύει να είναι ο απρόβλεπτος και ελεύθερος Άλλος και μετατρέπεται σε θεσμικό σημείο επικύρωσης μιας ήδη παγιωμένης αυτοεικόνας.
Η πνευματική αυτή αυτάρκεια δεν συνιστά απλώς ηθικό πρόβλημα, αλλά βαθύτατη θεολογική δυσλειτουργία. Εκεί όπου ο λόγος του ανθρώπου δεν αφήνει περιθώριο για ρήγμα, η χάρη καθίσταται περιττή. Η σωτηρία παύει να είναι γεγονός σχέσεως και μετατρέπεται σε ιδιοκτησία. Ο Φαρισαίος δεν απορρίπτεται επειδή ασκείται, αλλά επειδή η άσκηση έχει χάσει τον χαρακτήρα της κενώσεως και έχει μετατραπεί σε μηχανισμό σταθεροποίησης του εαυτού. Πρόκειται για μια πνευματικότητα χωρίς έλλειψη, χωρίς ρωγμή, χωρίς δυνατότητα μετασχηματισμού.
Απέναντί του, ο Τελώνης δεν παρουσιάζεται ως ηθικό αντίβαρο, αλλά ως θεολογικό γεγονός. Η στάση του σώματος, η απόσταση, η αδυναμία ανύψωσης του βλέμματος, συγκροτούν έναν λόγο σιωπηλό αλλά απολύτως αποκαλυπτικό. Η προσευχή του είναι ελλειπτική, σχεδόν αποσπασματική, και ακριβώς γι’ αυτό βαθύτατα αληθινή. Δεν επιχειρεί να οργανώσει αφήγηση περί του εαυτού του, δεν διαχειρίζεται την αμαρτία του ως υλικό αυτοβελτίωσης, δεν την εντάσσει σε σχήμα εξισορρόπησης. Την καταθέτει ως έχει, χωρίς επεξεργασία, χωρίς άμυνες. Η μετάνοια εδώ δεν συνιστά ηθική αναμόρφωση, αλλά αποδοχή της μη πληρότητας του ανθρώπου.
Σε αυτή την αποδοχή εγγράφεται μια βαθιά θεολογική αλήθεια: ο άνθρωπος συναντά τον Θεό όχι όταν παρουσιάζεται ολοκληρωμένος, αλλά όταν αντέχει να σταθεί ενώπιόν Του ως ασυνέχεια. Η ταπείνωση δεν είναι ψυχολογική αυτοϋποτίμηση ούτε ρητορική ενοχή, αλλά οντολογική μετατόπιση. Είναι η στιγμή κατά την οποία το υποκείμενο παύει να αυτοθεμελιώνεται και επιτρέπει στη σχέση να προηγηθεί της ταυτότητας.
Εκεί όπου ο λόγος λιγοστεύει και η εικόνα του εαυτού καταρρέει, ανοίγεται ο χώρος της χάριτος.
Η κρίση του Χριστού, ότι ο Τελώνης κατεβαίνει «δεδικαιωμένος», ανατρέπει κάθε θεολογία ανταπόδοσης και αποκαλύπτει έναν άλλο νόμο: τη δικαίωση ως γεγονός χάριτος και όχι ως αποτέλεσμα επιτεύγματος. Η σωτηρία δεν απονέμεται σε εκείνον που κατέχει τον νόμο, αλλά σε εκείνον που παραιτείται από τη φαντασίωση της επάρκειας. Ο Θεός δεν συναντά τον άνθρωπο εκεί όπου αυτός έχει τακτοποιήσει τον εαυτό του, αλλά εκεί όπου αφήνει ανοιχτό το τραύμα της ύπαρξής του.
Μέσα σε αυτό το θεολογικό πλαίσιο θεμελιώνεται ολόκληρο το ήθος του Τριωδίου. Η Εκκλησία δεν καλεί τον άνθρωπο σε μια κλιμακωτή αύξηση πνευματικής απόδοσης, αλλά σε μια σταδιακή αποδόμηση της αυτάρκειας. Η νηστεία, η προσευχή και η άσκηση δεν λειτουργούν ως συσσώρευση αρετής, αλλά ως διαδικασίες απογύμνωσης.
Κάθε τι που στηρίζει την ψευδαίσθηση της πληρότητας τίθεται υπό κρίση, ώστε να αναδυθεί ο χώρος της αλήθειας. Το Τριώδιο δεν συγκροτεί ένα ισχυρό θρησκευτικό υποκείμενο, αλλά διαλύει, μεθοδικά και παιδαγωγικά, την ανάγκη του ανθρώπου να δικαιώνει τον εαυτό του.
Έτσι, η παραβολή δεν εξαντλείται σε διδακτική λειτουργία, αλλά συνεχίζει να δρα ως θεολογικό συμβάν εντός του εκκλησιαστικού χρόνου.
Υπόγεια, αλλά καθοριστικά, εισάγει τον άνθρωπο σε μια εμπειρία όπου η έλλειψη παύει να βιώνεται ως απειλή και μετασχηματίζεται σε τόπο σχέσεως. Εκεί όπου ο λόγος σιωπά και το υποκείμενο αδυνατεί να αυτοθεμελιωθεί, καθίσταται δυνατή η συνάντηση με τον Θεό.
Και εδώ συναντάμε το βαθύτερο, δυσκολότερο και πλέον ριζοσπαστικό θεολογικό νόημα του Τριωδίου: όχι τη σωτηρία ως επίτευγμα, αλλά τη σωτηρία ως άνοιγμα, ως έκθεση, ως εμπιστοσύνη στη χάρη που ενεργεί εκεί όπου ο άνθρωπος παύει να είναι πλήρης και τολμά, επιτέλους, να είναι αληθινός.
Μάνος Λαμπράκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου