Αν η θεολογία, όπως νομίζω ότι οφείλει, επιθυμεί να συνδιαλέγεται με τον πραγματικό άνθρωπο και όχι με τον άνθρωπο της φαντασίας της ή των φαντασιώσεών της, τότε απλώς δεν μπορεί να αγνοεί τα πορίσματα της επιστήμης και δη των επιστημών του ψυχισμού. Αλλιώς θα αδολεχθεί «υψηγορώντας» μεγαλοφώνως περί «προσώπου», «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση», «αυτεξουσίου» κ.λπ., χωρίς όμως κανένα αντίκρισμα στις πραγματικές ζωές των ζωντανών ανθρώπων με τα πραγματικά προβλήματα. [...] Ο «ψευδής» εαυτός συγκροτεί ένα «φάσμα», που εκκινεί από το υγιές άκρο και καταλήγει στο νοσηρό. Επομένως όλοι μας λίγο πολύ έχουμε τέτοια στοιχεία ψευδούς εαυτού, χωρίς κατ’ ανάγκη να συνιστά αυτό παθολογία. Παθολογία έχουμε όταν ο βίος γίνεται αβίωτος, όταν το «κενό», για το οποίο κάναμε λόγο ανωτέρω, χάσκει πλέον αβυσσαλέα, όταν έχουμε μία αίσθηση ότι δεν ζούμε «πραγματικά». Ναι μεν υπάρχουμε, αλλά δεν υπάρχουμε πραγματικά. Ζούμε εις βάρος ή αγνοώντας παντελώς ολόκληρα κομμάτια της εσωτερικής μας επικράτειας ή του ψυχοσωματικού εαυτού μας, στο σύνολό του. Δηλαδή, «δεν είμαστε πραγματικά εμείς». [...]
Ανδρέας Αλεξόπουλος
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου