Τετάρτη 19 Ιουνίου 2024

Δεν βασίζουν στο Χριστό την αγάπη τους...

«Οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν άλλα κίνητρα. Δεν βασίζουν στο Χριστό την αγάπη τους.

Ο ένας αγαπάει κάποιον, γιατί κι εκείνος του δείχνει αγάπη, ο άλλος αγαπάει εκείνον που τον τίμησε και ο άλλος αγαπάει εκείνον που του φάνηκε χρήσιμος σε μιαν υπόθεσή του.

Είναι δύσκολο να βρεις κάποιον που ν’ αγαπάει τον πλησίον μόνο για χάρη του Χριστού, γιατί σύνδεσμος των ανθρώπων είναι συνήθως τα υλικά συμφέροντα.

Μια αγάπη, όμως, με τέτοια ελατήρια, είναι χλιαρή και πρόσκαιρη.

Με το παραμικρό πρόβλημα – υβριστικό λόγο, χρηματική ζημιά, ζήλεια, φιλοδοξία ή κάτι άλλο παρόμοιο- η αγάπη αυτή, που δεν έχει θεμέλιο πνευματικό, διαλύεται…».

~ Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

Κυριακή 16 Ιουνίου 2024

Ανάληψη!

Σε όλες τις θλίψεις των παιδιών Του, ο Ίδιος ο Πατέρας τους θλιβόταν, και ο άγγελος της Δόξας του, ο Μεσσίας Χριστός, τούς έσωσε· μέσα στην αγάπη Του και στην ευσπλαχνία Του.

Αυτός τούς λύτρωσε· και τους σήκωσε ψηλά, και τους βάσταξε απάνω Του αιώνια, ως το τέλος των ημερών.

Ανάληψη!

π. Π. Κρούσκος

Σάββατο 15 Ιουνίου 2024

Έφυγες σαν σήμερα...

Έφυγες σαν σήμερα, για την "οδό ονείρων"... Και φώτισες στο πέρασμά σου μιαν άλλη Ελλάδα, της αξιοπρέπειας και της δημιουργίας, ορίζοντας με το ανάστημά σου το μέτρο και την ομορφιά της. Αυτή την οδό αναζητούν τα “παιδιά της γαλαρίας” που επιμένουν και σήμερα να ταξιδεύουν σ’ αυτόν τον γκρίζο μα κι αβάσταχτο ουρανό… Και τη φωνή σου απ’ τον Σείριο να σιγοτραγουδά την αγάπη που μπορεί να φωτίζει ακόμη κι ένα χάρτινο φεγγαράκι…

Όχι, δεν φταις εσύ για την “οδό ονείρων” που χάσαμε…

Χρήστος Γαρουφαλής

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Ένταξη στην Εκκλησία σημαίνει...

Τίθεται συχνά το ερώτημα εάν μπορούμε να επικοινωνούμε με τον Θεό έξω από την Εκκλησία. Βεβαίως μπορούμε. Προσέξτε, η Εκκλησία υπάρχει και έχει όρια για μας τους ανθρώπους, όχι για τον Θεό. Δεν δεσμεύει τον Θεό η Εκκλησία. Εμείς για δικό μας καλό πρέπει να είμαστε μέσα στην Εκκλησία. Αυτό τι σημαίνει;

Δεν σημαίνει απλώς πηγαίνω μία φορά κάθε τόσο και ανάβω το κερί μου. Ένταξη στην Εκκλησία σημαίνει ένταξη στη Θεία Ευχαριστία, στην Θεία Κοινωνία. Γιατί ο μέγιστος, ο ανώτερος, ο ύψιστος τρόπος για να έρθω σε κοινωνία με το Θεό είναι να Τον δεχτώ μέσα μου αφού έχει προηγηθεί μία σχετική προετοιμασία. Γι' αυτό τα μυστήρια της Εκκλησίας οδηγούν σ' αυτήν την κοινωνία και ενότητα με τον Θεό...

π. Βασίλειος Θερμός

Παρασκευή 24 Μαΐου 2024

Το να λες Χριστός ανέστη...

Το να λες Χριστός ανέστη και προσδοκώ ανάσταση νεκρών, χωρίς πάθος ότι αυτό είναι δυνατόν, είναι σαν να μην το έχεις πει καν - κι αυτό συμβαίνει στις περισσότερες περιπτώσεις.

Η ελπίδα ότι υπάρχει ανάσταση δεν πρέπει να είναι ένα ονειροπόλημα, η ελπίδα είναι πίστη και λαχτάρα μαζί. Προσδοκώ λέμε την ανάσταση.
Προσέξτε: δεν πρόκειται για απλή αισιοδοξία ή απλώς μια πιθανότητα. Αυτά είναι μηδέν. Ή εν πάση περιπτώσει αυτή η πιθανότητα πρέπει να είναι ζωντανή. Αλλιώς, έχεις αφεθεί στη μοίρα σου κι όσα αισιόδοξα και να λες, στο τέλος δεν μένει τίποτα.
Η ελπίδα λοιπόν είναι καλή όταν την ζωντανεύει κανείς με τον τρόπο που κάθε φορά χρειάζεται. Αν ελπίζω να είμαι υγιής, αλλά τρώω και πίνω σα να μην υπάρχει αύριο, είναι μάλλον μια μάταιη ελπίδα. Αν ελπίζω στην ανάσταση χωρίς να ζω κάπως με τον τρόπο τον αναστάσιμο, ήγουν την αγάπη προς όλους, ματαιοπονώ. Η ανάσταση πάει κόντρα στη λογική, το ίδιο κι η αγάπη προς όλους. Αυτός όμως είναι ο τρόπος του Χριστού. Δύσκολα πράγματα. Η ελπίδα δεν πάει με την αδράνεια. Η άλλη λύση είναι η απελπισία. Η οποία είναι λιγότερο οδυνηρή από μια αδρανή ελπίδα που σε κοιμίζει χωρίς να σου προσφέρει τίποτα απολύτως.
 
Γιώργος Μπάρλας
 

Τρίτη 7 Μαΐου 2024

Χ. Α. Σταμούλης, Συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει*

Αναστάσεως ημέρα και

λαμπρυνθώμεν τη πανηγύρει

και αλλήλους περιπτυξώμεθα.

Είπωμεν, αδελφοί,

και τοις μισούσιν ημάς

συγχωρήσωμεν πάντα

τη Αναστάσει

και ούτω βοήσωμεν

Χριστός Ανέστη εκ νεκρών

θανάτω θάνατον πατήσας

και τοις εν τοις μνήμασιν

ζωήν χαρισάμενος.

Η συγχώρηση είναι δημιουργία, κίνηση και τέχνη, έξοδος από τον κλειστό εαυτό και είσοδος  στον αστερισμό του άλλου, που επιτρέπει την ύπαρξη επί το αυτό εν αμερίστω καρδία. Ένας πυρετός είναι η συγχώρηση και  μια αντρειοσύνη, που παλεύει τα σκοτάδια της ηρωοποίησης της μοναξιάς· τα σκοτάδια της αδράνειας  και της διαστρέβλωσης, αποτέλεσμα στείρων συναισθηματικών προσποιήσεων που φτάνουν έως και την κόλαση της υποκρισίας. Από τη μια η λεβεντιά, το γύμνωμα του μέσα μας ψεύδους και από την άλλη το ντύσιμο, το χτίσιμο της μεγάλης μας γύμνιας. Από τη μια η δημιουργικότητα και η τέχνη της εξόδου στο φως και από την άλλη η κακοτεχνία της διαίρεσης και η εκβολή στο σκότος της κόλασης. «Φεύγετε ουν τας κακοτεχνίας και ενέδρας του άρχοντος του αιώνος τούτου, μήποτε θλιβέντες τη γνώμη αυτού εξασθενήσετε εν τη αγάπη·», λέγει ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος και συμπληρώνει, δείχνοντας το δρόμο για το φως: «αλλά πάντες επί το αυτό γίνεσθε εν αμερίστω καρδία», διότι οι μερισμοί είναι «αρχή κακών».

Υπήρχε κάποτε, στα χρόνια του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου, ένας όσιος, ο  Μάξιμος ο  Καυσοκαλύβης, ο οποίος «υπεκρίνετο μωρίαν, και εφαίνετο εις τους ανθρώπους σαλός, ο κατά αλήθειαν σοφός, διά να μην του αποτίναξη τον καρπόν της αρετής ο άνεμος της ανθρωπαρεσκείας». Τι έκανε, λοιπόν, ο τρελός για τη χάρη του Θεού. Τριγυρνούσε στις ερημιές του Αγίου Όρους, έφτανε κάπου, έφτιαχνε μια καλύβα και μετά από λίγο της έβαζε φωτιά και έφευγε. Πήγαινε παραπέρα και έκανε πάλι τα ίδια, δεύτερη καλύβα και δεύτερη φωτιά και μετά ξανά από την αρχή, εξ ου και Καυσοκαλύβης. Οι άλλοι τον έλεγαν τρελό, μα τούτος, φλεγόμενος από έρωτα για τον Θεό, καίγοντας την καλύβα του, έκαιγε τη βεβαιότητα που αυτή κάθε φορά γεννούσε και ζούσε ως άνθρωπος «πάροικος και παρεπίδημος», άνθρωπος βιβλικός, γεμάτος έρωτα και πίστη. Άλλωστε, «Ο χωρών “χωρείτω”. Τόπος μηδέναφυσιούτω», όπως λέγει και πάλι ο άγιος Ιγνάτιος διότι «το γαρ όλον πίστις και αγάπη, ων ουδέν προκέκριται». Και έχει σημασία αυτό σε μια εποχή που το δικαίωμα -το άγιο κατά τα άλλα δικαίωμα- γεννά απανθρωπία, γεννά διαίρεση και μαρασμό. «Το δίκαιο», γράφει ο άλλος τρελός, ο τρελός της ευθύνης, ο κυρ Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, στο εξαιρετικό του, Ο πεθαμένος και η Ανάσταση, «μειώνει το μέγεθος του κόσμου που ζητώ ν’ αγκαλιάσω». Το δίκαιο και το δικαίωμα,  συγγενείς εξ αίματος, το λιγότερο αδελφοποιτοί. Μαζί και η αυτοδικαίωση, που ακολουθεί την αυτοερωτικότητα και την αυτοϊκανοποίηση, στον τόπο που νομίζω πως έχω, νομίζω πως είμαι, αλλά εν τέλει ούτε έχω, ούτε είμαι. Το δίκαιο και το δικαίωμα, μαζί και η ελευθερία, χωρισμένα από την αγάπη -και το λέγω τούτο, διότι δεν είπε «μείζων δε τούτων η ελευθερία, μήτε το δικαίωμα, μήτε το δίκαιο», ούτε καν η πίστη ή ελπίδα, αλλά «μείζων δε τούτων η αγάπη»-, οδηγούν τον άνθρωπο στο «υπόγειο» της  ύπαρξης, όπου τελείται το έγκλημα της αφαίμαξης της αγάπης. Και είναι αυτή η αγάπη που χωράει τα πάντα· που συγχωρεί τα πάντα και τα συγκινεί, που τα κάνει να γεμίζουν από το φως του μαζί. Εκεί όπου ο τόπος μου δεν γίνεται το υπόγειο της φυσίωσης, αλλά ο χώρος της ομοήθειας, που πλατύνεται, συνεχώς πλατύνεται και πλαταίνει και χωρά τα αχώρετα, ως άλλη Θεοτόκος.

Ναι, η συγχώρεση είναι ήττα. Μια ήττα που ελπίζει και προσδοκά. Μια ήττα που μπορεί να κραυγάζει πως «νυν πάντα πεπλήρωται φωτός». Μια ήττα γεμάτη από αγάπη, σαν τον Χριστό που είναι η αγάπη, η ανάσταση και η ζωή, που ανθίζει μέσα από την καρδιά του Άδη και βγαίνει στο φως κρατώντας από τα χέρια τον Αδάμ και την Εύα όλων των εποχών.

Αυτή την ήττα να μη την αρνηθούμε. Το είπε, άλλωστε και η ποιήτρια.

Θ’ απαρνηθείς την ήττα;

Η ήττα είναι παράδοση

μιλιέται από σώμα σε σώμα διαιωνίζεται.

Είδες ποτέ κανένα όνειρο

μεταμοντέρνας νίκης να διαρκεί;

 

Αν δεν τρωθείς

πού θα σε βρει η αγάπη.

Το βέλος θα την οδηγήσει στην πληγή σου.

Για ποιόν νομίζεις ξεκινάει από το μακρινό

το έρημο το αβέβαιο όνομά της;

Όχι για το αξέχαστο βλέμμα του τοξότη

στης έλξης το φαρμάκι βουτηγμένο.

Για να τραφεί απ’ την πληγή σου ξεκινάει

η πεινασμένη ύπαρξή της.

 

Αβέβαια ζήσε.

Τίμα την προέλευσή σου.

(Κική Δημουλά)

*Εφημερίδα «Η Καθημερινή» | Μ. Σάββατο 4 – Κυριακή Πάσχα 5 Μαίου 2024.

Κυριακή 5 Μαΐου 2024

Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά!

Τη στιγμή εκείνη πρόβαινε από το φρύδι του βουνού ο ήλιος· έδωκε ένα σάλτο ο παπάς, βρέθηκε ομπρός στους χωριανούς, άνοιξε τις αγκάλες:

— Χριστός ανέστακας, μωρέ παιδιά! φώναξε.

Η γνώριμη πολυτριμμένη λέξη: ανέστη του φάνηκε ξαφνικά μικρή, φτενή, μίζερη· δεν μπορούσε να χωρέσει τη Μεγάλη Αγγελία· πλάτυνε η λέξη, θέριεψε στα χείλια του παπά.

Λύγισαν οι γλωσσικοί νόμοι, έσπασαν ακολουθώντας τη φόρα της ψυχής, δημιουργήθηκαν νόμοι καινούριοι· και να, πρώτη φορά το πρωί εκείνο, ο γερο-Κρητικός, δημιουργώντας την καινούρια λέξη, ένιωθε πως αληθινά ανάσταινε, σε όλο του το μέγα μπόι, το Χριστό... (Ν. Κ.).