Κυριακή 4 Σεπτεμβρίου 2011

Ο π. Αλέξανδρος Σμέμαν για τη Γέννηση της Θεοτόκου


Η ευλάβεια που δείχνει η Εκκλησία στην Πανα­γία ριζώνει στην υπακοή της στον Θεό, στην εκούσια επιλογή της να δεχθεί μια πρόσκληση αδύνατη στα ανθρώπινα μέτρα. Η Ορθόδοξη Εκκλησία ανέκαθεν τόνιζε τη σύνδεση της Παναγίας με τον άνθρωπο και χαίρεται γι' αυτήν και τη θεωρεί ως τον καλύτερο, καθαρότερο και πιο υπέροχο καρπό της ανθρώπινης Ιστορίας και της αναζητήσεως τού Θεού από τον άν­θρωπο, της αναζητήσεως τού έσχατου νοήματος, του έσχατου περιεχομένου της ζωής τού άνθρωπου. Αν στη Δυτική Χριστιανοσύνη ή ευλάβεια προς την Πα­ναγία περιστράφηκε γύρω από την άειπαρθενία της, η καρδιά της ευλάβειας, της σκέψεως και της αγά­πης της Ορθόδοξης Ανατολής προς την Παναγία, υ­πήρξε πάντοτε ή Μητρότητα της, ή σχέση σαρκός και αίματος πού είχε με τον Ιησού Χριστό. Η Ανα­τολή χαίρεται πού ο ρόλος τού ανθρώπου είναι βα­σικός στο θείο σχέδιο. Ό Υιός τού Θεού έρχεται στη γη, ο Θεός εμφανίζεται για να λυτρώσει τον κόσμο, γίνεται άνθρωπος για να ενσωματώσει τον άνθρωπο στη θεϊκή του κλήση, και σ' αυτό συμμετέχει ολόκληρη ή ανθρωπότητα. Αν αντιληφθούμε πώς η κοινή φύση τού Χριστού με τη δική μας είναι ή μεγαλύτε­ρη χαρά και το μεγαλύτερο βάθος τού Χριστιανισμού, ότι ό Χριστός είναι γνήσιος άνθρωπος κι όχι κάποιο φάντασμα ή κάποιο ασώματο φαινόμενο, ότι είναι κάποιος από μας και παραμένει αιωνίως ενω­μένος μαζί μας μέσω της ανθρώπινης φύσεως Του, τότε ή ευλάβεια προς την Παναγία γίνεται κατανοη­τή, επειδή αυτή Του προσέφερε την ανθρώπινη φύση, τη σάρκα και το αίμα Του. Αυτή δίνει τη δυνατότητα στον Χριστό να ονομάζεται πάντοτε "Υιός τού Άν­θρωπου".

Υιός τού Θεού, Υιός τού Άνθρωπου... ο Θεός που κατήλθε κι έγινε άνθρωπος, ώστε να μπορέσει ό άνθρωπος να εξαγιαστεί, να μπορέσει να γίνει κοι­νωνός "θείας φύσεως" (Β' Πέτρου 1, 4), ή, σύμφωνα με την έκφραση των διδασκάλων της Εκκλησίας, να "θεωθεί". Ακριβώς εδώ, σ' αυτή την εξαιρετική απο­κάλυψη της αυθεντικής φύσεως και κλήσεως τού άνθρωπου, βρίσκεται ή πηγή αυτής της ευγνωμοσύ­νης και τρυφεράδας πού περιβάλλει τη Θεοτόκο, ως σύνδεσμο μας με τον Χριστό, και μέσω Αυτού με τον Θεό. Πουθενά δε άλλου δεν αντικατοπτρίζεται αυτό καλύτερα απ' ό,τι στη γέννηση της Θεοτόκου. Σε κανένα όμως σημείο της άγιας Γραφής δεν αναφέρεται τίποτε γι' αυτό το γεγονός. Γιατί όμως θα έπρεπε να αναφέρεται; Υπάρχει κάτι το αξιόλογο, κάτι το ιδιαίτερα μοναδικό στη συνηθισμένη γέννηση ενός παιδιού, σε μια γέννα όπως όλες οι άλλες; Αν όμως ή Εκκλησία άρχισε να μνημονεύει το γεγο­νός με μια ιδιαίτερη εορτή, αυτό δεν έγινε επειδή ή γέννα καθαυτή ήταν κάτι το μοναδικό ή θαυματουρ­γικό ή ασυνήθιστο γεγονός. Το αντίθετο, μάλιστα.

Το ότι είναι τόσο συνηθισμένο γεγονός αποκαλύ­πτει μια φρεσκάδα και μια λάμψη όσον άφορα το καθετί που αποκαλούμε "ρουτίνα" και συνηθισμένο, και δίνει νέο βάθος στις "ασήμαντες" λεπτομέρειες της ζωής του άνθρωπου. Τι παρατηρούμε στην εικό­να της εορτής, όταν την αντικρίζουμε με τα πνευμα­τικά μας μάτια; Πάνω σ' ένα κρεβάτι είναι ξαπλω­μένη μια γυναίκα, η Άννα, σύμφωνα με την εκκλη­σιαστική παράδοση, πού μόλις έχει γεννήσει μια κόρη. Δίπλα της είναι ό πατέρας του παιδιού, ό Ιω­ακείμ, σύμφωνα πάλι με την ίδια παράδοση. Λίγες γυναίκες στέκονται εκεί κοντά, πού πλένουν το νεο­γέννητο για πρώτη φορά. Το πιο συνηθισμένο, δη­λαδή, και απαρατήρητο γεγονός. 'Ή δεν είναι έτσι; Μήπως ή Εκκλησία θέλει, μέσα απ' αυτή την εικόνα, να μας πει πως ή κάθε γέννα, η είσοδος κάθε νέου άνθρωπου στον κόσμο και στη ζωή, δεν είναι παρά ένα μέγιστο θαύμα, ένα θαύμα πού διαρρηγνύει κά­θε ρουτίνα, επειδή σημαδεύει την αρχή κάποιου γε­γονότος δίχως τέλος, την αρχή μιας μοναδικής και ανεπανάληπτης ζωής, την αρχή ενός νέου προσώπου; Με κάθε γέννα ό κόσμος δημιουργείται, κατά μία έννοια, εξ αρχής, και προσφέρεται ως δώρο σ' αυτόν το νέο άνθρωπο για να είναι ή ζωή του, ό δρόμος του, ή δημιουργία του.

Κατ' αρχάς, αυτή η γιορτή δεν είναι παρά ένας γενικός εορτασμός της γεννήσεως του άνθρωπου, και, όπως λέει το Ευαγγέλιο, δεν θυμόμαστε πλέον την αγωνία "διά την χαράν ότι έγεννήθη άνθρωπος εις τον κόσμον" (Ίωάν. 16,21). Δεύτερον, τώρα γνω­ρίζουμε αυτόν του όποιου την ιδιαίτερη γέννηση και τον ερχομό εορτάζουμε: την Παναγία. Γνωρίζουμε τη μοναδικότητα, την ομορφιά, τη χάρη ακριβώς αυ­τού τού παιδιού, τον προορισμό του, τη σημασία του για μας και για ολόκληρο τον κόσμο. Και τρίτον, γιορτάζουμε όλους όσοι προετοίμασαν τον δρόμο της Παναγίας, που συνέβαλαν στο να κληρονομήσει τη χάρη και την ομορφιά. Σήμερα πολλοί άνθρωποι μιλούν για κληρονομικότητα, αλλά μόνο με μια αρ­νητική, ύποδουλωτική και αιτιοκρατική έννοια. Η Εκκλησία πιστεύει σε μια θετική και πνευματική κληρονομικότητα. Πόση πίστη, πόση καλωσύνη, πό­σες γενιές ανθρώπων πού αγωνίστηκαν να ζήσουν την αγιότητα, δεν χρειάστηκαν πριν το δένδρο της ιστορίας μπορέσει να βγάλει ένα τέτοιο υπέροχο και ευωδιαστό λουλούδι -την Παρθένο Παναγία! Γι' αυ­τό η εορτή της Γεννήσεώς της είναι ένας εορτασμός της ανθρώπινης ιστορίας, εορτασμός της πίστεως στον άνθρωπο, ένας εορτασμός τού άνθρωπου. Δυ­στυχώς όμως, ή κληρονομιά τού κακού είναι πολύ πιο ορατή και γνωστή σήμερα. Υπάρχει τόσο κακό γύρω μας, ώστε αυτή ή πίστη στον άνθρωπο, στην ελευθερία του, στη δυνατότητα του να παραδίδει στις μελλοντικές γενιές μια φωτεινή κληρονομιά καλοσύνης έχει σχεδόν εξατμιστεί κι έχει αντικατασταθεί από τον κυνισμό και την υποψία... Αυτός ό εχθρικός κυνισμός και ή αποθαρρυντική υποψία είναι ακρι­βώς ό,τι μας κάνει ν' απομακρυνόμαστε από την Εκ­κλησία, τη στιγμή που αυτή γιορτάζει, με τέτοια χα­ρά και πίστη, τη γέννηση ενός κοριτσιού, στο όποιο συγκεντρώνεται όλη η καλοσύνη, η πνευματική ομορ­φιά, η αρμονία και η τελειότητα, που είναι στοιχεία της γνήσιας ανθρώπινης φύσεως. Μέσα απ' αυτό το νεογέννητο κορίτσι, ό Χριστός -το δώρο του Θεού, ή συνάντηση μαζί Του- έρχεται ν' αγκαλιάσει τον κόσμο. Εορτάζοντας έτσι τη γέννηση της Παναγίας, βρισκόμαστε ήδη στον δρόμο προς τη Βηθλεέμ, κι­νούμενοι προς το χαρμόσυνο μυστήριο της Παναγίας ως Θεοτόκου.


(Από το βιβλίο Η Παναγία, εκδόσεις Ακρίτας).

«Η γέννησίς σου Θεοτόκε...»



Η γέννησίς σου Θεοτόκε, χαράν εμήνυσε πάση τη οικουμένη, εκ σου γαρ ανέτειλεν ο Ήλιος της δικαιοσύνης, Χριστός ο Θεός ημών. Kαι λύσας την κατάραν, έδωκε την ευλογίαν και καταργήσας τον θάνατον, εδωρήσατο ημίν ζωήν την Αιώνιον.


Χαίρετ' ο Ιωακείμ κι η Άννα,
που γέννησαν χαριτωμένη κόρη
στην Παναγίτσα στο Πυργί!
Χαίρεται όλ' η έρημη ακρογιαλιά
κι ο βράχος κι ο γκρεμός αντίκρυ του πελάγους,
που τον χτυπούν άγρια τα κύματα,
χαίρεται απ' την εκκλησίτσα,
που μοσχοβολά πάνω στη ράχη.

Χαίρεται τ' άγριο δέντρο, που γέρνει
το μισό απάνω στον βράχο, το μισό στον γκρεμό·
χαίρετ' ο βοσκός, που φυσά τον αυλό του,
χαίρετ' η γίδα του, που τρέχει στα βράχια,
χαίρεται το ερίφιο, που πηδά χαρμόσυνα.

Κι η πλάση όλη αναγαλλιάζει
και το φθινόπωρο ξανανοιώνει η γης,
σα σεμνή κόρη, που περίμενε χρόνια
τον αρραβωνιαστικό της απ' τα ξένα
και τέλος τον απόλαψε πριν είναι πολύ αργά·
και σαν τη στείρα γραία, που γέννησε θεόπαιδο
κι ευφράνθη στα γεράματά της!

Δος μου κι εμένα άνεση, Παναγιά μου,
πριν ν' απέλθω και πλέον δεν θα υπάρχω.

(Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στην Παναγίτσα στο Πυργί).

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Καλό & Ευλογημένο το νέο εκκλησιαστικό έτος!



«Ο των αιώνων Ποιητής και Δεσπότης, Θεέ των όλων, υπερούσιε όντως, την ενιαύσιον ευλόγησον περίοδον, σώζων τω ελέει σου τω απείρω, Οικτίρμον, πάντας τους λατρεύοντας σοι τω μόνω Δεσπότη, και εκβοώντας φόβω Λυτρωτά, εύφορον πάσι το έτος χορήγησον».

Παρασκευή 26 Αυγούστου 2011

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης για την αρχή της Ινδίκτου



Το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου για το νέο εκκλησιαστικό έτος:

Η Χάρις του Θεού καταξιώνει ημᾶς σήμερον όπως εναρξώμεθα ενός εισέτι εκκλησιαστικού έτους, ενός εισέτι εορτολογικού κύκλου, εντός των ευλογημένων ευκαιριών του οποίου καλούμεθα να καταβάλλωμεν αγώνα πνευματικόν διά να αξιοποιήσωμεν καλλίτερον την δοθείσαν ημίν δυνατότητα του γενέσθαι «καθ’ ομοίωσιν» Θεού ώστε να καταστώμεν και ημείς άγιοι Αυτού.
Η σημερινή όμως ημέρα, η 1η Σεπτεμβρίου, η πρώτη του νέου εκκλησιαστικού έτους, είναι αφιερωμένη, πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριαρχείου, και εις την προσευχήν διά το φυσικόν περιβάλλον.
Η δε πρωτόβουλος αύτη απόφασις ουδόλως τυγχάνει άσχετος προς την ανωτέρω σημειολογίαν της σημερινής ημέρας, καθώς ο πνευματικός αγών ο οποίος επιφέρει την καλήν αλλοίωσιν του ανθρώπου συμβάλλει και εις την βελτίωσιν των σχέσεών του προς το περιβάλλον και εις την καλλιέργειαν της ευαισθησίας του ανθρώπου υπέρ της προστασίας και διαφυλάξεως αυτού.
Δοξολογούμεν, λοιπόν, σήμερον το άγιον όνομα του Θεού, διότι εχάρισεν εις την ανθρωπότητα και διατηρεί και συνέχει την φύσιν, ως το καταλληλότατον περιβάλλον διά την εν αυτώ υγιεινήν ανάπτυξιν του σώματος και του πνεύματος του ανθρώπου.
Ταυτοχρόνως δεν δυνάμεθα όμως να παρασιωπήσωμεν και το γεγονός, ότι ο άνθρωπος δεν τιμά πρεπόντως την δωρεάν ταύτην του Θεού και καταστρέφει το περιβάλλον, εκ πλεονεξίας ή εξ άλλων εγωϊστικών επιδιώξεων.
Το περιβάλλον ημών αποτελείται, ως γνωστόν, εκ του εδάφους, των υδάτων, του ηλίου, του αέρος αλλά και εκ της πανίδος και της χλωρίδος.
Ο άνθρωπος δύναται να εκμεταλλεύηται προς ίδιον όφελος την φύσιν μέχρις όμως ενός ορίου, ώστε να διασφαλίζηται η αειφορία, ήτοι η δυνατότης αναπαραγωγής των καταναλωθέντων ενεργειακών πόρων αλλά και των εμβίων, αλόγων, κτισμάτων.
Άλλωστε, η καλώς εννοουμένη εκμετάλλευσις της φύσεως αποτελεί και εντολήν του Θεού προς τον άνθρωπον, προ και μετά την πτώσιν αυτού.
Η υπέρβασις όμως του ορίου τούτου, ήτις δυστυχώς αποτελεί φαινόμενον των δύο τελευταίων αιώνων εις την ιστορίαν του ανθρωπίνου γένους, καταστρέφει την αρμονίαν των φυσικών συνισταμένων του περιβάλλοντος και οδηγεί εις τον κορεσμόν και την νέκρωσιν της δημιουργίας, αλλά και αυτού τούτου του ανθρώπου, ο οποίος δεν δύναται να επιβιώσῃ εντός απερρυθμισμένων εις βαθμόν μη αναστρέψιμον οικοσυστημάτων.
Αποτέλεσμα δε του φαινομένου τούτου είναι η εμφάνισις και εξάπλωσις ασθενειών προκαλουμένων υπό του, ανθρωπίνῃ ευθύνῃ, μολυσμού των διατροφικών αγαθών.
Εις τας ημέρας μας, ορθώς μεν τονίζεται η μεγάλη σημασία των δασών και εν γένει της χλωρίδος διά την αειφορίαν του γηΐνου οικοσυστήματος ως και την διασφάλισιν των υδατίνων πόρων, αλλά δεν πρέπει να υποτιμάται και η μεγάλη συμβολή των ζώων εις την εύρυθμον λειτουργίαν αυτού.
Τα ζώα ανέκαθεν υπήρξαν φίλοι του ανθρώπου και οι υπηρέται των ανθρωπίνων αναγκών καθώς παρείχον και παρέχουν εις αυτόν τροφήν, ένδυσιν, μεταφορικόν έργον αλλά και προστασίαν και συντροφικότητα.
Στενωτάτη είναι η σχέσις του ανθρώπου με τα ζώα, ως καταδεικνύεται εκ του γεγονότος ότι αυτά επλάσθησαν την ιδίαν ημέραν με αυτόν (Γεν. 1, 24-31) η και εκ της δοθείσης υπό του Θεού εντολής εις τον Νώε όπως διασώσῃ εν ζεύγος εξ εκάστου είδους από τον επικείμενον κατακλυσμόν (Γεν. 6, 19).
Τυγχάνει χαρακτηριστικόν το γεγονός ότι ο Θεός επιδεικνύει ιδιαιτέραν μέριμναν διά την διάσωσιν του ζωϊκού βασιλείου. 
Εις τοὺς βίους των Αγίων αναφέρονται πολλαί διηγήσεις διά τας αρίστας σχέσεις μεταξὺ Αγίων και αγρίων ζώων, τα οποία υπό άλλας συνθήκας δεν διατηρούν φιλικάς σχέσεις προς τον άνθρωπον. Βεβαίως αυτό δεν οφείλεται εις την κακήν φύσιν των, αλλά εις την αντίστασιν του ανθρώπου προς την Χάριν του Θεού και την συνεπακόλουθον συγκρουσιακήν σχέσιν αυτού μετά των στοιχείων και των αλόγων εμβίων όντων της φύσεως.
Άλλωστε, συνέπεια της διαταράξεως της σχέσεως των πρωτοπλάστων προς τον Δημιουργόν των και Θεόν ήτο και η διατάραξις των σχέσεων αυτών μετά του περιβάλλοντος: «επικατάρατος η γη εν τοις έργοις σου· εν λύπαις φάγηι αυτήν πάσας τας ημέρας της ζωής σου· ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι, και φάγηι τον χόρτον του αγρού.
Εν ιδρώτι του προσώπου σου φάγηι τον άρτον σου έως του αποστρέψαι σε εις την γην, εξ ής ελήμφθης» (Γεν. 3, 17-19). Η ειρήνευσις του ανθρώπου μετά του Θεού συνεπάγεται και την ειρήνευσιν αυτού μετά των στοιχείων της φύσεως.
Είναι φανερόν, κατόπιν τούτων, ότι η αγαθή σχέσις του ανθρώπου προς το περιβάλλον αναπτύσσεται όταν παραλλήλως αναπτύσσηται αγαθή σχέσις αυτού προς τον Θεόν.
Τυγχάνει γνωστή η αφήγησις του Συναξαριστού περί της εμπειρίας του Μεγάλου Αντωνίου, ο οποίος εις ηλικίαν ενενήκοντα ετών απεφάσισεν, καθοδηγηθείς υπό Αγγέλου Κυρίου, να πορευθήι ενδότερον της ερήμου προς αναζήτησιν και άλλου αναχωρητού, του Οσίου Παύλου του Θηβαίου, ίνα λάβη παρ’ αυτού ωφέλειαν πνευματικήν.
Πορευθείς επί τριήμερον εις αναζήτησιν αυτού και ιχνηλατήσας σημεία θηρίων αγρίων συνήντησε λέοντα, ο οποίος υπεκλίθη ήρεμος έμπροσθέν του και ποιήσας μεταβολήν ωδήγησε τον Μέγαν Αντώνιον εις το σπήλαιον του Οσίου Παύλου, ένθα εύρεν αυτόν διακονούμενον υπό θηρίων.
Κόραξ εκόμιζεν αυτώ τον επιούσιον άρτον! Την ημέραν μάλιστα της επισκέψεως του Μεγάλου Αντωνίου εκόμισεν εις αυτόν διπλήν μερίδα μεριμνήσας και διά τον επισκέπτην αυτού! Οι Άγιοι ούτοι είχον αναπτύξει αγαθήν σχέσιν μετά του Θεού, διό και είχον φιλικάς σχέσεις προς πάντα τα ζώα της φύσεως.
Η δημιουργία αυτής της αγαθής σχέσεως προς τον Θεόν πρέπει να προτάσσηται ως το κύριον μέλημά μας, και υπηρέτης αυτής της προοπτικής πρέπει να είναι η αγαθή σχέσις μας προς το ζωϊκόν, το φυτικόν και το άψυχον περιβάλλον μας. Υπό την προοπτικήν αυτήν η ζωοφιλία δεν θα αποτελῇ στείραν κοινωνικήν εκδήλωσιν συμπαθείας προς τα προσφιλή μας ζώα, πολλάκις συνοδευομένην δυστυχώς και υπό αναλγησίας διά τον πάσχοντα συνάνθρωπον, την εικόνα του Θεού, αλλά θα είναι αποτέλεσμα της αγαθής σχέσεώς μας προς τον Δημιουργόν του παντός.
Είθε ο Δημιουργός του καλού λίαν σύμπαντος και του καλού λίαν γηΐνου οικοσυστήματος να εμπνεύσηι όλους ημᾶς να συμπεριφερώμεθα ευσπλάχνως προς άπαντα τα στοιχεία της φύσεως, με καρδίαν ελεήμονα υπέρ πάντων αυτών, ανθρώπων, ζώων και φυτών,  ως και ο Αββάς Ισαάκ ο Σύρος λέγει, απαντών εις την ερώτησιν: “Τί εστι καρδία ελεήμων;”. “Καρδία ελεήμων εστί, καύσις καρδίας υπέρ πάσης της κτίσεως, υπέρ των ανθρώπων, και των ορνέων, και των ζώων, και υπέρ παντός κτίσματος. Και εκ της μνήμης αυτών, και της θεωρίας αυτών ρέουσιν οι οφθαλμοί δάκρυα. Εκ της πολλής και σφοδρᾶς ελεημοσύνης της συνεχούσης την καρδίαν, και εκ της πολλής καρτερίας σμικρύνεται η καρδία αυτού, και ου δύναται βαστάξαι, ή ακούσαι, ή ιδείν βλάβην τινά, ή λύπην μικράν εν τηι κτίσει γενομένην” (Αββά Ισαάκ του Σύρου, Άπαντα τα ευρεθέντα σχετικά, Λόγος ΠΑ’).
Διά της τοιαύτης ευσπλαχνίας ημών προς άπασαν την κτίσιν θα τιμήσωμεν το θεόσδοτον αξίωμα ημών ως αρχηγών της Κτίσεως, ενδιαφερομένων μετά πατρικής στοργής υπέρ πάντων των στοιχείων αυτής, τα οποία ούτω θα μᾶς υπακούουν αισθανόμενα την αγαθοεργόν διάθεσίν μας, και θα πειθαρχούν εις την επιτέλεσιν της φιλανθρώπου και υπηρετικής των αναγκών μας αποστολής των.


Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στα Γρεβενά



Επίσημη επίσκεψη στο νομό Γρεβενών θα πραγματοποιήσει από τις 23 ως τις 26 Σεπτεμβρίου ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος.

Περισσότερα σε επόμενες αναρτήσεις...

Κυριακή 21 Αυγούστου 2011

24 Αυγούστου: Κοσμά του Αιτωλού



Ο άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, γεννήθηκε στο Μονοδένδρι της Αιτωλοακαρνανίας, από γονείς ευσεβείς που του έμαθαν τα πάντα γύρω από τον Χριστιανισμό. Σε ηλικία 20 χρονών πήγε στο Άγιο Όρος για να σπουδάσει στο σχολείο της Μονής Βατοπεδίου. Στην συνέχεια πήγε στη Μονή του Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε και ιερέας.
Ο Κοσμάς όμως, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Ήθελε να διδάξει όλους τούς σκλαβωμένους Έλληνες για τον Χριστό. Θεωρούσε όμως τον εαυτό του αδύνατο για να το κάνει. Με Θεία όμως φώτιση πήγε στην Κωνσταντινούπολη και συνάντησε τον αδελφό του, Χρύσανθο, ο οποίος ήταν δάσκαλος. Αυτός τον βοήθησε στην ρητορική, ώστε να μπορεί να διδάξει. Στην συνέχεια, αφού πήρε την άδεια του Πατριάρχη, γύρισε στην Ελλάδα και κυριολεκτικά την όργωσε από άκρη σε άκρη.
Απ` όπου πέρναγε πλήθος πιστών «ραγιάδων», τον άκουγε με πολλή προσοχή. Είναι χαρακτηριστικό αυτό πού είπε κάποτε στην ομιλία του σ` ένα χωριό: «Ήρθα στο χωριό σας να σας κηρύξω τον λόγο του Θεού. Δίκαιο λοιπόν είναι να με πληρώσετε για τον κόπο μου. Όχι όμως με χρήματα, γιατί τι να τα κάνω; Η πληρωμή μου είναι να βάλετε τα λόγια του Θεού στην καρδιά σας για να κερδίσετε την αιώνια ζωή». Απ` όπου πέρασε εκτός από τις διδασκαλίες πού έκανε, έκτιζε σχολεία, βοηθούσε τους απόρους και γενικώς έκανε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο.
Τελικά, επειδή εφωνούσε πύρινους λόγους κατά των τούρκων κατακτητών, συνελήφθη και απαγχονίστηκε το 1779.

Κυριακή 14 Αυγούστου 2011

Η Μετα-φυσική ως αρρώστια και ως Γιορτή



Tου Χρήστου Γιανναρά

Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου –«καλή Παναγιά» εύχονται στα νησιά μας, το γλωσσικό ομόλογο του «καλή Ανάσταση» ή «καλά Χριστούγεννα».
Όσοι καταλαβαίνουν ασυμβίβαστη τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία (κατανόηση που όριζε κάποτε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα του Ελληνα), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς τη «Θεοτόκο»: τη γυναίκα που έδωσε σάρκα στην ελευθερία του Θεού από την ίδια τη θεότητά του, ελευθερία μανικού έρωτα για το πλάσμα του –να υπάρξει άνθρωπος ο Θεός χωρίς να καταλύεται το «όλως έτερον» της θεότητας. «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», ψέλνει η Εκκλησία γι’ αυτή τη γέννα του Θεού από άνθρωπο, πρώτη και μοναδική στην Ιστορία ταύτιση της ελευθερίας με την Αιτιώδη Αρχή του υπαρκτικού γεγονότος.
Όσοι δεν καταλαβαίνουν τη διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία, την αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού γεγονότος όταν θρησκειοποιείται (αλλοτρίωση που όρισε την πολιτισμική ιδιαιτερότητα της μεταρωμαϊκής Δύσης), βλέπουν στο πρόσωπο της Παναγιάς κυρίως την «Παρθένο» (the Virgin, la Vierge). Θέλουν να ξορκίσουν τον πρωτόγονο ενοχικό φόβο για τη σεξουαλικότητα. Φόβο που ακόμα φυλακίζει τη γυναίκα στην «μπούργκα», να κρυφοβλέπει τον κόσμο αόρατη ως φύλο, τον ίδιο φόβο που στα θρησκευτικά περιβάλλοντα θέλει να κρύψει, να εξαφανίσει τη γυναικεία χάρη, ιδιαίτερα τα μαλλιά (γιατί άραγε τα μαλλιά;), ακόμα και να τα ξυρίσει, όπως οι φανατικοί Εβραίοι στις γυναίκες τους. Την ιεροποίηση της βιολογικής παρθενίας, περίπου λατρεία, τη γεννάει η φυσική θρησκεία, το τυφλό ένστικτο θωράκισης του εγώ απέναντι στον φόβο για το άγνωστο υπερβατικό.
Την Εκκλησία τη γεννάει μια κλήση (το λέει η λέξη) για μετοχή σε σχέσεις κοινωνίας, συνύπαρξης. «Κλήση» και «σχέση» είναι περίπου ο ορισμός της ελευθερίας. Αλλά την ελευθερία οι άνθρωποι σπάνια μέσα στην Ιστορία την άντεξαν ως αρχή κοινού τρόπου του βίου –είναι άθλημα επίπονο, απαιτεί να ξεπεράσεις το εγώ, να ρισκάρεις τη χρησιμότητα για χάρη της αλήθειας.
Έτσι και η Εκκλησία δεν αυτο-ορίστηκε ποτέ ως συντελεσμένο κατόρθωμα, αυτο-εικονίστηκε καταγωγικά σαν χωράφι με σιτάρι μεν, αλλά και με «ζιζάνια»: Συνυπάρχει με την Εκκλησία πάντοτε, σαν σύμπτωμα ή τάση, η θρησκειοποίησή της –όπως παραμονεύει πάντα και στη μητρική αγάπη ο εγωκεντρικός αυταρχισμός ή στον έρωτα η καμουφλαρισμένη ιδιοτέλεια της ηδονής.
Όταν θρησκειοποιείται ο εκκλησιαστικός βίος αλλοτριώνεται συνολικά: Η μαρτυρία της εκκλησιαστικής εμπειρίας, το ευ-αγγέλιο, εκλαμβάνεται σαν ιδεολογία, η πίστη σαν ατομική πεποίθηση, η ηθική σαν αξιόμισθο ατομικό κατόρθωμα. Τότε παίρνει τα πάνω του και ο πρωτόγονος ενοχικός φόβος για τη σεξουαλικότητα: Η Παναγία ενδιαφέρει (και τιμάται) όχι γιατί σάρκωσε τον Άσαρκο και χώρεσε τον Αχώρητο, αλλά γιατί παρέμεινε «και μετά τόκον παρθένος». Έσωσε τη βιολογική παρθενία, που ενδιαφέρει ασύγκριτα περισσότερο από τη μητρότητα.
Στον εκκλησιαστικό μοναχισμό το Αγιονόρος λογαριάζεται «Περιβόλι της Παναγιάς», η παρθενία άλμα απόλυτης ερωτικής αυτοπροσφοράς, κορύφωμα ελευθερίας της αγάπης. Στον θρησκειοποιημένο μοναχισμό το ερωτικό άθλημα της παρθενίας αλλοτριώνεται σε νομική υποχρέωση «αγαμίας».
Η αγαμία αυτονομείται και από τον μοναστικό βίο και από την «αναχώρηση», βιώνεται χωρίς μετοχή σε κοινότητα - αδελφότητα - οικογένεια εκκλησιαστική, ή χωρίς ασκητικό ερημητισμό. Επιλέγεται η αγαμία ως προαπαιτούμενο καριέρας: στη μεν Δύση γενικά ιερατικής, στον δε Ορθοδοξισμό ειδικά επισκοπικής.
Η αγαμία καριέρας, στα καθ’ ημάς, προϋποθέτει τη σεξουαλικότητα εξ ορισμού ως μολυσματική, αφού αυτή και μόνη αποκλείει αξιωματικά και τον αγιότερο των εγγάμων πρεσβυτέρων από την επισκοπική ευθύνη. Αποδείχνει η εξαναγκαστική αγαμία των επισκόπων ότι είναι υποκριτικές φλυαρίες όλα όσα παραλλήλως κηρύσσονται για τον γάμο ως μυστήριο «εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν». Αν «μυστήριο» σημαίνει τη φανέρωση και δυναμική πραγμάτωση της Εκκλησίας (τον εικονισμό του υπαρκτικού τρόπου της Τριαδικής Θεότητας και της «κένωσης» του Χριστού), πώς είναι δυνατό το «μυστήριο» του γάμου να συμβιβάζεται μεν με το μυστήριο της ιερωσύνης του πρεσβυτέρου, όχι όμως και με αυτό του επισκόπου! Ή να αποκλείει η ιερωσύνη το μυστήριο (δεύτερου) γάμου πρεσβυτέρων που χήρεψαν!
Στα σημερινά δεδομένα της ατομοκεντρικής συλλογικότητας, η αγαμία καριέρας συνιστά ολοφάνερη πια απειλή της ψυχικής υγείας και της ηθικής ακεραιότητας.
Η μοναξιά ρημάζει τον δίχως ένταξη σε μοναστήρι άγαμο και η αναπότρεπτη υποταγή του στις τρέχουσες συνθήκες του βίου (καθημερινό συμφυρμό με το απρόσωπο πλήθος, τηλεόραση, έντυπα, βίντεο, διαδίκτυο) και τον καταιγισμό προκλήσεων αισθησιακού ηδονισμού που συνεπάγονται, οδηγούν αδήριτα στη μεγιστοποίηση των ενδεχομένων ψυχικής ανωμαλίας, σεξουαλικών διαστροφών, νευρωτικών ή και ψυχωτικών διαταραχών. Ή ευνοούν οι συνθήκες την καταφυγή του αγάμου στη διπλοπροσωπία, τη μεθοδική υποκρισία, τις σχιζοειδείς συμπεριφορικές αντιφάσεις.
Τα φρικώδη σκάνδαλα παιδεραστίας, που συγκλονίζουν τον ρωμαιοκαθολικό κλήρο τα τελευταία χρόνια ή, οι σιωπηρά καθιερωμένες, στον ίδιο κλήρο, άγαμες «συζυγίες» ιερέων, κυρίως στη Λατινική Αμερική και στην Αφρική, με τις γυναίκες σαν πορνικά ανδράποδα δίχως κοινωνική ένταξη. Είναι πτυχές τραγωδίας που τη διαιωνίζει ο πρωτογονισμός του ενοχικού φόβου για τη σεξουαλικότητα παγιωμένος σαν «χριστιανική» στάση. Αλλά και στις «εθνικές εκκλησίες» του ιδεολογικού Ορθοδοξισμού, τα επισκοπικά σώματα και οι «αυλές» των αγάμων που τα πλαισιώνουν εμφανίζουν δραματικό πληθωρισμό συμπτωμάτων ψυχοπαθολογίας, απώλειας επαφής με την πραγματικότητα, καθήλωσης της νοημοσύνης σε παιδαριώδες επίπεδο. Καθόλου τυχαία η εμπειρία της Εκκλησίας θεσμοθέτησε τη μοναστική οδό ως προϋπόθεση της ασκητικής παρθενίας.
Ο ίδιος εκκλησιαστικός εμπειρισμός υμνεί την Παναγιά ως «ζωής μητέρα». Της ζωής που είναι ελευθερία από την αρρώστια, τη διαστροφή, το κάτσιασμα. Και κορυφώνεται στη Γιορτή.