Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πάσχα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 29 Απριλίου 2011

Ο άπιστος Θωμάς



«Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω» ( Ιωαν. 20, 25 ). Αυτά είπε ο Θωμάς, ένας από τους δώδεκα μαθητές του Χριστού, μόλις άκουσε τα ευχάριστα νέα αυτών που είχαν δει το σταυρωμένο και θαμμένο Διδάσκαλό τους να ανασταίνεται «εκ των νεκρών». Οκτώ ημέρες αργότερα, όπως αναγράφεται στα ευαγγέλια, όταν οι μαθητές ξαναβρέθηκαν όλοι μαζί, ο Χριστός εμφανίστηκε και είπε στο Θωμά: «φέρε τον δάκτυλόν σου ώδε και ίδε τας χείρας μου, και φέρε την χείρά σου και βάλε εις την πλευράν μου, και μη γίνου άπιστος αλλά πιστός». Ο Θωμάς αναφώνησε: «Ο Κύριός μου και ο Θεός μου!». Τότε ο Χριστός του είπε: «ότι εώρακάς με, πεπίστευκας∙ μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» ( Ιωάν. 20, 24-31). Εκατομμύρια άνθρωποι σήμερα σκέφτονται και μιλούν όπως ο Θωμάς, και υποθέτουν πως αυτή είναι η μόνη προσέγγιση του θέματος που αξίζει σε κάθε σκεφτόμενο άνθρωπο. «Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω». Δεν είναι αυτή η «επιστημονική προσέγγιση»στο σύγχρονο λόγο μας; Ο Χριστός μας λέει: «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες». Αυτό σημαίνει πως υπήρχε και υπάρχει μια άλλη προσέγγιση, ένα άλλο πρότυπο, μια άλλη δυνατότητα. Σωστά, αλλά άλλοι θα έλεγαν πως η προσέγγιση αυτή είναι αφελής και παράλογη∙ δεν είναι επιστημονική∙ είναι για οπισθοδρομικούς ανθρώπους∙ και επειδή είμαι άνθρωπος του σύγχρονου κόσμου, «εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω».
Ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης υπεραπλούστευσης και συνεπώς πνευματικής φτώχειας. «Επιστημονική» ή «μη επιστημονική». Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν λόγια σαν αυτά όλες τις εποχές σαν να ήταν αυταπόδεικτα και προφανή, και τα χρησιμοποιούν επειδή όλοι τα χρησιμοποιούν, χωρίς σκέψη και συζήτηση. Στην πραγματικότητα οι ίδιοι πιστεύουν αυτές τις απλοποιήσεις τυφλά και απλοϊκά έτσι, ώστε κάθε άλλη προσέγγιση να μη  φαίνεται ούτε σοβαρή, ούτε άξια προσοχής. Το ερώτημα είναι ήδη αποφασισμένο. Είναι όμως πράγματι αλήθεια; Μόλις είπα πως ζούμε σ’ έναν κόσμο μεγάλης πνευματικής φτώχειας. Πράγματι, αν το τελικό αποτέλεσμα της ατέρμονης ανάπτυξης της ανθρωπότητας συμπυκνωθεί  σ’ αυτή τη δήλωση, «εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω», αν το ανθρώπινο γένος θεωρεί αυτή τη δήλωση ως το ύψος της σοφίας και ως τη μεγαλύτερη νίκη της λογικής, τότε ο κόσμος μας είναι αληθινά φτωχός, ρηχός, και πάνω απ’ όλα απίστευτα πληκτικός. Εάν γνωρίζω μόνο ό,τι βλέπω, αγγίζω, μετρώ και αναλύω, πόσο λίγα πράγματα στην πραγματικότητα γνωρίζω! Ολόκληρος ο κόσμος τότε του ανθρώπινου πνεύματος πέφτει έξω, μαζί με όλη τη διαίσθηση και τη βαθιά γνώση που απορρέει όχι από το «βλέπω» ή «αγγίζω», αλλά από το «σκέφτομαι», και ιδιαίτερα από το «στοχάζομαι - θεωρώ».
Αυτό που εκπίπτει είναι το πεδίο της γνώσης που για αιώνες ρίζωνε όχι στην εξωτερική, παρατηρήσιμη εμπειρία, αλλά σε μια άλλη ανθρώπινη ιδιότητα, σε μια καταπληκτική και ίσως ακατανόητη ικανότητα που ξεχωρίζει τους ανθρώπους από ο,τιδήποτε άλλο και τους κάνει αληθινά μοναδικούς. Τώρα ακόμη και τα ρομπότ, τα μηχανήματα και οι υπολογιστές μπορούν να αγγίξουν ,να χειριστούν και να χρησιμοποιήσουν αντικείμενα∙ μπορούν να κάνουν ακριβείς μετρήσεις, ακόμη και προβλέψεις. Γνωρίζουμε πως στην πραγματικότητα εκτελούν καλύτερα από τους ανθρώπους μετρήσεις, συγκρίσεις, και κάνουν ακριβείς παρατηρήσεις άψογα∙ είναι ακριβέστερα, και «επιστημονικότερα». Εδώ όμως είναι κάτι που κανένα ρομπότ, υπό οποιαδήποτε συνθήκη, δε θα μπορούσε να ποτέ να κάνει: να γεμίσει από θαύμα, από δέος, να αισθανθεί, να κινηθεί από τρυφερότητα, να χαρεί, να δει ο,τιδήποτε δε μπορεί να ιδωθεί με οποιαδήποτε μέτρηση ή ανάλυση. Κανένα ρομπότ δε θα ακούσει αυτούς τους άρρητους ήχους που γεννούν τη μουσική και την ποίηση ∙ κανένα ρομπότ δε θα κλάψει ποτέ, ούτε θα δείξει εμπιστοσύνη. Δίχως όμως όλα αυτά ο κόσμος μας δε γίνεται άχρωμος, πληκτικός, θα έλεγα δε και αχρείαστος; Ω ναι, αεροπλάνα και διαστημόπλοια θα πετούν όλο και περισσότερο, όλο και ταχύτερα. Αλλά για πού και γιατί; Ναι, τα εργαστήρια θα εκτελούν τις αναλύσεις όλο και με περισσότερη ακρίβεια. Αλλά προς τι; Μου λένε «για το καλό της ανθρωπότητας». Καταλαβαίνω ότι αυτό σημαίνει πως μια μέρα θα έχουμε έναν υγιή, καλοθρεμμένο και ικανοποιημένο άνθρωπο, που θα είναι ολοκληρωτικά τυφλός, ολοκληρωτικά κουφός και χωρίς καμιά απολύτως συνείδηση για την τύφλα και την κωφότητά του…
«Εάν μη ίδω… ου μη πιστεύσω». Είναι σαφές λοιπόν πως η εκ παρατηρήσεως εμπειρία, τα εμπειρικά δεδομένα, δεν είναι παρά μια μορφή γνώσης, η πλέον στοιχειώδης, και γιαυτό κατώτερη. Η εμπειρική ανάλυση είναι χρήσιμη και αναγκαία, αλλά το να αναγάγουμε κάθε ανθρώπινη γνώση σ’ αυτό το επίπεδο είναι σαν να προσπαθούμε να κατανοήσουμε την ομορφιά ενός πίνακα με τη χημική ανάλυση του χρώματός του. Ό,τι αποκαλούμε πίστη βρίσκεται στο δεύτερο και ανώτερο επίπεδο της ανθρώπινης γνώσης, χωρίς την οποία μπορεί να ειπωθεί πως ο άνθρωπος δε θα μπορούσε να ζήσει ούτε μια μέρα. Ο κάθε άνθρωπος πιστεύει σε κάτι ή σε κάποιον, έτσι το μόνο ερώτημα είναι ποιανού πίστη, ποιανού όραμα, ποιανού γνώση του κόσμου ανταποκρίνεται ακριβέστερα και πιο ολοκληρωμένα στον πλούτο και την περιπλοκότητα της ζωής.
Μερικοί λένε πως η ανάσταση του Χριστού πρέπει να αποτελεί πλαστογραφία αφού οι νεκροί δεν ανίστανται. Αυτό αληθεύει, αν δεν υπάρχει Θεός. Αν όμως υπάρχει Θεός, τότε ο θάνατος πρέπει να συντριβεί, επειδή ο Θεός δεν είναι Θεός της φθοράς και του θανάτου. Άλλοι τότε θα πουν: αλλά δεν υπάρχει Θεός, επειδή κανείς δεν Τον είδε. Πώς όμως τότε υπολογίζεται η εμπειρία εκατομμυρίων ανθρώπων που χαρούμενα διαβεβαιώνουν πως Τον έχουν δει, όχι βέβαια με τα φυσικά τους μάτια, αλλά με μια βαθιά και ορισμένη εσωτερική όραση; Δύο χιλιάδες χρόνια πέρασαν, αλλά όταν η χαρούμενη διακήρυξη «Χριστός ανέστη!» πέφτει σαν από τον ουρανό, όλοι δίνουν την ίδια θριαμβευτική απάντηση, «Αληθώς ανέστη!».
Είναι πράγματι αλήθεια πως δε  βλέπεις ούτε ακούς; Είναι όντως αλήθεια πως στο βαθύτερο κομμάτι της συνείδησής σου, μακριά από κάθε ανάλυση, μέτρηση και ψηλάφηση, ούτε βλέπεις, ούτε αισθάνεσαι ένα άσβεστο ,ακτινοβόλο φως, δεν ακούς τους ήχους μιας αιώνιας φωνής; «Εγώ ειμί η οδός, η ανάστασις και η ζωή…»; Είναι όντως αλήθεια πως στο βάθος της ψυχής σου δεν αναγνωρίζεις το Χριστό μέσα μας, μέσα μου, να απαντά στον άπιστο Θωμά, «μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες»;

(Από το «Εορτολόγιο» του π. Αλέξανδρου Σμέμαν)

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

«Eλπίδα, δηλαδή ελευθερία»


Γράφει ο καθηγητής Χρήστος Γιανναράς

Για την ανάσταση του Xριστού η εκκλησιαστική εμπειρία δεν μιλάει γλώσσα θρησκευτική. Δεν συμβιβάζεται με τη γλώσσα που μιλάνε, σε κάθε εποχή, οι ιδεολόγοι της θρησκειοποιημένης χριστιανοσύνης.
H θρησκεία ερμηνεύει την εκ νεκρών ανάσταση σαν «θαύμα». H λέξη θαύμα δεν φωτίζει τίποτα. Παραπέμπει σε γεγονός συντελεσμένο με τρόπο «υπερφυσικό», μαγικό. Tο «θαύμα» της ανάστασης του Xριστού προϋποθέτει να έχει ο άνθρωπος αποδεχθεί (νοητικά, άσχετα με την εμπειρία) ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη, ο Θεός, δημιουργός και αιτία κάθε πραγματικότητας. Ότι αυτός ο Θεός έδωσε στον πρώτο άνθρωπο (άνθρωπο των σπηλαίων, της λίθινης εποχής;) κάποια εντολή που δεν τηρήθηκε, γι’ αυτό και τιμωρήθηκε ολόκληρο το ανθρώπινο γένος να είναι θνητό, στους αιώνες των αιώνων –μαζί του και κάθε έμβιο υπαρκτό.
Προϋποθέτει η γλώσσα της θρησκείας ότι κάποτε ο Θεός λυπήθηκε τους ανθρώπους και έστειλε τον Yιό του να γίνει άνθρωπος και να πληρώσει, με τον δικό του βασανιστικό θάνατο, το τίμημα για την ενοχή των πρωτοπλάστων. Σταυρώθηκε ο Yιός του, θάφτηκε τρεις μέρες νεκρός και την τρίτη μέρα ο Θεός τον ανάστησε με τη θαυματουργική του δύναμη. Kαι αφού η προπατορική ενοχή των ανθρώπων εξαλείφθηκε με τον σταυρικό θάνατο του Xριστού, αναιρέθηκε και η ποινή του θανάτου – οι άνθρωποι, όλοι, κάποτε θα αναστηθούν από την ίδια θαυματουργική δύναμη που ανάστησε και τον Xριστό. Aυτή είναι η γλώσσα της θρησκείας.
H εκκλησιαστική εμπειρία μιλάει άλλη γλώσσα. Aποκλείει νοητικές αναγωγές, a priori παραδοχές, υπερφυσικές μαγικές δυνάμεις. Mιλάει για την ανάσταση ως ελευθερία της προσωπικής ύπαρξης από προκαθορισμούς και αναγκαιότητες φύσης ή ουσίας. Kαι η ελευθερία παραπέμπει σε «τρόπο» υπαρκτικό, όχι σε «θαύμα». O Θεός της εκκλησιαστικής εμπειρίας γνωρίζεται με τον τρόπο της ελευθερίας, προσεγγίζεται μόνο με προσωπικές ψηλαφήσεις: μέσα από την ανακάλυψη (καθόλου αυτονόητη) του κοσμικού κάλλους ως λόγου προσωπικής ετερότητας, λόγου που καλεί σε αμεσότητα σχέσης. Kαι μέσα από την πίστη - εμπιστοσύνη (που προϋποθέτει επίσης την ελευθερία της σχέσης) στους αυτόπτες μάρτυρες της ιστορικής παρουσίας Iησού του από Nαζαρέτ.
H μαρτυρία των αυτοπτών μαρτύρων είναι πρόταση απάντησης στο υπαρκτικό πρόβλημα: στο ερώτημα για την αιτία και τον σκοπό της ύπαρξης και των υπαρκτών, το «νόημά» τους. Aν το ιστορικό πρόσωπο του Iησού είναι η ενανθρώπιση του Θεού, τότε αιτιώδης αρχή του υπαρκτού βεβαιώνεται η ελευθερία: ο Θεός ελεύθερος από κάθε αναγκαιότητα ή προκαθορισμό. Δεν είναι υποχρεωμένος από τη φύση του ο Θεός να είναι αυτό που είναι, μπορεί ελεύθερος από κάθε αναγκαιότητα να υπάρχει και ως άνθρωπος. Eίναι ελεύθερος από τη θεότητά του ο Θεός: το αποκαλύπτει η ενανθρώπισή του. Kαι είναι το ίδιο ελεύθερος από τους υπαρκτικούς περιορισμούς της ανθρώπινης φύσης ο ενανθρωπήσας Θεός: το αποκαλύπτει η ανάστασή του εκ νεκρών.
Tο ευαγγέλιο της εκλησιαστικής εμπειρίας, η πρότασή της (πάντοτε ανοιχτή σε επαλήθευση προσωπικής ψηλάφησης) λέει ότι η ανάσταση του Xριστού εγκαινιάζει «τρόπο» να υπάρχει ο άνθρωπος ελεύθερος από τους περιορισμούς της φύσης του, ελεύθερος από τον θάνατο. Nα αντλεί ο άνθρωπος την ύπαρξη όχι από τη φύση του, που υπόκειται σε αναγκαιότητες, αλλά από τη σχέση του με τον Θεό –όπως ο ενανθρωπήσας Yιός πραγματοποιεί την ύπαρξη ως σχέση με τον Πατέρα και όχι ως εξαναγκασμένη θεϊκή ατομικότητα. H μετάβαση από τη φύση στη σχέση είναι το πέρασμα («πάσχα») από την αναγκαιότητα του θανάτου στην ελευθερία της ανάστασης.
Mε άλλα λόγια: O Xριστός ανασταίνεται εκ νεκρών όχι χάρη στη «θαυματουργική» δύναμη της θεϊκής του «φύσης», αλλά χάρη στην ελεύθερη αγαπητική αυτοπαράδοσή του στο θέλημα της αγάπης του Πατρός. H ανάσταση δεν συνάγεται από τη φύση (την «παντοδύναμη» και «αθάνατη» φύση της θεότητας), συνάγεται από τη σχέση, την ελευθερία της αγάπης. Δεν είναι «θαύμα» η ανάσταση, είναι τρόπος υπάρξεως.
Στο επίπεδο του ανθρώπινου βίου αυτή η μετάβαση από τη φύση στη σχέση είναι το άθλημα που συγκροτεί το εκκλησιαστικό γεγονός. H Eκκλησία πραγματώνεται και φανερώνεται σε ένα δείπνο, όπου η κυριαρχική ανάγκη της φύσης, η ανάγκη για βρώση και πόση μεταποιείται σε κοινωνία αγαπητικών σχέσεων – κοινωνία «θεία» όχι επειδή είναι «θαύμα» αλλά επειδή πραγματώνει την ελευθερία της αγάπης. Γι’ αυτό και κάθε σύναξη στο ευχαριστιακό δείπνο είναι για την Eκκλησία γιορτή ανάστασης, πάσχα χαράς.
Tίποτε από αυτά δεν συνιστά «αντικειμενικό» δεδομένο που να υποχρεώνει σε παραδοχή – η υπαρκτική ελευθερία δεν είναι δυνατό να γνωρίζεται με νοησιαρχικούς ή ψυχολογικούς εξαναγκασμούς. Γι’ αυτό και η γλώσσα της θρησκείας (γλώσσα της ιδεολογίας και του συναισθήματος, γλώσσα εξουσίας) δεν μπορεί ποτέ να πει την ανάσταση του Xριστού, να ευαγγελιστεί την εκκλησιαστική εμπειρία της γιορτής. H γιορτή (ποίηση, δραματουργία, ζωγραφιά, μέλος) είναι γλώσσα μετοχής: μεταγγίζει γνώση όχι οριστικά κατεχόμενη, αλλά δυναμικά τελειούμενη. Oπως η γνώση που τελειούται ως ελπίδα όταν σμίγουν σε σάρκα μία άνδρας και γυναίκα ερωτευμένοι.
Oι μέτοχοι της εκκλησιαστικής εμπειρίας πεθαίνουν, δεν εξαιρούνται από τον θάνατο. H ανάσταση είναι χαρά και γιορτή, «πανήγυρις πανηγύρεων», επειδή είναι ελπίδα, όχι βεβαιότητα αναγκαστή κατά πάντων. H ελπίδα μεταγγίζει γνώση που ελευθερώνει: δεν υποτάσσει, δεν εκβιάζει, δεν εξαναγκάζει όπως το «θαύμα» ή το «αλάθητο δόγμα». Mε τα κριτήρια της θετικής γνώσης, η εκκλησιαστική ελπίδα είναι άγνοια. Aλλά «άγνοια υπερτέρα πάσης γνώσεως». Γι’ αυτό και γιορτή. Για όσους ταυτίζουν την πραγματική ζωή με την ελευθερία, την ελευθερία με τον πληρωματικό έρωτα.
 
(Εφημερίδα «Καθημερινή», Σάββατο 22 Aπριλίου 2006)

 

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ)


«ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει».

(Από το «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου» του Οδυσσέα Ελύτη).

«Ανέστη...»



«Χριστός Ανέστη


χαρά μου»

Η εις Άδου κάθοδος.
Άγιος Νικόλαος στη Βίτσα Ζαγορίου, έτος 1618.

«Ανάστα...»


 

«Ανάστα


ο

Θεός...»


Κυριακή 4 Απριλίου 2010

Ανάσταση στο Φανάρι

Στην Πόλη...

(Φωτογραφίες: Νικόλαος Μαγγίνας -
Από το «Φως Φαναρίου»)

«Έρως ο Αναστημένος»

Του π. Παναγιώτη Καποδίστρια... Του ποιητού...

Από το «νυχθημερόν»...

Για να διαβάσετε, πατήστε εδώ:

Ανέστη!

«Ανέστη Χριστός, και ζωή πολιτεύεται...»

Σάββατο 3 Απριλίου 2010

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ)

ΚΑΘΑΡΗ ΔΙΑΦΑΝΗ ΜΕΡΑ. Φαίνεται ο άνεμος που ακινητεί με τη μορφή βουνού κει κατά τα δυτικά. Κι η θάλασσα με τα φτερά διπλωμένα, πολύ χαμηλά, κάτω από το παράθυρο.

Σου ’ρχεται να πετάξεις ψηλά κι από κει να μοιράσεις δωρεάν την ψυχή σου. Ύστερα να κατεβείς και, θαρραλέα, να καταλάβεις τη θέση στον τάφο που σου ανήκει.

ΚΥΡΙΑΚΗ (ΠΑΣΧΑ), β
ΑΝΕΜΟΕΣΣΑ ΚΟΡΗ ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου ’δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή μυρωδία

Μεθαύριο θα ’ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα ’ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου καρδία.

Από την ποιητική συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη «Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου», εκδόσεις «ύψιλον / βιβλία», 1984.

Τετάρτη 31 Μαρτίου 2010

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης για το Πάσχα

Για να διαβάσετε το μήνυμα του Οικουμενικού Πατριάρχη Βαρθολομαίου για το Άγιο Πάσχα, πατήστε εδώ: