Η Μεγάλη Εβδομάδα που διανύουμε, δεν έχει ως κέντρο μια συγκινησιακή κάμψη της λατρείας πριν από την αναστάσιμη έκρηξη, αλλά μια φοβερή εκκλησιαστική συγκατάβαση στο βάθος του μυστηρίου. Η Εκκλησία γνωρίζει απολύτως ότι ο τάφος δεν θα κρατήσει τον Χριστό. Γνωρίζει ότι το τέλος δεν είναι η σφράγιση, αλλά η ανατροπή της σφραγίσεως, όχι η νίκη του θανάτου, αλλά η εξάντληση της κυριότητάς του. Και όμως, δεν επιτρέπει στον εαυτό της να περάσει βιαστικά προς το φως, σαν να επρόκειτο η πίστη για μια μεταφυσική συντόμευση του πραγματικού. Επιμένει να παραμείνει μέσα στη νύκτα των γεγονότων, μέσα στη βραδύτητα των ωρών, μέσα στην ασήκωτη πυκνότητα της προδοσίας, της εγκατάλειψης, της αδυναμίας των φίλων, της δικανικής στρέβλωσης, της πολιτικής δειλίας, της δημόσιας χλεύης, της σιωπής του Θεού. Γιατί ο χριστιανισμός δεν είναι διδασκαλία ευτυχούς εκβάσεως, αλλά αποκάλυψη ότι η σωτηρία εισέρχεται μέχρι το έσχατο σημείο της ανθρώπινης κατάρρευσης, χωρίς να παρακάμπτει τίποτε, χωρίς να διασώζει τον άνθρωπο αφηρημένα, χωρίς να τον απαλλάσσει μαγικά από το κόστος της ύπαρξης. Εδώ δεν θεραπεύεται το υποκείμενο επειδή του προσφέρεται μια έτοιμη πληρότητα, αλλά επειδή μαθαίνει να μη συντρίβεται από το ρήγμα, να μη μετατρέπει την απουσία σε μηδέν, να μη συγχέει την πληγή με την ανυπαρξία. Η Εκκλησία, με άλλα λόγια, δεν μας οδηγεί προς την Ανάσταση παρακάμπτοντας το κενό, αλλά μετασχηματίζοντας το κενό σε τόπο θεοφανείας.
Γι’ αυτό και η λειτουργική αναπαράσταση του Πάθους δεν είναι ιερό θέατρο με παιδευτική πρόθεση. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το γεγονός της σωτηρίας εγγράφεται ξανά στο σώμα της κοινότητας και στο σώμα του πιστού. Δεν αρκεί να γνωρίζω ότι ο Χριστός ανέστη, όπως δεν αρκεί να γνωρίζω θεωρητικά ότι ο θάνατος κατηργήθη. Η γνώση αυτή, μεταπίπτει εύκολα σε ιδεολογία θριάμβου, σε θρησκευτική αυτάρκεια, σε ευσέβεια που προσπερνά το τραύμα δίχως να το αγγίξει. Η Εκκλησία το αρνείται αυτό. Επιμένει να με περάσει από τον Μυστικό Δείπνο, όχι ως σκηνή γαλήνης αλλά ως πρόλογο σχισμής από τη Γεθσημανή, όπου ο Υιός δεν παίζει τον άνθρωπο αλλά φανερώνει την αληθινή ανθρώπινη αγωνία μπροστά στο ποτήριο, από την εγκατάλειψη των μαθητών, για να μάθω ότι ακόμη και η οικειότητα με τον Διδάσκαλο δεν καταργεί αυτομάτως τον φόβο, από το συνέδριο, από τον Πιλάτο, από τη μεταβίβαση ευθυνών, από την κινητικότητα ενός πλήθους που σήμερα επευφημεί και αύριο απαιτεί αίμα, ώστε να αντιληφθώ ότι το Πάθος δεν είναι η υπόθεση «των άλλων», αλλά η αποκάλυψη των μορφών με τις οποίες η πτώση εργάζεται μέσα στην ιστορία.
Η πατερική παράδοση γνωρίζει βαθύτατα ότι ο άνθρωπος φοβάται την αλήθεια του Θεού ακριβώς επειδή αυτή η αλήθεια απογυμνώνει τη φαντασίωση της αυτοθεμελίωσης.
Ο Αδάμ κρύπτεται.
Ο Κάιν μεταθέτει.
Ο λαός ζητεί σημείο αλλά δεν αντέχει την αποκάλυψη που συντρίβει την ειδωλική εικόνα του Μεσσία.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι η επαναφορά αυτού του δράματος όχι ως αφηρημένου συμβολισμού, αλλά ως υπαρξιακής κρίσης.
Εδώ πρέπει να ειπωθεί και κάτι ιδιαίτερα σοβαρό για την Ιερουσαλήμ, για τον Ισραήλ και για την οικονομία της απορρίψεως του Μεσσία. Ο Χριστός δεν σταυρώνεται σε έναν θρησκευτικά ουδέτερο χώρο. Έρχεται «εἰς τὰ ἴδια», εισέρχεται στον λαό της Επαγγελίας, στον λαό της Διαθήκης, στον λαό της λατρείας, του Νόμου, των προφητών, της μεσσιανικής αναμονής. Το δράμα, επομένως, είναι βαθύτερο ακριβώς επειδή είναι ενδοδιαθηκικό: ο αναμενόμενος αναγνωρίζεται ανεπαρκώς ή απορρίπτεται από εκεί όπου, κατά την ιστορία της οικονομίας, θα ανέμενε κανείς την υποδοχή. Αυτό είναι φοβερό μυστήριο.
Όχι όμως για να θεμελιωθεί μίσος εναντίον των Εβραίων, αλλά για να φανεί ότι η θρησκευτική εγγύτητα προς τον Θεό δεν εξασφαλίζει αυτομάτως την αναγνώριση του Θεού όταν Εκείνος έρχεται κατά τρόπο ασύμμετρο προς τις προσδοκίες μας.
Ο Χριστός συναντά την αντίσταση όχι απλώς της αθεΐας, αλλά της θρησκευτικότητας όταν αυτή έχει παγώσει σε καθεστώς αυτάρκειας. Οι αρχές του λαού, τμήματα του πλήθους, οι ερμηνευτές του Νόμου, οι θεματοφύλακες μιας λατρευτικής τάξεως δεν αντέχουν τον Μεσσία που δεν επιβεβαιώνει την εικόνα ισχύος, καθαρότητας και ελέγχου που έχουν οικοδομήσει. Αυτό ακριβώς είναι το πνευματικά τρομακτικό σημείο: η απόρριψη του Χριστού δεν έρχεται μόνο από την εξωτερική βία, αλλά και από μια θρησκευτική συνείδηση που προτιμά την ασφάλεια του κλειστού συστήματος από την αποκαλυπτική ασυμμετρία του ζώντος Θεού.
Οι Πατέρες το γνωρίζουν καλά αυτό, όταν μιλούν για τη σκλήρυνση, για το γράμμα που νεκρώνει, για την αδυναμία του ανθρώπου να περάσει από τη νομική κατοχή στην υπαρξιακή μέθεξη.
Ενώ το ιστορικό γεγονός εκτυλίσσεται μέσα στο συγκεκριμένο πεδίο της Ιουδαίας, η σωτηριολογική αλήθεια υπερβαίνει κάθε εθνοτική κατανομή ενοχής: στον Σταυρό αποκαλύπτεται η πτώση του ανθρώπου ως ανθρώπου. Και έτσι εκείνο που φαινομενικά ανήκει σε μία πόλη, σε μία διοίκηση, σε μία θρησκευτική τάξη, γίνεται καθρέφτης της οικουμενικής μας άρνησης.
Αυτό εξηγεί γιατί η Εκκλησία έχει ανάγκη να διασχίσει λειτουργικά το Πάθος. Γιατί η Ανάσταση χωρίς την οδό που οδηγεί σε αυτήν θα κατέληγε σε μια ψευδή θεολογία της ακύρωσης του τραύματος.
Όμως ο Αναστάς δεν είναι ένας άλλος από τον Εσταυρωμένο. Είναι ο ίδιος, φέρων τα στίγματα, όχι ως υπόλειμμα ήττας αλλά ως δόξα της αγάπης που δεν αποσύρθηκε όταν προδόθηκε.
Εδώ κρύβεται όλο το σκάνδαλο της χριστιανικής αλήθειας. Η παντοδυναμία του Θεού δεν επιβεβαιώνεται πρώτα ως ικανότητα επιβολής, αλλά ως ελευθερία κένωσης.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πατερική γλώσσα, όταν γίνεται υψηλή, φθάνει στα όρια του παραδόξου: ο απαθής πάσχει, ο αθάνατος γεύεται θάνατο, ο ασώματος κατά θεότητα παραδίδεται στο τραύμα κατά την ανθρωπότητα, ο Κύριος της δόξης υβρίζεται από τα πλάσματά Του. Αυτά είναι ο μόνος τρόπος να ειπωθεί η αδιανόητη κίνηση του Θεού προς την πλευρά του ανθρώπου.
Ο άνθρωπος επιθυμεί πάντοτε έναν πατέρα που εγγυάται, προστατεύει, αποτρέπει την έλλειψη, κλείνει το άνοιγμα. Ο Θεός όμως του Ευαγγελίου δεν σώζει έτσι. Δεν προσφέρεται ως εγγυητής φαντασιακής πληρότητας. Επιτρέπει τη διάβαση από το κενό, όχι για να μας παραδώσει στο μηδέν, αλλά για να μεταστοιχειώσει την έλλειψη σε σχέση, την ορφάνια σε υιοθεσία, τον θάνατο σε πέρασμα.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι λοιπόν το αντίθετο κάθε πνευματικής νάρκωσης: μας υποχρεώνει να σταθούμε ενώπιον της αβύσσου χωρίς να κατασκευάσουμε γρήγορα υποκατάστατα.
Το βαθύτερο σημείο αυτής της πορείας βρίσκεται στο Μέγα Σάββατο, εκεί όπου η λατρεία αγγίζει μια σχεδόν αβάστακτη ακινησία. Εκεί ο κόσμος βλέπει τέλος, παύση, αποτυχία, σιωπή, ενώ η Εκκλησία, χωρίς ακόμη να πανηγυρίζει, αρχίζει να υποψιάζεται ότι η θεία ενέργεια εργάζεται ακριβώς μέσα στο απροσπέλαστο. Οι Πατέρες θα μιλήσουν για κάθοδο στον Άδη, για τη συντριβή των πυλών, για την αναζήτηση του Αδάμ στα έγκατα της αποξενώσεως.
Αυτό σημαίνει ότι ο Χριστός δεν σώζει τον άνθρωπο από απόσταση, ούτε από επάνω, ούτε με διαταγή εξουσίας, αλλά εισερχόμενος στον τόπο όπου ο άνθρωπος είναι ο πλέον αβοήθητος, ο πλέον έρημος, ο πλέον αδύνατος να φωνάξει. Εάν το λάβουμε υπαρξιακά, αυτό σημαίνει ότι η χάρη φθάνει στον άνθρωπο όχι μόνον όταν εκείνος βρίσκεται σε θρησκευτική ευεξία, αλλά ακριβώς όταν έχει εξαντληθεί κάθε φαντασίωση αυτάρκειας.
Η Εκκλησία μάς κρατά αυτές τις ημέρες κοντά στο μυστήριο αυτό, καθώς γνωρίζει πόσο εύκολα ο άνθρωπος επιθυμεί μιαν Ανάσταση, ως εαρινό σύμβολο, ως ευγενή ψυχολογική ανόρθωση.
Ενώ η Ανάσταση είναι κάτι ασυγκρίτως πιο φοβερό: είναι η ανατροπή της ίδιας της οντολογίας του θανάτου, η εισβολή της ακτίστου ζωής μέσα στην εσχατολογική αδυναμία του κτιστού.
Γι’ αυτό η λειτουργική επιμονή της Μεγάλης Εβδομάδας δεν υπηρετεί μια θρησκευτική αισθηματοποίηση του πόνου, ούτε μιαν έξη σε ενοχικά ανακλαστικά. Υπηρετεί την αλήθεια ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να μετάσχει της Αναστάσεως παρά μόνον εάν αποδεχθεί ότι η σωτηρία του δεν είναι αυτοδικαίωση, δεν είναι ιδεολογική ταύτιση με ένα ευτυχές τέλος, δεν είναι ψυχικό αναισθητικό.
Είναι συνάντηση με τον Εσταυρωμένο, ο οποίος φανερώνει ότι η αγάπη δεν σώζει επειδή αποφεύγει το κόστος, αλλά επειδή το αναλαμβάνει μέχρι τέλους χωρίς να αποσύρει τη δωρεά της. Ανάμεσα στους υπαινιγμούς των Πατέρων, στα ευαγγελικά ρήγματα, στη λειτουργική σκηνοθεσία των ημερών, διακρίνεται πάντοτε η ίδια κίνηση: ο άνθρωπος καλείται να εξέλθει από την ψευδαίσθηση ενός Θεού χρήσιμου και να εισέλθει στη σχέση με τον Θεό που προσφέρει τον εαυτό Του. Και αυτή η μετάβαση είναι πάντοτε οδυνηρή, όχι γιατί ο Θεός απολαμβάνει τη συντριβή, αλλά γιατί το εγώ αντιστέκεται μέχρι τέλους στην απώλεια της φαντασιακής του κυριαρχίας.
Η Μεγάλη Εβδομάδα είναι ακριβώς η λειτουργική αποδόμηση αυτής της κυριαρχίας. Εκεί μαθαίνουμε ότι η αλήθεια δεν χαρίζεται ως επίτευγμα, αλλά ως δωρεά που περνά από τη συντριβή των ειδώλων μας.
Έτσι, το ερώτημα γιατί χρειάζεται η αναπαράσταση του Πάθους ενώ γνωρίζουμε ήδη την Ανάσταση, λαμβάνει μια πολύ αυστηρή απάντηση.
Χρειάζεται, γιατί αλλιώς δεν θα γνωρίζαμε πραγματικά τι είναι Ανάσταση. Θα την εκλαμβάναμε ως βελτίωση της ζωής, ως μεταφυσική επιτυχία, ως θρησκευτικό happy end, ως επικύρωση των προσδοκιών μας. Ενώ η Ανάσταση είναι η έλευση μιας ζωής που φέρει ακόμη τις πληγές, η δόξα ενός σώματος που δεν ακυρώνει τη μνήμη του τραύματος, η δικαίωση της αγάπης που πέρασε από το απόλυτο άδειασμα.
Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν μας αφήνει να ψάλλουμε «Χριστός ανέστη» σαν να πρόκειται για σύνθημα. Μας παιδαγωγεί μέσα από την αργή, σχεδόν ασήκωτη διάβαση των ημερών, ώστε ο αναστάσιμος λόγος να μην είναι λεκτική κατάφαση αλλά εμπειρία μεταστοιχείωσης.
Και τότε καταλαβαίνουμε ότι ο Σταυρός δεν είναι το δυσάρεστο προοίμιο ενός ευτυχούς τέλους, αλλά ο τόπος όπου η αγάπη του Θεού φανερώνει την ακρότατη μορφή της και ότι η Ανάσταση δεν είναι αναίρεση αυτού του τόπου, αλλά η άφθαρτη σφράγισή του.
Μάνος Λαμπράκης
