Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Θ ε ο φ ά ν ε ι α



Λαμπρὰ μὲν ἡ παρελθοῦσα Ἑορτή, λαμπροτέρα δὲ Σωτὴρ ἡ ἐπερχομένη. Ἐκείνη Ἄγγελον ἔσχεν εὐαγγελιστήν, καὶ αὓτη Πρόδρομον εὗρε προετοιμαστήν. Ἐν ἐκείνῃ, αἱμάτων ἐκχεομένων, ὡς ἄτεκνος ὠδύρετο ἡ Βηθλεέμ, ἐν ταύτῃ, ὑδάτων εὐλογουμένων, πολύτεκνος γνωρίζεται ἡ Κολυμβήθρα. Τότε Ἀστὴρ τοὺς Μάγους ἐμήνυσε, νῦν δὲ Πατὴρ κόσμῳ σε ὑπέδειξεν, ὁ σαρκωθείς, καὶ πάλιν ἐρχόμενος ἐμφανῶς, Κύριε δόξα σοι.

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Κυριακή προ των Φώτων




Κυριακή προ των Φώτων η σημερινή και στον Άγιο Νικόλαο «εις Κοπάνους» ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ιωαννίνων κ. Μάξιμος προεξήρχε της Ευχαριστιακής Συνάξεως, συλλειτουργούντων των ιερέων του Ναού π. Αποστόλου και π. Δημητρίου και των διακόνων Βησσαρίωνος και Βασιλείου.

Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος τέλεσε τρισάγιο επί του τάφου του μακαριστού προκατόχου του κυρού Δημητρίου Ευθυμίου, τον οποίο είχε μνημονεύσει και νωρίτερα εντός του Ναού. Ο μακαριστός Μητροπολίτης Δημήτριος, με καταγωγή από το χωριό Δεμάτι Ιωαννίνων, εκοιμήθη της 1η Ιανουαρίου του 1958.


Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2016

«Εις Κοπάνους» την Κυριακή ο Σεβασμιώτατος



Αρχιερατική Θεία Λειτουργία, προεξάρχοντος του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου μας κ. Μαξίμου, θα τελεσθεί την πρώτη Κυριακή του νέου έτους, την Κυριακή 03 Ιανουαρίου 2016, «προ των Φώτων», στον Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου «εις Κοπάνους».

«Εις μνημόσυνον αιώνιον...»



Την Πρωτοχρονιά του 1958, μετά την τέλεση της πρωτοχρονιάτικης Θείας Λειτουργίας, εκοιμήθη ο μακαριστός Μητροπολίτης Ιωαννίνων κυρός Δημήτριος Ευθυμίου, ο οποίος ετάφη και αναπαύεται στον περίβολο του Αγίου Νικολάου «εις Κοπάνους».


Πλούσια και σημαντική η δράση του μακαριστού Μητροπολίτου. Διαβάστε αναλυτικά για τη ζωή και το έργο του, πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο: 
http://eiskopanous.blogspot.gr/2015/10/blog-post_39.html

Ας είναι η μνήμη του αιώνια...

Πέμπτη 31 Δεκεμβρίου 2015

2 0 1 6



Αλέξανδρος Σμέμαν: «Το Νέο Έτος»

 
 
Εναι παλι τ θιµο: τν παραµον το Νέου τους, ταν τ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τς πιθυµίες µας γι τ νέο τος κα προσπαθοµε ν εσέλθουµε στ γνωστο µέλλον µ’ να νειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τν κπλήρωση κάποιας γαπητς µας πιθυµίας.

Σήµερα, γι λλη µι φορ βρισκόµαστε µπροστ σ’ να νέο τος. Τί πιθυµοµε γι τος διους, γι τος λλους, γι τν καθένα; Ποι εναι τ τέλος λων µας τν λπίδων; πάντηση εναι µονίµως δια αώνια λέξη: ετυχία. Ετυχς τ Νέο τος! Ετυχία γι τ Νέο τος! διαίτερη ετυχία πο πιθυµοµε εναι φυσικ διαφορετικ κα προσωπικ γι τν καθένα, λλ λοι µας µετέχουµε στν κοιν πίστη πς ατ τ τος ετυχία θ µς πλησιάσει, πς µποροµε ν λπίσουµε σ’ ατ µ προσδοκία.

Πότε µως εναι κάποιος ληθιν ετυχισµένος; Μετ π αἰῶνες µπειρίας κα γνώσης σχετικ µ τν νθρωπο, δν µποροµε πλέον ν ξισώσουµε τν ετυχία µ ποιοδήποτε ξωτερικ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, γεία, πιτυχία κλπ. Γνωρίζουµε πς τίποτε π’ λα ατ δν νταποκρίνεται πλήρως σ’ ατ τ µυστηριώδη κα πάντοτε φευγαλέα ννοια τς ετυχίας. Εναι σαφς πς φυσικ νεση φέρνει ετυχία, λλ κα γχος. πιτυχία φέρνει ετυχία, λλ κα φόβο. Εναι κπληκτικ πς σο περισσότερη ξωτερικ ετυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εθραυστη γίνεται κα πι τίθασος φόβος πς θ τ χάσουµε κα θ µείνουµε µ δεια χέρια. Πιθανς ατς εναι κα λόγος πο εχόµαστε νας στν λλο «µία νέα ετυχία» γι τ Νέο τος. «παλι» ετυχία ποτ δν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε λειπε. Τώρα µως τενίζουµε ξαν µπροστ µας µ µία εχή, να νειρο, µία λπίδα...

Χριστ κα Παναγία! Τ εαγγέλιο πρν π πάρα πολ καιρ εχε καταγράψει τν στορία νς νθρώπου πο πλούτισε, κτισε καινούριες ποθκες γι ν ποθηκεύσει τ γαθά του, κα ποφάσισε πς πλέον εχε λα τ ναγκαα πο γγυντο τν ετυχία του! Εχε νεση κα µέσα. κείνη µως τ νύχτα κουσε: «φρων, ταύτη τ νυκτ τν ψυχήν σου παιτοσιν πό σου, δ τοίµασας τίνι σται;» (Λουκ. 12, 20).

σταδιακ συνειδητοποίηση τι τίποτε δν µπορε ν κρατηθε, πς µπροστ µας βρίσκεται ναπόφευκτος θάνατος κα φθορά, εναι τ δηλητήριο πο δηλητηριάζει τ µικρ κα περιορισµένη ετυχία πο διαθέτουµε. Ατς εναι σίγουρα κα λόγος γι τ συνήθεια πο χουµε ν κάνουµε τέτοιο σαµατ κα θόρυβο, φωνάζοντας κα γελώντας, καθς τ ρολόι κτυπάει δώδεκα τν παραµον το Νέου τους. Φοβούµαστε ν µείνουµε µόνοι κα σιωπηλοί, καθς τ ρολόι κτυπάει σν τν νελέητη φων τς µοίρας: πρτο κτύπηµα, δεύτερο, τρίτο κα συνεχίζει, τόσο δυσώπητα, µοιόµορφα, τόσο τροµακτικ µέχρι τέλους. Τίποτε δν µπορε ν τ λλάξει, τίποτε ν τ σταµατήσει.

τσι χουµε δύο πολ βαθες κα κατάλυτους ξονες τς νθρώπινης συνείδησης: φόβος κα ετυχία, φιάλτης κα νειρο. καινούρια ετυχία πο νειρευόµαστε τν παραµον το Νέου τους θ µπορέσει τελικ ν ρεµήσει, ν σκορπίσει κα ν κατανικήσει τ φόβο; νειρευόµαστε µι ετυχία στν ποία ν µν παραµονεύει φόβος βαθι µέσα της, νας φόβος π τν ποο προσπαθοµε πάντοτε ν προφυλαχθοµε, πίνοντας, µ τ ν εµαστε συνεχς πασχοληµένοι, περιβαλλόµενοι π θόρυβο. σιγ µως ατο το φόβου εναι σχυρότερη π κάθε λλο θόρυβο. «φρων»! Μάλιστα, τ θάνατο νειρο τς ετυχίας εναι κ φύσεως νόητο σ’ ναν κόσµο µολυσµένο π φόβο κα τ θάνατο.

κόµη κα στς νώτερες στιγµς το νθρώπινου πολιτισµο, ο νθρωποι τ γνωρίζουν καλά. Μποροµε ν νιώσουµε τ θλίψη κα τ θλιβερ λήθεια πίσω π τ λόγια το µεγάλου ποιητ λέξανδρου Πούσκιν, πο τόσο πολ γαποσε τ ζωή, ταν γραφε: «Δν πάρχει ετυχία στν κόσµο». ντως, µία βαθι θλίψη διαπερν κάθε γνήσια τέχνη. Μόνο χαµηλά, στν πάτο το νθρώπινου πολιτισµο, τ πλήθη ξετρελαίνονται µ τ θόρυβο κα τς φωνές, ς ἐὰν θόρυβος κα τ θορυβώδη πάρτυ θ µποροσαν ν φέρουν τν ετυχία.

«ν ατ ζω ν, κα ζω ν τ φς τν νθρώπων, κα τ φς ν τ σκοτί φαίνει, κα σκοτία ατ ο κατέλαβεν» (ωαν. 1,4-5). Ατ πο πονοε ατ φράση εναι πς τ φς δν µπορε ν καταποθε π τν φόβο κα τ γχος, δν µπορε ν σκορπισθε π τ λύπη κα τν πελπισία. Ν µποροσαν ο νθρωποι, σ’ ατή, σ’ ατ τ µάταιη δίψα γι στιγµιαία ετυχία, ν βρισκαν µέσα τους τ δύναµη ν σταµατήσουν, ν σκεφτον, ν τενίσουν τ βάθη τς ζως! Ν µποροσαν ν κούσουν τ λόγια, τ φων πο τος καλε αώνια µέσα σ’ ατ τ βάθη. ς γνώριζαν µόνο τί εναι ληθιν ετυχία. «Τν χαρν µν οδες αρει φ’ µν» (ωαν. 16, 22). Δν εναι ατ πο νειρευόµαστε ταν τ ρολόι κτυπήσει µεσάνυκτα; Τ χαρ πο κανες δν µπορε ν φαιρέσει. Πόσο σπάνια µως φτάνουµε σ τέτοια βάθη! Πόσο τ φοβόµαστε γι κάποιο λόγο κα τ παραµερίζουµε: «χι σήµερα, λλ αριο, µεθαύριο, θ στρέψω τν προσοχ στ οσιώδη κα αώνια, µόνο, χι σήµερα. πάρχει καιρός».

καιρς µως στν πραγµατικότητα εναι τόσο λίγος. Μόνο στιγµς περνον πρν τ βέλος το χρόνου σφυρίξει πετώντας πρς τ µοιραο στόχο. Γιατί καθυστεροµε; πειδ κριβς δ, νάµεσά µας, δίπλα µας, στέκεται Κάποιος: «δο στηκα π τν θύραν κα κρούω» (ποκ. 3, 20). ν µόνο παραµερίζαµε τ φόβο µας κα Τν κοιτάζαµε, θ βλέπαµε να τέτοιο, µία τέτοια χαρά, κα µία τέτοια περίσσεια ζως, πο σίγουρα θ καταλαβαίναµε τ νόηµα ατς τς φευγαλέας κα µυστηριώδους λέξης «ετυχία».

Πηγή: Αλεξάνδρου Σμέμαν, Εορτολόγιο, Ακρίτας 2005, σσ. 71-74

Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

«Βασιλείου του Μεγάλου»

  

Μνήμη του εν Aγίοις Πατρός ημών Βασιλείου Aρχιεπισκόπου Καισαρείας Καππαδοκίας του Μεγάλου1.
 
Ζη Βασίλειος και θανών εν Κυρίω.
Ζη και παρ’ ημίν ως λαλών εκ των βίβλων.
Ιαννουαρίοιο θάνες Βασίλειε πρώτη.

 
Oύτος ο εν Aγίοις Πατήρ ημών Βασίλειος, ήκμασε κατά τους χρόνους του βασιλέως Ουάλεντος εν έτει τξδ΄ [364], προς τον οποίον Ουάλεντα επαρρησιάσθη διά την Ορθόδοξον πίστιν, και ήλεγξεν αυτόν. Eπειδή και έπεσεν εις την κακοδοξίαν των Aρειανών, και με άγριον και θηριώδη τρόπον εκακοποίει και επολέμει τας Eκκλησίας των Ορθοδόξων. Ούτος λοιπόν από μεν τον πατέρα, ήτον Μαυροθαλασσίτης. Aπό δε την μητέρα, ήτον Καππαδόκης, ήτοι εκατάγετο από την λεγομένην Καραμανίαν. Κατά δε τους λόγους και την παιδείαν, υπερέβαλεν, όχι μόνον τους ελλογίμους του καιρού του, αλλά ακόμη και τους παλαιούς φιλοσόφους. Περάσας γαρ κάθε είδος παιδείας, εις κάθε μίαν από αυτάς το κράτος και την νίκην απόκτησεν. Ου μόνον δε ταύτα, αλλά και την διά πράξεως ήσκησε φιλοσοφίαν. Και διά της πράξεως ανέβη και εις την θεωρίαν των όντων. Eκ τούτων δε, ανέβη και εις τον θρόνον της Aρχιερωσύνης.
     Όταν δε έγινεν Aρχιερεύς, πολλούς αγώνας εποίησεν ο μακάριος διά την Ορθόδοξον πίστιν. Με την σταθερότητα γαρ και γενναιότητα του φρονήματός του, κατέπληξε τον έπαρχον Μόδεστον. Με τους Oρθοδόξους δε λόγους οπού συνέγραψε, των κακοδόξων τα φρονήματα κατεβρόντησε. Και προς τούτοις, την των ηθών κατάστασιν ερρύθμισε. Την ασκητικήν φιλοσοφίαν εδίδαξε, την των όντων γνώσιν εσαφήνισε. Και διά να ειπώ συντόμως, ούτος ο Άγιος οδηγήσας εις σωτηρίαν την λογικήν του Χριστού ποίμνην διά μέσου κάθε αρετής, προς Κύριον εξεδήμησεν. Ήτον δε ο Μέγας Βασίλειος κατά τον χαρακτήρα του σώματος, πολλά μακρύς. Ξηρός και ολιγόσαρκος, μελανός εις το πρόσωπον κατά το χρώμα, πλην είχεν αυτό σύμμικτον και με κιτρινάδα. Ήτον μακρομύτης. Είχε τα οφρύδια στρογγυλά, το δε δέρμα το επάνω των οφρυδίων, το είχε συμμαζωμένον. Eφαίνετο όμοιος με έναν οπού συλλογίζεται και προσέχει εις τον εαυτόν του. Είχε το πρόσωπον ζαρωμένον με ολίγας χαραγάς. Τα μάγουλα είχε μακρά. Τους μήνιγγας, δασείς από τρίχας συνεστραμμένας κυκλοειδώς. Eφαίνετο κατά την επιφάνειαν, πως είχεν ολίγον κουρευμένας τας τρίχας. Το γένειον είχε μακρόν αρκετά και τας τρίχας είχε μεμιγμένας, ήτοι μαύρας ομού με άσπρας. Τελείται δε η αυτού Σύναξις, εν τη Aγιωτάτη Μεγάλη Eκκλησία. (Τον κατά πλάτος Βίον αυτού όρα εις τον Νέον Θησαυρόν.)

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Εις τον Μέγαν Βασίλειον εγκώμια έπλεξαν Γρηγόριος ο Θεολόγος, ου η αρχή· «Έμελλεν άρα». Ο αυτάδελφός του Γρηγόριος ο Νύσσης, ου η αρχή· «Καλήν επέθηκεν». Εφραίμ ο Σύρος, ου η αρχή· «Κλίνατέ μοι τας ακοάς αδελφοί» (σώζονται εν τοις εκδεδομένοις)· και ο Αμφιλόχιος Ικονίου, ου η αρχή· «Αγαπητοί, ουκ ην απεικός» (σώζεται εν τη Λαύρα και εν τη των Ιβήρων).

(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού. Τόμος Β´. Εκδόσεις Δόμος, 2005)