Το Πάσχα δεν είναι μια ευγενική ανταλλαγή ευχών, ούτε μια εθιμική ανάπαυλα μέσα στην εξάντληση των ίδιων παθολογιών που επιστρέφουν κάθε φορά με άλλο προσωπείο και με την ίδια βία.
Η Ανάσταση δεν έρχεται για να ευλογήσει τη συνήθεια της συναισθηματικής κακοποίησης, ούτε για να χρυσώσει με λίγη θρησκευτική συγκίνηση τις καθημερινές μας μορφές μικρού ή μεγάλου βασανισμού. Γι’ αυτό και η φετινή ευχή οφείλει να είναι σκληρότερη από τη συμβατική τρυφερότητα, ακριβώς επειδή είναι αληθινή: σταματήστε να τυραννάτε τους ανθρώπους που βρίσκονται δίπλα σας με τα αθεράπευτα ναρκισσιστικά σας αιτήματα, με την αδηφάγο ανάγκη να σας υπηρετούν, να σας εξηγούν αδιαλείπτως την αγάπη τους, να πληρώνουν εκείνοι το κόστος των εσωτερικών σας ρηγμάτων, των συμπλεγμάτων, των ματαιώσεων, των ανεπεξέργαστων τραυμάτων σας.
Δεν είναι αγάπη η κατοχή, δεν είναι εγγύτητα η απομύζηση, δεν είναι σχέση η αδιάκοπη επιβολή ενοχής, φόβου, ψυχικού εκβιασμού. Όπου ο ένας υπάρχει μόνο για να απορροφά τις ελλείψεις του άλλου, εκεί δεν έχουμε ούτε κοινωνία ούτε οικειότητα, αλλά μια σκοτεινή οικονομία χρήσης του προσώπου. Και αυτό είναι το βαθύτερα αντίθετο προς το αναστάσιμο ήθος, γιατί η Ανάσταση του Χριστού δεν συνιστά θρίαμβο της εξουσίας επί του αδύναμου, αλλά συντριβή του καθεστώτος εκείνου που τρέφεται από τον φόβο, την εξάρτηση και την καθήλωση.
Αναστάσιμος άνθρωπος δεν είναι εκείνος που μιλά περισσότερο για το φως, αλλά εκείνος που παύει να γίνεται σκοτάδι για τους άλλους.
Αναστάσιμη ζωή δεν είναι η επιβίωση μέσα στο ίδιο άρρωστο σχήμα, αλλά η ρήξη με ό,τι ευτελίζει την ψυχή, παραμορφώνει το σώμα, ακυρώνει τη χαρά, εξαντλεί την υπομονή, μεταβάλλει τον άνθρωπο σε δοχείο της ξένης αταξίας.
Γι’ αυτό εύχομαι αυτό το Πάσχα να γίνει για όλους μια αμείλικτη αλλά σωτήρια αποκάλυψη: να μάθουμε ότι η ευγένεια χωρίς αλήθεια γίνεται συνενοχή, ότι η ανοχή χωρίς διάκριση γίνεται αυτοεγκατάλειψη, ότι η αγάπη χωρίς όριο εκπίπτει συχνά σε πένθος πριν ακόμη επέλθει η απώλεια.
Και μαζί με αυτή την ευχή έρχεται και η άλλη, η εξίσου αναγκαία και ίσως δυσκολότερη: όσοι αναγνωρίζετε δίπλα σας τέτοιες καταστάσεις, φύγετε. Φύγετε χωρίς ενοχή, χωρίς την ψευδαίσθηση ότι η δική σας αντοχή θα μεταμορφώσει αναγκαστικά τον άλλον, χωρίς τη θρησκευτικοφανή αυταπάτη ότι η παραμονή μέσα στην ψυχική συντριβή είναι πάντοτε σταυρική αρετή.
Δεν είναι κάθε παραμονή μαρτύριο με σωτηριολογικό περιεχόμενο. Πολλές φορές είναι απλώς παράδοση του εαυτού σε έναν αργό αφανισμό.
Υπάρχει ένα σημείο όπου η παρατεταμένη υπομονή παύει να είναι αρετή και γίνεται συνεκφορά θανάτου.
Υπάρχει μια ώρα όπου το να βάλεις όριο δεν είναι εγωισμός, αλλά ύστατη πράξη ευθύνης προς το πρόσωπο που σου εμπιστεύθηκε ο Θεός, δηλαδή προς τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το όριο είναι βαθιά πνευματική πράξη, γιατί δηλώνει ότι ο θάνατος δεν θα είναι το πρώτο αληθινό σύνορο της ζωής μας.
Το όριο οφείλει να προηγηθεί του νεκρού σημείου.
Να μη φθάνει ο άνθρωπος να καταρρεύσει για να νομιμοποιήσει την έξοδό του.
Να μη χρειάζεται να σαπίσει εσωτερικά για να του επιτραπεί να φύγει.
Να μη θεωρείται αγάπη η διαρκής διαθεσιμότητα προς εκείνον που σε θρυμματίζει.
Αυτή είναι, σε μια πολύ ουσιαστική έννοια, η Ανάσταση: η έξοδος από τον τάφο πριν ο τάφος αποκτήσει μέσα μας μόνιμη κατοικία.
Η άρνηση να παραμείνουμε εκεί όπου η ψυχή ασφυκτιά, όπου η φωνή μικραίνει, όπου το σώμα νοσεί από τη βία που δεν ονομάστηκε ποτέ βία επειδή φορούσε το προσωπείο του έρωτα, της οικογένειας, της φιλίας, της εξουσίας ή ακόμη και της δήθεν φροντίδας.
Εύχομαι, λοιπόν, αυτό το Πάσχα να φέρει σε όλους όχι απλώς συγκίνηση, αλλά διάκριση, όχι απλώς ανακουφιστικό λόγο, αλλά απόφαση, όχι απλώς την ανάμνηση ενός κενού μνήματος, αλλά το θάρρος μιας πραγματικής εξόδου.
Να αγαπάτε αληθινά, αλλά να φεύγετε από όπου η αγάπη έχει μετατραπεί σε μηχανισμό φθοράς.
Να συγχωρείτε, αλλά να μην επιστρέφετε αδιακρίτως εκεί όπου το κακό ανακυκλώνεται ως οικειότητα.
Να βάζετε όριο παντού, ώστε το μόνο όριο να μην είναι ο θάνατος. Και αυτή ακριβώς ας είναι η πιο ακριβής, η πιο δύσκολη, η πιο αναστάσιμη ευχή.
Και κάτι ακόμη, ουσιώδες, αδιαπραγμάτευτο, το οποίο λησμονούμε όλο και συχνότερα μέσα στην ευκολία των συναισθηματικών μεταφορών: όταν η Εκκλησία μιλά για Ανάσταση, δεν μιλά μόνο για μια ψυχική ανάταση, για μια ηθική επανεκκίνηση, για μια ποιητική εικόνα εσωτερικής αναδημιουργίας, όσο αληθινά και αν είναι και αυτά σε ένα δεύτερο επίπεδο.
Μιλά πρωτίστως και αμετακίνητα για την Ανάσταση των νεκρών.
Μιλά για το σώμα που δεν εγκαταλείπεται αιωνίως στη φθορά, για το πρόσωπο που δεν καταπίνεται οριστικά από τη γη, για την ύλη του ανθρώπου που δεν θεωρείται από τον Θεό ένα προσωρινό περίβλημα προς απόρριψη, αλλά τόπος κλήσεως, σχέσεως και αιωνίου προορισμού.
Γι’ αυτό και η αναστάσιμη πίστη είναι τόσο φοβερή και τόσο παρηγορητική μαζί: δεν υπόσχεται απλώς ότι θα αισθανθούμε καλύτερα, αλλά ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο πάνω σε εκείνους που αγαπήσαμε, πάνω σε εκείνους που θάψαμε, πάνω σε εκείνους που κλάψαμε, πάνω στο δικό μας σώμα που γερνά, νοσεί, ταπεινώνεται και κάποτε θα πέσει στη γη.
Η Ανάσταση νεκρών είναι το μέγα σκάνδαλο της χριστιανικής πίστεως και μαζί η μόνη απάντηση που δεν εξευτελίζει το ανθρώπινο πένθος σε ψυχολογική διαχείριση.
Γιατί αν δεν ανασταίνονται οι νεκροί, τότε και η αγάπη μένει μετέωρη, η μνήμη γίνεται απλώς επιμήκυνση της απουσίας και το Πάσχα καταντά υψηλή συγκίνηση χωρίς οντολογικό αντίκρισμα. Ενώ τώρα, ακριβώς επειδή προσδοκούμε «ἀνάστασιν νεκρῶν», κάθε αληθινή αναστάσιμη ευχή οφείλει να κουβαλά μέσα της και αυτή τη φοβερή ελπίδα: ότι κανείς από όσους ετάφησαν εν Κυρίω δεν χάθηκε στο τίποτε, ότι κανένα αγαπημένο σώμα δεν παραδόθηκε οριστικά στην ανυπαρξία, ότι το τελευταίο όριο δεν είναι ο τάφος, αλλά ο Θεός που θα καλέσει και πάλι τα πάντα στην αφθαρσία της ζωής.
Χριστός ανέστη!
Αληθώς ανέστη!
Μάνος Λαμπράκης
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου