«Όσο μεγάλη και να είναι η δυστυχία, υπάρχουνε ακόμα καλόκαρδοι άνθρωποι. Μια μέρα, όταν ήμουνα μικρή, κουβαλούσα ένα δεμάτι ξερόκλαδα – και έπεσα χάμω. Ένας γεροντάκος ήρθε και με σήκωσε, μου έδωσε, μάλιστα και μία πεντάρα. Το συλλογίστηκα πολλές φορές από τότε. Εκείνοι που δεν έχουνε ούτε να φάνε, δίνουνε πιο ανοιχτόκαρδα. Το δίχως άλλο, οι άνθρωποι θέλουν να δείχνουνε τι είναι άξιοι να κάνουν. Και τι καλύτερος τρόπος υπάρχει για να δείξουν την μπόρεσή τους, από το να κάνουνε καλοσύνες. Η κακία είναι ένα είδος ατζαμοσύνη. Οι κακοί είναι άπραγοι. Άμα τραγουδάς ένα τραγούδι ή φτιάχνεις μια μηχανή ή φυτεύεις ρύζι, αυτό κατά βάθος είναι η καλοσύνη. Κι εσείς είσαστε καλός...».
Από τον «Καλό Άνθρωπο του Σετσουάν», στην μετάφραση του Πλωρίτη.