Τετάρτη 14 Νοεμβρίου 2018

14/11


«Tη αυτή ημέρα, του εν Aγίοις Πατρός ημών Γρηγορίου Αρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης του Θαυματουργού του και Παλαμά, του διαπρέψαντος εν έτει ‚ατμ΄ [1340]».

Τρίτη 13 Νοεμβρίου 2018

«Του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου...»



Γράφει ο π. Κωνσταντίνος Καλλιανός

«Με ρυθμούς νοσταλγίας και εόρτιας χαρμολύπης έφτασε κι η μέρα αυτή. Η γιορτή δηλαδή του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου, μια μέρα κορυφαία μέσα στο χειμωνιάτικο τοπίο που ετοιμάζεται... Ημέρα σημαδιακή και φυσικά οριακή, αφού είναι σύνορο μεταξύ δύο χρονικών διαστημάτων: του φθινοπώρου που παρέρχεται και του χειμώνα που πλησιάζει, ενώ παράλληλα ανοίγει τις πύλες του στο ιερό Σαρανταήμερο.
Στέκεις απόψε στις παρυφές του Χρόνου κι αντικρίζεις, με άφατη συγκίνηση, τη μέρα αυτή. Στοχάζεσαι πώς την έζησες σε καιρούς που υπήρχε ακόμα η δυνατότητα σεβασμού σε αξίες άφθαρτες. Τότε δηλαδή που οι άνθρωποι ξέρανε να γιορτάζουν και να χαίρονται, μεριμνώντας πάντα να μένουν πιστοί στα φθέγματα των πατέρων τους. «Βίος ανεόρταστος, μακρά οδός απανδόκευτος».
Αποκριά την ονομάζανε αυτή τη μέρα, γιατί από ταχιά, από τις 15 του Νοεμβρίου ή τ' Αντριά, άρχιζε η νηστεία του Σαρανταημέρου, που κορυφωνόταν την παραμονή του Χριστού, στις 24 του Δεκεμβρίου



Ο τόπος ευωδίαζε φρέσκο λάδι και κομμένο πορτοκάλι, ενώ από το ρέμα, όπου βρίσκονταν οι καλλιάγριες, ανέβαινε ανάμικτη μυρωδιά καμένου ξύλου και ελαιοπυρήνα, ραντίζοντας το χωριό αισιοδοξία για το μαξούλι που ετοιμαζόταν να μπει στο σπίτι: το ευλογημένο το λάδι.
Αχνοφέγγουν στην καρδιά πρόσωπα και ευωδίες, συνήθειες, χειρονομίες και χώροι... Τυλιγμένα όλα στο μισόφωτο που άφηνε το αδύνατο, αλλά χρυσαφένιο φως της λάμπας του πετρελαίου στο λιτό ανώι, με τη συννεφιά να γυροφέρνει στην τζαμόπορτα, που κοίταζε κατά τη θάλασσα κι όσο ανέβαινε η νύχτα γινόταν γκρίζα με κομμάτια σκοταδιού μέσα της.
Στην παραστιά, το αποψινό το βράδυ, οι παλαιοί πάντα καίγανε τα ξύλα του βουνού κι εκείνα κάθε τόσο άφηναν, μαζί με το παραμιλητό της φωτιάς, να ξεχύνονται τα αρώματα του πεύκου, της κουμαριάς, του σχοίνου. Αρώματα ευεργετικά του βουνού, που χώνευε κι αυτό μέσα στο σκοτάδι. Και πάνω στην τσιροτιά το φαΐ ετοιμαζόταν για το εόρτιο δείπνο. Αναδυόταν η ευωδία του κοκκινιστού, που βεβαίωνε τον εόρτιο χαρακτήρα της μέρας, ευωδία χαρμόσυνη, που πλημμύριζε το σπίτι. Τότε, μέσα στο μισόφωτο ακούγονταν τα κουτάλια... - πάντα κρέας με το ρύζι, εκτός αν ήταν Τετάρτη ή Παρασκευή, οπότε το φαΐ ήταν ξερός μπακαλιάρος με το ρύζι ή ψάρια πλακί- που βυθίζονταν στα πιάτα... Και κάπου-κάπου τα ποτήρια που τσουγκρίζονταν για το καλό. Τη σιωπηλή αυτή τελετή διέκοπτε μόνο η φωτιά ή το σύρσιμο του αγέρα πάνω στα παλιά παραθυρόφυλλα.


Δεν θυμάσαι από πού και πότε άκουσες εκείνο το δίστιχο για τη μέρα και τη γιορταστική της ατμόσφαιρα:
«Ο φτωχός ο Φίλιππας όλη μέρα δούλευε και το βράδ’ απόκρευε».
Ίσως να το είπε η γιαγιά, που όλο είχε κάτι να δώσει στην ψυχή σου, να το ’χεις φυλαχτό στα κατοπινά τα χρόνια. Απόψε, που σκέφτεσαι τις ευλογημένες ώρες, σκύβοντας τρυφερά πάνω στα πρόσωπα των δικών σου ανθρώπων -πρόσωπα ιερά, ταμιευμένα στα βάθη της ψυχής σου-, βλέπεις σε αυτά τον φτωχό τον Φίλιππο πάλι... Κι αναγνωρίζεις με ευγνωμοσύνη την παράξενη ετούτη εύνοια που σου χαρίστηκε: αλλιώς, μπορεί να πήγαινε χαμένη κι αυτή η μέρα κι αυτή η γιορτή».

«Tω αυτώ μηνί IΔ΄, μνήμη του Aγίου Aποστόλου Φιλίππου ενός των ιβ΄»



Aρθείς Φίλιππος εκ ποδών επί ξύλου,
Tα των ποδών σοι νίπτρα Σώτερ εκτίει (ήτοι πληρόνοι).
Ήρθης κακκεφαλής δεκάτη Φίλιππε τετάρτη.

Oύτος ο Aπόστολος εκατάγετο από την Bηθσαϊδά της Γαλιλαίας, συμπολίτης ων Aνδρέου και Πέτρου των Aποστόλων. Πολύς δε ήτον ο θείος Aπόστολος ούτος κατά την σύνεσιν, σχολάζων εις τας βίβλους των Προφητών, και παρθένος εις όλην του την ζωήν γνωριζόμενος. Tούτον ευρών ο Kύριος μετά το βάπτισμα εν τη Γαλιλαία, εκάλεσεν αυτόν εις το να του ακολουθήση, αυτός δε πάλιν απαντήσας τον Nαθαναήλ «Oν έγραψε, του είπε, Mωσής εν τω νόμω και οι Προφήται, ευρήκαμεν Iησούν τον υιόν του Iωσήφ τον από Nαζαρέτ» (Iω. α΄, 46). Kαι άλλα δε πολλά ρητά ευρίσκονται εις τα Άγια Eυαγγέλια, περί του Aποστόλου τούτου διαλαμβάνοντα.
     Oύτος λοιπόν λαβών εις κλήρον την γην της Aσίας (της μικράς δηλαδή) είχεν ακολουθούντα αυτώ και συμβοηθούντα εις το κήρυγμα του Eυαγγελίου τον Aπόστολον Bαρθολομαίον. Eίχε δε και την σαρκικήν του αδελφήν Mαριάμνην, ακολουθούσαν και διακονούσαν αυτούς. Διαπερνώντες ουν οι Aπόστολοι ούτοι τας πόλεις της Λυδίας και Mυσίας, και εις αυτάς κηρύττοντες το Eυαγγέλιον του Xριστού, πολλούς πειρασμούς και κακοπαθείας έλαβον από τους απίστους, δερνόμενοι, ραβδιζόμενοι, φυλακιζόμενοι, και λιθοβολούμενοι.


Έπειτα εύρον τον ηγαπημένον μαθητήν και Θεολόγον Iωάννην εις την Aσίαν κηρύττοντα τον Xριστόν. Όταν και η του ανθυπάτου Nικάνωρος γυνή επίστευσεν εις τον Xριστόν. Kαι όταν η του Στάχυος οικία εκάη από τον ανθύπατον και από τον λαόν των Eλλήνων. Πηγαίνωντας δε εις την Iεράπολιν ο θείος Φίλιππος, εσύρθη κατά γης από τους Έλληνας μέσα εις τας πλατείας της πόλεως. Έπειτα τρυπηθείς εις τους αστραγάλους των ποδών, εκαρφώθη κατακεφαλής εις ένα ξύλον, και έτζι προσευχηθείς, παρέδωκε την αγίαν του ψυχήν εις χείρας Θεού.
     Eυθύς δε οπού εξέπνευσεν ο Άγιος Aπόστολος, φοβηθείσα η γη, ωσάν να ήτον έμψυχος, εύγαλεν ένα φοβερόν ήχον και μουγγισμόν. Kαι ούτως εσχίσθη και πολλούς απίστους κατέχωσεν. Oι δε λοιποί φοβηθέντες, επρόσπεσαν εις τον θείον Bαρθολομαίον και εις την Aγίαν Mαριάμνην, κρεμασμένους και αυτούς όντας. Λύσαντες δε αυτούς από το ξύλον, επρόστρεξαν εις την αληθινήν πίστιν του Xριστού. Όθεν και ενταφίασαν το λείψανον του Aποστόλου, ο δε Άγιος Bαρθολομαίος καταστήσας τον ανωτέρω Στάχυν Eπίσκοπον εν τη πόλει ευγήκε και επήγεν ομού με την Mαριάμνην εις την Λυκαονίαν...

Από το Συναξαριστή του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου.

Στο Φανάρι σήμερα...



Στον Πάνσεπτο Πατριαρχικό Ναό...
Ημέρα μνήμης του εν Αγίοις Πατρός ημών Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντιουπόλεως, του Χρυσοστόμου...




Άρης Σερβετάλης: «Η πίστη μου στο Θεό μού άλλαξε την ζωή…»



– Μετάνιωσες που μίλησες για την πίστη σου στην Ορθοδοξία;
Να το έχω μετανιώσει για ποιον λόγο; Για να μην χαρακτηριστώ παλιομοδίτης; Γραφικός… Ξέρεις τώρα τι λέγεται. Εγώ όταν το λέω πάντως, αυτό εισπράττω. Δεν με πειράζει καθόλου, δε με ενδιαφέρει. Αυτό που αντιπροσωπεύει η Ορθοδοξία όχι μόνο οπισθοδρομικό δεν είναι… Είναι πολύ μπροστά. Έτσι, όταν το λέει αυτό κάποιος, μου δηλώνει αυτόματα ότι δεν έχει ασχοληθεί καθόλου. Επομένως, δε με πειράζει. Το «γραφικός» δε μπορεί να το πει κάποιος που γνωρίζει την σημασία της. Αν θέλει κάποιος να μιλήσει, μπορούμε να κάνουμε μία πολύ ωραία κουβέντα πάνω σε όλα αυτά.

– Αισθάνεσαι άσχημα με τις ρητορικές μίσους που κατά καιρούς έρχονται στο φως της δημοσιότητας από επικεφαλής της Εκκλησίας;
Δεν είμαι σε θέση να κρίνω αυτούς τους ανθρώπους. Αυτό που λέω στον εαυτό μου είναι ότι οι άνθρωποι που στελεχώνουν την εκκλησία είναι και αυτοί άνθρωποι με αδυναμίες και πλεονεκτήματα. Δεν είναι το τέλειο. Το τέλειο είναι αυτό που αντιπροσωπεύουν. Είναι αγωγοί. Αυτό που λένε ότι πρέπει να ψάξεις για να βρεις τον πνευματικό σου, έχει πολύ μεγάλο νόημα. Γιατί θα βρεις τον άνθρωπο που επειδή είναι αγωγός θα σου δημιουργήσει και θα καλλιεργήσει την σχέση με τον Θεό. Άρα, δένεσαι μαζί του και αυτός σε οδηγεί σε μία σχέση που είναι πέραν του κόσμου τούτου, σε μία σχέση αιώνια.

– Σε βοήθησε η πίστη σου;
Όχι απλά με βοήθησε, μου άλλαξε τη ζωή. Βλέπω τα πράγματα με τελείως διαφορετικό μάτι. Το «βοήθησε» δεν είναι η σωστή λέξη, αλλά το «μετατόπισε».

– Γιατί μία μεγάλη μερίδα του κόσμου έχει σταματήσει να πιστεύει;
Δεν έχει σταματήσει, νομίζω ότι δεν έχει γίνει από επιλογή αυτό το πράγμα, αλλά έχει γίνει επειδή έχουν αφεθεί. Όταν αφήνεσαι, δεν έχεις «εποπτεία», δένεσαι με την ύλη… Εκεί έχει χαθεί αυτή η σχέση. Ακόμη και να αποκτήσεις τα περισσότερα αγαθά, να τα έχεις όλα, νομίζω ότι το κενό πάλι θα υπάρχει. Και τον Θεό δε μπορείς να τον αντικαταστήσεις, είμαστε κατασκευασμένοι για να έχουμε μία τέτοια σχέση μαζί του. Άρα όταν κάποιος δεν έχει Θεό, έχει τα χρήματα, την καριέρα, την επιστήμη του, αλλά και πάλι αυτό είναι το μέσο, όχι ο σκοπός. Εμείς το κάνουμε σκοπό, το κάνουμε θεότητα, είδωλο…

Ο Άρης Σερβετάλης είναι ηθοποιός.

«Άκοπα...»



«Στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα...»

Κική Δημουλά
(ποιήτρια)

Δευτέρα 12 Νοεμβρίου 2018

Στον ανυποχώρητο της Εκκλησίας …



Του Πρωτοσυγκέλλου της  Ι. Μ. Ιωαννίνων,
πανοσιολογιωτάτου αρχιμανδρίτου π. Θωμά Ανδρέου

Πέρασαν πάνω από 17 αιώνες, από την ημέρα που ένας γνήσιος φίλος του Θεού, άφηνε την τελευταία του αναπνοή, ανήμερα της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού, το 407 μ.Χ, στα Κόμανα του μαρτυρικού Πόντου, ο Μεγαλομάρτυρας μετά τους διωγμούς, ο υπερασπιστής των δικαίων της Εκκλησίας, ο συμπαραστάτης των φτωχών και των αδυνάμων, ο μεγαλύτερος ρήτορας όλων των εποχών, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Ένας θρήνος, απ’ άκρου εις άκρον της βασιλίδος των πόλεων, της θρυλικής Κωνσταντινουπόλεως, απλώθηκε στο άκουσμα του θλιβερού αγγέλματος του θανάτου , του μεγάλου εξόριστου από τον Θρόνο της Μεγάλης Εκκλησίας. Ο Ιωάννης, ο μικρός το δέμας αλλά τεράστιος στα χαρίσματα, είχε πλέον αρπαγή στην αγκαλιά του Θεού.

Ταραχή επικράτησε στο Ιερόν Παλάτιον… Ο Αυτοκράτορας Αρκάδιος, αμίλητος στεκόταν βλοσυρός μπροστά στην Ευδοξία. Την γυναίκα, που πριν χρόνια ο Ιωάννης, είχε δημοσίως αποκαλέσει, όχι άδικα, Ηρωδιάδα. Ο ιστορικός Σωκράτης, διασώζει την κραυγή που διέσχισε τους θόλους της Αγιάς Σοφιάς του Μ. Κωνσταντίνου: «Πάλιν Ηρωδιάς μαίνεται, πάλιν ορχείται, πάλιν Ιωάννου την κεφαλήν επί πίνακος σπουδάζει» (PG 59,485-490).

Τι και αν όλοι, τον προτρέπουν να φοβηθεί την εκδίκηση της πανούργας γυναίκας! Τι και αν του μεταφέρουν τις απειλές της. Τι και αν του θυμίζουν το "έγκλημα καθοσιώσεως" με το οποίον θα κατηγορούνταν από το Παλάτι; Εκείνος, έμενε ανυποχώρητος λέγοντας πως Τον μόνον που φοβάται στην ζωή του, είναι μονάχα ο Θεός!


Θρηνούν, οι πτωχοί τον ευεργέτη! Θρηνούν οι απροστάτευτες χήρες τον προστάτη τους, θρηνούν τα ορφανά, τον πατέρα που τα περιέθαλψε στοργικά στην ώρα της πικρής ορφάνιας τους! Για εκείνον, που έδωσε τα πάντα για τον Θεό και για την εικόνα Του, τον άνθρωπο. Τον θυμούνται επάνω στον άμβωνα, αδύναμο, καταβεβλημένο από την σκληρά δοκιμασία της συκοφαντίας, να υψώνει τα λιπόσαρκα χέρια του, να υψώνει την αδύναμη φωνή του, να κοιτά τον Ουρανό και να μιλά με τους ανθρώπους!

«Ἐγὼ πατήρ, ἐγὼ ἀδελφός, ἐγὼ Νυμφίος, ἐγὼ οἰκία, ἐγὼ τροφεύς, ἐγὼ ἱμάτιον, ἐγὼ ῥίζα, ἐγὼ θεμέλιος. Πᾶν ὅπερ ἂν θέλῃς ἐγώ. Μηδενὸς ἐν χρείᾳ καταστῇς. Ἐγὼ δουλεύσω. Ἦλθον γὰρ διακονῆσαι, οὐ διακονηθῆναι. Ἐγὼ καὶ φίλος καὶ ξένος καὶ κεφαλὴ καὶ ἀδελφὸς καὶ μήτηρ. Πάντα ἐγώ· μόνον οἰκείως ἔχε πρὸς ἐμέ. Ἐγὼ πένης διὰ σέ, καὶ ἀλήτης διὰ σέ, ἐπὶ τοῦ Σταυροῦ διὰ σέ, ἐπὶ τάφου διὰ σέ, ἄνω ὑπὲρ σοῦ ἐντυγχάνω τῷ Πατρί, κάτω ὑπὲρ σοῦ πρεσβευτὴς παραγέγονα παρὰ τοῦ Πατρός. Πάντα μοι σὺ καὶ ἀδελφὸς καὶ συγκληρονόμος καὶ φίλος καὶ μέλος. Τί πλέον θέλεις;».


Ο Ιωάννης, ο γεννημένος στα χώματα της Αντιόχειας, υιός Ανθούσης και Σεκούνδου, που από μικρός γνώρισε την ορφάνια όταν λίγων μηνών ο ίδιος, έχασε τον πατέρα του, δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι θα έφτανε στο ψηλότερο αλλά και το πλέον επώδυνο σκαλοπάτι της Εκκλησίας! Να γίνει Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως!

Τον απήγαγαν ξαφνικά από την Αντιόχεια, οι άνθρωποι του Αρκαδίου. Τον έβαλαν μέσα στην βασιλική άμαξα και τον οδήγησαν από την Αντιόχεια στην Κωνσταντινούπολη! Σχεδόν ικετευτικά, ο ίδιος ο Αρκάδιος, τον παρακάλεσε να δεχθεί την θέση του Αρχιεπισκόπου. Ο ίδιος άνθρωπος που λίγο μετά, υποχείριο στα χέρια της γυναίκας του, θα τον έστελνε στην εξορία και τελικά στον θάνατο.

Αν μελετήσει κανείς την συναρπαστική ζωή του, αντιλαμβάνεται το πόσο ξεχωριστός υπήρξε αυτός ο άνθρωπος! Αν μελετήσει κανείς, τα αξεπέραστα μέσα στο χρόνο έργα του, μπορεί να καταλάβει γιατί, ο Χρυσόστομος, όπως παρέμεινε γνωστός τόσους αιώνες στην συνείδηση της Εκκλησίας, αγαπήθηκε τόσο πολύ όχι μόνον απ΄όσους τον γνώρισαν και τον άκουσαν, αλλά περισσότερο απ’ όσους τον γνώρισαν μέσα από τα ανεπανάληπτα έργα του, έργα που κρατούν ζωντανή την μορφή του, μέσα στο πέρασμα του χρόνου…


Ήταν Σεπτέμβριος του 407, όταν συνοδευόμενος ως κακούργος, έφτασε ο φλογερός κήρυξ του Ευαγγελίου, στα Κόμανα του Πόντου! Ένας  Αρχιεπίσκοπος, που η... αγάπη των αδελφών του Επισκόπων, τον είχε πλέον εξασθενήσει! Κατάλαβε, πως λίγο ακόμα θα υπέφερε. Σαν να άκουγε την φωνή του Αρνίου, να τον προσκαλεί να διαβεί την θύρα του θριάμβου, την θύρα που μόνον οι εκλεκτοί μπορούν να διαβούν.

Βρέθηκε μέσα στο Άγιο Βήμα της Εκκλησίας του Αγίου Μάρτυρος Βασιλίσκου, μέσα στον οποίον είχε καταφύγει για να ξεκουραστεί για λίγο , στην πορεία της εξορίας. Δεν είχε πλέον δυνάμεις… Τα βλέφαρα του έκλεισαν για λίγο… Ξάφνου, Φως γιόμισε την Εκκλησία. Σαν να ανασήκωσε το κεφάλι του και είδε εμπρός του, τον Άγιο Βασιλίσκο που ήταν θαμμένος πριν χρόνια εκεί μέσα, να του μιλά με αγάπη και να του λέει: «Κάνε κουράγιο αδελφέ Ιωάννη.. Τα βάσανα στην γη, τελείωσαν. Αύριο θα είμαστε μαζί στον Ουρανό...».

-«Γλυκύτατε Ιησού μου», ψιθύρισε ο Ιωάννης. Άνοιξε να τα μάτια του και προσπάθησε να σηκωθεί για να συνεχίσουν τον δρόμο της εξορίας… Κίνησαν οι σκληροτράχηλοι στρατιώτες που πλέον, ήξεραν πως συνόδευαν έναν άγιο και γιαυτό είχαν μαλακώσει απέναντι του, στον χρόνο που τον συνόδευαν για την εξορία του. Είπαμε όμως! Δεν άντεχε παραπέρα… Λίγο μετά την έξοδο τους από το Ναό, το αδύναμο κορμί, το βασανισμένο από τις ταλαιπωρίες και την αρρώστια κατέρρευσε… Λιπόθυμο σχεδόν, τον μετέφεραν ξανά μέσα στο Ναό.


Μόλις συνήλθε λιγάκι, ζήτησε να τον μεταφέρουν μέσα στο Άγιο Βήμα. Με κόπο στάθηκε μπροστά στα Άγια των Αγίων. Παρακάλεσε τον Ιερέα του Ναού, να του φέρει λευκά άμφια, τα οποία και του έφερε και τον βοήθησε να τα φορέσει και αφού τα φόρεσε, μετέλαβε για τελευταία φορά το Άγιο Σώμα και το αίμα Του Χριστού. Την ώρα που φόραγε το ωμοφόριο του ο αγιασμένος Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δυο δάκρυα, θαρρείς μαργαριτάρια κύλισαν στο πρόσωπο του που φεγγοβολούσε! «Έλα Κύριε!», ψιθύρισαν τα χείλη του…

Γονάτισε στα κράσπεδα του θυσιαστηρίου. Ύψωσε το χέρι του και σχημάτισε το σημείο του σταυρού. Τον άκουσε με δυσκολία ο ευλαβείς Ιερεύς του Ναού του Αγίου Βασιλίσκου που στέκονταν δίπλα του να ψιθυρίζει το κύκνειο άσμα του: «Δόξα τω Θεώ, πάντων ένεκεν!»  Και κλίνας την κεφαλήν, παρέδωκεν το πνεύμα… Ενταφιάσθηκε εκεί, μαζί με τον Άγιο Βασιλίσκο. Έπρεπε να περάσουν 31 ολόκληρα χρόνια, ώστε το μαρτυρικό λείψανο του μεγάλου εξόριστου, να μεταφερθεί ξανά στην Πόλη με ενέργειες του διαδόχου του και μαθητή του Αγίου Ιωάννου,  Πρόκλου και επί βασιλείας Θεοδοσίου, υιού Αρκαδίου και Ευδοξίας… Και γίναν και άλλα, θαυμαστά και μεγάλα, ένδοξα τε και εξαίσια που ένα μικρό κείμενο σαν και τούτο, δεν τα χωρά μέσα του!


Αν πας στο μαρτυρικό Φανάρι, εκεί μέσα στην Εκκλησιά Του Πατριαρχικού Ναού, θα δεις τον Θρόνο του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως! Και αν τύχει και βρεθείς στις 27 Ιανουαρίου, θα δεις επάνω στον θρόνο τον Άγιο με την Πατριαρχική Πατερίτσα να στέκει δίπλα, του και τα αγιασμένα λείψανα του μπροστά του. Και θα δεις επίσης, τον Οικουμενικό Πατριάρχη να διατηρεί την αρχαία των Πατριαρχών του Γένους παράδοση, που Τον θέλει να στέκει στο παραθρόνιο, δίπλα στον Άγιο Προκάτοχο του. Τι και αν τους χωρίζουν 17 ολάκεροι αιώνες;

Κλείσε να μάτια σου και γύρνα πίσω στον ιστορικό χρόνο της Μεγάλης Εκκλησίας! Είμαι σίγουρος τότε, πως θα ακούσεις την φωνή του λαού της Κωνσταντινούπολης να απευθύνεται με δάκρυα στα μάτια προς τον Ιερό Χρυσόστομο, με την φράση που τον υποδέχτηκε, νεκρό πλέον, τριάντα και ένα χρόνια μετά τον θάνατο του, ξανά στην Κωνσταντινούπολη: «Απόλαυέ σου τον Θρόνον Άγιε…».