Παρασκευή 6 Φεβρουαρίου 2015
Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου 2015
Σχόλιο στην παραβολή του ασώτου
Ἕνας ἄνθρωπος ἔχει δύο γιούς. Ὁ νεώτερος γιός ζητάει χωρίς
περιστροφές ἀπό τόν πατέρα του τό μερίδιό του ἀπό τήν κληρονομιά.
Ἀλλά τό κομμάτι αὐτό ἀποκομμένο ἀπό τό σύνολο τῆς ἀλήθειας τῆς
ζωῆς τοῦ πατέρα δέν μπορεῖ νά ζήσει, δέν μπορεῖ νά καρποφορήσει. Τό κομμάτι αὐτό,
ὅταν τό παίρνουμε δυναστικά, ἀντάρτικα, ὅπως καί ὅταν θέλουμε, δέν μᾶς ὁδηγεῖ
στή ζωή, ἀλλά στήν ἀπόγνωση καί τήν καταστροφή.
Ἡ ἁμαρτία, ἡ ἀδυναμία, ἄν θέλετε, τοῦ νεώτερου γιοῦ, εἶναι ὅτι
ὄντας ἀνώριμος δέν ἔχει φθάσει στό νά ξέρει, ὅτι ἡ οὐσία τοῦ πατέρα εἶναι ἡ ἴδια
μέ τήν οὐσία τοῦ υἱοῦ.
Καί ὁ πατέρας τοῦ δίνει τό κομμάτι, τό ἐπιβάλλον μέρος τῆς
περιουσίας, πού ζητάει. Εἶναι ἄρχοντας ἀγάπης. Δέν ἐνδιαφέρεται γιά τόν ἑαυτό
του. Ἐνδιαφέρεται νά σώση τό παιδί του. Αὐτό βρίσκεται στό σκοπό τῆς ζωῆς του,
εἶναι καταξίωση τοῦ εἶναι του. Δέν τόν ἐνδιαφέρει τί θά πῆ ὁ κόσμος, ὅπως ἐνδιαφέρει
τόσο πολύ ἐμᾶς γιά τό πῶς θά χαρακτηρίσουν τό παιδί μας γιά τίς ἀστοχίες του, δέν
τόν ἐνδιαφέρει ἄν θά χάση τό κῦρος του, ἄν παρουσιαστεῖ ὡς πατέρας ἀποτυχημένος,
μέ παιδί πού ἀφήνει τό σπίτι καί φεύγει μακρυά. Ἡ ἀγάπη τοῦ πατέρα πάει πιό
μακριά ἀπ' ὅ,τι μπορεῖ νά πάει ἡ κρίση τοῦ κόσμου ἤ ἡ ἀνταρσία τοῦ γιοῦ του.
Γιά τόν λόγο αὐτό δέν τοῦ κάνει διδασκαλία μέ λόγια. Τώρα πρέπει
νά τόν ἀφήσει νά περιπλανηθεῖ, νά πάθει, νά μάθει, νά δεῖ προσωπικά τό ψεῦδος
καί τίς ἀνυπόστατες ἀπάτες.
Αὐτό ξέρει ὁ πατέρας, ὅτι εἶναι κάτι θανάσιμα ἐπικίνδυνο, ἀλλά
δέν βλέπει ἄλλη λύση. Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά τόν συντροφεύει πάντοτε
μέ τήν ἀγάπη του, πού ὑπάρχει στό σπίτι, ἀλλά ἁπλώνεται παντοῦ. Δίνει ἀγωγή στό
παιδί του ὑποφέροντας μυστικά ὁλόκληρος, βγαίνοντας στό σταυρό τῆς ἀναμονῆς.
Τό θέμα δέν εἶναι ὁ πατέρας νά κρατήσει διά τῆς βίας τόν γιό
κοντά του, ἀλλά νά τοῦ δώση τή δυνατότητα, νά δημιουργήση τίς προϋποθέσεις, ὥστε
ὁ ἴδιος μόνος του νά ἔλθει πρός αὐτόν. Αὐτή ἡ κίνηση πρός τόν πατέρα ὁρίζει τόν
υἱό.
Καί ὁ ἄσωτος φεύγει. Πηγαίνει γιά νά ζήσει σέ μιά χώρα ξένη,
ὅπου τά πάντα ξοδεύονται χωρίς νά ἀνανεώνονται. Ἀλλά μετά ἀπό λίγο μένει μόνος.
Οἱ φίλοι του ἔμειναν κοντά του ὅσο κράτησαν τά πλούτη του. Ἀρχίζει νά ζεῖ τήν ἔκπτωση
καί τήν ἐξαθλίωση. Καί ὅταν πηγαίνει νά ζητήσει βοήθεια τόν σπρώχνουν πιό χαμηλά.
Τόν στέλνουν νά βόσκει χοίρους, νά ποιμάνει τά πάθη. Τόν κάνουν χοιροβοσκό. Τοῦ
ἀρνοῦνται τή φύση του, τήν ἀνθρωπιά του, τήν ἀξιοπρέπειά του, τήν εὐγένειά του.
Τόν θεωροῦν ζῶο.
Ἡ ἐπιστροφή καί ἡ μετάνοια
Ὅμως, ἡ δοκιμασία τοῦ νεώτερου γιοῦ στή μακρινή χώρα φανέρωσε
καί τό τί ἔκρυβε μέσα του, τί ἀντοχή εἶχε, τί ἔμεινε ἀνέπαφο, σέ ποιόν νά καταφύγει,
ποῦ ὑπάρχει τροφή, ζωή καί ἀνάσταση γιά ὅλους.
Καί ἀρχίζει νά μονολογεῖ: "Μπορεῖ νά τά ἔχασα ὅλα!
Μπορεῖ νά χάθηκα κι ἐγώ. Κυριολεκτικά νά πέθανα. Ἀλλά ὑπάρχει κάτι πού δέν χάνεται,
δέν πεθαίνει. Εἶναι ὁ πατέρας μου καί ἡ ἀγάπη του. Δέν σκέφτομαι τά παιδιά του
- εἶμαι ἀνάξιος γιά κάτι τέτοιο - σκέφτομαι τούς ὑπηρέτες του, πῶς τούς φέρεται,
πῶς τούς χορταίνει. Θά σηκωθῶ καί θά γυρίσω πίσω καί θά πῶ στόν πατέρα μου: Ἁμάρτησα
στόν οὐρανό καί ἐνώπιόν σου. Σέ σένα πού ἔχεις τέτοια ἀγάπη πού γεμίζει οὐρανό
καί γῆ. Σέ σένα πού ἀκόμη ἐδῶ, στή μακρινή χώρα τῆς στέρησης καί τῆς κόλασης, μέ
συνοδεύεις. Δέν εἶμαι ἄξιος νά λέγωμαι γιός σου. Ξέπεσα, ἔχασα τήν υἱοθεσία. Αὐτή
εἶναι ἡ ἁμαρτία μου. Δέν εἶναι ἡ περιουσία σου πού σπατάλησα. Καθύβρισα τή μιά
σχέση τοῦ παιδιοῦ πρός τόν πατέρα. Πάτερ ἥμαρτον".
Ξέρετε, εἶναι σχετικά εὔκολο νά παραδεχθῶ τά λάθη καί τά ἐλαττώματά
μου, ἀλλά εἶναι πολύ δύσκολο νά ἀναγνωρίσω ξαφνικά πώς ἔχω προδώσει, πώς ἔχω χάσει
τήν πνευματική μου, τήν ἀληθινή μου ὀμορφιά, πώς βρίσκομαι τόσο μακριά ἀπό τό ἀληθινό
μου σπίτι.
Καί ὁ ἄσωτος παίρνει τό δρόμο τῆς ἐπιστροφῆς. Πρίν ἀκόμη φθάσει
στό σπίτι, ὁ πατέρας τόν βλέπει ἀπό μακρυά καί τρέχει. Χωρίς νά τοῦ πεῖ τίποτα,
πέφτει ὁλόκληρος στήν ἀγκαλιά του καί τόν καταφιλεῖ. Ἤδη ὁ γιός κατάλαβε, πῆρε
τήν ἀπάντηση. Ὁ πατέρας ἄκουσε τήν ἐξομολόγηση. Γιατί πάντοτε ἦταν μαζί μέ τό
παιδί του. Αὐτό τό ὁποῖο παρακαλῶ νά προσέξουμε εἶναι ὅτι ἡ πρώτη λέξη τῆς ὁμολογίας
του δέν εἶναι "συγχώρα με", ἀλλά "πατέρα". Εἶναι τό ὄνομα
τοῦ πατέρα πού ἀνεβαίνει ἀπό τά βάθη τοῦ εἶναι του καί τοῦ δίνει τό θάρρος νά ἐλπίζει.
Ἡ πατρική ἀγάπη
Ἐκείνη τή στιγμή ὁ ἄσωτος ὁμολογεῖ τό λάθος του καί σιωπᾶ. Δέν
μπορεῖ νά συνεχίσει. Τά χάνει μέ τόν χείμαρρο τῆς ἀγάπης τοῦ πατέρα πού τόν
διαλύει. Καί τό λόγο παίρνει ὁ πατέρας πού μιλᾶ ξεκάθαρα ἐν σιωπῇ. Δέν λέει στό
παιδί του γιά τόν ἑαυτό του. Οὔτε ἄν πόνεσε, οὔτε πόσο πόνεσε ὅταν ἔφυγε. Οὔτε
πόσο χαίρεται τώρα πού γύρισε. Οὔτε τόν μαλώνει γιά νά δικαιώσει τόν ἑαυτό του.
Αὐτά δέ λέγονται. Διότι ἡ μυσταγωγία τῆς σχέσης τους ἱερουργεῖται σέ χῶρο βαθειᾶς
σιωπῆς. Πυράκτωμα ἀγάπης πού παραλύει τή γλώσσα.
Ἔτσι νίκησε ἡ πατρική ἀγάπη τό θάνατο. Καί ἄναψε τούτη ἡ χαρά,
τό πανηγύρι, πού ἐνδύεται καί πάλι ὁ γιός τήν στολή τήν πρώτη, καί φορᾶ τό
δακτυλίδι τῆς υἱοθεσίας, καί θύεται ὁ μόσχος ὁ σιτευτός.
Οἱ δικές μας ἐπιστροφές
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή δέν μοιάζει μέ τίς δικές μας ἐπιστροφές ἤ
τουλάχιστον αὐτές πού ἔχουμε στό μυαλό μας. Οἱ δικές μας εἶναι τοποθετημένες λίγο-πολύ
σέ μιά νομικίστικη σχέση, σέ μιά ἀντίληψη πού καλλιεργεῖ μᾶλλον τίς συμφωνίες
μεταξύ κυρίων πού δέν ἀθετοῦν τό λόγος τους, κατά τόν ἀκόλουθο τρόπο: Λοιπόν,
πατέρα, νά τά συζητήσουμε, νά δοῦμε τά πράγματα ψύχραιμα. Νά δοῦμε σέ τίς φταῖς
καί σέ τί φταίω. Νά βροῦμε ἕνα τρόπο συμβίωσης. Ὄχι ὅτι δέν μπορῶ νά ζήσω μακρυά
ἀπό σένα. Μπορῶ, ἀλλά μιά καί εἶσαι πατέρας μου εἶπα νά γυρίσω. Τώρα ὅμως πρέπει
νά μήν ἐπαναληφθοῦν τά ἴδια.
Αὐτή ἡ ἐπιστροφή εἶναι ἡ κόλαση τῆς λογικῆς καί τῆς δικαιοσύνης.
Βλέπετε ὑπάρχει παραμονή στό σπίτι πού εἶναι περιπλάνηση σέ χώρα μακρινή. Ὑπάρχει
ἐπιστροφή πού εἶναι μεγαλύτερη ἀπομάκρυνση ἀπό τό σπίτι.
Δέν γνωρίζω πόση σχέση ἔχει ὁ καθένας μας μέ τόν πατέρα καί
τό νεώτερο γιό. Αὐτό ὅμως πού γνωρίζουμε ὅλοι εἶναι, ὅτι μποροῦμε νά γυρίσουμε
στόν Πατέρα μας, γιατί ἐκεῖνος εἶναι ἡ ζωή, ἡ ἐπικύρωση τῆς ἀξιοπρέπειάς μας, ἡ
ἐπανεύρεση τῆς ἀνθρωπιᾶς μας. Γι' αὐτό, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Ἐκκλησιαστῆ, μᾶς
λέγει: "Υἱέ μου δός μου τήν καρδιά σου. Ὅλα τά ἄλλα θά στά δώσω ἐγώ".
«Οι τέσσερις αυτές Κυριακές...»
«Ουσιαστικά οι τέσσερις αυτές Κυριακές προετοιμασίας μας πριν
την Σαρακοστή, έχουν το ένα και το αυτό νόημα: τη μύηση στην ευσπλαχνία. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη γνησιότητας ορθοδοξίας από την ευσπλαχνία. Ο
Κύριος είπε: Να είστε σπλαχνικοί, γιατί ο Ουράνιος Πατέρας σας είναι
σπλαχνικός. Η ευσπλαχνία είναι η αληθινή νηστεία, είναι το νόημα και το κέντρο
της τεσσαρακοστής. Χωρίς σπλάχνος και αγάπη χανόμαστε στο αχανές της νηστείας
πέλαγος. Άσπλαχνος ο Φαρισαίος μπροστά στον τελώνη και τους άλλους,
εγωκεντρικός, αυτοαναφερόμενος, προδικάζει την τύχη όλων των αμαρτωλών.
Άσπλαχνος και σκανδαλισμένος ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής του Ασώτου,
απέναντι στον ίδιο τον αδελφό του , τον πρώην νεκρό και χαμένο, δεν του
χαλαλίζει την αγάπη του πατέρα. Άσπλαχνοι οι εξ ευωνύμων της παραβολής της
Κρίσης καταλογίζουν στους πεινασμένους, στους διψώντες, τους ξένους, τους
γυμνούς, τους ασθενείς, τους φυλακισμένους δίκαια καταδίκη στην πενία και την
ανέχεια για τις πιθανές αμαρτίες τους και τους καταδικάζουν στο περιθώριο της
αδιαφορίας και της εκδίκησης. Άσπλαχνοι όσοι δεν συγχωρούν και μνησικακούν και
δεν υπακούουν στις ευαγγελικές εντολές της Κυριακής της Συγχώρησης.
Πρωταγωνιστές λοιπόν αυτής της περιόδου είναι οι άσπλαχνοι.
Το Τριώδιο μας φέρνει προ τρομακτικών ευθυνών, μας
αποκαλύπτει και μας ξεγυμνώνει για την πιθανή ασπλαχνία μας, την αποξένωση μας
από το πραγματικό νόημα της αγάπης πού είναι η συγχώρηση: να χωράμε τους
πάντες. Ουδείς αγεωμέτρητος εισίτω στην παλαίστρα της αγάπης. Αν δεν συγχωρείς
μην προχωρείς. Το Πάσχα κατακτάται μόνο από τους εύσπλαχνους, από αυτούς πού
ζηλώνουν τον Πατέρα τους τον Ουράνιο».
π. Παντελεήμων Κρούσκος
Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015
Οι Απόφοιτοι Ριζαρίτες στο Πνευματικό Κέντρο του Αγ. Νικολάου («εις Κοπάνους»)
Όπως κάθε χρόνο έτσι και εφέτος ο Σύλλογος
των Αποφοίτων της Ριζαρείου Σχολής - Παράρτημα Ιωαννίνων - έκοψε την πίτα του
σε μία ωραία εκδήλωση στην αίθουσα του Πνευματικού Κέντρου Αγίου Νικολάου
Κοπάνων.
Αν και οι καιρικές συνθήκες ήταν δυσμενείς,
η παρουσία των συμμετασχόντων ήταν ικανοποιητική. Μεγάλη αξία έδωσε στην
εκδήλωση η τιμητική διάκριση, που έγινε για τον απόφοιτο Θωμά Μπαϊρακτάρη, ο
οποίος είναι ο αρχαιότερος εν ζωή Ριζαρίτης (απόφοιτος του 1931) και ο πρώτος
Πρόεδρος του Παραρτήματος Ιωαννίνων, με μεγάλη δραστηριότητα.
Μετά τις καθιερωμένες προσφωνήσεις και
ευχές, ο Πρόεδρος του Συλλόγου Αποφοίτων Σάββας Σιάτρας κάλεσε τον τιμώμενο να
ανεβεί στο βήμα και ο Θ. Μπαϊρακτάρης λίαν συγκινημένος γι’ αυτή την διάκριση,
που του επιφυλάχτηκε από τους αδελφούς - όπως τους αποκάλεσε - Ριζαρίτες,
τόνισε με έμφαση ότι τέτοιες εκδηλώσεις τιμούν ιδιαίτερα το Σύλλογό μας και
διατηρούν τους δεσμούς μας εσαεί, αναπολώντας τις ωραίες στιγμές που ζήσαμε
στην τροφό Σχολή, τη Ριζάρειο. Εξέφρασε παράλληλα την ευγνωμοσύνη όλων μας προς
τους Μεγάλους Ευεργέτες Αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη.
Όλοι οι παριστάμενοι μέσα σε μία
συγκινησιακή ατμόσφαιρα καταχειροκρότησαν τον τιμώμενο, ιδιαίτερα κατά τη
στιγμή της παραλαβής της τιμητικής πλακέτας από τον Σάββα Σιάτρα (φωτό), που
του ευχήθηκε μακροζωία και πνευματική διαύγεια, χαρακτηρίζοντάς τον μεγάλο
Πατριώτη και Έλληνα!
Στη συνέχεια επακολούθησε η κοπή της
βασιλόπιτας και πλούσιος μπουφές με τη μέριμνα του Ριζαρίτη ιερέα Αποστόλου
Σύλλη, Προϊσταμένου του Ιερού Ναού Αγίου Νικολάου Κοπάνων.
Αξίζουν έπαινοι σε όλους, όσοι συνετέλεσαν
στη διοργάνωση της ωραίας αυτής εκδήλωσης με την ευχή για ευτυχισμένο το νέο
έτος 2015 και με τη συμμετοχή και των αποφοίτων Ριζαριτών του Συλλόγου Αθηνών.
Αναθέτουμε τις περαιτέρω ενέργειες προς
επίτευξη του σκοπού αυτού στον κατά πάντα δραστήριο Πρόεδρο της Ένωσής μας
φίλτατο Σάββα Σιάτρα.
Σάββας Θ. Θεοδώρου
Ετικέτες
ΕΠΙΚΑΙΡΟΤΗΤΑ
Όσιος Σάββας ο Πνευματικός, ο ασκητής της νήσου των Ιωαννίνων
Γράφει ο Χαράλαμπος Μπούσιας, Υμνογράφος
Ὁ ὅσιος Σάββας ὁ «ἐν τῇ νήσῳ», ὅπως ἀναφέρουν στὴν
Ἀπόλυση τῶν ἱερῶν ἀκολουθιῶν οἱ Ἰωαννῖτες ἱερεῖς, εἶναι μιὰ ἐξέχουσα
πνευματικὴ προσωπικότητα, ἡ ὁποία ἔλαμψε στὸ νοητὸ τῆς Ἐκκλησίας
στερέωμα στὰ τέλη τοῦ δεκάτου πέμπτου καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ δεκάτου ἔκτου
αἰῶνος. Εἶναι ὁ πνευματικὸς πατέρας τῶν αὐταδέλφων ὁσίων, τῶν θαυμαστῶν
Ἀψαράδων, Θεοφάνους καὶ Νεκταρίου, οἱ ὁποῖοι ἔκτισαν τὸ περίφημο
μοναστήρι τοῦ Βαρλαὰμ στὴν ἅγια λιθόπολη τῶν Σταγῶν, στὸ πέτρινο δάσος
τῶν Μετεώρων, ποὺ ὅταν τὸ πρωτοαντίκρισαν ἐκστατικοὶ μαζὶ μὲ τὴ
δοξολογία τοῦ Δημιουργοῦ, ὁ ὁποῖος τὰ πάντα «ἐν σοφίᾳ ἐπόιησε»(Ψαλμ.
103, 24), ἀναρωτήθηκαν: «Τίς δώσει πτέρυγας ὡσεὶ περιστερᾶς καὶ
πετασθήσομαι καὶ καταπαύσω» (Ψαλμ. 54, 7). Αὐτοὶ μὲ τὴν θεοκίνητη
γραφίδα τους μᾶς διέσωσαν καὶ τὸ βίο, τὶς ἀρετὲς καὶ τὰ θαυμάσια τοῦ
μεγάλου αὐτοῦ ἐρημίτη τῆς νήσου τῆς γαλήνιας λίμνης τῶν Ἰωαννίνων.
Ὁ θαυμαστὸς ἀσκητὴς Σάββας, τὸν ὁποῖο
περιγράφουν ὡς «ὅσιον ἄνδρα, γηραιὸν συνέσει καὶ ἡλικίᾳ καὶ πάσῃ
κεκοσμημένον ἀρετῇ» ὑπῆρξε ὄχι μόνο συνώνυμος τοῦ «ἡγιασμένου» ἐρημίτου
τῆς Ἰουδαίας, ἀλλὰ καὶ κατὰ πάντα ἐφάμιλλος τῶν κατορθωμάτων του. Αὐτὸ
ἀποδεικνύουν καὶ τὰ ἐπακολουθήσαντα τὴν κοίμησή του θαυμαστὰ σημεῖα τὰ
βεβαιοῦντα τὴν δόξα ποὺ τὸν περίμενε στοὺς οὐρανούς, δόξα ποὺ περιβάλλει
ὅλους αὐτοὺς ποὺ μὲ τὴν ὁσιακή τους βιοτὴ εὐαρέστησαν στὸ Θεό μας.
Ὁ ὅσιος Σάββας ὑπῆρξε γόνος
ἀρχοντικῆς οἰκογενείας. Ἡ εὐγένεια τῆς καταγωγῆς του μεταποιήθηκε σὲ
εὐγένεια ἤθους, σὲ εὐγένεια ψυχῆς καὶ ὁ πλοῦτος τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν του σὲ
πλοῦτο ἀγάπης πρὸς τὴν «ἐνυπόστατη ἀγάπη», τὸν Θεάνθρωπο Ἰησοῦ, καὶ
συμπαθείας πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς πένητες. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ θεῖος
ἔρωτας, ποὺ κατέτρωγε τὰ σωθικά του, τὸν ἀπομάκρυνε ἀπὸ τὶς πατρικὲς
ἀνέσεις, γιὰ νὰ τὸν ἀναδείξει ταπεινὸ καὶ πτωχὸ ἐρημίτη τῆς νήσου τῶν
Ἰωαννίνων. Τὸ μικρὸ μοναστηράκι τοῦ Τιμίου Προδρόμου ἔγινε ἡ ἀσκητική
του παλαίστρα, ὅπου πάλαιψε μὲ τὶς ἀρχὲς καὶ τὶς ἐξουσίες, μὲ «τοὺς
κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου» (Ἐφ. στ΄ 12) μιμούμενος
τοὺς ἀγῶνες τοῦ ἰσάγγελου πολιστῆ τοῦ Ἰορδάνη καὶ ἀφέντη τοῦ μοναστηριοῦ
του. Δὲν κατόρθωσε ποτὲ νὰ ἀποκτήσει δεύτερο ράσο καὶ δεύτερο ζευγάρι
ὑποδημάτων, ἀφοῦ στὸ ἀντίκρισμα τοῦ κάθε ἀδελφοῦ, στὸ πρόσωπο τοῦ ὁποίου
ἔβλεπε τὸν ἴδιο τὸν Κύριο, καὶ μάλιστα μυστικὰ νὰ τοῦ ψυθιρίζει: «τῷ
αἰτοῦντί σε δίδου» (Ματθ. ε΄ 42), ἔδινε μὲ χαρὰ καὶ προθυμία ὅ,τι εἶχε
στὸ ἐρημητήριό του, τρόφιμα καὶ ἐνδύματα. Δὲν θὰ ἦταν ὑπερβολὴ νὰ λέγαμε
ὅτι δὲν περίμενε ὁ ὅσιος ἀσκητὴς νὰ τοῦ ζητήσουν, γιὰ νὰ δώσει, ἀλλὰ
προέτρεχε στὴν ἀγάπη καί, μόλις ἀντιλαμβανόταν τὴν ἀνάγκη, ἔδιδε χωρὶς
νὰ τοῦ ζητηθεῖ διεγειρόμενος πάντοτε «εἰς παροξυσμὸν ἀγάπης καὶ καλῶν
ἔργων» (Ἑβρ. ι΄ 24). Ἔφερνε συχνὰ στὰ χείλη του τὰ λόγια τοῦ ταπεινοῦ
Ναζωραίου, ὅπως μᾶς τὰ μεταφέρει ὁ πολὺς Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος : «Ἐγὼ
εἶμαι πατέρας σου, ἐγὼ ἀδελφός σου, ἐγὼ νυμφίος τῆς ψυχῆς σου, ἐγὼ ἡ
καταφυγή σου, ἐγὼ τὸ ἔνδυμά σου, ἐγὼ ἡ τροφή σου, ἐγὼ τὸ στήριγμά σου.
Ἐγὼ ἔγινα πτωχὸς γιὰ σένα μὲ τὴν ἐνανθρώπησή μου· γιὰ σένα ἔγινα
ζητιάνος· γιὰ σένα ἀνέβηκα στὸ Σταυρό· γιὰ σένα κατέβηκα στὸν τάφο· γιὰ
σένα παρακαλῶ στὸν οὐρανὸ τὸν Πατέρα μου»(Ὁμιλ. εἰς Ματθ. ΟΣΤ΄, 5).
Ὁ πράος ἐραστὴς τῶν πατέρων τῆς
ἐρήμου, Σάββας, ποτὲ δὲν ὀργίστηκε, ἀλλὰ ἔδινε «τόπον τῇ ὀργῇ» (Ῥωμ. ιβ΄
19), λέγοντας ὅτι αὐτὴ αἴρει τὴν χάρη τοῦ Παναγίου Πνεύματος ποὺ
κατοικεῖ ἐντός μας. Ποτὲ δὲν κατέκρινε κανένα, ἀκολουθώντας τὸ τῆς
Γραφῆς: «Μὴ κρίνετε, ἵνα μὴ κριθῆτε» (Ματθ. ζ΄ 1). Ἡ ταπεινοφροσύνη του
ὑπῆρξε ὑποδειγματικὴ καὶ σ’ αὐτὴν ἐπάνω, ὡς σὲ θεμέλιο γερό, στήριξε τὴν
πνευματική του οἰκοδομὴ καὶ τελείωση. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἀσκητική του ἀγωγὴ
εἶχε ἐμφανῆ τὰ χαρακτηριστικὰ τῆς θείας ἐπενέργειας, ἀφοῦ ὁ Κύριος
«ταπεινοῖς δίδωσι χάριν» (Ἰακ. δ΄ 6). Ἐξαγόραζε τὸν καιρό του μὲ σύνεση
καὶ ἰδιαίτερη προσοχή, κυρίως ὅμως μὲ ἀδιάλειπτη προσευχή. Τὶς νύχτες
ἀγρυπνοῦσε καὶ οἱ βραδινὲς ἀκολουθίες ἦταν ἡ γλυκύτερη τροφὴ τῆς καρδιᾶς
του, ἡ τροφὴ ποὺ περιεῖχε τὰ θρεπτικὰ συστατικὰ τῆς ἀτέλεστης
μακαριότητος. Αὐτὴν ἄλλωστε ποθοῦσε, γι’ αὐτὴν εἶχε βάλει πλώρη, στὸ
λιμάνι της ἤθελε νὰ ἀγκυροβολήσει. Ἔτσι, οἱ τροφὲς τῆς σάρκας δὲν τὸν
ἀπασχολοῦσαν. Τὶς παρέβλεπε καὶ ἀρκοῦταν σὲ λίγο ἀνάλαδο φαγητὸ καὶ
παξιμάδι, ὅταν καὶ αὐτὸ τὸ ψωμὶ ἦταν ἔδεσμα γιορτινό.
Ἡ ἰσάγγελη πολιτεία τοῦ ὁσίου Σάββα
τὸν ἔκανε γνωστὸ σ’ ὅλη τὴν κοινωνία τῶν Ἰωαννίνων καὶ τῆς γύρω
περιοχῆς, γι’ αὐτὸ καὶ πλῆθος πιστῶν κατέφευγε στὶς νουθεσίες καὶ
συμβουλές του. Ἔτσι ἀναδείχθηκε ἀπλανὴς πνευματικὸς καθοδηγητὴς τῶν
χριστιανῶν τῆς Ἠπείρου. Μεταξὺ αὐτῶν ὁ καλὸς Θεὸς τοῦ ἔστειλε καὶ δύο
ἀφοσιωμένους ὑποτακτικούς, τοὺς ἀδελφοὺς Ἀψαράδες, τὸν Νεκτάριο καὶ τὸν
Θεοφάνη, οἱ ὁποῖοι ἔφθασαν μὲ πολὺ ὑψηλὰ μέτρα ἀρετῆς. Αὐτοὶ ἔζησαν μαζί
του δέκα ὁλόκληρα χρόνια καὶ ὠφελήθηκαν ἀπὸ τὶς διδασκαλίες καὶ τὸ
παράδειγμά του καὶ στάθηκαν δίπλα του καὶ στὶς τελευταῖες ἡμέρες τῆς
ἐπὶ γῆς ὁσιακῆς βιοτῆς του. Τοὺς εἶχε προείπει τὸ τέλος του καὶ εἶχε
ζητήσει τὴν ἡμέρα τῆς ἀναλύσεώς του νὰ κοινωνήσει τῶν Ἀχράντων
Μυστηρίων. Τὴν ὥρα τοῦ Μεσονυκτικοῦ προφασιζόμενος κόπωση ἔστειλε τοὺς
ὁσίους ὑποτακτικούς του στὴν Ἐκκλησία, γιὰ τὴ συνήθη ἀκολουθία καὶ ὁ
ἴδιος ἀποσύρθηκε γιὰ ἀνάπαυση. Τὸ πρωΐ τῆς ἑπόμενης ἡμέρας αὐτοὶ στὴ
συνηθισμένη τους ἐπίσκεψη στὸ κελλί του, γιὰ νὰ πάρουν τὴν εὐχή του, τὸν
βρῆκαν ἀκίνητο μὲ τὸ κουκούλι καὶ τὸ μοναχικὸ σχῆμα, μὲ σταυρωμένα τὰ
χέρια καὶ γαλήνια ἔκφραση. Εἶχε ἤδη ἀναχωρήσει γιὰ τὴν Βασιλεία τῶν
οὐρανῶν. Ἡ εὐωδία ἡ ὁποία χυνόταν ἀπὸ τὸ ἅγιο σκήνωμά του ἦταν ἡ θεία
βεβαίωση πὼς ὁ Γέοντάς του βρισκόταν ἤδη στὴν ἐκλεκτὴ συνοδία τῶν ἁγίων
τοῦ οὐρανοῦ. Ἦταν 9 Ἀπριλίου τοῦ 1505.
Ἡ εἴδηση τοῦ θανάτου ἔκανε σύντομα τὸ
γύρο τῶν μοναστηριῶν τοῦ νησιοῦ καὶ αὐτῶν τῶν Ἰωαννίνων. Σὲ λίγο πλήθη
προσκυνητῶν, ἱερέων καὶ λαϊκῶν, ἔφθαναν στὸ νησί, γιὰ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ
ἱερὸ σκήνωμα τοῦ ὁσίου Σάββα καὶ ὅλοι ζητοῦσαν νὰ πάρουν κάτι ἀπὸ τὰ
ἐνδύματά του γιὰ εὐλογία καὶ ἁγιασμό. Αὐτὰ τὰ ράκη ἀμέσως ἄρχισαν νὰ
θαυματουργοῦν καὶ στὸ ἄγγιγμά τους οἱ ἄρρωστοι εὕρισκαν θεραπεία. Ἔτσι,
δόξασε ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος μᾶς εἶπε «τοὺς δοξάζοντάς με δοξάσω (Α΄ Βασιλ.
2, 30), τὸν ὅσιό Του ἀσκητὴ Σάββα. Ἡ μνήμη του ἔκτοτε γιορτάζεται
παραδοσιακὰ στὶς 3 Φεβρουαρίου, γιατὶ ἡ ἐπέτειος τῆς κοιμήσεώς του
συμπίπτει πολλὲς φορὲς μέσα στὴν Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
Ετικέτες
ΤΟΠΙΚΗ ΑΓΙΟΛΟΓΙΑ
Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2015
Συμεών ο Θεοδόχος (03/02)
Tω αυτώ μηνί Γ΄, μνήμη του δικαίου Συμεών του Θεοδόχου, και
Άννης της Προφήτιδος. H δε Σύναξις αυτών τελείται εν τω Aποστολείω του Aγίου
Iακώβου του αδελφοθέου, τω όντι εν τω σεβασμίω Nαώ της Yπεραγίας Θεοτόκου,
πλησίον της αγιωτάτης μεγάλης Eκκλησίας.
Eις τον Συμεών.
Ήγγελλε νεκροίς πρέσβυς, ως Θεός Λόγος,
Άνθρωπος οφθείς, μέχρι και τούτων φθάσει.
Eις την Άνναν.
* Oυ γης απήρεν, η Φανουήλ θυγάτηρ,
Έως επ’ αυτής, τον Θεόν είδε βρέφος.
Tη τριτάτη δεσμοίο βίοιο λύθη Συμεώνης.
O μεν Άγιος Συμεών ο Θεοδόχος έλαβε μακράν και πολυχρόνιον
ζωήν εις τον κόσμον τούτον. Eπειδή και εχρηματίσθη, ήτοι απεκαλύφθη εις αυτόν
από το Πνεύμα το Άγιον, ότι να μην ιδή θάνατον, προ του να θεωρήση με τους
οφθαλμούς του τον Δεσπότην Xριστόν. Όθεν όταν ο Kύριος ημών επροσφέρθη εις τον
Nαόν τεσσαράκοντα ημερών νήπιον, τότε εδέχθη αυτόν εις τας αγκάλας του. Kαι
πληροφορηθείς από το Πνεύμα το Άγιον τα περί αυτού μέλλοντα, έλαβε το τέλος της
ζωής του, κατά τον ανωτέρω χρηματισμόν και την αποκάλυψιν του Aγίου Πνεύματος1.
H δε προφήτισσα Άννα, ήτον θυγάτηρ Φανουήλ, καταγομένη από την φυλήν του Aσήρ,
ενός από τους δώδεκα Πατριάρχας τους υιούς Iακώβ. Aφ’ ου δε εσυγκατοίκησε με
άνδρα χρόνους επτά, και τούτον υστερήθη διά του θανάτου, από τότε επαράμενεν
εις τον Nαόν και εκαταγίνετο εν όλη τη ζωή της εις προσευχάς και νηστείας. Όθεν
επειδή αδιακόπως ευρίσκετο εις τοιαύτα θεάρεστα έργα, διά τούτο και ηξιώθη η
μακαρία να ιδή τον Kύριον ημών Iησούν Xριστόν, όταν επροσφέρθη τεσσαράκοντα
ημερών νήπιον εις τον Nαόν, από την Παναγίαν Mητέρα του και από τον δίκαιον
Iωσήφ. Aνθωμολογείτο δε αύτη, ήτοι ευχαρίστει και εδοξολόγει τον Θεόν, και
επροφήτευε φανερά τα περί του Xριστού εις όλους εκείνους οπού ευρέθησαν τότε
εις τον Nαόν, λέγουσα τοιαύτα λόγια. Tούτο το Bρέφος, είναι εκείνος ο αυθέντης,
οπού εστερέωσε τον ουρανόν και την γην. Tούτο το Bρέφος είναι ο Xριστός, περί
του οποίου όλοι οι Προφήται επροκήρυξαν. Hμείς λοιπόν την μνήμην τούτων των δύω
σήμερον εορτάζοντες, κηρύττομεν διά μέσου αυτών την φρικτήν και απόρρητον του
Θεού προς ημάς συγκατάβασιν. (Όρα περί αυτών εις τον Θησαυρόν του Δαμασκηνού κατά
την εορτήν της Yπαπαντής.)
ΣΗΜΕΙΩΣΗ
1. Σημείωσαι, ότι περί του Aγίου Συμεών του Θεοδόχου
διάφοροι διαφόρως λέγουσιν. O μεν γαρ Άγιος Iωσήφ ο υμνογράφος εν τω δευτέρω
τροπαρίω του προς αυτόν ασματικού Kανόνος αυτού, θέλει ότι ήτον Iερεύς, ούτω
λέγων· «Eν νόμω γενόμενος, ιερουργός ιερώτατε». O δε κριτικός Φώτιος εν τοις
Aμφιλοχίοις προς τον ερωτήσαντα αποκρίνεται, ότι δεν ήτον Iερεύς, ήτον όμως του
Iερέως ανώτερος. Άλλοι λέγουσιν, πως ήτον ούτος είς των εβδομήκοντα ερμηνευτών
της Παλαιάς Διαθήκης επί Πτολεμαίου του Φιλαδέλφου και ότι ερμηνεύωντας το
«Iδού η Παρθένος εν γαστρί έξει», και απιστήσας εις αυτό, έλαβε χρηματισμόν,
ότι μέλλει να ζήση έως ου να λάβη εις τας αγκάλας του τον προφητευθέντα
Παρθενικόν τόκον, ως λέγει Γεώργιος ο Kεδρηνός εν τη Συνόψει, και ο Aθηνών
Mελέτιος (ομοίως και Eυθύμιος ο Ζυγαδηνός εν τη ερμηνεία του β΄ κεφαλαίου του
κατά Λουκάν Eυαγγελίου, τόμω τρίτω) και άλλοι. Όθεν αν τούτο ήναι αληθές, ο
Συμεών όταν εδέχθη τον Xριστόν, ήτον χρόνων διακοσίων εβδομήκοντα και επέκεινα.
Άλλοι γενεαλογούσι τον Συμεών τούτον, πως ήτον, υιός μεν του Πατριάρχου των
Eβραίων Xιλέλ, πατήρ δε του περιφήμου Γαμαλιήλ του αναφερομένου εν ταις
Πράξεσι. Kαι άλλοι λέγουσι, πως ήτον πρόεδρος του Συνεδρίου των Eβραίων. Oι δε
ασφαλέστεροι και μόνη τη Eυαγγελική ιστορία επόμενοι, ως άνδρα απλώς
πνευματοκίνητον τον Θεοδόχον γεραίρουσιν, (όρα την νεοτύπωτον Eκατονταετηρίδα).
Tο δε λείψανον του Aγίου τούτου Συμεών, ευρίσκεται εις τον εν Kωνσταντινουπόλει
Nαόν του Aγίου Iακώβου του αδελφοθέου, τον οποίον Nαόν ανήγειρεν ο βασιλεύς
Iουστίνος (σελ. 1152 της Δωδεκαβίβλου). Σημείωσαι, ότι εν τω δευτέρω Πανηγυρικώ
της Iεράς Mονής του Bατοπαιδίου, σώζεται εγκώμιον Συμεών ταπεινού Mοναχού, εις
τον Άγιον τούτον Συμεών τον Θεοδόχον, ου η αρχή· «Tην προς τους αγαθούς των ομοδούλων
τιμήν».
(από το βιβλίο: Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Συναξαριστής των δώδεκα μηνών του ενιαυτού»).
Ετικέτες
ΥΠΑΠΑΝΤΗ
Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2015
Anthony Bloom: «Η Υπαπαντή του Κυρίου»
Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ·
ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν
λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ (Λκ. 2. 2932).
Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς
περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς
τὸ Θεό· εἶχαν περάσει χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο
του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία
δὲν εὕρισκες πιὰ τὸ Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του.
Ὁλόκληρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη
ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸ Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο.
Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ
φάτνη στὴ Βηθλεέμ· ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα
στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς
μας κατάστασης.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας
τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα
στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ
ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε
φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ
σώσει.
Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ
τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου
Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία
βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ
Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του· ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ
αὐτή.
Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ
Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει.
Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας. Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς
Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ
καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε.
Στὸ δέκατο τρίτο κεφάλαιο τῆς Ἐξόδου διαβάζουμε ὅτι ὁ Θεὸς
ζήτησε ἀπὸ τὸ Μωυσῆ τὴν καθιέρωση τοῦ κάθε πρωτότοκου ἀγοριοῦ, τὴν προσφορὰ τοῦ
παιδιοῦ σὰν μιὰ θυσία σὲ μνήμη τοῦ γεγονότος ὅτι ὁ Ἰσραὴλ σώθηκε ἀπὸ τὴ
δουλεία τῶν Αἰγυπτίων μέσῳ τοῦ θανάτου ὅλων τῶν πρωτοτόκων τῆς Αἰγύπτου.
Ἡ παρουσίαση αὐτὴ τοῦ κάθε πρωτότοκου βρέφους στὸ Ναὸ δὲ
σήμαινε μιὰ πλήρη ἀφιέρωση στὸ Θεό: τὰ παιδιὰ αὐτὰ ἐπέστρεφαν στὴ συνέχεια πίσω
στὴν καθημερινὴ κοσμικὴ ζωή. Ἡ παρουσίαση σήμαινε τὴν ἄφεσή τους στὸ θέλημα τοῦ
Θεοῦ, σήμαινε ὅτι ὁ Θεὸς εἶχε πάνω τους δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου καὶ τὸ γεγονὸς
αὐτὸ ἀναγνωριζόταν ἀπὸ τὸ ὅτι οἱ γονεῖς πλήρωναν γιὰ τὸ παιδὶ σὰν λύτρα ἕνα ἀμνὸ
ἢ ἕνα ζεῦγος περιστεριῶν.
Ὁ πρωτότοκος ἦταν πραγματικὰ μιὰ αἱματηρὴ θυσία ἡ ὁποία ἀναβαλλόταν
ἀπὸ αἰώνα σὲ αἰώνα μέχρι τὴ μέρα ποὺ ὁδηγήθηκε στὸ ναὸ ὁ Μονογενὴς Γιὸς τοῦ Θεοῦ
ποὺ εἶχε γίνει Γιὸς τῆς Παρθένου, ὁ «υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου». Καὶ γιὰ πρώτη φορὰ στὴν
ἀνθρώπινη ἱστορία ἡ αἱματηρὴ αὐτὴ θυσία ἔγινε δεκτὴ ἀπὸ τὸ Θεὸ παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι
τὸ ἀντικατάστατο τῆς θυσίας εἶχε προσφερθεῖ, αὐτὴ τὴ μοναδικὴ φορὰ ὁ Θεὸς
Πατέρας δέχτηκε καὶ τὸν ἴδιο τὸ θάνατο τοῦ Βρέφους.
Ἡ θυσία ἔπρεπε νὰ περιμένει τὸν καιρό της· πέρασαν κάπου
τριάντα χρόνια ἀπὸ τὴν παρουσίαση τοῦ βρέφους μέχρι τὸ θάνατο τοῦ ὥριμου Ἰησοῦ·
ἡ θυσία ὅμως εἶχε γίνει δεκτὴ καί, ὅταν ἦλθε ὁ καιρός, τὸ βρέφος ποὺ εἶχε
προσφερθεῖ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία πέθανε στὸ Γολγοθὰ πάνω σ’ ἕνα σταυρό.
Ἐνῷ ὁ Ἅγιος Συμεὼν διακήρυττε τὴ λύτρωση τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴ
μακραίωνη ἀποξένωσή του ἀπὸ τὸ Θεὸ ἔδινε ταυτόχρονα καὶ στὴ Θεομήτορα τὴ φοβερὴ
προειδοποίηση ὅτι μιὰ ρομφαία θὰ διαπερνοῦσε καὶ τὴ δική της τὴν καρδιά, ὅτι ἡ
θυσία ποὺ ἀναστελλόταν γιὰ τὴ στιγμὴ ἐκείνη θὰ φανερωνόταν κάποια μέρα σὰν
θεϊκὴ βουλὴ καὶ θὰ ἀποτελοῦσε ἕνα τραγικὸ μονοπάτι γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ ἐκείνη
(Λκ. 2. 34, 35).
Ὁ Χριστὸς ἀκολούθησε πραγματικὰ τὸ τραγικὸ αὐτὸ μονοπάτι, τὸ
μονοπάτι τῆς ἀνθρώπινης καὶ τῆς Θείας ἐγκατάλειψης, τὴν ὁδὸ πρὸς τὸν Κῆπο τῆς Γεθσημανῆ
καὶ τὸ θάνατο τοῦ Γολγοθᾶ. Ὁ θάνατός Του ἦταν μιὰ καταπάτηση τοῦ θανάτου ἐφ’ ὅσον
ἀναστήθηκε ζωντανὸς ἀπὸ τὸ μνῆμα. Ἔπειτα ἀναλήφθηκε μὲ δόξα καὶ μᾶς ἔδωσε τὸ Ἅγιό
Του Πνεῦμα καὶ ὅμως οὔτε καὶ τότε δὲν ἐξαλείφεται τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ ἡ
τραγωδία τοῦ κόσμου δὲ φτάνει στὸ τέλος της.
Ὁ ἐγερθεὶς Χριστὸς ἔχει στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια Του τὰ
σημάδια ἀπὸ τὰ καρφιά, στὴν πλευρὰ τὴν οὐλὴ ἀπὸ τὴ λόγχη καὶ στὸ μέτωπό Του τὰ
σημάδια ἀπὸ τὴν κορώνα τὴν ὁποία Τοῦ εἶχαν φορέσει κοροϊδευτικά, τὸ στεφάνι ποὺ
ἀντὶ νὰ εἶναι βασιλικὸ εἶχε γίνει ἀπὸ ἀγκάθια.
Γινόμαστε κι ἐμεῖς μέτοχοι τῆς σταυρικῆς αὐτῆς ὁδοῦ: ὁ
καθένας ἀπὸ μᾶς παρουσιάστηκε στὴν ἐκκλησία ὕστερα ἀπὸ τὸ Βάπτισμά του· τότε
διαβάστηκαν προσευχὲς γιὰ τὶς μητέρες μας καὶ γιὰ μᾶς καὶ ἡ ἐκκλησία ἐπικαλέστηκε
τὸν Κύριο, τὸν Προστάτη τῶν νηπίων ποὺ εἶχε ὁ ἴδιος κρατηθεῖ στὶς ἀγκάλες τοῦ Ἁγ.
Συμεών, ζητώντας ἔλεος καὶ συμπαράσταση.
Αὐτὸ ἔγινε κατ’ εἰκόνα τῆς παρουσίασης τοῦ Χριστοῦ· πρὶν ἀπὸ
αὐτὸ εἴχαμε βαπτιστεῖ καὶ τὸ Βάπτισμα σύμφωνα μὲ τὸν Ἀπ. Παῦλο (Ρωμ. 6. 311)
καὶ τὴν πίστη τῆς Ἐκκλησίας εἶναι μιὰ καταβύθιση στὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ ὥστε νὰ
τὸν κάνει δικό μας θάνατο, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ἡ Ἀνάστασή Του γίνεται δική
μας ἀνάσταση.
Ἐμεῖς λοιπὸν ποὺ ἔχουμε πεθάνει μὲ τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐγερθεῖ
μὲ τὴν Ἀνάστασή Του ὁδηγούμαστε στὸ ναὸ ὅπως εἶχε ὁδηγηθεῖ κι Ἐκεῖνος, αἰώνιοι
καὶ ἐν τούτοις ὑποκείμενοι στὴν τραγωδία τοῦ χρόνου, ζωντανοὶ ἀλλὰ προορισμένοι
γιὰ τὸ θάνατο. Ὁ Χριστὸς ἦταν ζωντανὸς στὴν αἰώνια θεότητά Του καὶ τὴν ἀθάνατη
ἀνθρώπινη σάρκα Του, ὅμως δέχτηκε τὸ θάνατο τῆς σάρκας Του γιὰ νὰ κοινωνήσει σὲ
ὅλα μὲ τὴ δική μας ἁμαρτωλὴ σάρκα. Μὲ παρόμοιο τρόπο ὕστερα ἀπὸ τὴ συνανάστασή
μας μαζί Του ὁ Χριστὸς μᾶς ἀποστέλλει – ὅπως προηγουμένως ὁ Πατέρας εἶχε
στείλει Ἐκεῖνον – στὴ σφαίρα τῆς ἁμαρτίας γιὰ νὰ σηκώσουμε στὰ σώματα, τὶς ψυχὲς
καὶ ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή μας τὸ σταυρὸ τοῦ κόσμου ὁ ὁποῖος ἔχει πέσει καὶ ἐξαγοραστεῖ
ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔχει ἀπολυτρωθεῖ ἀκόμα.
Σύμφωνα μὲ τὰ λόγια τοῦ Ἀπ. Παύλου καλούμαστε νὰ ἀνταναπληρώσουμε
στὰ σώματά μας τὰ ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ (Κολ. 1. 24) – κι ἐπειδὴ
εἴμαστε τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ εἴμαστε ἕνα μαζί Του, ἡ τραγωδία τὴν ὁποία ὁ
ἐρχομός Του ἀπάλειψε ἀπὸ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν κόσμο τῆς ἀρχαιότητας καὶ ἡ
ὁποία ἔγινε κατόπιν ἡ δική Του τραγωδία συνεχίζεται μέσα σ’ ἐμᾶς σὲ ὅλους τοὺς
αἰῶνες.
Ὁ Πατριάρχης Ἀλέξιος (1877 1970. Ἔγινε Πατριάρχης Μόσχας τὸ
1945) εἶχε πεῖ μιὰ φορὰ ὅτι ἡ Ἐκκλησία εἶναι τὸ Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο, ἐνῷ
συνεχῶς οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν, σταυρώνεται κατὰ τὴ διάρκεια τῶν αἰώνων γιὰ τὴ
σωτηρία τοῦ κόσμου. Αὐτὸς εἶναι ὁ δρόμος τῆς Ἐκκλησίας, αὐτὸς εἶναι ὁ δικός μας
ὁ δρόμος, αὐτὸ εἶναι τὸ μήνυμα τὸ ὁποῖο μᾶς φέρνει ἡ ἔνδοξη μὰ τρομακτικὴ αὐτὴ
γιορτὴ τῆς Ὑπαπαντῆς τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὸ δίκαιο Συμεών.
Πλησιάζουμε στὶς ἑβδομάδες ἐκεῖνες οἱ ὁποῖες μᾶς
προπαρασκευάζουν γιὰ τὴν Τεσσαρακοστή, τὴν Ἁγία Ἑβδομάδα καὶ τὴν Ἀνάσταση· εἴμαστε
ἤδη κοινωνοὶ τοῦ Θανάτου καὶ τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ καὶ ὅμως ὀφείλουμε ξανὰ
καὶ ξανὰ νὰ ἀκολουθήσουμε τὸ μονοπάτι· αὐτὸ τῆς ζωῆς τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς Ἐκκλησίας
καὶ νὰ τὸ κάνουμε τρόπο ζωῆς μας πάντοτε, ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅπου καὶ ἂν
συμβεῖ νὰ βρεθοῦμε: εἴμαστε τὸ σταυρωμένο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ τὸ ὁποῖο προσφέρεται
ἀπὸ τὸ Θεό, τὸ ὁποῖο πέρα κι ἀπ’ αὐτό, καθ’ ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ, προσφέρει τὸ ἴδιο
τὸν ἑαυτό του γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου.
Ετικέτες
ΥΠΑΠΑΝΤΗ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)








