Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκαπενταύγουστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δεκαπενταύγουστος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 15 Αυγούστου 2010

Τι μεταμορφώνει την αγέλη σε κοινωνία;

Tου Χρήστου Γιανναρά

Γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου: από τις λίγες πια αφορμές που απόμειναν για να διαπομπεύουμε οι Νεοέλληνες επιδεικτικά τον μεταφυσικό άξονα τού κάποτε πολιτισμού μας. Θρησκευτικές παράτες πανηγυριώτικου εντυπωσιασμού, πομπώδεις κενολογίες πολιτικών, δημοσιογράφων και δεσποτάδων – αχταρμάς επιδείξεων ασχετοσύνης και απαιδευσίας. Ολα να βεβαιώνουν την άγνοια ή την κυρίαρχη αδιαφορία για την πάλη «νοήματος» που μεταμορφώνει την αγέλη σε κοινωνία («οίον γιγαντομαχία τις περί της ουσίας»).

Η οικονομική χρεοκοπία και ο έσχατος διεθνής εξευτελισμός μας, η διαφθορά και κατάρρευση του πολιτικού μας συστήματος, η αλλοτρίωση του κοινωνικού σώματος σε αρένα διεκδικήσεων κτηνώδους ιδιοτέλειας, αυτά και τα συναφή εκεί έχουν την αιτία τους: στη συμπλεγματική ταύτιση του μηδενισμού με την «πρόοδο», στην επηρμένη χλεύη για κάθε ιερό και όσιο. Κυρίως, στη διαστροφή των θησαυρισμάτων και θεσμών της μεταφυσικής παράδοσης: στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος.

Θολές οι αιτίες, τόσο από τη χρονική απόσταση των απαρχών όσο και από τη σύγχυση των φρενών. Για τέσσερις ολόκληρους αιώνες, η υποδούλωση στους Τούρκους εξαφάνισε την ενεργό παρουσία του Ελληνισμού από το ιστορικό προσκήνιο. Και αυτό που προέκυψε σαν Ελληνισμός μετά από τόσο μακρό διάστημα, ήταν ένα μεταπρατικό κρατίδιο που πάλευε (και παλεύει) και πιθηκίζει τρόπο βίου (πολιτισμό) με αναποδογυρισμένους τους όρους της ελληνικής πρότασης και ταυτότητας.

Στη διάρκεια των αιώνων της ελληνικής απουσίας, ένας άκριτος και ανεξέλεγκτος από τα κριτήρια των Ελλήνων πολιτισμός γεννήθηκε στη μεταρωμαϊκή (βαρβαρική τότε) Δύση. Εκπληκτικός σε δυναμισμό πολιτισμός με κέντρο το άτομο, την εξυπηρέτηση και κολακεία των ενορμήσεων αυτοσυντήρησης, κυριαρχίας, ηδονής: Αντί για την ελληνική ταύτιση του «αληθεύειν» με το «κοινωνείν», η ταύτιση της αλήθειας με τη «σύμπτωση» (adaequatio) ατομικού νου και αντι-κείμενου νοουμένου – σαρωτική επιβολή της νοησιαρχίας, του ατομοκεντρισμού. Αντί της «κοινωνίας» η societas («εταιρισμός επί κοινώ συμφέροντι»). Αντί του «δικαίου» (του «ανά τον λόγον») το jus: κώδικας χρησιμοθηρικών κανονιστικών αρχών. Αντί της δημοκρατίας, η res publica. Αντί για την ελευθερία (άθλημα αυθυπέρβασης) η συμβατική (με σύμβαση) θωράκιση ατομικών δικαιωμάτων. Αντί για το εκκλησιαστικό γεγονός (την αγαπητική κοινωνία της ύπαρξης και της γνώσης), η θρησκεία (ατομική αξιομισθία, ατομική σωτηρία). Και πάει λέγοντας.

Ετσι, βγαίνοντας από την υποδούλωση στους Τούρκους ο Ελληνισμός (αλλά και οι υπόλοιπες κοινωνίες της Ορθόδοξης ελληνορωμαϊκής και σλαβικής «οικουμένης») στον 19ο αιώνα, βρέθηκαν σε ριζικά καινούργιο ιστορικό περιβάλλον, στους αντίποδες του πολιτισμού που είχε διαμορφώσει η συνάντηση της ελληνικής «πόλεως» με τη χριστιανική «εκκλησία». Ο πριν από την Τουρκοκρατία πολιτισμός ήταν πια ένα απόμακρο παρελθόν, κατασυκοφαντημένο λυσσωδώς από τη Δύση, μετονομασμένο χλευαστικά σε «Βυζάντιο»! Το ρεαλιστικό τώρα δίλημμα για τους Ορθόδοξους ήταν: ή το μοντέλο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή η καθήλωση στην ιστορική καθυστέρηση και υπανάπτυξη, ή η μίμηση του καινούργιου, «πεφωτισμένου και λελαμπρυσμένου» κόσμου της Δύσης.

Η ίδια η απελευθέρωση των Ορθοδόξων από τον τουρκικό ζυγό δεν κατορθώθηκε με άξονα και στόχο να αποκατασταθεί η άλλοτε ενιαία σε πολιτισμό ελληνορωμαϊκή «οικουμένη», ιστορική σάρκα, πολυεθνική - πολυφυλετική, της Μιας Καθολικής Εκκλησίας, από την οποία είχε αποσχιστεί η Δύση. Η απελευθέρωση κατορθώθηκε στο όνομα και με το όραμα του καινούργιου μοντέλου συλλογικότητας που είχαν γεννήσει στη Δύση ο ατομοκεντρισμός και η απολυτοποιημένη χρησιμοθηρία: το μοντέλο του «έθνους - κράτους». Οι ορθόδοξοι λαοί απελευθερώθηκαν χάρη στην έγκαιρη παγίδευσή τους στο αντιμεταφυσικό μένος της Δύσης (απόλυτα δικαιωμένο εκεί ιστορικά) και στα παράγωγά του (φυσιοκρατία, δικαιώματα του φυσικού ατόμου) σαρκωμένα στο συναρπαστικό υπόδειγμα της Γαλλικής και της Αμερικανικής Επανάστασης.

Διέσωζαν οι Ορθόδοξοι την επίγνωση διαφοράς ή και αντίθεσης προς τη θρησκειοποιημένη Χριστιανοσύνη της Δύσης. Αλλά κατανοούσαν και εξέφραζαν τη διαφορά ή αντίθεση με τους όρους που είχε πια καθολικά επιβάλει η Δύση: Ορους ιδεολογικής αντιμαχίας, δογματικών - νοησιαρχικών διατυπώσεων άσχετων με την πραγματικότητα της ζωής και το «νόημά» της. Τώρα και για τους Ορθοδόξους «πίστη» σήμαινε ατομικές «πεποιθήσεις» βασισμένες σε αξιωματικές a priori παραδοχές, με μοναδικό τάχα βιωματικό στοιχείο την επιδίωξη ατομικής αξιόμισθης ηθικότητας, ατομικής (στεγανά εγωκεντρικής) σωτηρίας.

Στην Ελλάδα σήμερα μοιάζει μάλλον αδύνατο να εντοπίσει κανείς συνοδικό κείμενο, επισκοπικό κήρυγμα, οποιαδήποτε έκφραση επίσημου εκκλησιαστικού λόγου, που να εκφράζει επίγνωση της διαφοράς της Εκκλησίας από τη θρησκεία, διαφοράς του μετέχειν - κοινωνείν από τον ατομοκεντρισμό τού να θρησκεύει κανείς για την αξιομισθία. Η γενίκευση μοιάζει αφοριστική, αλλά οι δυνατότητες για να ελεγχθεί προσφέρονται πληθωρικά: Οι τηλεοπτικές αναμεταδόσεις πανηγυριώτικου ιδεολογικού και ηθικοπλαστικού ευτελισμού της σημερινής Γιορτής θα κατακλύσουν τα Δελτία Ειδήσεων. Κάθε Κυριακή ο Ελληνας τηλεθεατής των κρατικών καναλιών μπορεί να κρίνει αν το αφόρητης κενολογίας κήρυγμα του καθεδρικού ναού των Αθηνών (ή της Θεσσαλονίκης) διαφέρει, έστω και ελάχιστα, από κάθε αντίστοιχη ρωμαιοκαθολική ή προτεσταντική ευσεβολογία. Και η υπεράσπιση της «Ορθοδοξίας», πανομοιότυπη με την ξύλινη ιδεολογική αντιμαχία «ορθόδοξων» μαρξιστών με «σχισματικούς» τροτσκιστές, ρεφορμιστές ή όποιους άλλους συμπλεγματικούς της μονοτροπίας.

Η ιδεολογική αλλοτρίωση και θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος κατακερμάτισε την άλλοτε Μία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία (που πραγμάτωση και φανέρωσή της ήταν η κάθε τοπική σύναξη Ευχαριστίας) σε πλήθος εθνοφυλετικών κρατικών εκκλησιών, κατά κανόνα υποταγμένων στις σκοπιμότητες του κρατικού εθνικισμού. Πριν από τη θρησκειοποίηση, την ενεργό και λειτουργική ενότητα των διάσπαρτων στην οικουμένη εκκλησιών την εξασφάλιζε το «συνοδικό σύστημα» με ραχοκοκαλιά τον θεσμό της «πενταρχίας των πατριαρχών». Ο θεσμός ακυρώθηκε, όταν οι Ρώσοι, το 1589, απαίτησαν εκβιαστικά τον «ανύψωσή» τους σε πατριαρχείο εκλαμβάνοντας τον τίτλο σαν προνόμιο εξουσιαστικής ισχύος, προϋπόθεση αυτοκρατορικής αυτοτέλειας. Τους ακολούθησαν στην αδαή εθνικιστική θρασύτητα οι Σέρβοι, το 1920, οι Ρουμάνοι, το 1925, οι Βούλγαροι, το 1953. Σκανδαλωδέστεροι οι Νεοέλληνες, είχαμε αυτοανακηρυχθεί, το 1833, «αυτοκέφαλοι», με την εκκλησία μας «επικρατούσα θρησκεία»!

Η πανηγυριώτικη ασχετοσύνη στη γιορτή της Παναγιάς του Δεκαπενταυγούστου έχει ρίζες τόσο βαθιές στο παρελθόν μας όσο και η ανίατη παραπληγία του πολιτικού μας συστήματος.

Πέμπτη 12 Αυγούστου 2010

Στον Πόντο...

Ο Πατριάρχης του Γένους
στην Παναγία Σουμελά του Πόντου...

Στις 15 Αυγούστου...

Διαβάστε παρακάτω τι μεταδίδει το Α.Π.Ε.:

http://www.amen.gr/index.php?mod=news&op=article&aid=3072

Καλό Δεκαπενταύγουστο!

«Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε
Γεθσημανή τω χωρίω κηδεύσατέ μου το σώμα,
και Συ, Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα».

Δευτέρα 9 Αυγούστου 2010

«Χαρά…»

«Για αιώνες η Εκκλησία στοχάστηκε κι εμπνεύστηκε από τον θάνατο Αυτής που υπήρξε μητέρα του Χριστού. Που έδωσε ζωή στον Σωτήρα και Κύριό μας. Που Του δόθηκε ολοκληρωτικά μέχρι τέλους και στάθηκε δίπλα Του στον Σταυρό. Και παρατηρώντας η Εκκλησία τον θάνατό της, ανακάλυψε και βίωσε τον θάνατο όχι ως φόβο, τρόμο, τέλος, αλλ’ ως αστραποβόλα και αυθεντική Αναστάσιμη «χαρά…».

π. Αλέξανδρος Σμέμαν - «Η Κοίμηση της Θεοτόκου».

(Από το βιβλίο του «Η Παναγία» - εκδ. «Ακρίτας»)

Κυριακή 8 Αυγούστου 2010

Πέργης Ευάγγελος: «Από το κάλλος των δεήσεων»

«Ει μη γαρ Συ προΐστασο, τις ημάς
ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;»


Ο Αύγουστος έχει τη χάρη του. Είναι το ύστατο χαίρε του καλοκαιριού. Αλλά έχει και τη «χάρη», του. Είναι «η Παναγία του Δεκαπενταύγουστου», με το χαίρε, «εκ γης προς ουρανόν». Το πρώτο, μια έκφανση της χαρίεσσας φύσης. Το δεύτερο, μια έκφραση της πάσχουσας φύσης. Η ίλεως της Θεοτόκου σε αναζήτηση. Την θυμάται με πάθος ο Παρακλητικός. Αυτήν που κατέστησε τα επίγεια ουρανό. Και που δεν είναι απλός σταλαγμός λυτρώσεως. Ούτε απλή μαρτυρία συναισθηματικής χροιάς. Αλλά καταστάλαγμα ιστορημένων εμπειριών. Αναμόχλευση μνήμης.
Αυτό είναι το αυγουστιάτικο χαίρε, που σε λειτουργική συμφωνία με το εαρινό των χαιρετισμών, πλαισιώνουν μέσα στο φως και την ανοιχτοσύνη του κόσμου την «πλατυτέραν των ουρανών». Αυτήν που γνώρισε «τα μείζω των μεγαλουργημάτων», ωθώντας μας στο τελικό στάδιο της Θέωσης. Αυτήν που υπερυψωμένη στη σκέψη και τη συνείδησή μας, καλύπτει την καθημερινότητά μας «ως Σκέπη του κόσμου».
Την Παναγία η Ρωμιοσύνη την έχει σε αδιάσπαστη ενότητα μαζί της. Συνευρίσκονται μέσα στο «κεκρυμένον μυστήριόν» της που το κατευθύνει ο Θεός. Χώρα Της θεωρεί την Πόλη. Το χώρο της ακοίμητης περιπέτειας του νου. Γι’ αυτό και χώρο της ζωντανής παρουσίας Της. Και όχι μόνον «τη βουλή του Υψίστου», ως Χώρας του Αχωρήτου. Αλλά και με την κρίση των θνητών, ως Χώρας των ζώντων. Με τη συνδρομή των γεγονότων και με τη συμπαράσταση των τελεσιουργουμένων. Με τη συμμαρτυρία των ονείρων του ύπνου της και με τη λύση των φανερών οραμάτων της.
Είναι μια βεβαίωση η Παναγία του Θρύλου της Ρωμιοσύνης, που βαδίζει με μοναστική και μοναδική υποταγή στο μυστήριο της δικής της ιστορίας. Είναι χρώμα έντονο στη ζωή της από χρωστήρες νηστεμένων μέσα στο κάλλος και την κρισιμότητα του χρόνου της. Είναι και Θεία, επιστασία της χάριτος στη διατήρηση της ιερής ιθαγενείας της και του τόπου της. Της Πόλης.

Λειτουργούμαι στον πατριαρχικό ναό. Ακούω τη μια μετά την άλλη τις εκφωνήσεις του ιερέα. Έρχεται και η σειρά της αποκλειστικής για την Παναγία, που βρίσκει τον πατριάρχη γονατιστό από τον προηγούμενο ύμνο της ευχαριστίας. Και δεν τον βλέπω να ανεβαίνει μετά στο Θρόνο του. Τον βλέπω «εξαιρέτως» να παραμένει όρθιος και ασκεπής στο δάπεδο. Σα να τον καθηλώνει η χάρη Της, κι εκείνος να δείχνει στην οικουμένη ότι «άξιον εστί», να ορθοστατεί.
Μα βλέπω και κάτι άλλο στον πατριάρχη. Να σταυροκοπείται και πάλι εξαιρέτως, τρις πριν ανέβει τα σκαλιά του θρόνου του. Με σχήματα αρχοντικά μετανοίας την κάθε φορά. Μια, ατενίζοντας κατάματα την Εικόνα τη δεσποτική της Παναγίας του τέμπλου, κι ευχαριστώντας Την για την προστασία Της στο κέντρο της Ορθοδοξίας. Μια γι’ αυτή που τετρακόσια χρόνια αγρυπνεί στο κλίτος το δεξί. Και μια για την εικόνα «της ανταλλαγής», που σχηματίζει το τόξο της χάριτος από τ’ αριστερά. Και στοχάζομαι την κρίσιμη ταραχή αυτών των προσευχητικών κινήσεων. Αυτών των σημείων αναφοράς και λόγου της Ρωμιοσύνης στο μεγαλόχαρο «παρών» του ουρανού.
Ώρα λειτουργική μέσα στον πάνσεπτο ναό του Φαναρίου, που με την ορατή της φανέρωση η Μεγάλη Εκκλησία σχεδιάζει την ευγνωμοσύνη της για την «εις το κρείττον αλλοίωσίν» της. Και πάνω στη λαμπερή επιφάνεια της εικόνας της Παναγίας, βλέπει όλο τον αθέατο πόνο του λαού της να γίνεται ένα με το μήνυμά Της. Και να την καλεί με ονόματα που τις τα αφιέρωσε το γένος. Παμμακάριστο, Φανερωμένη, Μπαλουκλιώτισσα, Βλαχερνήτισσα...

Ξέφυγε η σκέψη από την ώρα τη λειτουργική. Κι άρχισε να πλανάται στις μνήμες. Αυτές που δροσίζουν με νάμα πολίτικο τον πάνσεπτο ναό. Να διαλέγεται με τ’ άρρητα και να μυσταγωγείται χαϊδεύοντας λόγια παρακλητικά του Κανόνα, «ποίημα του Βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως». Το Αυγουστιάτικο δειλινό κλείνει, ανοίγοντας την ψυχή «εν τω κεκραγέναι», το «και πού λοιπόν άλλην ευρήσω αντίληψιν;».
Ένιωσα την Παμμακάριστο μπροστά μου, με αποτυπωμένο στο χέρι Της το φιλί του Πατριάρχη. Έλαμπε το μωσαϊκό της από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου. Την άγγιξα, μήπως και τυπωθούν στην παλάμη μου οι αιώνες και πέσουν μέσα της λουλούδια από τις παννυχίδες Της. Μήπως και φανερωθούν μπροστά μου βασιλιάδες, πατριάρχες και λαός, από την ώρα που την κατηφόριζαν από τον πέμπτο λόφο στο καινούργιο αρχονταρίκι Της. Ευωδίασα, σαν το ορθόδοξο μύρο. Και τη φίλησα κι εγώ. Στο ίδιο μέρος που θα την ασπάζεται τα δειλινά του Δεκαπενταύγουστου στον αιώνα ο δεσπότης της Ρωμιοσύνης, πάνω στο ρυθμό «των προσκυνούντων την εικόνα Της την σεπτήν» για να ’χουν εύλαλα χείλη. Και Της άναψα άλλο ένα κερί, να φέξει πιο πολύ η μορφή Της, να Τη γνωρίσουν και τα καινούργια παιδιά. Να σταθούν κι αυτά ακίνητα μπροστά Της, αποθηκεύοντας «το ήδυσμα, την ανάχυσιν, το ευφροσύνης αμβρόσιον». Να ’ρχονται συχνά να Τη φιλούν.
Είχε τελειώσει η Ακολουθία. Μα όχι κι ο δικός μου ακήρατος λόγος των ιδεών για τη Μεγαλόχαρη. Και πέρασα στ’ αριστερά. Εκεί που έφθανε το τρίτο σταυροκόπημα του πατριάρχη. Στη Φανερωμένη, με την άλω του γένους. Αυτή την ιστορημένη Ανατολή με τα χίλια φυλαχτά και τ’ άλλα τόσα επωνύμια.
Βραδιά Δεκαπενταύγουστου και δεν συνδιαλέγομαι με μια ιδέα άσαρκου λόγου θεωρητικού. Καλύπτει τη σκέψη μου η πιο εύχυμη μερίδα του κηρύγματος του Λόγου. Κι ο πιο καυτός λόγος της τελευταίας ιστορίας μας. Και χτυπημένη από την ενδημούσα λάμψη Της η ψυχή μου, ζωγραφίζει μέσα της αυτή την άλλη εικόνα της Ρωμιοσύνης που την έφερε στο Φανάρι η δονούσα φλόγα της.
Μου ήρθαν «ηθελημένοι οπτασιαμοί» με τρικυμισμένη σκέψη, σαν εκείνα τα νερά της Προποντίδας την ώρα που δεχότανε τη μεγαλόχαρη. Όλα σαν σκόρπια φύλλα ενός τόμου. Και σαν σκόρπια μηνύματα, για να πάρει ο καθείς από ένα κι από μια γεύση του χρέους της Ρωμιοσύνης, που δεν έπαυσε να γεύεται την ουσία της υποταγής στο θέλημα του Θεού. Έτσι βγαίνει η αστραπή που φωταγωγεί την ευγενική εγκαρτέρηση και σπρώχνει τον πατριάρχη του γένους να στείλει κι έναν ακόμα ασπασμό στην Παναγία, ξαναλέγοντας χίλιες φορές το «άξιον εστίν».
Πόσο ομορφαίνει ο χρόνος στο Φανάρι με την Παναγία τη Φανερωμένη. Μας σπρώχνει σε ώρες φιλίας με τη μοίρα. Μας ωθεί μέχρι να νηστέψουμε, να υπερβούμε τον εαυτό μας; να μεταλάβουμε. Να φθάσουμε και πάλι στο θέρος. Να ξανάρθουμε εδώ μια βραδιά του Δεκαπενταύγουστου. Να μιλήσουμε μαζί Της για τα περασμένα.
Μένω στον πατριαρχικό ναό με την εικόνα των Εικόνων του της Παναγίας κατενώπιόν μου. Ένας καινούριος Παρακλητικός Κανόνας του είναι μου, τροφοδοτεί το ψάλμα μου: «Ει μη γαρ Συ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων;». Και μια καινούρια «Δέηση» φανερώνεται μπροστά μου, με τις εικόνες τις θεομητορικές και τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, σύναθλο κι αυτόν ιστορικά της Παμμακαρίστου.
Ποια φωτισμένη από Άγιο Πνεύμα πολιτεία κυριαρχεί μέσα σε αυτή τη δική μας την εγκόσμια και μας κάνει και αντέχουμε και παίρνουμε γεύση αυτών των Θείων παρουσιών; Παίζουμε με δωρεές γεμάτες από φως και αλήθεια, και ζωγραφίζουμε καινούργιες διεισδύσεις στο ανεξιχνίαστο και αποκεκρυμμένο, να μας αγγίζει συνεχώς με το προσδοκώμενο η ελπίδα.
Πάντα μια «Δέηση» μπροστά μας στον πατριαρχικό ναό με το Χριστό, την Παναγία και τον Ιωάννη. Και γύρω από τη βασίλειο Πύλη και στα κλίτη και με μόνιμες προσκυνήτριες και ικέτιδες τις Μοναχές των Λείψάνων. Είναι γεμάτες από ειρμούς και στίχους παρακλητικούς, από Συναξάρια διαβασμένα μπροστά τους σε παννυχίδες από το λαό της χάριτος. Ποια «εσώτερη σοφία», όπως έγραφε ο πατριάρχης Λούκαρις για τους ορθοδόξους, μας έδωσε αυτή την παράδοση, να ασπάζεται ο πατριάρχης αυτή τη δέηση του κλίτους με τις μωσαϊκές παραστάσεις της χάριτος τις βραδιές του Δεκαπενταύγουστου; Σκεφθήκατε τι θα πει ασπασμός της Παμμακαρίστου από τον πατριάρχη την ώρα που τα πάντα σωπαίνουν με το «άλαλα τα χείλη των ασεβών»”; Είναι η δραματική διάσταση του Οικουμενικού Πατριαρχείου που εκφράζεται σε ώρα λειτουργική. Είναι και η σάρκωση του λυτρωτικού του λύγου. Συγκεφαλαίωση της μαρτυρίας του που καταγράφεται εκείνη τη στιγμή πάνω στο χέρι της Οδηγήτριας.
Ελάτε να ορθοστατήσουμε μπροστά στη «Δέηση» της Μεγάλης Εκκλησίας, ψάλλοντας τον Μεγάλο Παρακλητικό Κανόνα, που παρακάμπτοντας τα επίπλαστα των καιρών μας, ξεπερνάει το φθαρτό και φευγαλέο, μνημειώνοντας το άδυτο και το αληθινό.

(Πηγή: «ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ» της «Καθημερινής», 16/8/98)