Ξέφυγε απ’ τα κάγκελα ολάνθιστο το λιγουστράκι στην ανηφοριά κι όπως περνούσα δίπλα του χτες μετά την πρωινή βουτιά, μου φώτισε με τ’ άρωμά του μεθυστική τη μνήμη τέτοιας εποχής στο κτήμα. Τα λιγούστρα! Τα είχαμε φυτεμένα φράχτη γύρω απ’ τ’ ανθοκήπιο. Πολλά. Τα κλάδευα χαμηλά ν’ αφήσουν χώρο και ν’ ανέβουνε ψηλά τον καιρό που βάλθηκα επί ματαίω να κρατήσω ζωντανή την ομορφιά του παιδικού μου παραδείσου. Την τελευταία φορά που τα είδα, χρόνια παρατημένα, ήταν μεγάλα δέντρα πια, ίσως και δέκα μέτρα, δάσος φαινόταν από μακριά. Τα χάζευα υπό σκιάν, μικρός πια εγώ, τεράστια αυτά, κι ανταποδίδαν μνήμονα στο βλέμμα μου νεύματα αδιόρατα, τρεμόπαιζαν τα φύλλα τους κι αφήνανε τρυπούλες να περνάει λίγο φως και τ’ αεράκι να σκορπάει τριγύρω τη μοσχοβολιά. Να ‘ταν παρηγοριά ή παράπονο; Να δυσκολέψει πιο πολύ ή ν’ απαλύνει άραγε τον κόμπο τον πικρό της εγκατάλειψης; Γλυκόπικρα. Με τον δικό τους τρόπο, είναι ακόμη κάπου εδώ. Τα βλέπω, αόρατα. Τίποτα δεν ξεχνώ.
Χρήστος Μποκόρος

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου