Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2015

Ομιλία Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου στον Κατανυκτικό Εσπερινό



Τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς, 22 Φεβρουαρίου 2014 καὶ ὥρα 6.00΄ τὸ ἀπόγευμα, στὸν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου πόλεως Ἰωαννίνων, θὰ τελεσθεῖ ὁ Κατανυκτικός Ἑσπερινός τῆς ἀλληλοσυγχωρήσεως, μὲ ἐπίκαιρη ὁμιλία ἀπὸ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Ἰωαννίνων κ.κ. ΜΑΞΙΜΟ, μὲ θέμα: «Νηστεία, Προσευχή, Συγχώρηση».

Ἐπίσης σᾶς κάνουμε γνωστό πὼς σὲ ὅλη τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς οἱ Κατανυκτικοί Ἑσπερινοί θὰ τελοῦνται στὸν Ἱερό Μητροπολιτικό Ναό τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου κάθε Κυριακή ἀπόγευμα, ὥρα 6 καὶ θὰ ἀκολουθοῦν ἐπίκαιρες ὁμιλίες, μὲ σκοπό νὰ μᾶς προετοιμάσουν νὰ βιώσουμε τὸ Θεῖο Πάθος καὶ τὴ Ζωοποιό Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Εὐχόμαστε ὁ Πανάγαθος Θεός νὰ χαρίζει σὲ ὅλους πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα.

Ἐκ τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Ἰωαννίνων

«Επέσανε τα Γιάννενα»




Του Χρήστου Χρηστοβασίλη*

Επέσανε τα Γιάννενα! Όχι στο βάραθρο του εξαφανισμού, αλλά στην αγκαλιά της Ελευθερίας, στην αγκαλιά της Μητέρας Ελλάδος, που τόσο τα λαχταρούσε!. Είναι πολύ μεγάλη ημέρα, αυτή η ημέρα που ελευθερώνεται η ιδανική πόλη του Ελληνισμού, που υπήρξε Γολγοθάς του, τριάντα ακέραια χρόνια.
Επέσανε τα Γιάννενα!

Και με την ηρωική τους πτώση στεφανώνεται με αμάραντον στέφανο αθάνατης δόξας όλος ο Ελληνικός αγώνας, που άρχισε από τα Μακεδονοθεσσαλικά σύνορα κι έφτασεν ως τον Στρυμόνα με την Ελασσώνα, με το Σαραντάπορο, με τα Σέρβια, με τη Σιάτιστα, με την Κοζάνη, με την Βέροια, με την Νάουσα, με τα Γιαννιτσά, με την Θεσσαλονίκη και με την Χαλκιδική, κι ως τα πρόθυρα του Μοναστηριού, με τα Γρεβενά, με την Φλώρινα, με το Σόροβιτς, με την Καστοριά και με την Κορυτσά…

Επέσανε τα Γιάννενα κι η πτώση των εσήμανε την τελική νίκη του Ελληνισμού εναντίων του Τουρκισμού, του Σταυρού , εναντίων του Μισιφέγγαρου, του Πολιτισμού εναντίων του Βαρβαρισμού, του Φωτός εναντίων του Σκότους! Ας πανηγυρίσει απ’ άκρη σ’ άκρη ο ελεύθερος Ελληνισμός γι’ αυτή την μεγάλη Ελληνική νίκη, γι’ αυτήν την μεγάλη εκπλήρωση του χρυσότερου και του μαγικότερου ονείρου της Ελληνικής Φυλής.

Επέσανε τα Γιάννενα!
Τριάντα γενεές ήρθαν και παρήλθαν με αυτό το χρυσό όνειρο, να ιδούν ελευθερωμένα τα Γιάννενα, κι αυτό το χρυσό όνειρο επιφυλάχτηκε από τη θεία Πρόνοια να το ιδούμε εμείς. Τι ευτυχισμένοι που είμαστε εμείς, οι αντιπρόσωποι τόσων γενεών, που απέθαναν με την ανεκπλήρωτη χρυσή ελπίδα να ιδούν στυλωμένων τον Σταυρό μας εκεί ψηλά στα κάστρα των Ιωαννίνων!

Επέσανε τα Γιάννινα! Δόξα και τιμή στον Στρατό μας, στα λεοντόθυμα και γενναιόκαρδα παιδιά της Ελλάδας μας, που επότισαν την Ηπειρωτική γη με το τίμιο κι ανεκτίμητο αίμα τους, που την έθρεψαν με τες ένδοξες σάρκες τους, και την έσπειραν με τα άγια κόκκαλα τους, για νε ιδούμε εμείς σήμερα ελεύθερα τα Γιάννενα μας. Δόξα και τιμή στον μέλλοντα Βασιλέα μας, τον δαφνηφόρον στρατηλάτη, που έχυσε την ψυχή του μέσα στα στήθια του Στρατού του για να τον κάνει ακατάβλητο μέχρι θανάτου!

Χαίρετε αθάνατα Γιάννενα, χιλιοτραγουδισμένα Γιάννενα, Γιάννενα ζυμωμένα με την δημοτική μας ποίηση, πανώρια και πολυπόθητη Πολιτεία, με τους μυροβόλους σας κήπους, με τα όμορφα σας Κάστρα, με τα πανώρια σας σπίτια, με την μαγευτική σας και καταγάλανη λίμνη, με το ζωγραφισμένο Νησί, όπου άφησε την τελευταία του αναπνοή ο Αλή πασάς, ο τρομερός υιός της Χάμκως, με το Ντρίσκο σας, με το Μιτσικέλι σας, με τον Πίνδο που έθρεψε τα μεγαλύτερα παλληκάρια του Ελληνισμού, τους μεγαλύτερους τυραννοκτόνους γίγαντας, τους ενδοξότερους Αρματωλούς και Κλέφτες, που πολεμούσαν την Τουρκιά χειμώνα-καλοκαίρι, κι εθεμελίωσαν το αθάνατο και ιερό Έργον του Εικοσιένα!

Σκίρτησε από χαρά μέσα στο μνήμα σου, ώ τρισένδοξη και μεγάλη χορεία των Αρματωλών και Κλεφτών. Δίπλα και Μηλίωνη, Ζήντρο και Τσάρα Μπλαχάβα και Ζαχαράκη Στάθα και Μπουκουβάλα, Βαλαώρα και Τζουβάρα, Κατσαντώνη και Καραϊσκάκη, Διάκο και Οδυσσέα. Λαζαίοι και Κοντογιανναίοι, Μποτσαραίοι και Τζαβελλαίοι, Μαλαμαίοι και Νταγλαίοι, Γριβαίοι και Πανουργιάδες! Ελευθέρωσαν τα Γιάννινα!

Σκίρτησε από χαρά μέσα στο μνήμα σου ώ μεγάλη και τρισευλογημένη χορεία των μεγάλων Διδασκάλων του Γένους Μελετίου και Τσεχούλη, Μπαλάνου και Ευγενίου Βούλγαρη, Ψαλίδα και Λάμπρου Φωτιάδη, Ασωπίου και Αραβαντινού, Σακελλαρίου και Μάναρη, ελευθερώθηκαν τα Γιάννενα.

Σκίρτησε από χαρά μέσα στο μνήμα σου ώ ιερή χορεία των μεγάλων Ηπειρωτών πολιτικών Μάνθο και Νούτσο Ιγνάτιε και Κωλέττη, Θανάση Βάγια και Βασιλική! Ελευθερώθηκαν τα Γιάννενα.

Σκίρτησε από χαράν μεγάλη μέσα στο μνήμα σου ώ αθάνατη λύρα του Βηλαρά και του Βαλαωρίτη, του Ζαλοκώστα και του Κρυστάλλη, ελευθερώθηκαν τα Γιάννινα.

Σκίρτησε από χαρά στο υγρό μνήμα σου ώ μαρτυρική χορεία της Κυρά Φροσύνης και των δέκα εφτά Γιαννιωτισών Κυράδων! ελευθερωθήκαν τα Γιάννενα.

Σκιρτήσετε από χαρά και σεις, ώ αιματωμένες και πανίερες σκιές των πεσόντων στην Κιάφα και στην Φιλιππιάδα, στην Πρέβεζα και στο Γκρίμποβο, στα Πέντε Πηγάδια και στα Πεστά, στο Αυγό και στην Αετοράχη, στα Λεσσιανά και στον Αι Νικόλα και στο αιματόβαφο σαρκοθρεμμένο κοκκαλοσπαρμένο μαύρο Μπιζάνι!

Έπεσαν τα Γιάννενα! Ελευθερώθηκαν τα Γιάννενα κι όλη η Ήπειρο! Εξεπληρώθηκεν ένας μεγάλος πόθος του Ελληνισμού.
Έπεσαν τα Γιάννενα!

Ελευθερώθηκαν τα Γιάννενα!

*Εφημερίδα «Ακρόπολις», 23 Φεβρουαρίου 1913.

Ελευθέρια 2015


Περιφέρεια και Δήμος Ιωαννιτών κυκλοφόρησαν το επίσημο πρόγραμμα των εορταστικών εκδηλώσεων, που ξεκίνησαν με τον «Μπιζάνιο Δρόμο». Η συνέχεια δίνεται σήμερα με Επιμνημόσυνη Δέηση στον Ι. Ν. Αγ. Νικολάου Τσεριτσάνων και κατάθεση στεφάνων, ενώ το απόγευμα, στο Ίτς Καλέ, θα γίνουν τα εγκαίνια της περιοδικής έκθεσης «Ιωαννίνων Μεταβάσεις».
Την Πέμπτη το πρόγραμμα περιλαμβάνει επίσκεψη στα οχυρά Μπιζανίου, επιμνημόσυνες δεήσεις στον Τύμβο Μπιζανομάχων και στα Εικονίσματα της Μανολιάσσας προς τιμή των πεσόντων εθελοντών από την Κύπρο και τη Μάνη. Θα ακολουθήσει την  Παρασκευή  τρισάγιο στο στρατηγείο του Εμίν Αγά και κατάθεση στεφάνων στο Ηρώο Μπιζανομάχων στην Κεντρική Πλατεία. Το μεσημέρι της ίδιας μέρας (12.15) θα γίνει  στη Δουρούτη  τελετή στη μνήμη των 6  παλληκαριών που έπεσαν στον εκεί λόφο.
Η πανηγυρική εκδήλωση θα γίνει στις 7 το απόγευμα στο Πνευματικό Κέντρο Ιωαννίνων. Θα χαιρετίσει ο Δήμαρχος Θ. Μπέγκας και θα μιλήσει η δρ. Μαρία Ζουμπούλη, καθηγήτρια του ΤΕΙ Άρτας. Θα ακολουθήσει μουσική εκδήλωση με τη Στρατιωτική μπάντα του Γ’ Σώματος Στρατού.
Το Σάββατο, θα τελεστεί Δοξολογία, θα ακολουθήσει κατάθεση στεφάνων και στις 11.30 παρέλαση. Τέλος στις 12.30 η μπάντα του Γ’ Σ.Σ. θα δώσει συναυλία - επίδειξη στην Κεντρική πλατεία.

Πηγή: Εφημ. Πρωινός Λόγος

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2015

Η επιστροφή στον Παράδεισο (Κυριακή της Τυρινής)



Γράφει ο π. Αντώνιος Bloom

Τό ἀνθρώπινο γένος στό πρόσωπο τοῦ παλιοῦ Ἀδάμ ἔπεσε, ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη· κι ἡ φοβερή κρίση τοῦ Θεοῦ θά εἶναι μιά κρίση γιά τήν ἀνθρώπινη ἀγάπη.

Ὁ ἄνθρωπος εἶχε προσκληθεῖ στήν πλήρη ἀντίληψη, σέ μιά ἑνότητα ὁλόκληρης τῆς ζωῆς του μέ τό Θεό μέσω τῆς ἀγάπης ἀλλά ἔπεσε ἐπειδή θέλησε νά μάθει τό μυστήριο τοῦ εἶναι μέ τήν κρύα λογική του καί τήν τυφλωτική ἀντίληψη τῆς σάρκας. Καί ἔγινε σάρκα, τό πνεῦμα σβήστηκε ἐνῶ ὁ φυσικός ἄνθρωπος θριάμβευσε μέσα του, κι ἔγινε αὐτό ποὺ γνωρίζουμε τούς ἑαυτούς μας νά εἶναι: κάτοχος ἑνός ἀβέβαιου, ψεύτικου εἴδους κατανόησης τοῦ μυαλοῦ κι ἑνός μεθυστικοῦ εἴδους ἀντίληψης τοῦ σώματος.

Τή γνώση ὅμως ἐκείνη ποὺ ὁ ἄνθρωπος εἶχε κληθεῖ νά ἀποκτήσει μέσα στήν ἑνότητά του μέ τό Θεό, μέ τήν ἐνατένιση τῶν μυστηρίων τῆς ζωῆς καί τῆς ὕπαρξης στό βάθος τοῦ Θεοῦ τήν ἔχασε – ὅπως τή χάνει καί τώρα – ὅταν ἁμάρτησε ἀπέναντι στήν ἀγάπη.

Τό Εὐαγγέλιο τῆς περασμένης Κυριακῆς ἦταν γιά τή Μέλλουσα Κρίση. Ἡ κρίση αὐτή βασιζόταν ἀποκλειστικά στήν ἐρώτηση ἄν ἤμασταν ἱκανοί ν” ἀγαπᾶμε ὅταν ζούσαμε στή γῆ: «Ἔθρεψες τούς πεινασμένους, συμπόνεσες ὅσους κρύωναν, ἕντυσες τούς γυμνούς, εἶχες τό θάρρος νά ἐπισκεφτεῖς τούς φυλακισμένους, εἶχες δείξει ἔλεος καί ἀγάπη;» Αὐτή εἶναι ἡ μόνη κρίση γιά τήν ὁποία μιλάει ὁ Κύριος. Ρωτάει μόνο τί εἴδους καρδιά εἴχαμε, ἄν πάνω στή γῆ ἤμασταν ἱκανοί ν” ἀγαπήσουμε μέ ὅλο τό πλάτος τῆς γήινης ἀγάπης καί μέ μιά ζωντανή, ἀνθρώπινη καρδιά γεμάτη συμπάθεια, στοργή καί συμπόνια. Ἡ φοβερή κρίση εἶναι τρομακτική διότι δέ θά ἀπαιτήσει τίποτα ἀπό μᾶς. Θά σταθοῦμε ἁπλῶς μπροστά στό πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καί τότε ἐμπρός στό πρόσωπο τῆς θεϊκῆς ἀγάπης, σ” ἕνα πεδίο ὅπου δέν ὑπάρχει τίποτα ἄλλο ἐκτὸς ἀπό τήν ἀγάπη, ὅπου ἡ ἀγάπη ἐκφράζει ὅλο τό νόημα τοῦ εἶναι, αὐτό ποὺ εἶναι καλό μέσα μας θά θρηνήσει διότι ποτέ δέν τό ἀφήσαμε ἐλεύθερο, ποτέ δέν τό ἀφήσαμε νά ἐκφραστεῖ στήν πληρότητά του, διότι σκοτώσαμε τήν ἀγάπη γιά χάρη τῆς κρύας λογικῆς μας καί τῶν πειρασμῶν τῆς σάρκας.

Σήμερα λοιπόν, θυμούμενοι τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ μποροῦμε πολύ εὔκολα νά φανταστοῦμε τό πῶς ἔχυσε πικρά δάκρυα ἐμπρός ἀπό τίς πύλες τοῦ παραδείσου. Οἱ πύλες αὐτές τοῦ παραδείσου εἶναι οἱ πύλες οἱ ὁποῖες εἶναι κλεισμένες σέ ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος ἔχει ἀποτύχει στήν ἀγάπη. Πόσο συχνά δέ νιώθουμε κι ἐμεῖς κάτι παρόμοιο: ἡ οἰκογένεια διαλύεται καί κάποιος θρηνεῖ μπροστά στίς κλειστές πύλες τοῦ παραδείσου ἐπειδή ἡ ἀγάπη δέν μπόρεσε νά σταθεῖ καί νά θριαμβεύσει, ἐπειδή τίποτα δέν ἔχει μείνει ἐκτὸς ἀπό ψυχρότητα καί ἀπομάκρυνση· πεθαίνει ἴσως μιά φιλία κι ἕνας ἄνθρωπος στέκεται στόν παγωμένο κόσμο μιᾶς σβησμένης ἀγάπης καί μιᾶς κλειστῆς καρδιᾶς.

Δέ γνωρίζουμε κι ἐμεῖς τόν πόθο ἐκεῖνο τοῦ Ἀδάμ γιά τόν ὁποῖο ἡ ἐκκλησία ψάλλει μέ τόσο μεγάλο πόνο; Δέν ἕλκεται ἡ ψυχή μας πρός τό Θεό, πρός τά ἀγαπημένα μας πρόσωπα, καί δέ μᾶς κλείνεται ἡ πόρτα κατάφατσα ἐπειδή ἡ ἀγάπη μας δέν εἶναι ἀρκετή, ἐπειδή ἡ ψύχρα καί ἡ ἀπολίθωση τῶν καρδιῶν καί τοῦ μυαλοῦ μας εἶναι τόσο δυνατές;

Τί πρέπει νά κάνουμε ὅμως; Πῶς νά ξεφύγουμε ἀπό τή φρίκη αὐτή; Τήν ἀπάντηση μᾶς τή δίνει τό σημερινό Εὐαγγέλιο. Τό νά μάθουμε ν” ἀγαπᾶμε ἔξαφνα, ἀνεπιφύλακτα, τό ν” ἀνοίξουμε τίς καρδιές μας, ν” ἀνοίξουμε τίς ζωές καί τίς ψυχές μας στό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι πέρα ἀπό τίς δυνάμεις μας, μποροῦμε ὅμως τουλάχιστο ν” ἀρχίσουμε ἀπό τά μικρά- μποροῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ρωμ. 14.1) νά ἀρχίσουμε νά δεχόμαστε ὁ ἕνας τόν ἄλλο σάν «ἀσθενοῦντας», ὅπως ἀκριβῶς ἀσθενεῖς εἴμαστε καί ἐμεῖς. Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τῆς συγχώρησης.

Εἴμαστε ἀνίκανοι νά συγχωροῦμε ὥστε νά μήν παραμένει πόνος καί φρίκη, μποροῦμε ὅμως ν” ἀρχίσουμε νά συγχωροῦμε, μποροῦμε νά ποῦμε: «Σέ δέχομαι ὅπως εἶσαι· παρ’ ὅλη σου τήν ψυχρότητα καί τήν πικροχολία, τήν κακοτροπία καί τήν ἀσχήμια δέ θά σέ ἀποστραφῶ· εἶσαι ὁ ἀδελφός μου, ἡ ἀδελφή μου, ἡ μητέρα μου, ὁ πατέρας, ὁ φίλος μου. Θά ἀνεχτῶ τήν ψυχρότητά σου, θά ἀνεχτῶ τά πάντα, θά τά ὑποφέρω. Πρός τό παρόν αὐτό εἶναι ὅλο ποὺ μπορῶ νά κάνω- δέν εἶμαι ἱκανός νά σέ ἀγαπήσω, μπορῶ ὅμως νά σέ ἀποδεχτῶ. Μπορῶ νά σέ δεχτῶ ὅπως καί ὁ Χριστός δέχτηκε τό σταυρό, τόν ἄσπλαχνο, βασανιστικό σταυρό, καί νά σέ μεταφέρω μέ μαρτύριο καί θλίψη στούς ὤμους μου».

Δέν εἶναι βέβαια ὅλους ποὺ πρέπει νά ὑπομείνουμε μέ τόσο πόνο καί λύπη. Πολλούς μποροῦμε νά μεταφέρουμε μέ χαρά· κι ἄς μήν ξεχνᾶμε ὅλους ὅσους μεταφέρουν ἐμᾶς μέ στοργή, μέ συμπόνια, μέ ἀγάπη.

Ἄν δέν μποροῦμε νά συγχωρέσουμε τέλεια ἄς λυπηθοῦμε τουλάχιστο τόν ἄλλο ποὺ εἶναι ἁμαρτωλός ὅπως ἀκριβῶς καί ἐμεῖς, ποὺ εἶναι ἐξ ἴσου μ” ἐμᾶς ἀσθενικός καί ἀνίσχυρος, τό ἴδιο ἀνίκανος ν” ἀγαπήσει, τό ἴδιο ἀνίκανος νά συγχωρέσει, νά ζήσει. Ἄς δεχτοῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλο μέ τήν ἀγάπη τοῦ σταυροῦ, καί ἄς μποῦμε στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή χαιρόμενοι ποὺ μᾶς δόθηκε νά προχωρήσουμε μαζί πρός τή σωτηρία, πρός τήν ἡμέρα ποὺ μέ τή χάρη καί τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, τή στοργή καί τήν ἀγάπη καί τήν παρηγοριά τοῦ Θεοῦ θά μπορέσουμε κι ἐμεῖς νά γίνουμε καλά καί νά γνωρίσουμε τήν πλήρη συγχώρηση, τήν τέλεια ἀγάπη καί μέσα ἀπό τίς στενές πύλες θά ἔχουμε φτάσει στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ.

Σημ. Τήν Κυριακή αὐτή μνημονεύουμε τήν Ἐξορία τοῦ Ἀδάμ ἀπό τόν Παράδεισο τῆς τρυφῆς.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος για τη Μεγάλη Σαρακοστή



+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

 «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται·
οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε»
(στιχηρὸν ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς).

 Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐγκεντρίζει ἡμᾶς εἰς τὸ σῶμα Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνωμεν ἅγιοι «ὅτι ἐγώ», λέγει, «ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. α΄, 16). Ἐπιθυμεῖ ὁ Πλάστης μας νὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μαζί Του καὶ νὰ γευθῶμεν τῆς χάριτός Του, νὰ μετάσχωμεν δηλαδὴ τῆς ἁγιότητός Του. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸν εἶναι ζωὴ μετανοίας καὶ ἁγιότητος, ἡ δὲ ἀπομάκρυνσις ἐξ Αὐτοῦ, ἡ ἁμαρτία, ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν «κακίαν τῆς καρδίας». Ἡ «ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως» (Θεοδωρήτου Κύρου, Διάλογος Α΄- Immutabilis, P.G. 83, 40D) ἢ τοῦ κακοῦ πνεύματος καὶ «οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἁμαρτάνει», κατὰ τὸν Θεοφόρον Ἰγνάτιον.

Ἡ ἁγιότης εἶναι ἰδιότης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος». Ὁ κατὰ χάριν ἱερουργὸς τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας προσφέρει εἰς τοὺς πιστοὺς «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ λαμβάνει ἀμέσως παρὰ τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων τὴν ἀπόκρισιν εἰς τὴν προσφορὰν ὅτι: «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ὁ «ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».

Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχῃ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μὲ τὸν Θεόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, τὴν ἁγιότητα δηλαδή, ἡ ἀποβλέπουσα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε» μίαν περίοδον τοῦ ἔτους ὡς περίοδον ἰδιαιτέρας προσευχῆς καὶ δεήσεως πρὸς κατευνασμὸν τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.

Ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τῆς αὔριον σωτήριος προετοιμασία διὰ τὸ «Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον Χριστοῦ». Εἶναι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βιώσωμεν «δέησιν προσάγοντες καὶ ἄφεσιν αἰτοῦντες», ὥστε νὰ γευθῶμεν ἀληθῶς τὸ Πάσχα «μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων», γινόμενοι «ἅγιοι», διὰ τῆς ὁμολογίας ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὅτι εἴμεθα «σκεύη κεραμέως» συνθλιβόμενα ὑπὸ τοῦ πονηροῦ καθ᾿ ἡμέραν, «πίπτοντες καὶ ἀνιστάμενοι». Νὰ ὁμολογήσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καὶ ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν ἐνώπιον Θεοῦ μηδαμινότητά μας, μετανοοῦντες καὶ ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καίτοι «ἅγιοι» διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὅτι «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».

Καλοῦμεν, λοιπόν, πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ μοναχάς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ζωήν μας, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς ἀγαπητικὴν πρὸς τὸν πλησίον προσπάθειαν προπαρασκευῆς διὰ τὴν μετοχὴν ἐκτυπώτερον ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἀνέσπερον Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, τὸ «καινὸν Πάσχα». Προσκαλοῦμεν τοὺς πάντας εἰς ζωὴν ἁγιότητος καὶ πνευματικοῦ ἀγῶνος διὰ νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς «δόσις ἀγαθὴ» καὶ ὡς «δώρημα τέλειον» ἡ δυνατότης τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἁμαρτίας, διότι «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ […] καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α ́ Ἰωάν. γ΄, 9-10).

Ἂς εἰσέλθωμεν, λοιπόν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μας, μὴ σκυθρωπάζοντες, ἀλλὰ χαίροντες καὶ ἀγαλλόμενοι, εἰς τὸ πνευματικὸν τοῦτο στάδιον τῶν ἀρετῶν καὶ ἂς καθοπλισθῶμεν «ἀγάπης τὴν λαμπρότητα, προσευχῆς τὴν ἀστραπήν, ἁγνείας τὴν καθαρότητα, εὐανδρίας τὴν ἰσχύν», καὶ ἂς συνοδοιπορήσωμεν μὲ τὸν Κύριον, δεόμενοι Αὐτοῦ νὰ μὴ «παρίδῃ ἡμᾶς κινδυνεύοντας τὴν ἀπ᾿ Αὐτοῦ διάστασιν» (Δοξαστικὸν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως), ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ «ὅπως λαμπροφόροι προφθάσωμεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ τριήμερον Ἀνάστασιν, τὴν καταλάμπουσαν ἀφθαρσίαν τῷ κόσμῳ» (ποίημα Θεοδώρου, ἀκολουθία Δευτέρας Α΄ Ἑβδομάδος Νηστειῶν).

 Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Χριστῷ,

 Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὡς περίοδος προετοιμασίας καὶ μετανοίας φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας, ἡ ὁποία, ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστος, εἶναι προσωπικὴ κρίσις. Ὅταν μᾶς εὑρίσκῃ σφάλλοντας διαμαρτύρεται ἐντονώτατα, καθότι «οὐδὲν αὐτῆς βιαιότερον ἐν κόσμῳ», κατὰ τὸν βιωματικὸν κήρυκα τῆς μετανοίας Ἅγιον Ἀνδρέαν Κρήτης. Ὅθεν, πρέπει νὰ εἰρηνεύῃ μὲ τὴν συνείδησίν του ἕκαστος, διὰ τῆς μετανοίας, ὥστε «ἐν τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως νὰ προσφέρωμεν μυστικὴν ὁλοκάρπωσιν», θυσιάζοντες τὰ πάθη μας καὶ προσφέροντες αὐτὰ θυσίαν ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπον, ὅπως ὁ Κύριος ἑαυτὸν ὑπὲρ «τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Τότε μόνον θὰ ἀνατείλῃ καὶ δι᾿ ἡμᾶς ἐκ τοῦ τάφου ἡ συγγνώμη καὶ θὰ ζήσωμεν ὡς ἀνθρωπότης ἐν ἀλληλοσεβασμῷ καὶ ἀγάπῃ μακρὰν τῶν ὅσων βλέπομεν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φρικτῶν ἐγκλημάτων νὰ πλήττουν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἔχομεν συμμάχους καὶ πρεσβευτὰς πάντας τούς Ἁγίους καὶ μάλιστα τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, τὴν διὰ τῶν ἱκεσιῶν της ὡς ἄλλος λουτὴρ «ἐκπλύνουσαν συνείδησιν».

Ὅθεν, προτρεπόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, ὡς πνευματικὸς Πατὴρ τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδόξων πιστῶν μας, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, νὰ δράμωμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὸ ἀπὸ τῆς αὔριον ἀρχόμενον στάδιον τῶν ἀρετῶν, «μὴ ἄτοπα λογιζόμενοι, μὴ παράνομα πράττοντες», ἀλλὰ πορευόμενοι ἐν Χάριτι νὰ ἐκπλύνωμεν τὰς συνειδήσεις «γνώμῃ ἀγαθῇ» διὰ τῆς μετανοίας, ἔχοντες τὴν βεβαιότητα ὅτι οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ καὶ πάντα «τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα» θὰ καταυγασθοῦν ἐν τέλει ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡμεῖς δέ, «πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου» ἱστάμενοι, ἐὰν ἀξίως πολιτευθῶμεν, θὰ περιβληθῶμεν χιτῶνα φωτεινὸν μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀξιωθῶμεν τοῦ «καινοῦ πόματος» ἐκ τῆς Πηγῆς τῆς ἀφθαρσίας, γευόμενοι τῆς χαρᾶς τοῦ ὀλβίου τάφου τοῦ Κυρίου καὶ συνωθούμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου», ἐν τόπῳ ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται». Γένοιτο.

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βιε´

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Η Μητρόπολη Ιωαννίνων στο διαδίκτυο




Πατώντας στον παρακάτω σύνδεσμο, μπορείτε να περιηγηθείτε στον επίσημο ιστοχώρο της Ιεράς Μητροπόλεως Ιωαννίνων, που για πρώτη φορά επικοινωνεί τόσο με το ποίμνιό της της όσο και με τους απανταχού χρήστες του διαδικτύου και ηλεκτρονικά:

Το «μυστήριο του αδελφού*» (Κυριακή της Απόκρεω)



Η Ευαγγελική  περικοπή της Κυριακής τής Απόκρεω αναφέρεται περισσότερο από κάθε άλλη σαν εικόνα της κρίσεως. Παρ’ όλα αυτά μας λέγει κάτι ουσιαστικό· όχι για τον θάνατο, την καταδίκη ή τη σωτηρία, άλλα για τη ζωή.

Ο Θεός δε ρωτάει ούτε τους αμαρτωλούς ούτε τους δίκαιους τίποτε σχετικά με τις πεποιθήσεις τους ή με τις λατρευτικές τους συνήθειες· αυτό που μετράει ο Κύριος είναι ο βαθμός της ανθρωπιάς τους· «επείνασα γαρ, και εδώκατέ μοι φαγείν, εδίψησα και εποτίσατέ με, ξένος ήμην, και συνηγάγετέ με, γυμνός και περιεβάλετέ με, ησθένησα και επεσκέψασθέ με, εν φυλακή ήμην, και ήλθετε προς με».

Η παραβολή της κρίσεως θέτει σαφέστατα το ότι θα κριθούμε για την «πολιτεία» μας, για το πως δηλαδή ζήσαμε ανάμεσα στους αδελφούς μας. Και για την Εκκλησία αυτή η πολιτεία μας δεν μπορεί να νοηθεί έξω από μια χριστοκεντρική τοποθέτηση μέσα στην αδελφική κοινωνία που είναι έκφραση μιας ζωής, η οποία θεμελιώνεται στην ένωση με τον Χριστό εν Αγίω Πνεύματι. Η τελείωση του πιστού εν κοινωνία είναι το αδιάκοπο κήρυγμα των πατέρων. Ερμηνεύοντας την παύλειο φράση «μιμηταί μου γίνεσθε καθώς καγώ Χριστού», ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος ερωτά: «Και πώς είναι δυνατόν, να γίνουμε μιμη­ταί Χριστού; Με το να φροντίζουμε για το κοινό καλό και να μη ζητούμε τα του εαυτού μας».

Ποιος είναι ο πλησίον;
Μέσα στην ευαγγελική περικοπή του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου αναπτύσσεται η γνωστή καινοδιαθηκική κοινωνική κατηγορία του πλησίον. Μέσα στην Εκκλησία η έννοια αυτή δε γνωρίζει φραγμούς και όρια. Πλησίον είναι ο κάθε άνθρωπος. Εκφράζει την καθολική συναδέλφωση εν Χριστώ. Στον συνάνθρωπο μας διακρίνουμε τον ίδιο τον Χριστό. Αγαπώντας τον πλησίον μας, αγαπάμε τον Χριστό, του οποίου κάθε άνθρωπος είναι εικόνα. Μέσα στην Εκκλησία ο πλησίον μας δίνει τη δυνατότητα να ξεδιπλωθούμε και να βγούμε από τον εαυτό μας, να δραστηριοποιηθούμε στην αγάπη και να ξεπεράσουμε τον φόβο, που έχει μέσα του την κόλαση, και μετά να περάσουμε στο χώρο της παραδείσιας κοινωνίας. Στο πρόσωπο του άλλου ο χριστιανός δε βλέπει το κακό και το δαιμονικό που μετατρέπει τη ζωή και τον κόσμο σε θάνατο, αλλά στο πρόσωπο του πλησίον και μάλιστα του «ελάχιστου αδελφού» βλέπει την αληθινή ζωή, τον Χριστό και την Ανάσταση.

Γι’ αυτό ακριβώς ο ιερός Χρυσόστομος, όταν μιλάει για τον πλησίον, μιλάει για το «μυστήριο του αδελφού». Ο δε άγιος Εφραίμ ο Σύρος τονίζει με έμφαση πως όποιος δεν μπορεί να αγαπήσει είναι ουσιαστικά «βεβλαμμένος κατά νουν». Μια αγιότητα χωρίς αγάπη και χωρίς κοινωνία με τον πλησίον δαιμονοποιεί τον άνθρωπο και τον καθιστά ξένο και αποκομμένο από το κοινωνικό σώμα. Η πραγματική αγιοποίηση του ανθρώπου είναι ουσιαστικά μια πράξη αδελφοποιήσεως.


Η αγάπη
Σ’ αυτή την έννοια του πλησίον κρύβεται και η βαθύτερη σημασία της χριστιανικής αγάπης. Δεν αγαπάμε κατά καθήκον, όπως συνήθως λέμε. Η αγάπη είναι η αναπνοή του Χριστιανισμού, ο φυσικός τρόπος της υπάρξεως του. Η αγάπη δίνει την αληθινή επίγνωση του Θεού, είναι αγαπητική δύναμη της ψυχής, είναι η κύρια δύναμη για τη θεογνωσία. Η αγάπη προέρχεται από τον Θεό, «ότι ο Θεός αγάπη εστίν» (Α’ Ιων. 4,8). Ο Θεός δεν έχει όρια, γι’ αυτό και η αγάπη είναι άπειρη και δε γνωρίζει μέτρο. Η αγάπη είναι εκπλήρωση όλου του νόμου (άγιος Διάδοχος Φωτικής).

Η αγάπη σήμερα
Η αλλοτρίωση που σήμερα πραγματοποιείται σε όλες τις μορφές της ζωής είναι ενδεικτική του κόσμου που έρχεται. Αλλά και αποκαλυπτική της ταυτότητας του ανθρώπου του αύριο, που από σήμερα δημιουργεί μια αυτοσυνειδησία χωρίς Θεό, χωρίς αγάπη και ενάντια σε κάθε έννοια κοινότητας και κοινωνίας προσώπων.

Η μόνη διέξοδος είναι η εκκλησιαστική ζωή και πράξη, η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας του Χριστού. Γιατί η ζωή μας στον ορθόδοξο χώρο είναι προέκταση της Λατρείας. Είναι «λειτουργία μετά τη λειτουργία». Αν η ζωή μας δεν είναι άμεσα και οργανικά συνδεδεμένη με τη λατρεία, αν δεν είναι ευχαριστία και δοξολογία, δεν μπορεί να ονομάζεται ορθόδοξη ζωή. Τότε αποδεικνύεται ότι και η κοινωνική μας ζωή δεν είναι παρά εξωτερική συμβατικότητα, τυπική και ανούσια, που αποβαίνει «εις κρίμα και κατάκριμα και όχι εις σωτηρίαν».

Οι Χριστιανοί δεν είναι έξω από τα δεινά του κόσμου και τις θλίψεις των ανθρώπων. Είμαστε μάρτυρες μιας δαιμονικής καταστάσεως, που αποτελεί πρόσκληση και πρόκληση στη χριστιανική μας αγάπη, στον πλούτο και στη δύναμή της. Μακάριος, λοιπόν, ο άνθρωπος, ο οποίος λογαριάζει κάθε άνθρωπο σαν θεό, μετά τον Θεό (όσιος Νείλος).

Σ’ ένα αρχαίο εκκλησιαστικό κείμενο διαβάζουμε ότι «εκείνος που εξαρπάζει μια ψυχή από την ανάγκη και τα δεινά, τη στέρηση και τα βάσανα, στα οποία βρίσκεται, αυτός προορίζει στον εαυτό του μεγάλη χαρά. Όπως και αντίθετα, εκείνος που γνωρίζει τη συμφορά του ανθρώπου που βρίσκεται σε κάθε είδους ανάγκη και δεν τον εξαρπάζει απ’ αυτήν την κατάσταση, αυτός διαπράττει μεγάλη αμαρτία και γίνεται ένοχος για την απώλειά του. Μια άρνηση ή αναβολή αυτής της στάσης μας, στο να πράττουμε δηλαδή το αγαθό στους αδελφούς μας, έχει σαν συνέπεια να παραμείνουμε έξω από την Βασιλεία».

Είθε η Χάρη του Θεού να αιχμαλωτίζει τον νου μας εις αγάπην Θεού και το Πανάγιο Πνεύμα να μας χαρίζει και να μας διδάσκει την αληθινή αγάπη.

*Αγαθαγγέλου, Επισκόπου Φαναρίου, «Η ζύμη του Ευαγγελίου».