Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ - ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ - ΣΑΡΑΚΟΣΤΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος για τη Μεγάλη Σαρακοστή



+ Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΣ ΕΙΗ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,
ΠΑΡ᾿ HΜΩΝ ΔΕ ΕΥΧΗ, ΕΥΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΣΥΓΧΩΡΗΣΙΣ

 «Τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν ἠνέῳκται·
οἱ βουλόμενοι ἀθλῆσαι εἰσέλθετε»
(στιχηρὸν ἰδιόμελον τοῦ Τριῳδίου, Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς).

 Ἀδελφοὶ καὶ Τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστὸς ἐγκεντρίζει ἡμᾶς εἰς τὸ σῶμα Του καὶ μᾶς καλεῖ νὰ γίνωμεν ἅγιοι «ὅτι ἐγώ», λέγει, «ἅγιός εἰμι» (Α΄ Πέτρ. α΄, 16). Ἐπιθυμεῖ ὁ Πλάστης μας νὰ ἔχωμεν κοινωνίαν μαζί Του καὶ νὰ γευθῶμεν τῆς χάριτός Του, νὰ μετάσχωμεν δηλαδὴ τῆς ἁγιότητός Του. Ἡ κοινωνία μὲ τὸν Θεὸν εἶναι ζωὴ μετανοίας καὶ ἁγιότητος, ἡ δὲ ἀπομάκρυνσις ἐξ Αὐτοῦ, ἡ ἁμαρτία, ταυτίζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μὲ τὴν «κακίαν τῆς καρδίας». Ἡ «ἁμαρτία οὐκ ἔστι τῆς φύσεως, ἀλλὰ τῆς κακῆς προαιρέσεως» (Θεοδωρήτου Κύρου, Διάλογος Α΄- Immutabilis, P.G. 83, 40D) ἢ τοῦ κακοῦ πνεύματος καὶ «οὐδεὶς πίστιν ἐπαγγελλόμενος ἁμαρτάνει», κατὰ τὸν Θεοφόρον Ἰγνάτιον.

Ἡ ἁγιότης εἶναι ἰδιότης τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ «προσφέρων καὶ προσφερόμενος καὶ προσδεχόμενος καὶ διαδιδόμενος». Ὁ κατὰ χάριν ἱερουργὸς τοῦ Μυστηρίου τῆς Θείας Εὐχαριστίας προσφέρει εἰς τοὺς πιστοὺς «τὰ ἅγια τοῖς ἁγίοις», Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ, καὶ λαμβάνει ἀμέσως παρὰ τοῦ πληρώματος τῶν Ὀρθοδόξων τὴν ἀπόκρισιν εἰς τὴν προσφορὰν ὅτι: «εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός», ὁ «ἐσθιόμενος καὶ μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλὰ τοὺς μετέχοντας ἁγιάζων».

Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἐπιτύχῃ τὸ «καθ᾿ ὁμοίωσιν» μὲ τὸν Θεόν, διὰ τὸ ὁποῖον ἐδημιουργήθη, τὴν ἁγιότητα δηλαδή, ἡ ἀποβλέπουσα ἀποκλειστικῶς καὶ μόνον εἰς τὴν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου Μία, Ἁγία, Καθολικὴ καὶ Ἀποστολικὴ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία «θεοπρεπῶς ἐδογμάτισε» μίαν περίοδον τοῦ ἔτους ὡς περίοδον ἰδιαιτέρας προσευχῆς καὶ δεήσεως πρὸς κατευνασμὸν τῶν παθῶν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος.

Ἡ περίοδος αὕτη εἶναι ἡ ἀρχομένη ἀπὸ τῆς αὔριον σωτήριος προετοιμασία διὰ τὸ «Πάσχα τὸ μέγα καὶ ἱερώτατον Χριστοῦ». Εἶναι ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ βιώσωμεν «δέησιν προσάγοντες καὶ ἄφεσιν αἰτοῦντες», ὥστε νὰ γευθῶμεν ἀληθῶς τὸ Πάσχα «μετὰ πάντων τῶν Ἁγίων», γινόμενοι «ἅγιοι», διὰ τῆς ὁμολογίας ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων ὅτι εἴμεθα «σκεύη κεραμέως» συνθλιβόμενα ὑπὸ τοῦ πονηροῦ καθ᾿ ἡμέραν, «πίπτοντες καὶ ἀνιστάμενοι». Νὰ ὁμολογήσωμεν δηλαδὴ τὴν ἀνθρωπίνην ἀτέλειαν καὶ ἀδυναμίαν μας καὶ τὴν ἐνώπιον Θεοῦ μηδαμινότητά μας, μετανοοῦντες καὶ ἐπαναλαμβάνοντες ἐν ἑσπέρᾳ καὶ πρωὶ καὶ μεσημβρίᾳ καὶ ἐν παντὶ καιρῷ καὶ πάσῃ ὥρᾳ, καίτοι «ἅγιοι» διὰ τοῦ βαπτίσματος, ὅτι «εἷς Ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός».

Καλοῦμεν, λοιπόν, πάντας τοὺς Ὀρθοδόξους πιστούς, κληρικούς, μοναχοὺς καὶ μοναχάς, ἀδελφοὶ καὶ τέκνα, νὰ μεταβάλωμεν τὴν ζωήν μας, πάντοτε μέν, ἰδιαιτέρως δὲ κατὰ τὴν περίοδον αὐτὴν τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, εἰς ἀγαπητικὴν πρὸς τὸν πλησίον προσπάθειαν προπαρασκευῆς διὰ τὴν μετοχὴν ἐκτυπώτερον ἀπὸ τοῦδε εἰς τὴν ἀνέσπερον Βασιλείαν τοῦ Κυρίου, τὸ «καινὸν Πάσχα». Προσκαλοῦμεν τοὺς πάντας εἰς ζωὴν ἁγιότητος καὶ πνευματικοῦ ἀγῶνος διὰ νὰ χαρισθῇ εἰς τὸν κόσμον καὶ εἰς ἡμᾶς ὡς «δόσις ἀγαθὴ» καὶ ὡς «δώρημα τέλειον» ἡ δυνατότης τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἁμαρτίας, διότι «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ […] καὶ οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» (Α ́ Ἰωάν. γ΄, 9-10).

Ἂς εἰσέλθωμεν, λοιπόν, μὲ ὅλην τὴν ψυχήν μας, μὴ σκυθρωπάζοντες, ἀλλὰ χαίροντες καὶ ἀγαλλόμενοι, εἰς τὸ πνευματικὸν τοῦτο στάδιον τῶν ἀρετῶν καὶ ἂς καθοπλισθῶμεν «ἀγάπης τὴν λαμπρότητα, προσευχῆς τὴν ἀστραπήν, ἁγνείας τὴν καθαρότητα, εὐανδρίας τὴν ἰσχύν», καὶ ἂς συνοδοιπορήσωμεν μὲ τὸν Κύριον, δεόμενοι Αὐτοῦ νὰ μὴ «παρίδῃ ἡμᾶς κινδυνεύοντας τὴν ἀπ᾿ Αὐτοῦ διάστασιν» (Δοξαστικὸν τῆς Σταυροπροσκυνήσεως), ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀξιώσῃ «ὅπως λαμπροφόροι προφθάσωμεν εἰς τὴν ἁγίαν καὶ τριήμερον Ἀνάστασιν, τὴν καταλάμπουσαν ἀφθαρσίαν τῷ κόσμῳ» (ποίημα Θεοδώρου, ἀκολουθία Δευτέρας Α΄ Ἑβδομάδος Νηστειῶν).

 Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Χριστῷ,

 Ἡ Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ εἶναι ὡς περίοδος προετοιμασίας καὶ μετανοίας φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μας, ἡ ὁποία, ἐσωτερικὴ καὶ ἀνέκφραστος, εἶναι προσωπικὴ κρίσις. Ὅταν μᾶς εὑρίσκῃ σφάλλοντας διαμαρτύρεται ἐντονώτατα, καθότι «οὐδὲν αὐτῆς βιαιότερον ἐν κόσμῳ», κατὰ τὸν βιωματικὸν κήρυκα τῆς μετανοίας Ἅγιον Ἀνδρέαν Κρήτης. Ὅθεν, πρέπει νὰ εἰρηνεύῃ μὲ τὴν συνείδησίν του ἕκαστος, διὰ τῆς μετανοίας, ὥστε «ἐν τῷ πυρὶ τῆς συνειδήσεως νὰ προσφέρωμεν μυστικὴν ὁλοκάρπωσιν», θυσιάζοντες τὰ πάθη μας καὶ προσφέροντες αὐτὰ θυσίαν ἀγάπης πρὸς τὸν συνάνθρωπον, ὅπως ὁ Κύριος ἑαυτὸν ὑπὲρ «τῆς τοῦ κόσμου ζωῆς καὶ σωτηρίας». Τότε μόνον θὰ ἀνατείλῃ καὶ δι᾿ ἡμᾶς ἐκ τοῦ τάφου ἡ συγγνώμη καὶ θὰ ζήσωμεν ὡς ἀνθρωπότης ἐν ἀλληλοσεβασμῷ καὶ ἀγάπῃ μακρὰν τῶν ὅσων βλέπομεν κατὰ τὰς ἡμέρας ταύτας φρικτῶν ἐγκλημάτων νὰ πλήττουν τὴν οἰκουμένην ἅπασαν. Εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον ἔχομεν συμμάχους καὶ πρεσβευτὰς πάντας τούς Ἁγίους καὶ μάλιστα τὴν Παναγίαν Μητέρα τοῦ Κυρίου μας, τὴν διὰ τῶν ἱκεσιῶν της ὡς ἄλλος λουτὴρ «ἐκπλύνουσαν συνείδησιν».

Ὅθεν, προτρεπόμεθα καὶ παρακαλοῦμεν, ὡς πνευματικὸς Πατὴρ τῶν ἀνὰ τὴν οἰκουμένην Ὀρθοδόξων πιστῶν μας, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, νὰ δράμωμεν μετὰ σπουδῆς εἰς τὸ ἀπὸ τῆς αὔριον ἀρχόμενον στάδιον τῶν ἀρετῶν, «μὴ ἄτοπα λογιζόμενοι, μὴ παράνομα πράττοντες», ἀλλὰ πορευόμενοι ἐν Χάριτι νὰ ἐκπλύνωμεν τὰς συνειδήσεις «γνώμῃ ἀγαθῇ» διὰ τῆς μετανοίας, ἔχοντες τὴν βεβαιότητα ὅτι οἱ οὐρανοὶ καὶ ἡ γῆ καὶ πάντα «τὰ ὁρατὰ καὶ ἀόρατα» θὰ καταυγασθοῦν ἐν τέλει ὑπὸ τοῦ φωτὸς τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.

Ἡμεῖς δέ, «πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τοῦ Κυρίου» ἱστάμενοι, ἐὰν ἀξίως πολιτευθῶμεν, θὰ περιβληθῶμεν χιτῶνα φωτεινὸν μιμήσεως τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ ἀξιωθῶμεν τοῦ «καινοῦ πόματος» ἐκ τῆς Πηγῆς τῆς ἀφθαρσίας, γευόμενοι τῆς χαρᾶς τοῦ ὀλβίου τάφου τοῦ Κυρίου καὶ συνωθούμενοι ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ «ἕως τῶν κεράτων τοῦ θυσιαστηρίου», ἐν τόπῳ ὅπου «τὰ φοβερὰ τελεσιουργεῖται». Γένοιτο.

Ἁγία καὶ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ ,βιε´

+ Ὁ Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος πρὸς Θεὸν εὐχέτης πάντων ὑμῶν.

Πέμπτη 14 Μαρτίου 2013

Εγκύκλιος του Οικουμενικού Πατριάρχη για τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή




Αδελφοί και τέκνα εν Κυρίω αγαπητά,

 Οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι Θείοι Πατέρες εθέσπισαν όπως της μεγάλης εορτής της Αναστάσεως του Κυρίου προηγήται περίοδος ασκήσεως και πνευματικής καθάρσεως, διαρκείας τεσσαράκοντα ημερών. Η άσκησις πραγματοποιείται και δια του περιορισμού των τροφών, δηλονότι της νηστείας, αλλά κυρίως δια της αποχής από το κακόν. Τονίζει χαρακτηριστικώς ο ιερός υμνογράφος ότι αληθής και ευπρόσδεκτος από τον Θεόν νηστεία είναι η των κακών αλλοτρίωσις, η εγκράτεια γλώσσης, η θυμού αποχή, ο χωρισμός από των κακών επιθυμιών, της καταλαλιάς, του ψεύδους και της επιορκίας, η επανόρθωσις της αδικίας, η δίωξις του εμπαθούς λογισμού, η θερμή εξομολόγησις, ο καθαρμός της συνειδήσεως, "ης ουδέν εν κόσμω βιαιότερον", η εγκράτεια από "παθών βλαβερών, από φθόνου και μίσους, από πάσης κακίας", η αποφυγή της "εκτροπής του νοός", η ομολογία των εσφαλμένων· ότι "εγγύς επί θύραις ο Κριτής εστιν", ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, "ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών" (Μέγας Κανών Αγίου Ανδρέου Κρήτης).
Η σωματική άσκησις σκοπόν έχει την κάθαρσιν του νου και την προσήλωσιν αυτού εις την αγάπην του Κυρίου και Θεού ημών Ιησού Χριστού. Ταυτοχρόνως, και εις την αγάπην των συνανθρώπων μας, η οποία και αποτελεί την απόδειξιν ότι είμεθα μαθηταί του Αγαπώντος αυτούς. Η αγάπη μας πρέπει να είναι έμπρακτος και να συνεπάγεται δι'  ἡμᾶς κάποιαν θυσίαν υπέρ αυτών. Διότι αγάπη άνευ προσφοράς των αναγκαίων υλικών και πνευματικών αγαθών εις τον αγαπώμενον είναι  κ ε ν ό ς  λόγος. Ιδίως κατά την παρούσαν εποχήν της μεγάλης ηθικής και οικονομικής κρίσεως οφείλομεν, όσοι έχομεν την δυνατότητα, να προσφέρωμεν μετά ιλαρότητος, αγάπης και σεβασμού προς τον συνάνθρωπον την βοήθειάν μας προς αυτόν. Τότε μόνον η χαρά μας επί τη Αναστάσει του Κυρίου θα είναι πλουσία, όταν και η προσφορά μας προς τούς αδελφούς Αυτού, τούς ελαχίστους, τούς συνανθρώπους μας, είναι πλουσία. "Ο αγαπών τον πλησίον ως εαυτόν ουδέν περισσότερον κέκτηται του πλησίον· [...] όσον ουν πλεονάζεις τω πλούτω, τοσούτον ελλείπεις τη αγάπη", διδάσκει το αψευδές πατερικόν στόμα (Μεγάλου Βασιλείου, Προς τούς πλουτούντας, P.G. 31,281Β).
Ο κόσμος νομίζει, ατυχώς, ότι η χαρά συμπορεύεται προς το  λ α μ β ά ν ε ι ν  και  κ α τ έ χ ε ι ν  πλούτον, δόξαν, αξιώματα και άλλας απολαύσεις. "Ουδέν γαρ αχρηστότερον ανδρός ουκ ειδότος φιλείν"· και "όταν ίδης τινά δεόμενον θεραπείας η σωματικής, η ψυχικής, μη λέγε προς εαυτόν∙ Τίνος ένεκεν ο δείνα και ο δείνα αυτόν ουκ εθεράπευσεν; αλλ' απάλλαξον της αρρωστίας, και μη απαίτει εκείνους ευθύνας της αμελείας. [...] Αν γαρ επιστάξης αυτώ καθάπερ έλαιον του λόγου την διδασκαλίαν, αν καταδήσης τη προσηνεία, αν θεραπεύσης τη καρτερία, θησαυρού παντός ευπορώτερόν σε ούτος εργάσεται" (Ιερού Χρυσοστόμου, Εις Β´ Κορινθίους ΚΖ´ και κατά Ιουδαίων Η´, P.G.61, 586-587 και 48, 932-933). Η αλήθεια είναι ότι η χαρά και η ικανοποίησις από την προσφοράν αγάπης και υλικών αγαθών προς τον συνάνθρωπον είναι ασυγκρίτως μεγαλυτέρα. Η συνήθης κοινωνική αντίληψις, η οποία και διδάσκεται εις τούς νέους ως η πλέον συμφέρουσα  δι  αὐτούς οδός, είναι η πλεονεξία και απληστία. Αι ιδέαι όμως αύται, όταν επικρατήσουν, δημιουργούν κοινωνικάς διαταράξεις, και τελικώς βλάπτουν και αυτούς οι οποίοι αποκτούν υπέρμετρα αγαθά επί ζημία των υπολοίπων. Ο αναπόφευκτος κοινωνικός διαχωρισμός πρέπει να εξομαλύνεται εκουσίως δια της προσφοράς των εχόντων προς τούς μη έχοντας, ως ο Κύριος ημών διδάσκει αναφέρων ενδεικτικώς: "ο έχων δύο χιτώνας μεταδότω τω μη έχοντι" (Λουκ. γ ,11). Μόνον δια της αισθήσεως της ενότητος ημών προς όλους τούς συνανθρώπους μας, και μάλιστα τούς αδυνάτους, θα διανύσωμεν την περίοδον της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής θεαρέστως και θα έχωμεν την ευλογίαν του Χριστού.
Κατά το τρέχον έτος, το οποίον ανεκηρύξαμεν Έτος Πανανθρωπίνης Αλληλεγγύης, πρέπει, εν όψει και της σοβαράς παγκοσμίου οικονομικής κρίσεως, να δείξωμεν όλοι περισσότερον ενδιαφέρον δια την ανακούφισιν των στερουμένων στοιχειωδών αγαθών αδελφών μας.
Κατ'  αὐτόν τον τρόπον θα διανύσωμεν  το "ενώπιον ημών στάδιον των αρετών" θεαρέστως και εν πνευματική προόδω, θα "απολαύσωμεν του δηναρίου", "θα δεχθώμεν το δίκαιον όφλημα" και θα εορτάσωμεν με πληρότητα χαράς την Αγίαν Ανάστασιν του Κυρίου,  καθ'  ἥν αληθώς "ζωή πολιτεύεται",  του Οποίου η Χάρις και το πλούσιον Έλεος είησαν μετά πάντων υμών.

Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή , βιγ´
+ Ο Κωνσταντινουπόλεως

διάπυρος προς Θεόν ευχέτης πάντων υμών