Δευτέρα 10 Αυγούστου 2026

Η οικουμενικότητα της Εκκλησίας στον ύμνο “Απόστολοι εκ περάτων”

Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου

Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ

Μέσα στην εκκλησιαστική περίοδο του δεκαπενταύγουστου ιδιαί­τερη θεολογική σημασία παρουσιάζει η φράση «Ἀπόστολοι ἐκ πε­ράτων», με την οποία ξεκινάει το εξαποστειλάριο της εορτής της Κοιμήσεως της Θε­ο­τό­κου. Η εικό­να των Αποστόλων που συγκεντρώνονται από τα «πέρατα» της οικουμένης για να παρευρεθούν στην Κοίμηση και την ταφή της Θεοτό­κου σηματοδοτεί την καθολικότητα και την οικουμενικότητα της Ορθοδό­ξου Εκκλησίας. Οι Απόστολοι κατά την εκκλησιαστική παράδοση βρίσκο­νταν διασκορπισμένοι στα διάφορα μέρη του κόσμου, επιτελώντας το ιερα­πο­στο­λικό τους χρέος για τη μετάδοση του Ευαγγελικού μη­νύματος κατά το: «πορευθέντες μαθη­­τεύ­σατε πά­ντα τα έθνη, βαπτίζοντες αὐ­τοῦς εἰς τό ὄνομα τοῦ πατρός καί τοῦ υἱοῦ καί ἁγίου πνεύματος, διδά­σκοντες αὐτούς τηρεῖν πάντα ὅσα ἐνε­τει­λάμην ὑμῖν». (Ματθ. 28,16-20).

Η φράση αυτή «Ἀπόστολοι ἐκ πε­ράτων», αναδεικνύει την πα­γκο­σμι­­ό­τητα της Εκκλησίας, η οποία δεν απευθύνεται σε έναν συγκε­κρι­μένο λαό, σε μία συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή ή σε μία συ­γκε­κρι­μένη κοινω­νι­κή ομάδα. Το Ευαγγελικό μήνυμα έχει καθολικό και εσχατολογικό χαρα­κτή­ρα και απευθύνε­ται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα. «Καί κη­ρυχ­θή­­σεται τοῦτο τό εὐαγγέλιον τῆς βασιλείας ἐν ὅλῃ τῇ οἰκου­μέ­νῃ εἰς μαρτύ­ριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσιν καί τότε ἥξει τό τέλος» (Ματθ. 24,14). Υποτίμηση η αναστολή του χρέους της προ­σω­πικής αυτής μαρ­τυ­ρίας θα σήμαινε ουσιαστική άρνη­ση του Ευαγγελίου. Η Εκκλησία είναι οικουμενική επειδή συγκεντρώνει σε ένα Σώμα ανθρώπους διαφορετικούς ως προς την καταγωγή, το έθνος, το φύλο, τη γλώσσα, τον πολιτισμό και την κοινωνική τους προέλευση. Η ενό­τη­τα της Εκκλησίας δεν στηρίζεται στην ομοιομορφία των ανθρώπων, αλ­λά στην ποικιλομορφία και στην κοινή συμμετοχή τους στο Σώμα του Χρι­στού. Υπό αυτή την έννοια, η εικόνα των Αποστόλων που έρχονται από δι­α­φορετικά μέρη αποτελεί εικόνα μιας ενότητας εν τη ποικιλία των διατυ­πώ­σεων, εθνικών, φυλετικών, κοινωνικών και πολιτισμικών.

Το αυθεντικό νόημα της Εκκλησίας εξάγεται από την ίδια τη ση­μασία της λέξης προ­σαρ­μοσμένη στα νέα συμφραζόμενα, δηλ. «εκ­κλη­σία» σημαίνει «κλήση προς τα έξω για συνάθροιση του λαού του Θεού». Τα «πέρατα» δεν δηλώνουν μόνο την απόσταση από την Ιερουσαλήμ, αλλά παραπέμπουν σε ολόκληρη την οικουμένη, η οποία καλείται να συμμετά­σχει στο γεγονός της Σωτηρίας. Επιπλέον, η Σύναξη των Αποστόλων γύ­ρω από την Θεοτόκο μπορεί να θεωρηθεί ως προτύπωση της καθολικής Εκ­κλησίας, η οποία συνέρχεται γύρω από τον Χριστό και ζει την ενότητα της πίστεως κατά το «ἵνα πάντες ἕν ὦσιν» (Ιωάν. 17,21).

Προσέτι, η οικουμενικότητα της Εκκλησίας συνδέεται άμεσα με την έννοια της αποστολικότητας. Κρίνεται σκόπιμο να τονιστεί πως η Εκκλη­σία είναι Αποστολική όχι ασφαλώς μόνο με την έννοια της αποστολικής διαδοχής, αλλά και την έννοια της συνέχισης του έργου των Αποστόλων, το οποίο πρέπει να επεκτείνεται και να μετα­δί­δεται με κάθε δυνατό τρόπο και μέσο έως εσχάτου της γης, με κάθε έννοια γεωγραφική, χρο­νική, πο­λιτιστική και κοινωνική. Οι Απόστολοι λοιπόν εμπνεόμενοι από την προσ­δο­κία έλευσης της Βα­σι­λείας του Θε­ού, δηλαδή ενός νέου κόσμου αγάπης και δικαι­οσύ­νης, μέσα σε πνεύμα αμοιβαίου αλληλο­σε­βα­σμού και αλληλο­ϋπο­­στήριξης και ελευθερίας, ανέδειξαν με το λόγο και τη ζωή τους το δι­αχρονικό «ἔρχου καὶ ἴδε» (Ἰωαν. 1,46) του Αποστόλου Φιλίππου προς τον οποι­ονδή­πο­τε καλοπροαίρετο Ναθαναήλ. Εξάλλου, ο Θεός της αγάπης δεν επιβάλλει ή δεν απαιτεί την ε­λευ­θερία μας, αλλά την «επαιτεί» και την περιμένει μέσα από την αγάπη μας, καθώς χωρίς την ελευθερία ο άνθρω­πος θα ήταν ισότιμος με τα λοιπά ζώα, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Ιωάννης ο Δαμα­σκη­νός: «η δουλεία θα υπέτασσε τις ενέργειές του, και θα οδηγούσε τις σκέ­ψεις του μέσα σε έναν περιορισμένο κύκλο, όπου θα περι­εστρέ­φετο. Οι ιδέες του καλού και του αγαθού θα ήσαν άγνωστοι σ΄ αυτόν, θα α­γνο­ούσε τι είναι αισχρό, τι κακό, τι ψευδές, και δεν θα είχε εξουσία αυτε­νεργείας, δυ­νατότητα να εξέλθει από τον περιορισμένο κύκλο των έμφυτων ορ­μών».

Οι Α­πόστολοι λοιπόν, α­πευ­θύνθηκαν προς όλους τους ανθρώπους περί της Σωτηριολογικής δι­ά­στασης του χριστιανικού ιδε­ώδους, χωρίς να υ­πο­­χρε­ώσουν κανέναν για τον ενστερνισμό αυτού και το αυτό διδάσκουν και προς εμάς να συνεχίσουμε αυτήν την ιεραποστολή η οποία πρέπει να τείνει προς μια διαλεκτική σχέση, προς μια δυναμική διαδικασία αλληλε­πίδρασης και αμοιβαίας αναγνώρισης, η οποία ενώνει χωρίς να ισοπεδώνει. Οι περίοδοι αποστολικής αδράνειας και ποιμαντικής αδιαφορίας για τη Σωτηρία του κόσμου και των ανθρώπων φανερώνουν, χωρίς αμφι­βολία, αλλοτρίωση και εκκοσμίκευση. Η Εκ­κλησία δεν αποτελείται μόνο από τα πιστά μέλη της, αντιθέτως ως μέλη της θεωρούνται οι πι­στοί που υπήρ­ξαν, είναι και θα γίνουν· «οἱ πανταχοῦ τῆς οἰκουμένης πιστοί καί ὄντες καί γε­νόμενοι καί ἐσόμενοι».

Περισσότερο αδικημένοι στην εποχή μας, είχε διατυπώσει εμφαντι­κά ο Μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας κ. Αναστάσιος, είναι όσοι στε­ρή­­θη­καν τον Θείο Λόγο, «όχι γιατί οι ίδιοι αρνήθηκαν να τον ακούσουν, αλλά γιατί εκείνοι που επί αιώνες τον κατέχουν αδιαφόρησαν να τους τον γνω­ρί­σουν».  Ο Ευαγγελισμός λοιπόν στα πέρατα της γης δεν είναι ευκαιριακή, πε­ριθωριακή υπό­θε­­ση της Εκκλησίας, την οποία θα μπορούσε και να παρα­μελήσει ή να πα­ραλείψει ο άνθρωπος σήμερα αλλά έκφραση της αγάπης του Χριστού. Ο Όσιος Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης αναφέρει χαρακτη­ρι­στι­κά πε­ρί της συνέχισης της διαδόσεως του Ευαγγελίου της αγάπης του Χρι­στού στα πέρατα του κόσμου: «Η αγάπη προς τον Χριστό δεν έχει όρια, το ίδιο και η αγάπη προς τον πλησίον. Να εκτείνεται παντού, στα  πέρατα της γης. Παντού σε όλους τους ανθρώπους. Εγώ ήθελα να πάω να ζήσω μαζί με τους χίπηδες στα Μάταλα χωρίς, βέβαια αμαρτίες, για να δείξω την αγάπη του Χριστού, πόσο είναι μεγάλη και πώς μπορεί να τους αλλάξει, να τους μετα­μορφώσει. Η αγάπη είναι πάνω απ’ όλα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου