Τετάρτη 22 Απριλίου 2020

«Είναι σκληρός αυτός ο Απρίλης...»



«Είναι σκληρός αυτός ο Απρίλης... Απομονωμένοι στον φοβισμένο μας εαυτό, απομακρυσμένοι από τα αγαπημένα μας πρόσωπα, ο Γολγοθάς έμοιαζε πιο ανηφορικός, ακόμη κι ο αναστάσιμος ήχος της καμπάνας θλιμμένος… 
Αυτό το αλλιώτικο Πάσχα -νοτισμένο με μνήμες και σιωπή- θα πονάει, η θύμησή του θα ματώνει, γιατί κι εμείς δεν θα είμαστε πια ίδιοι… Όμως κοιτάμε μπροστά, προσδοκώντας την άλλη ανάσταση, μιαν άνοιξη - βάλσαμο που δε λέει ακόμα ν’ ανθίσει…».

Χρήστος Π. Γαρουφαλής

*έργο: "πορφυρό βλέμμα", λάδι σε ξύλο, 50x24 εκ.

Τρίτη 21 Απριλίου 2020

«Θα γίνει Ανάσταση...»


 

«Θα γίνει Ανάσταση μίαν αυγή, πώς λάμπουν την Άνοιξη τα δέντρα θα ροδαμίσει του όρθρου η μαρμαρυγή, θα ξαναγίνει πέλαγο και πάλι το κύμα θα τινάξει την Αφροδίτη...».

Γιώργος Σεφέρης «Μνήμη, Α'» (από το «Ημερολόγιο Καταστρώματος, Γ'»).

Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

«Πλόκαμοι της Ανοίξεως...»


 

«Ο ιερεύς έβαλεν ευλογητόν εις το ύπαιθρον, φορέσας μαύρον επιτραχήλι, και ήρχισε να αναγινώσκη την παννυχίδα και το Κύματι θαλάσσης, όλα διαβαστά. Είτα ανάψας εντός του θυμιατού μοσχολίβανον, εθυμίασε τους παρεστώτας όλους και ποιήσας απόλυσιν, έβγαλε το μαύρον επιτραχήλι, εφόρεσεν άλλον ιόχρουν μεταξωτόν και λευκόν φαιλόνιον και ανάψας λαμπάδα, στραφείς προς τον λαόν, ήρχισε να ψάλλη μελωδικώς το Δεύτε λάβετε φως, μεθ' ο έψαλε, Την Ανάστασιν Σου, Χριστέ Σωτήρ... 
Ωραία δε και γλυκεία ήτο η σκηνή, εντός του ερειπίου εκείνου, επιβλητικού εις την όψιν, αγλαϊζομένου από το τρέμον, υπό την πνοή της αύρας της νυκτερινής, φως πεντήκοντα λαμπάδων. Σκηνή φωτεινή και σκιερά, διαυγής και μυστηριώδης, εν μέσω γιγαντιαίων δρυών υψουσών υπερηφάνως... με τα φρίσσοντα φύλλα μαρμαίροντα ως χρυσάς φολίδας, υπό την λαμπηδόνα των πυρσών, με σκιάς και σκοτεινά κενά εν μέσω των κλάδων...


Και η αγραμπελιά η χιονανθής, η λευκάζουσα και μυροβολούσα εις τους φράκτας, λευχείμων μυροφόρος εορτάζουσα την Ανάστασιν, και ο κισσός και το αγιόκλημα, πλόκαμοι της Ανοίξεως εξαπλούσης την μυροβόλον κόμην της ανά τους αγρούς, διέχυνον ζωηροτέραν εν τη νυκτί την ευωδίαν των εις τον αέρα. Και η αργυρά αμμόκονις των άστρων ωλιγόστευεν επάνω, καθ’ όσον υψούτο η σελήνη, και η αηδών ηκούετο μινυρίζουσα βαθιά εις τον μυχόν του δάσους, και ο γκιώνης μη δυνάμενος να διαγωνισθή προς την λιγυράν αδελφήν του, έπαυσε προς καιρόν το θρηνώδες άσμα του...». 

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στην αγι' Αναστασά.