Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2018

«Καλά Χριστούγεννα στις καθάριες ψυχές που Τον αναζητούν...»


 
«Σκέπτομαι τον Χριστό να αποζητά την συντροφιά όσων πραγματικά η καρδιά τους Τον ψάχνει. Έτσι όπως οι εξ' ανατολών Μάγοι, τον αποζητούσαν να Τον δουν και να Τον προσκυνήσουν. Αγαπώ τον Χριστό, γιατί αγάπησε περισσότερο ό,τι οι άνθρωποι θεωρούν πως δεν αξίζει της αγάπης τους. Έτσι, στοχάζομαι πως μια τέτοια παρόμοια νύχτα μ' αυτήν που χάρισε το φως στον κόσμο, ο Χριστός θα διάλεγε να γεννηθεί και πάλι ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα περίμεναν ποτέ να Τον γνωρίσουν, ώστε να χάσουν κάθε ευκαιρία να συναντηθούν μαζί Του, όσοι θεωρούν δεδομένη την σωτηρία τους από Εκείνον!



Αγαπώ τον Χριστό, γιατί αγάπησε πραγματικά τον άνθρωπο! Πολλοί νομίζουν πως ότι έγινε, έγινε μόνον εκείνη τη νύχτα. Πόσο λάθος κάνουν... Ποιος μπορεί να διαψεύσει αυτό που οι αρχαίες προφητείες διατύπωσαν αποφθεγματικά! Αυτό που σημαίνει δηλαδή το όνομα Του: "Ἐμμανουήλ, ὅ ἐστιν μεθερμηνευόμενον Μεθ' ἡμῶν ὁ Θεός". Είναι μαζί μας ο Θεός! Αυτό είναι τελικά το μεγαλύτερο νόημα τούτης της μέρας. Είναι μαζί μας ο Θεός! Τίποτα δεν μπορεί αυτό να το αλλάξει! Καλά Χριστούγεννα στις καθάριες ψυχές που Τον αναζητούν και τελικά θα Τον βρουν!»

π. Θωμάς Ανδρέου,
Αρχιμανδρίτης του Οικουμενικού Θρόνου και Πρωτοσύγκελλος της Ι.Μ. Ιωαννίνων.

Κυριακή 23 Δεκεμβρίου 2018

«Ντύνεται με σάρκα για χάρη της σάρκας…»


 
«Αυτός εισέρχεται στην ίδια την εικόνα του, ντύνεται με σάρκα για χάρη της σάρκας και με ψυχή πνευματική για χάρη της ψυχής μου, καθαρίζοντας έτσι το όμοιο με το όμοιό του. Και γίνεται κατά πάντα εκτός από την αμαρτία τέλειος άνθρωπος. Αφού γεννήθηκε από την Παρθένο, της οποίας η ψυχή και το σώμα καθαρίστηκε εκ των προτέρων από το Άγιο Πνεύμα (διότι έπρεπε και η γέννηση να τιμηθεί και η παρθενία να προτιμηθεί), παραμένοντας Θεός και μετά την πρόσληψη της ανθρωπίνης φύσεως. Γενόμενος ένα από τα δύο αντίθετα, από την σάρκα δηλαδή και το πνεύμα, από τα οποία το μεν ένα έκανε το άλλο Θεό, ενώ το άλλο έγινε Θεός...». 

Γρηγορίου του Θεολόγου, «Λόγος ΛΗ', Εις τα Θεοφάνια», PG36,325Β.

«Γεννιέται από αγάπη…»


 

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά ενός βρέφους;

Όλοι νομίζουμε ότι είναι βασικά και κύρια η αθωότητα. Μα και βέβαια είναι η αθωότητα. Όχι όμως μόνο αυτό. Ξεχνάμε τις περισσότερες φορές, ότι ένα βρέφος κουβαλάει και πολλά προγονικά κατάλοιπα και από τους δύο γονείς. Στοιχεία καλά και προβληματικά, τα οποία σφραγίζουν μαζί με τα στοιχεία της προσωπικότητάς του την παραπέρα εξέλιξή του.

Ένα «θείο βρέφος» όμως τι προγονικά κατάλοιπα μπορεί να φέρει; Μα τι άλλο από αυτά του Πατέρα Του και της μητέρας Του. Είναι «ο τον πόλον κοσμήσας τοις άστροις» από τον Πατέρα Του. Αυτός που με τον Θεό Πατέρα δημιούργησε τον κόσμο και εκόσμησε τον ουρανό με το θαυμαστό στερέωμα που στολίζουν τα άστρα. Κατάλοιπο θεϊκό, που δεν επιδέχεται λογικές εξηγήσεις παρά μόνο βαθιά πίστη και ελεύθερη αποδοχή. Είναι ο «προ αιώνων Θεός». Κι από τη μητέρα Του μια ταπεινή και υπάκουη θέληση, θέληση μέχρι θανάτου από αγάπη και μόνο. Γιατί, ας μη ξεχνάμε, ότι «κραταιά ως θάνατος η αγάπη». Ένας έρωτας Θεού και ανθρώπων για να ξεπεραστεί ο θάνατος απ’ την αγάπη προς όλους, ακόμα και προς τους εχθρούς που μπορούν να οδηγήσουν στον θάνατο.

Ένας Θεός γεννιέται από αγάπη και για την αγάπη το βασικό κατάλοιπο αυτού του «θείου βρέφους». Ένα βρέφος με κύρια αποστολή να μπολιάσει με αγάπη τον κόσμο και να κατανικήσει το θάνατο με το δικό Του θάνατο, να ξεπεράσει το τραγικό κατάλοιπο της ανθρωπότητας, να θρυμματίσει την οδύνη γενεών και γενεών. Να χαρίσει τρία μόνο πράγματα στους ανθρώπους: χαρά, αγάπη και ελευθερία.

«Τι μείζον άλλο καινόν είδεν η κτίσις;» 

π. Αλέξανδρος Καριώτογλου

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2018

ΠΑΤΡΙΑΡΧΙΚΗ ΑΠΟΔΕΙΞΙΣ ΕΠΙ ΤΟΙΣ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΟΙΣ 2018


 

† ΒΑΡΘΟΛΟΜΑΙΟΣ
ΕΛΕῼ ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ,
ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
ΠΑΝΤΙ Τῼ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
ΧΑΡΙΝ, ΕΛΕΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗΝ
ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ
* * *

Ἱερώτατοι καί Θεοφιλέστατοι ἀδελφοί, προσφιλέστατα τέκνα ἐν Κυρίῳ,

Δοξάζομεν τόν Πανάγιον καί Πανοικτίρμονα Θεόν, διότι ἠξιώθημεν καί ἐφέτος νά φθάσωμεν εἰς τήν πανέορτον ἡμέραν τῶν Χριστουγέννων, τήν ἑορτήν τῆς σαρκώσεως τοῦ προαιωνίου Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ «δι᾿ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους καί διά τήν ἡμετέραν σωτηρίαν». Διά τοῦ «ἀεί μυστηρίου» καί «μεγάλου θαύματος» τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, τό «μέγα τραῦμα», ὁ ἐν σκότει καί σκιᾷ καθήμενος ἄνθρωπος, καθίσταται «υἱός φωτός καί υἱός ἡμέρας» (Α’ Θεσσ. ε’, 5), ἀνοίγει δι᾿ αὐτόν ἡ εὐλογημένη ὁδός τῆς κατά χάριν θεώσεως. Ἐν τῷ θεανδρικῷ μυστηρίῳ τῆς Ἐκκλησίας καί διά τῶν ἱερῶν μυστηρίων της, γεννᾶται καί μορφοῦται ὁ Χριστός εἰς τήν ψυχήν καί τήν ὕπαρξίν μας. «Ὁ τοῦ Θεοῦ Λόγος», θεολογεῖ ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «ἐφάπαξ κατά σάρκα γεννηθείς, ἀεί γεννᾶται θέλων κατά πνεῦμα διά φιλανθρωπίαν τοῖς θέλουσι· καί γίνεται βρέφος, ἑαυτόν ἐν ἐκείνοις διαπλάττων ταῖς ἀρεταῖς καί τοσοῦτον φαινόμενος, ὅσον χωρεῖν ἐπίσταται τόν δεχόμενον» (Μαξίμου Ὁμολογητοῦ Κεφάλαια διάφορα θεολογικά τε καί οἰκονομικά, PG 90, 1181). Δέν εἶναι «Θεός - Ἰδέα», ὡς ὁ θεός τῶν φιλοσόφων, οὔτε Θεός κεκλεισμένος εἰς τήν ἀπόλυτον ὑπερβατικότητά του καί ἀπροσπέλαστος, ἀλλά εἶναι ὁ «Ἐμμανουήλ», ὁ «Θεός μεθ᾿ ἡμῶν» (πρβλ. Ματθ. α’, 23), εὑρίσκεται ἐγγύτερον εἰς ἡμᾶς, ἀπό ὅσον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἰς τόν ἑαυτόν μας, εἶναι «καί ἡμῶν αὐτῶν συγγενέστερος» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, ΣΤ’, PG 150, 660).

Ἡ πίστις εἰς τήν ἀπρόσιτον καί ἄσαρκον Θεότητα δέν μεταμορφώνει τήν ζωήν τοῦ ἀνθρώπου, δέν αἴρει τήν πόλωσιν μεταξύ ὕλης καί πνεύματος, δέν γεφυρώνει τό χάσμα μεταξύ οὐρανοῦ καί γῆς. Ἡ Σάρκωσις τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι ἡ φανέρωσις τῆς ἀληθείας περί Θεοῦ καί ἀνθρώπου, ἡ ὁποία σώζει τό ἀνθρώπινον γένος ἀπό τούς σκοτεινούς λαβυρίνθους, τόσον τοῦ ὑλισμοῦ καί τοῦ ἀνθρωπομονισμοῦ, ὅσον καί τοῦ ἱδεαλισμοῦ καί τοῦ δυϊσμοῦ. Ἡ καταδίκη τοῦ νεστοριανισμοῦ καί τοῦ μονοφυσιτισμοῦ ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας σηματοδοτεῖ τήν ἀπόρριψιν δύο καθολικωτέρων τάσεων τῆς ἀνθρωπίνης ψυχῆς, καί δή ἀφ᾽ ἑνός τῆς ἀπολυτοποιήσεως τοῦ ἀνθρωποκεντρισμοῦ καί ἀφ᾽ ἑτέρου τῆς ἐξιδανικεύσεως τῆς ἰδεαλιστικῆς ἐκδοχῆς τῆς ζωῆς καί τῆς ἀληθείας, παρεκκλίσεων ἰδιαιτέρως διαδεδομένων καί εἰς τήν ἐποχήν μας.

Ὁ σύγχρονος «νεστοριανισμός» ἐκφράζεται ὡς πνεῦμα ἐκκοσμικεύσεως, ὡς ἐπιστημονισμός καί ἀπόλυτος προτεραιότης τῆς χρηστικῆς γνώσεως, ὡς ἀπόλυτος ἰδιονομία τῆς οἰκονομίας, ὡς αὐτοσωτηρική ἀλαζονεία καί ἀθεΐα, ὡς ὁ «μή πολιτισμός» τοῦ ἀτομοκεντρισμοῦ καί τοῦ εὐδαιμονισμοῦ, ὡς νομικισμός καί ἠθικισμός, ὡς «τέλος τῆς αἰδοῦς» καί ταύτισις τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης καί τῆς μετανοίας μέ τήν λεγομένην «ἠθικήν τῶν ἀδυνάτων». Ὁ «μονοφυσιτισμός» πάλιν ἐκπροσωπεῖται σήμερον ἀπό τάς τάσεις δαιμονοποιήσεως τοῦ σώματος καί τοῦ φυσικοῦ ἀνθρώπου, ἀπό τόν πουριτανισμόν καί τά σύνδρομα «καθαρότητος», τήν ἐσωστρεφῆ ἄκαρπον πνευματικότητα καί τούς ποικίλους μυστικισμούς, ἀπό τήν περιφρόνησιν τοῦ ὀρθοῦ λόγου, τῆς τέχνης καί τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπό τήν ἄρνησιν τοῦ διαλόγου καί τήν ἀπόρριψιν τοῦ διαφορετικοῦ, μέ ἐπικίνδυνον ἐκφραστήν, ἐν ὀνόματι τῆς «μόνης καί ἀποκλειστικῆς ἀληθείας», τόν θρησκευτικόν φονταμενταλισμόν, ὁ ὁποῖος τρέφεται ἀπό ἀπολυτοποιήσεις καί ἀπορρίψεις καί τροφοδοτεῖ τήν βίαν καί τήν διάσπασιν. Εἶναι προφανές ὅτι, τόσον ἡ νεστοριανίζουσα ἀποθέωσις τοῦ κόσμου, ὅσον καί ἡ μονοφυσιτίζουσα δαιμονοποίησίς του, ἀφήνουν τόν κόσμον καί τήν ἱστορίαν, τόν πολιτισμόν καί τούς πολιτισμούς, ἐκτεθειμένους εἰς τάς δυνάμεις τοῦ «νῦν αἰῶνος», καί παγιώνουν τοιουτοτρόπως τήν αὐτονόμησιν καί τά ἀδιέξοδά των.

Ἡ χριστιανική πίστις εἶναι ἡ βεβαιότης τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου ὑπό τοῦ Θεοῦ τῆς ἀγάπης, ὁ ὁποῖος προσέλαβε φιλανθρώπως τήν ἡμετέραν φύσιν καί ἐχαρίσατο ἡμῖν πάλιν τό διά τῆς πτώσεως ἀπολεσθέν «καθ᾽ ὁμοίωσιν», ἱκανώσας ἡμᾶς εἰς τήν κατ᾽ ἀλήθειαν ζωήν ἐν τῷ Σώματι Αὐτοῦ, τῇ Ἐκκλησίᾳ. Σύνολος ἡ ζωή τῆς Ἐκκλησίας ἐκφράζει τό μυστήριον τῆς θεανθρωπότητος. Ὁ Θεάνθρωπος Σωτήρ ἀνέλαβεν «ἐκκλησίας σάρκα» (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, Ὁμιλία πρό τῆς ἐξορίας, PG 52, 429) καί ἔδειξε, «πρῶτος καί μόνος», «τόν ἀληθινόν ἄνθρωπον καί τέλειον καί τρόπων καί ζωῆς καί τῶν ἄλλων ἕνεκα πάντων» (Νικολάου Καβάσιλα, Περί τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς, Στ´, PG 150, 680). Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ τόπος τῆς «κοινῆς σωτηρίας», τῆς «κοινῆς ἐλευθερίας» καί τῆς ἐλπίδος τῆς «κοινῆς βασιλείας», εἶναι ὁ τρόπος τῆς βιώσεως τῆς ἐλευθεροποιοῦ ἀληθείας, ὁ πυρήν τῆς ὁποίας εἶναι τό ἀληθεύειν ἐν ἀγάπῃ. Ἡ ἀγάπη αὐτή ὑπερβαίνει τά ὅρια τῆς ἁπλῆς ἀνθρωπιστικῆς δράσεως, καθ᾽ ὅτι ἡ πηγή καί τό πρότυπον αὐτῆς εἶναι ἡ ὑπερβαίνουσα τόν ἀνθρώπινον λόγον θεία φιλανθρωπία. «Ἐν τούτῳ ἐφανερώθη ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐν ἡμῖν, ὅτι τόν υἱόν αὐτοῦ τόν μονογενῆ ἀπέσταλκεν ὁ Θεός εἰς τόν κόσμον ἵνα ζήσωμεν δι᾽ αὐτοῦ. Ἐν τούτῳ ἐστίν ἡ ἀγάπη, οὐχ ὅτι ἡμεῖς ἠγαπήσαμεν τόν Θεόν, ἀλλ᾽ ὅτι αὐτός ἠγάπησεν ἡμᾶς ... Ἀγαπητοί, εἰ οὕτως ὁ Θεός ἠγάπησεν ἡμᾶς, καί ἡμεῖς ὀφείλομεν ἀλλήλους ἀγαπᾶν» (Α´ Ἰωάν. δ´, 9-11). Ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη, ἐκεῖ εἶναι παρών ὁ Θεός.

Αὐτή ἡ σωτηριώδης ἀλήθεια πρέπει νά ἐκφράζεται καί εἰς τόν τρόπον μέ τόν ὁποῖον ἑορτάζομεν τό σεπτόν Γενέθλιον τοῦ ἐπισκεψαμένου ἡμᾶς ἐξ ὕψους Σωτῆρος ἡμῶν. Ἡ ἑορτή εἶναι πάντοτε «πλήρωμα χρόνου», καιρός αὐτογνωσίας, εὐχαριστίας διά τό μέγεθος τῆς θείας φιλανθρώπου ἀγάπης, μαρτυρία τῆς ἀληθείας τῆς θεανθρωπότητος καί τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας. Ὁ χριστοτερπής ἑορτασμός τῆς σαρκώσεως τοῦ Θεοῦ Λόγου εἶναι μία πρᾶξις ἀντιστάσεως εἰς τήν ἐκκοσμίκευσιν, εἰς τόν ἀποχρωματισμόν τῆς ἑορτῆς καί τήν μετατροπήν της εἰς «Χριστούγεννα χωρίς Χριστόν» καί εἰς πανήγυριν τοῦ Ἔχειν, τοῦ καταναλωτισμοῦ καί τῆς ματαιοδοξίας, καί δή εἰς ἕνα κόσμον πλήρη κοινωνικῶν ἐντάσεων, ἀξιολογικῶν ἀνατροπῶν καί συγχύσεως, βίας καί ἀδικίας, ὅπου τό «παιδίον Ἰησοῦς» εὑρίσκεται καί πάλιν ἀντιμέτωπον μέ ἄτεγκτα συμφέροντα ποικιλωνύμων ἐξουσιῶν.

Τιμιώτατοι ἀδελφοί καί πεφιλημένα τέκνα,

Γενεά παρέρχεται καί γενεά ἔρχεται, καί αἱ ἐπερχόμεναι ἐξελίξεις εἶναι κατ᾿ ἄνθρωπον δυσκόλως προβλέψιμοι. Ἡ γνησία πίστις, ὅμως, δέν ἔχει διλήμματα. Ὁ Λόγος ἐγένετο σάρξ, ἡ «ἀλήθεια ἦλθε» καί «παρέδραμεν ἡ σκιά», μετέχομεν ἤδη τῆς Βασιλείας ἐν τῇ πορείᾳ πρός τήν τελείωσιν τοῦ ἔργου τῆς ἐνσάρκου Θείας Οἰκονομίας. Ἔχομεν ἀκλόνητον τήν βεβαιότητα, ὅτι τό μέλλον ἀνήκει εἰς τόν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι «χθές καί σήμερον ὁ αὐτός καί εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. ιγ’, 8), ὅτι ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι καί θά παραμένῃ τόπος ἁγιασμοῦ καί ἐνθέου βιοτῆς, ἀνακαινίσεως τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ κόσμου, πρόγευσις τῆς δόξης τῆς Βασιλείας, ὅτι θά συνεχίσῃ «νά δίδῃ τήν εὐαγγελικήν μαρτυρίαν» καί «νά διανέμῃ ἐν τῇ οἰκουμένῃ τά δῶρα τοῦ Θεοῦ: τήν ἀγάπην Του, τήν εἰρήνην, τήν δικαιοσύνην, τήν καταλλαγήν, τήν δύναμιν τῆς Ἀναστάσεως καί τήν προσδοκίαν τῆς αἰωνιότητος» (Ἐγκύκλιος τῆς Ἁγίας καί Μεγάλης Συνόδου τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας (Κρήτη 2016), Προοίμιον). Τό σύγχρονον ἰδεολόγημα περί «μεταχριστιανικῆς» ἐποχῆς εἶναι ἄτοπον. «Μετά Χριστόν», τά πάντα εἶναι, καί μένουν εἰς τόν αἰῶνα, «ἐν Χριστῷ».

Κλίνοντες εὐσεβοφρόνως τά γόνατα ἐνώπιον τοῦ Θείου Βρέφους τῆς Βηθλεέμ καί τῆς βρεφοκρατούσης Παναγίας Μητρός Αὐτοῦ, καί προσκυνοῦντες τόν ἐνανθρωπήσαντα «παντέλειον Θεόν», ἀπονέμομεν, ἐκ τοῦ ἀκοιμήτου Φαναρίου, τοῖς ἀνά τήν οἰκουμένην τέκνοις τῆς Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας τήν Πατριαρχικήν ἡμῶν εὐλογίαν ἐπί τῷ Ἁγίῳ Δωδεκαημέρῳ, εὐχόμενοι ὑγιεινόν, ἀγλαόκαρπον καί εὐφρόσυνον τόν νέον ἐνιαυτόν τῆς χρηστότητος τοῦ Κυρίου.

Χριστούγεννα ‚βιη’

† Ὁ Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαῖος
διάπυρος πρός Θεόν εὐχέτης πάντων ὑμῶν

«Ο Θεός γεννιέται...»


 

«Η αφήγηση του Χριστιανισμού για την ενανθρώπιση του Θεού του έχει ως κέντρο βάρους την πιο αποφασιστική αλληλεγγύη προς τους απόκληρους. Αλληλεγγύη που εκδηλώνεται όχι με κάποιες χειρονομίες, αλλά με την ταύτιση μαζί τους. Ο Χριστός δεν στηρίζει απλώς τους απόκληρους· γίνεται απόκληρος. Η αλλαγή του εαυτού είναι τρόπος αλλαγής του κόσμου. Ο Χριστός δεν γεννιέται σε παλάτι, αλλά ούτε καν σε σπιτικό. Γεννιέται καθοδόν (την Παναγία, λέει, την έπιασαν οι πόνοι μεσοστρατίς) και στα άκρα της ανθρώπινης συνθήκης. Ο Λουκάς λέει ότι η Μαριάμ φάσκιωσε το νεογέννητο σε παχνί, «διότι ουκ ην αυτοίς τόπος εν τω καταλύματι» –δεν βρήκαν χώρο ούτε σε πανδοχείο. Ο Θεός γεννιέται πιο πέρα ακόμη κι από τους «μη-τόπους» του Οζέ! Μετά από χρόνια ο Χριστός σχολίασε στους ακροατές του την δράση του αντικομφορμιστή Ιωάννη Βαπτιστή στην έρημο, με λόγια που θα ταίριαζαν και στη δική του γέννηση στον χώρο της βρομιάς: «Τι βγήκατε να δείτε στην έρημο; Καλάμι που το πάει πέρα δώθε ο άνεμος; Ή μήπως άνθρωπο ντυμένο με πολυτελή ρούχα; Αυτοί που φορούν πολυτελή ρούχα βρίσκονται στα ανάκτορα».


Στη γέννηση του Χριστού δεν συμμετείχε στο παραμικρό η πολιτική ελίτ και το θρησκευτικό κατεστημένο. Συμμετείχαν, όμως, οι απρόσμενοι: κάμποσοι τσοπάνηδες και τρεις αλλοδαποί (οι τρεις μάγοι, αναζητητές που δεν ανήκαν στον Ισραήλ). Και συμμετείχαν μετακινούμενοι, αποδεχόμενοι μια μυστήρια πρόσκληση και μεταβαίνοντας στον στάβλο. Με την ελεύθερη ανταπόκρισή τους, ο χώρος ο πέραν και των «μη-τόπων» μετατρέπεται σε «ανθρωπολογικό τόπο». «Πολίζεται», μετατρέπεται σε πόλη και σε χώρο πολιτών, σύμφωνα με μια ωραία έκφραση της ασκητικής γραμματείας. Δεν έχουμε, δηλαδή, φυγή από την κοινωνία, αλλά μια αντιπρόταση για μιαν άλλη κοινωνία, η οποία έχει ως βασικό της χαρακτηριστικό την ανατροπή της κατεστημένης ιεραρχίας. Στην ευαγγελική αφήγηση ο «ανθρωπολογικός τόπος» δεν φυτρώνει, δεν προκύπτει με αυτοματισμούς, αλλά φτιάχνεται με την πράξη. Τι θα απομείνει από τον Χριστιανισμό, αν χαθεί αυτή η τρέλα και ισοπεδωθεί από μια ατσαλάκωτη αστική θρησκευτικότητα;»

Θανάσης Ν. Παπαθανασίου